Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Η ιστορία των νησιών του Αργοσαρωνικου : Από την Αρχαιότητα εως την Ρωμαϊκή κατάκτηση

Σύμφωνα με τη μυθολογία, το νησί της Σαλαμινας πήρε την ονομασία του από τη νεράιδα Σαλαμίνα που είχε πατέρα τον θεό Ασωπό , μητέρα την Μετώπη, αδελφή τη νεράιδα Αίγινα και σύζυγό το θεό της θάλασσας Ποσειδώνα . Το όνομα Σαλαμίς μαρτυρείται ήδη στο ομηρικό έπος της Ιλιαδας. Κατά την αρχαιότητα και σύμφωνα με το ιστορικό γεωγράφο Στράβωνα η Σαλαμίνα ήταν γνωστή με τις ονομασίες Σκιράς ( από τον ήρωα Σκίρο ), Πιτυούσα (πίτυς = πεύκο) από τα πολλά πεύκα που υπήρχαν και Κυχρεία από τον Κυχρέα, ο οποίος ήταν γιος της νεράιδας Σαλαμίνας . Ο Κυχρέας έγινε ο πρώτος μυθικός βασιλιάς της Σαλαμίνας, όταν την απάλλαξε από έναν φοβερό δράκοντα , που την καταδυνάστευε και λεηλατούσε. Άλλες παραδόσεις συνδέουν το Κυχρέα με ένα ιερό φίδι , όπου βοήθησε τον ελληνικό στόλο κατά τη διάρκεια της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, προκαλώντας σύγχυση στα περσικά πλοία. Το νησί είναι επίσης γνωστό ήδη από την αρχαιότητα και με την ονομασία Κούλουρη, που προέρχεται από το ακρωτήριο "Κόλουρις άκρα" (σήμερα Πούντα), στο οποίο ήταν χτισμένη η αρχαία πόλη και το λιμάνι του 4ου αιώνα π.Χ. Στους αρχαιότατους χρόνους το νησί υπήρξε αυτόνομο Μυκηναϊκό βασίλειο με βασιλείς από τον οίκο των Αιακιδών (ο Αιακός ήταν μυθικός βασιλιάς της Αίγινας γιος του Δία και της νεράιδας Αίγινας) . Γνωστός βασιλιάς αυτού του οίκου ήταν ο Τελαμώνας, γιος του Αιακού. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Τελαμώνας έφυγε από την Αίγινα, διότι είχε δολοφονήσει τον ετεροθαλή αδερφό του Φώκο και πήγε στη Σαλαμίνα, όπου νυμφεύτηκε την κόρη του Κυχρέα, Γλαύκη και έγινε βασιλιάς της Σαλαμίνας. Από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά . Μετά τον θάνατο της Γλαύκης, ο Τελαμώνας νυμφεύτηκε δύο γυναίκες, την Ερίβοια και την Ησιόνη. Με την πρώτη απέκτησε τον Αίαντα όπου σημαίνει αετός, ενώ με τη δεύτερη τον Τεύκρο . Στον τρωικό πόλεμο ο Αίαντας έλαβε μέρος με 12 καράβια μαζί με τον Τεύκρο. Μετά το θάνατο του Αίαντα στην Τροία, ο Τεύκρος γύρισε στη Σαλαμίνα, αλλά οργισμένος και θυμωμένος ο πατέρας του Τελαμώνας τον έδιωξε από το νησί, γιατί δεν εκδικήθηκε το χαμό του αδερφού του και δεν έφερε τα λείψανά του στην πατρίδα του. Ο Τεύκρος με τους συντρόφους του έφτασε με πλοία στις ανατολικές ακτές της Κύπρου , όπου και ίδρυσε πόλη, την οποία και ονόμασε Σαλαμίνα εις μνήμη της γενέτειράς του. Η πόλη αυτή ονομάστηκε Κωνσταντία και βρίσκεται περίπου στον χώρο της σημερινής Αμμοχώστου. Η αυτονομία της νήσου Σαλαμίνας καταργήθηκε, όταν ο Φιλαίος (ή και Φίλαιος), εγγονός του Αίαντα και γιος του Ευρυσάκη, παρέδωσε το νησί στην κυριαρχία των Αθηναίων. Για την πράξη του αυτή, οι Αθηναίοι τον αναγνώρισαν ως Αθηναίο πολίτη. Η Σαλαμίνα ανήκε στους Μεγαρείς , από το 640 π. Χ. έως το 570 π.Χ. Την περίοδο εκείνη ο Αθηναίος νομοθέτης Σόλωνας έγραψε την πολεμική ελεγεία με τίτλο Σαλαμίς , με απώτερο στόχο να διεγείρει τον πατριωτισμό των συμπολιτών του, ώστε να ανακαταλάβουν το νησί. Τελικά και μετά από εικοσαετή πόλεμο, μεταξύ Αθηναίων και Μεγαρέων, η Σαλαμίνα περιήλθε εκ νέου στην κυριαρχία των Αθηναίων μέχρι το έτος 318 π.Χ. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας διεξήχθη στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ, μεταξύ των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών και της Περσικής Αυτοκρατορίας . Αποτέλεσε σημαντική σύγκρουση της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα, η οποία άρχισε το 480 π.Χ. Στη μάχη των Θερμοπυλών , η οπισθοφυλακή των Ελλήνων διαλύθηκε, ενώ στη ναυμαχία του Αρτεμισίου οι Έλληνες υπέστησαν βαριές απώλειες και υποχώρησαν μετά την ήττα στις Θερμοπύλες. Αυτό επέτρεψε στους Πέρσες να καταλάβουν τη Βοιωτία και την Αττική . Οι Σύμμαχοι ετοιμάστηκαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου καθώς ο στόλος αποσύρθηκε στο κοντινό νησί της Σαλαμίνας. Παρά την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου, ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες συμμάχους να ξαναντιμετωπίσουν σε μάχη τον περσικό στόλο, με την ελπίδα ότι η νίκη θα απέτρεπε περαιτέρω θαλάσσιες επιχειρήσεις κατά της Πελοποννήσου . Ο Πέρσες βασιλιάς Ξέρξης Α' ήταν επίσης αποφασισμένος για την τελική σύγκρουση. Ως αποτέλεσμα του τεχνάσματος του Θεμιστοκλή, ο περσικός στόλος έπλευσε για τα Στενά της Σαλαμίνας και προσπάθησε να κλείσει και τις 2 εισόδους. Στον περιορισμένο χώρο των Στενών της Σαλαμίνας οι μεγάλοι αριθμοί των περσικών πλοίων ήταν πρόβλημα, καθώς τα πληρώματά τους δεν μπορούσαν να πολεμήσουν με ελιγμούς. Αξιοποιώντας την ευκαιρία, ο ελληνικός στόλος διαμορφώθηκε σε μια γραμμή και πέτυχε σημαντική νίκη, καταστρέφοντας 300 περσικά πλοία. Ως αποτέλεσμα ο Ξέρξης υποχώρησε στην Ασία με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του και, τον επόμενο χρόνο, τα απομεινάρια του περσικού στρατού ηττήθηκαν αποφασιστικά στη μάχη των Πλαταιών. Οι μάχες στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές σηματοδότησαν την αρχή της νέας φάσης των Ελληνο-Περσικών Πολέμων - οι ελληνικές πόλεις άρχισαν την αντεπίθεση. Μερικοί ιστορικοί πιστεύουν ότι σε περίπτωση περσικής νίκης θα σταματούσε η ανάπτυξη της Αρχαίας Ελλάδας, καθώς και του δυτικού πολιτισμού, και οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι η Σαλαμίνα ήταν μια από τις πιο σημαντικές μάχες στην ανθρώπινη ιστορία. Το 318 π.Χ., η Σαλαμίνα καταλήφθηκε από τους Μακεδόνες και συγκεκριμένα από τον Κάσσανδρο , έναν από τους επιγόνους του Μ. Αλεξάνδρου . Αρκετά χρόνια αργότερα, το 229 π.Χ., ο αρχηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας , Άρατος , την παρέδωσε εκ νέου στους Αθηναίους . Από τότε η Σαλαμίνα ακολούθησε, κατά κανόνα, την τύχη της Αθήνας και της υπόλοιπης Ελλάδας σ΄ όλες της φάσεις της πολυκύμαντης ιστορίας της.
Σύμφωνα με την μυθολογία η Αίγινα οφείλει την ονομασία της στην κόρη του Θεού Ασωπού Αίγινα, την οποία ερωτεύτηκε ο Δίας και την απήγαγε στο νησί Οινώνη που μετονομάστηκε σε Αίγινα. Η στρατηγική της θέση κατά την αρχαιότητα φαίνεται ότι ήταν ο λόγος που κατοικήθηκε πρίν από το 3.500 π.Χ. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο η Αίγινα υπήρξε αποικία της Επιδαύρου. Σε ανασκαφές που έχουν γίνει, έχουν βρεθεί Μινωικά κεραμικά του 2000 π.Χ. περίπου, όπως και κοσμήματα από χρυσό που ανήκουν στη ύστερη περίοδο της Μυκηναϊκής τέχνης , τα οποία συνηγορούν στην εκδοχή της διατήρησης του μυκηναϊκού πολιτισμού για μερικές γενιές μετά την κάθοδο των Δωριέων, οι οποίο φαίνεται να κατέκτησαν το νησί στα 950 π.Χ. Τον 7ο αιώνα π.Χ. η Αίγινα συμμετείχε στην πολιτική ομοσπονδία υπό την ονομασία Αμφικτιονία της Καλαυρίας μαζί με την Αθήνα, τον Βοιωτικό Ορχομενό, την Τροιζήνα , την Ερμιόνη, την Ναυπλία και την Πρασίη, με σκοπό την πάταξη της ακμάζουσας πειρατείας στο Αιγαίο , λόγω της παρακμής των Μυκηναίων. Κατά την αρχαϊκή εποχή (734 - 459 π.Χ.) η Αίγινα γνώρισε μεγάλη ακμή εξελισσόμενη σε σημαντική ναυτική και εμπορική δύναμη της εποχής αναπτύσσοντας εξαγωγικό εμπόριο πήλινων αγγείων και αρωμάτων εγχώριας παραγωγής. Οι Αιγινήτες υπήρξαν οι πρώτοι που έκοψαν ασημένια νομίσματα στον ελλαδικό χώρο, λίγες δεκαετίες μετά την επινόηση του νομίσματος από τους Λυδούς. Να σημειωθεί ότι Οι Αιγινήτες είχαν σημαντικά συμφέροντα στον Ελλήσποντο ενώ ήταν μέτοχοι στον εμπορικό σταθμό της αιγυπτιακής πόλης Ναυκράτιδος. Η ναυτική πρωτοκαθεδρία της Αίγινας και η εδραίωση της ολιγαρχικής παράταξης στην εξουσία αποτελούσε εμπόδιο στις επιδιώξεις της Αθήνας με αποτέλεσμα ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. να παρατηρείται ένταση στις σχέσεις μεταξύ τους. Αν και κατά τους Μηδικούς Πολέμους είχαν υποστηρίξει τον Δαρείο, στους Περσικούς Πολέμους συνασπίστηκαν με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις λαμβάνοντας μαζί με τους Αθηναίους τα πρωτεία. Μετά το τέλος του πολέμου η Αίγινα συνασπίστηκε με την Σπάρτη και την Κόρινθο με αποτέλεσμα να επέλθει οριστική σύγκρουση με την Αθήνα, η οποία και επιτέθηκε στα 458 π.Χ. εναντίον της Αίγινα. Στη ναυμαχία που ακολούθησε οι Αιγινήτες ηττήθηκαν και η πρωτεύουσά τους καταλήφθηκε. Απότοκος της ήττας ήταν το γκρέμισμα των τειχών της πόλης, η παράδοση των πλοίων και η επιβολή φόρου υποτέλειας. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431 - 404 π.Χ) οι Αιγινήτες εκδιώχθηκαν στην Πελοπόννησο για να επιστρέψουν μόνο μετά το τέλος του πολέμου. Στα χρόνια που ακολούθησαν η Αίγινα απώλεσε κάθε αίγλη της καταλήγοντας διαδοχικά στους Αιτωλούς, τους Περγαμηνούς και τους Ρωμαίους.
Ο Πόρος στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο νησιά, την Σφαιρία και την Καλαυρία, τα οποία χωρίζει ένα πολύ μικρό κανάλι θάλασσας αμέσως μετά τον Ναύσταθμο (Προγυμναστήριο). Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι ο Πόρος κατοικείται από την Εποχή του Ορείχαλκου. Οι τάφοι στο νησί χρονολογούνται από τη Μυκηναϊκή Περίοδο και τα ανθρώπινα κτίσματα υπάρχουν σε αυτό τουλάχιστον από το 1000 π.Χ. Η Καλαυρία είναι το αρχαιότερο νησί που ανεδύθη μετά τον κατακλυσμό, είναι ιζηματογενής και κυριαρχείται από ασβεστολιθικά και σχιστολιθικά πετρώματα. Η Σφαιρία είναι ηφαιστειογενούς προελεύσεως και ανεδύθη από έκρηξη του ηφαιστείου των Μεθάνων, η δε πόλη του Πόρου είναι κτισμένη ακριβώς επάνω σε έναν μικρό θολωτό κρατήρα. Στην αρχαία πόλη της Καλαυρίας, στην κορυφή του λόφου, υπάρχει αφιερωμένος ναός στον θεό Ποσειδώνα, τα ερείπια του οποίου είναι ακόμα προσβάσιμα. Εδώ, το 322 π.Χ., o μεγάλος ρήτορας Δημοσθένης, δηλητηριάστηκε με κώνειο, αφού διέφυγε την σύλληψη από τον κυβερνήτη της Μακεδονίας Αντίπατρο. Επίσης, στην βόρεια παραλία της Καλαυρίας (Βαγιονιά), βρέθηκε καταποντισμένο μέσα στην θάλασσα το αρχαίο λιμάνι. Αρχαίοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι ο Πόρος ήταν μέρος μίας Αμφικτυονίας στην Αρχαϊκή Περίοδο, δηλαδή μιας συμμαχίας με την πόλη της Αθήνας, του Πόρου, της Αίγινας, της Επιδαύρου, της Ερμιόνης, της Τροιζήνας , του Ναυπλίου , του Ορχομενού και των Πρασιών. Ωστόσο, αποδείξεις δεν υπάρχουν, γι' αυτό σύγχρονοι μελετητές πιστεύουν ότι η Αμφικτυονία είναι μία ελληνική εφεύρεση. Μία τεράστια γιορτή, απεικονισμένη επάνω σε μια πλάκα, που δείχνει τον εορτασμό της αναβίωσης της Συμμαχίας της Καλαυρίας, η οποία χρονολογείται στην Ελληνιστική Περίοδο, βρέθηκε στα ερείπια του ασύλου στην Καλαυρία.
Η Ύδρα σύμφωνα με νεότερες αρχαιολογικές έρευνες, έχει κατοικηθεί από τη Νεολιθική εποχή. Δρύοπες, Μυκηναίοι, Κάρες, Σάμιοι, Αθηναίοι πρόσφυγες της εποχής των περσικών πολέμων, εποίκησαν και κατοίκησαν την Ύδρα. Η ακμή του νησιού συνέπεσε με την Πρωτοελλαδική και την Μυκηναϊκή εποχή. Το νησί ήταν εμπορικό-ναυτικό κέντρο, ανάμεσα στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου. Η περιοχή της Επισκοπής, του Αγίου Γεωργίου-Αγίου Νικολάου Μπίστη, το Μπαλί, η ακρόπολη του Βλυχού και η περιοχή της Ζωοδόχου Πηγής της Ζούρβας, ήταν σημαντικοί οικισμοί εκείνης της εποχής, ενώ την Κλασσική εποχή η Ύδρα ήταν στη δικαιοδοσία της Ερμιόνης. Από αυτούς, την αγόρασαν Σάμιοι πολιτικοί εξόριστοι που οχύρωσαν την ακρόπολη του Βλυχού. Οι Σάμιοι, αφού ήρθαν σε σύγκρουση και μετά από ήττα με τους Αιγινήτες, πούλησαν την Ύδρα στους Τροιζήνιους. Την Κλασσική εποχή η Ύδρα παρουσιάζει έναν συγγραφέα κωμωδιών, τον Ευάγη τον Υδρεάτη. Την Ρωμαίικη και κατόπιν την Βυζαντινή περίοδο το νησί κατοικείται ανελλιπώς.
Οι Σπέτσες (καθαρεύουσα Σπέτσαι), είναι ιστορική νήσος κοντά στην Αργολική χερσόνησο, δεξιά της εισόδου του Αργολικού κόλπου, σε απόσταση 1,5 μιλίου από την Ερμιονίδα και 50 μιλίων από τον Πειραιά . Τις Σπέτσες απαρτίζουν τρεις ακόμη νησίδες: η Σπετσοπούλα , ο Άγιος Ιωάννης και το Μικρό Μπούρμπουλο . Οι Σπέτσες έχουν σχήμα ωοειδές , περίμετρο ακτογραμμής 11 μιλίων, έκταση 22,5 τ.χλμ. με μέγιστο μήκος 4 μίλια και μέγιστο πλάτος 2,5 μίλια. Διασχίζεται από βουνοσειρές με υψηλότερη κορυφή τον Προφήτη Ηλία (245μ.). Το έδαφος των Σπετσών είναι κυρίως πευκόφυτο, ενώ μεγάλο μέρος του είναι καλλιεργήσιμο. Κύρια προϊόντα που παράγονται είναι ελιές , λάδι , δημητριακά, σταφύλια , αμύγδαλα , σύκα και λίγα κτηνοτροφικά προϊόντα. Το κλίμα είναι δροσερό και υγιεινό και προσφέρεται ως τόπος παραθερισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου