Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Νεότερη Θράκη : Απο την Τουρκοκρατία εως τους Βαλκανικούς Πολέμους και την απελευθέρωση

Όσο η Βυζαντινή Αυτοκρατορία παρακμάζει και συρρικνώνεται, τόσο περισσότερο γίνεται Θρακική. Ουσιαστικά κατά τον 14ο αιώνα η Αυτοκρατορία περιοριζόταν στη Θράκη. Όσο άντεχε η Θράκη, άντεχε και η Βασιλεύουσα. Η στιγμή του Requiem ήρθε, όταν το 1348 εισβάλλουν για πρώτη φορά οι Τούρκοι στη Θράκη με επικεφαλής το Γαζή Σουλεϊμάν. Κατέλαβαν σημαντικές πόλεις (Καλλίπολη, Λυσιμάχεια, Καστάμπολη), όμως τελικά ηττήθηκαν από τον αυτοκρατορικό στρατό και αποσύρθηκαν. Αλλά ο δρόμος είχε ανοίξει. Το 1359 ο σουλτάνος Μουράτ Α’ πέρασε στρατό στη Θράκη και κατέλαβε το 1361 το Διδυμότειχο και την Αδριανούπολη. Η πτώση της τελευταίας συγκλόνισε τον ελληνικό κόσμο. Αποτυπώθηκε στη μνήμη του και έγινε τραγούδι. Είναι το πρώτο ιστορικό δημοτικό μας τραγούδι που επιγράφεται το «Κρούσος της Αδριανόπολης» δηλαδή Το «κούρσεμα» το «πάρσιμο». Η Αδριανούπολη έγινε η δεύτερη (πρώτη ήταν η Προύσα) Πρωτεύουσα των Οσμανλήδων. Μετά από 10 χρόνια ο αρνησίθρησκος (ελληνικής καταγωγής) στρατηγός των Τούρκων Γαζή Εβρενός, μετά τη νίκη του στο Τσερμέν κατέλαβε την Κομοτηνή και τη Δυτική Θράκη. Παράλληλα, ο Λαλ Σαχίν κατέλαβε τη Φιλιππούπολη και την περιοχή της. Το μοναδικό ελεύθερο τμήμα της Θράκης, η Κωνσταντινούπολη έπεσε και αυτή το 1453 και μαζί της έπεσε και ο Ελληνισμός.  Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας που ειδικά στη Θράκη κράτησε έξι αιώνες και στην Ανατολική διατηρείται ακόμη, η περιοχή δοκιμάστηκε σκληρά από τους βίαιους εξισλαμισμούς και από το γεγονός ότι αποτελούσε χώρο στρατωνισμού ή διελεύσεως τουρκικών στρατευμάτων. Ο πληθυσμός, κατά βάση αγροτικός, εργαζόταν για τους Τούρκους τιμαριούχους και στα κτήματα που ανήκαν σε μουσουλμανικά θρησκευτικά καθιδρύματα («Βακούφια»). Η σημαντικότερη πόλη ήταν η Αδριανούπολη που επί δύο αιώνες έμεινε έδρα σουλτάνων. Ο Τούρκος περιηγητής του Ι7ου αιώνα Εβλιά Τσελεμπή τη θεωρεί σαν μια από τις τρεις ωραιότερες πόλεις που επισκέφθηκε. Ανάμεσα στα λαμπρά κτίσματα της πόλης πρέπει να αναφερθεί και το τζαμί που έκτισε το 1574 ο σουλτάνος Σελίμ Β’, έργο του μεγάλου αρχιτέκτονα Σινάν, που ήταν ελληνικής καταγωγής, από τους Αγίους Αναργύρους (Αγιρνάξ) της Καππαδοκίας. Κατά τον 18ο αιώνα η Αδριανούπολη είχε πληθυσμό 100.000, ήταν ακμαίο βιοτεχνικό κέντρο με 32 συντεχνίες (ισνάφια») από τις οποίες ξεχώριζαν η συντεχνία των γουναράδων, ραφτάδων και μυλωνάδων.  Η αραβική γραφή του ονόματος Εβρενός μας επιτρέπει να διαβάσουμε το ελληνικό όνομα Ουρανός. Στα τουρκικά Εβρέν σημαίνει σύμπαν. Η μάχη του Τσερμέν έγινε κοντά στον Έβρο, μεταξύ Σέρβων κυρίως και Τούρκων. Οι Σέρβοι, βασιζόμενοι στην αριθμητική υπεροχή τους επιδόθηκαν σε οινοποσία. Οι Τούρκοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά. Οι Σέρβοι, ανερχόμενοι σε 60.000, σφάχτηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή πνίγηκαν στο ποτάμι. Το Τσερμέν βρίσκεται κοντά στην πόλη Σβίλεγραντ και από τους Τούρκους ονομάστηκε «Σιρφ Σανειγί» (= φέρετρο των Σέρβων). Στη Βόρεια Θράκη (Ανατολική Ρωμυλία) ξεχώριζε η Φιλιππούπολη το πιο ακμαίο κέντρο του θρακικού ελληνισμού. Το 1786 οι Έλληνες ήσαν διπλάσιοι από τους άλλους κατοίκους, Τούρκους, Βουλγάρους, Αρμενίους. Οι Φιλιππουπολίτες διακρίθηκαν ως έμποροι και άπλωσαν την εμπορική δραστηριότητά τους μέχρι Βλαχίας, Μολδαβίας, Ουγγαρίας και Νότιας Ρωσίας, ακόμη και μέχρι Ινδιών με κέντρο την Καλκούτα, στην οποία έχτισαν το ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα. Χάρη σ’ αυτούς βρέθηκε αρχικά ως δάσκαλος των παιδιών πλούσιου εμπόρου στην Καλκούτα ο Αθηναίος φιλόσοφος Δημήτριος Γαλανός, που αργότερα εγκαταστάθηκε στην ιερή πόλη Μπενάρες, όπου και πέθανε το 1832. Ο Γαλανός είναι ο πρώτος και ο πιο ολοκληρωμένος Ευρωπαίος ινδολόγος. Αξιόλογη ανάπτυξη ως ελληνικά κέντρα, εμφανίζονται η Ραιδεστός, οι Σαράντα Εκκλησίες, η Αγχίαλος, η Μεσημβρία, η Καλλίπολη, η Σωζόπολη και στο ναυτικό τομέα η Αίνος.  Στην Επανάσταση του 1821, λόγω εδαφολογικών συνθηκών και γειτνιάσεως με την πόλη, δεν ήταν δυνατόν να έχει συμμετοχή η Θράκη. Παρ’ όλα αυτά είναι πολλοί οι Θρακιώτες που είχαν ενεργό συμμετοχή στον Αγώνα. Από τα επιφανέστερα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας ήσαν ο Κομιζόπουλος από τη Φιλιππούπολη και οι Κυριάκος και Σταμάτιος Κουμπάρης από τη Μεσημβρία. Δεκάδες Θράκες πολέμησαν στο στρατό του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Δεκάδες ναυτικοί με τα πλοία τους από την Αίνο έλαβαν μέρος στο ναυτικό μας αγώνα. Ξεχωρίζει το ζεύγος Δημήτρη και Δόμνας Βισβίζη. Αλλά και μετά τη δημιουργία του μικρού ελληνικού κράτους ποτέ δεν απουσίασαν οι Θράκες από τα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα Θεσσαλίας, Ηπείρου, Μακεδονίας. Ο αφανισμός του Θρακιώτικου ελληνισμού αρχίζει με τη δημιουργία του δια των ρωσικών όπλων σχηματισθέντος βουλγαρικού κράτους το 1877. Μέσα σε διάστημα μισού αιώνα (από το 1885 έως το 1944) οι Θρακιώτες υπέστησαν από τους Βουλγάρους, τους οποίους άλλοτε χρησιμοποιούσαν για βοηθητικές εργασίες, τόσες συμφορές, όσες δεν έπαθαν από τους Τούρκους σε διάστημα έξι αιώνων. Πρώτα, πραξικοπηματική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας, βιαιότητες κατά του ελληνικού πληθυσμού, ξεριζωμός κατοίκων Αγχιάλου, Στενημάχου κ.λ.π. Δράση κομιτατζήδων της ΕΜΕΟ (ΜΚΟ) μετά το 1903 για βίαιο εκβουλγαρισμό. Ευτυχώς ένοπλα Τμήματα Ελλήνων, διευθυνόμενα από αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του στρατού μας, όπως οι Γ. Κονδύλης και Στυλ. Γονατάς, απάντησαν στη βουλγαρική θηριωδία με τη μόνη λογική που κατανοούν οι εχθροί του ελληνισμού: τη λογική των όπλων. Τον ελληνικό αγώνα στην περιοχή της Θράκης συντόνιζε η «Πανελλήνιος Οργάνωσις» που ιδρύθηκε το 1907 από το μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Πολύκαρπο.  Ο κίνδυνος του εκτουρκισμού των χριστιανών κατοίκων της Βαλκανικής που βρίσκονταν ακόμη υπό τουρκική Κατοχή μετά την επικράτηση του εθνικιστικού κινήματος των Νεοτούρκων υποχρέωσε τα βαλκανικά κράτη που λειτουργούσαν μέχρι τότε ανταγωνιστικά μεταξύ τους προς όφελος της Τουρκίας, να συνασπισθούν και ν’ αρχίσουν εναντίον της πόλεμο (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος). Κάθε κράτος θα έπαιρνε όσα εδάφη πρόφθαινε να καταλάβει ο στρατός του. Ο ελληνικός στρατός με θυελλώδη προέλαση κατέλαβε μέρη μέχρι Γιαννιτσά και Θεσσαλονίκη και τα απελευθέρωσε, αλλά οι Βούλγαροι καταλαμβάνουν ολόκληρη τη Θράκη μέχρι Κιλκίς και Λαχανά. Η απληστία της Βουλγαρίας που ήθελε να λάβει ολόκληρη τη Μακεδονία γίνεται αφορμή του Β’ Βαλκανικού Πολέμου που ήταν η αποτυχία της, αλλά και η καταστροφή της Θράκης.  Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου - 10 Αυγούστου 1913) παραχωρείται η Δυτική Θράκη στην ηττημένη Βουλγαρία. Οι αντιδράσεις των Ελλήνων και των Μουσουλμάνων ήσαν δυναμικές, με παραστάσεις προς την Πύλη και τους Πρέσβεις των ευρωπαϊκών κρατών στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας την αυτονομία. Πραγματοποιείται η αυτονομία στις 8 Αυγούστου το 1913 με έδρα την Κομοτηνή. Λειτουργεί ως πραγματικό κράτος, μα δεν παρέχει καμιά ασφάλεια εγγυητική στους κατοίκους.  Οι Βούλγαροι, μη μπορώντας να επιβληθούν στους Θράκες, καταφεύγουν σε τεχνάσματα. Υπόσχονται πολλά προνόμια προς τους Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης. Έτσι προσεταιρίζονται τους Μουσουλμάνους επαναστάτες και κυνηγούν τους χριστιανούς με σφαγές, ατιμώσεις, ληστείες, φόνους, απαγωγές, εμπρησμούς. Απαγορεύεται ο εκκλησιασμός καθώς και η ελληνική γλώσσα. Η Δυτική Θράκη ερημώνεται με ταχύτατο ρυθμό. Οι κάτοικοι φεύγουν εγκαταλείποντας τις περιουσίες τους με κατεύθυνση πέραν του Νέστου. Φοβερούς διωγμούς και τρομακτικές πιέσεις δέχονται κατά τη βουλγαρική κατοχή και οι Πομάκοι για να εκβουλγαριστούν και δια της βίας βαπτίζονται στον Άρδα ποταμό. Κάποιοι από αυτούς όμως «δεν δίσταζαν εις διαπίστωσιν της χριστιανικότητος αυτών να αποτυπώσωσι δια πεπυρακτωμένου σιδήρου επί των στηθών των το σημείο του Σταυρού», λέγει τοπική πηγή.  Στις 30 Δεκεμβρίου 1918, ο Ελευθέριος Βενιζέλος με υπόμνημά του προς τους συμμάχους, στο συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι, ζητεί την επέκταση της Ελληνικής κυριαρχίας και προς τη Δυτική Θράκη. Τα μάτια των Θρακών ήταν στραμμένα προς την Τράπεζα των Συνδιασκέψεων. Αλλά αντί για την παραχώρηση των θρακικών εδαφών στην Ελλάδα επιβάλλεται στη Δυτική Θράκη, με τη Συνθήκη του Νεϊγύ 27 Νοεμβρίου 1919, το ιδιότυπο εκείνο καθεστώς της Διασυμμαχικής Θράκης. Μεταβάλλεται σε ανεξάρτητο κρατίδιο υπό την εποπτεία των διασυμμαχικών δυνάμεων και δίνει τέλος στη βουλγαρική κατοχή. Ανώτατος διοικητής του κρατιδίου αυτού της Θράκης, ορίζεται ο Γάλλος στρατηγός Σαρπύ, με έδρα την Κομοτηνή. Η Ελλάδα στέλνει πολιτικό εκπρόσωπο το Χαρίσιο Βαμβακά, ο οποίος με την άριστη διπλωματικότητά του πέτυχε την ενσωμάτωση της Δυτικής Θράκης με τη Μητέρα Ελλάδα. Στις 4 Οκτωβρίου 1919, η ΙΧ Ελληνική Μεραρχία, με επικεφαλής τον υποστράτηγο Λεοναρδόπουλο, καταλαμβάνει και απελευθερώνει την περιοχή της Ξάνθης. Στις 14 Μαΐου 1920 φθάνει σιδηροδρομικώς στο Πύθειο η Μεραρχία Σερρών που βρισκόταν στην κοιλάδα του Νέστου με διοικητή τον Εμ. Ζυμβρακάκη, καταλαμβάνει τις διαβάσεις προς Βουλγαρία και στρατωνίζεται στην Κομοτηνή. Παράλληλα, η Μεραρχία της Ξάνθης με Διοικητή το στρατηγό Κ. Μαζαράκη - Αινιάνα αποβιβάζεται στην Αλεξανδρούπολη.  Έτσι, ενώ έχουμε ελεύθερο ελληνικό κράτος από τη δεκαετία του 1820, η Δυτική Θράκη γεύεται τα αγαθά της ελευθερίας μετα από 100 χρόνια μαρτυρικής σκλαβιάς. Από το 1920 η επέτειος απελευθέρωσης της Δυτικής Θράκης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 14 Μαΐου. Αλλά μια προέλαση στρατού και μια διπλωματική αναγνώριση δεν σημαίνει και εξασφάλιση των απελευθερωμένων περιοχών. Εξαιτίας της βουλγαρικής κατοχής, ο ελληνικός πληθυσμός της Θράκης είχε αποψιλωθεί. Το 1919 ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εφαρμόζει για τη Δυτική Θράκη τη σωτήρια πολιτική της παλιννοστήσεως, δηλαδή της επιστροφής των χιλιάδων Θρακών που εγκατέλειψαν τις πατρώες εστίες για να γλιτώσουν από τις βουλγαρικές θηριωδίες. Τη Δυτική Θράκη δεν διεκδικούσαν μόνον οι ηττημένοι αντίπαλοί μας Τούρκοι και Βούλγαροι, αλλά και ένας σύμμαχός μας, η Γαλλία! Ήθελε να την κάνει προτεκταράτο της. Χωρίς ενίσχυση, λοιπόν, της ελληνικής πληθυσμιακής βάσης της Δυτικής Θράκης, πιθανόν η προσάρτηση να ήταν προσωρινή. Σ’ ένα τηλεγράφημα που έστειλε στις 14 Απριλίου 1919 στην κυβέρνησή του ο Βενιζέλος γράφει:  «Είμεθα διατεθειμένοι να επικουρήσουμεν τους παλιννοστούντας». Και παρακάτω: «Επομένως, επικουρία ημών Θα αποβλέπει κυρίως εις αγοράν ζώων, εργαλείων και σπόρων και συντήρησιν παλιννοστούντων μέχρι προσεχούς εσοδείας».  Όντως, ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής ενδυναμώθηκε. Το επόμενο έτος 1920 μετά το στασιαστικό κίνημα του Τσαφέρ Ταγιάρ στην Αδριανούπολη, ο ελληνικός στρατός, με άδεια των συμμάχων, συνέτριψε και συνέλαβε το στασιαστή και κατέλαβε την Ανατολική Θράκη, η οποία μας επεδικάσθη με τη Συνθήκη των Σεβρών. Δυστυχώς η ήττα του στρατού μας, που οφείλεται στα δικά μας πολιτικά ελαττώματα και όχι στα στρατιωτικά προτερήματα των Τούρκων είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια της Ιωνίας και κατά τρόπο εντελώς εξευτελιστικό και της Ανατολικής Θράκης, την οποία ο Κεμάλ ουδέποτε διανοήθηκε να διεκδικήσει. Μαζί με το στρατό μας πέρασαν τον Έβρο και 250.000 Έλληνες της Ανατολικής Θράκης. Μας μένει η Δυτική ως ακραία έπαλξη. Πρέπει να κρατηθεί με κάθε θυσία. Ο Βενιζέλος γεμάτος αγωνία τηλεγραφεί στην επαναστατική επιτροπή Πλαστήρα-Γονατά: «Ίνα δυνηθή η Ελλάς να συζητήση εν τη συνδιασκέψει και υπερασπίση τα ζωτικά τούτα συμφέροντά της, είναι ανάγκη να κρατήσει την Θράκην όσον το δυνατόν ισχυροτέραν». Ευτυχώς, χάρη στην αναδιοργάνωση του διαλυμένου στρατού μας από το Θεόδωρο Πάγκαλο και την προώθησή του μέχρις Έβρου, η Θράκη εσώθη.   Η Θράκη κινδύνευσε πάλι στη διάρκεια της τριπλής Κατοχής, όταν μετά το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Φίλωφ, μαζί με την Ανατολική Μακεδονία πέρασε στη βουλγαρική κυριαρχία. Όλα τα εγκλήματα των Βουλγάρων είναι καταγεγραμμένα από την Επιτροπή Μακεδόνων και Θρακών, υπό την προεδρία του Αλεξ. Σβώλου. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχε και ο  Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο Αλ. Σβώλος τον Ιούλιο του 1945 κυκλοφόρησε το δυσεύρετο σήμερα βιβλίο «Για τη Μακεδονία και τη Θράκη».
Πηγή: http://dim-sapon.rod.sch.gr/palia/topos/Traki_7_20_aiona.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου