Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Η ιστορία την νησιών του Αργοσαρωνικου - Από την Τουρκοκρατία εως την Απελευθέρωση και την Νεότερη Ελλάδα

Λίγα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ Β΄ (1453), οι Τούρκοι κυρίευσαν τη Σαλαμίνα ( 1462 ). Επί Τουρκοκρατίας, η κοινωνική και οικονομική ζωή ατόνησε στη Σαλαμίνα, που αποκαλείται έκτοτε Κούλουρη. Τα ιστορικά στοιχεία για τα πρώτα διακόσια χρόνια αυτής της περιόδου (1450 -1650) είναι ελάχιστα. Στα μέσα του 17ου αιώνα επισκέφθηκαν τη Σαλαμίνα δύο σημαντικές προσωπικότητες. Το 1640 ο Μεγαρίτης θεοσεβής Λάμπρος Κανέλλος (μετέπειτα Όσιος Λαυρέντιος), ο οποίος το 1682 επανίδρυσε, ή κατ΄ άλλους ανακαίνισε, το καθολικό της Μονής Φανερωμένης και το 1674 ο Άγγλος πρόξενος Τζίν Σιρόντ (Jean Siraud). Ο τελευταίος, σε σχετική έκθεσή του, έγραφε: «Επάνω στο νησί υπάρχουν τρία χωριά: το ένα ονομαζόμενο Κούλουρη (πόλη Σαλαμίνας), το άλλο Μητρόπολη (του Αιαντείου) και το Αμπελάκι. Σ΄ όλο το νησί δεν υπάρχουν παρά εξακόσιες ψυχές, εν μέρει Έλληνες εν μέρει Αρβανίτες». Λίγα χρόνια αργότερα, το 1688 , ο ελληνικός πληθυσμός της νήσου ενισχύθηκε με την αναγκαστική μετακίνηση αθηναϊκών οικογενειών από την Αθήνα προς τη Σαλαμίνα, λόγω της παρουσίας σ΄ ολόκληρη την Αττική των Ενετών με επικεφαλής το Φραγκίσκο Μοροζίνη. Η μετακίνηση αυτή έδωσε πνοή ανάπτυξης και προόδου στο νησί, δημιουργώντας κατ΄ αυτό τον τρόπο τις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Σαλαμίνας στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δρώμενα εκείνης της εποχής. Μιας εποχής, όπου οι δραστηριότητες του νεοελληνικού διαφωτισμού οδήγησαν στην πνευματική αφύπνιση του ελληνικού γένους, που είχε ως αποτέλεσμα την Επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό. Απόρροια αυτής της ανάπτυξης ήταν η Σαλαμίνα, κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, να διαθέτει αρκετά μικρά πλοιάρια. Πολλά απ΄ αυτά έλαβαν μέρος στην Ελληνική επανάσταση του 1769 - 1770, που εκδηλώθηκε μετά από υποκίνηση των Ρώσων και έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Ορλωφικά. Παρ΄ όλη την ατυχή έκβαση των Ορλωφικών, ο ατρόμητος αγωνιστής εκείνης της περιόδου Μητρομάρας συνέχισε μόνος του τον αγώνα της ανεξαρτησίας και το Φεβρουάριο του 1771 ύψωσε στη Σαλαμίνα τη ρωσική σημαία της επανάστασης. Στην πρώιμη και ατελέσφορη αυτή προσπάθεια αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού, το μοναδικό επίτευγμα ήταν η καταστροφή του τουρκικού στόλου στο Τσεσμέ (1770) από το ρωσικό ναυτικό, γεγονός που ανάγκασε τους Οθωμανούς να υπογράψουν το 1774 τη συνθήκη του Κιουτσούκ - Καϊναρτζή . Ή Σαλαμίνα συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και έστειλε στρατό να πολιορκήσουν τους Τούρκους στην Ακρόπολη των Αθηνών. Απελευθερώθηκε οριστικά το 1830 μαζί με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα. Η Ιερά Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας είναι ένα ιστορικό μοναστήρι που βρίσκεται στα βορειοδυτικά παράλια της νήσου Σαλαμίνας στην οποία υπήρχε ένας πολύ παλιός και ημιερειπωμένος χριστιανικός ναός στον οποίο και βρέθηκε εικόνα της Θεοτόκου από τον Λάμπρο Καννέλο, που έκτισε και μόνασε στο μοναστήρι για να αγιοποιηθεί από την ορθόδοξη εκκλησία με το όνομα Όσιος Λαυρέντιος . Ανήκει εκκλησιαστικά στην Ιερά Μητρόπολη Μεγάρων και Σαλαμίνος .
Ιδρυτής της Μονής είναι ο Λάμπρος Καννέλος, ένας ευσεβής χριστιανός και κάτοικος των Μεγάρων . Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση είδε στον ύπνο του τρεις φορές την Παναγία που τον πρόσταξε να πάει στη Σαλαμίνα, στα ερείπια του ναού, ρίχνοντας το πανωφόρι του στη θάλασσα για να περάσει απέναντι. Εκείνος το έπραξε, Στις 17 Μαΐου του 1640 πήγε στο σημείο και με την βοήθεια των κατοίκων έσκαψε και βρήκε την εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης. Κατά το έτος 1682 αναστήλωσε τον ναό και ίδρυσε στο σημείο μοναστήρι. Ο ίδιος έγινε μοναχός μαζί και η γυναίκα του, μετονομάστηκε σε Λαυρέντιος και αποσύρθηκε στο ασκητήριο του προφήτη Ηλία, νοτιοανατολικά της μονής, εκκλησάκι που σωζόταν ακέραιο ως το 1944 όπου καταστράφηκε από τους Γερμανούς. Ο Λαυρέντιος κοιμήθηκε την 6η Μαρτίου του 1707 και ετάφη στο μοναστήρι. Η Εκκλησία της Ελλάδος τον ανακήρυξε Όσιο , γιορτάζοντας την μνήμη του στις 7 Μαρτίου. Στον Όσιο Λαυρέντιο αποδίδεται μεγάλος αριθμός θαυμάτων από τους πιστούς. Το καθολικό της Μονής Φανερωμένης στη συνέχεια διακοσμήθηκε με αγιογραφίες μεταβυζαντινής τέχνης που σώζονται και χρονολογούνται το έτος 1735 με αγιογράφο, εξ Άργους, Γεώργιο Μάρκου και των μαθητών του. Η αγιογραφία της Ιεράς Μονής Φανερωμένης περιλαμβάνει περίπου 3.530 μορφές και παραστάσεις. Στην μονή διασώζεται σημαντικός αριθμός παλαιών εγγράφων και ιστορικών κειμηλίων. Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 , η Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας αποτελούσε καταφύγιο του άμαχου πληθυσμού της Αθήνας , των Μεγάρων και των γύρω περιοχών, καθώς των Αγωνιστών αφού υπήρξε εκείνη την περίοδο νοσοκομείο. Ο ηγούμενός της, Γρηγόριος υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Στο μοναστήρι φιλοξενήθηκαν και συνεδρίαζαν αγωνιστές που έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις της Αττικής, της Αθήνας και του Φαλήρου όπως οι
Μακρυγιάννης, Τζαβέλας, Κριεζώτης , Δ. Υψηλάντης , Μαυροβουνιώτης, Καραϊσκάκης και άλλοι. Ο Κιουταχής προσπάθησε επανειλημμένως να καταλάβει τη Μονή χωρίς να το επιτύχει. Στον αύλιο χώρο της Μονής υπάρχει ο τάφος του οπλαρχηγού Γιάννη Γκούρα. Επίσης φιλοξενήθηκε η βιβλιοθήκη και το τυπογραφείο των Αθηνών. Μπροστά και επί της παραλίας στην είσοδο της Μονής βρίσκεται παλαιό οίκημα όπου έμεινε ο Άγγελος Σικελιανός από το 1933 έως 1950 , με τον οποίο συναντιόταν ο Βασιλιάς Παύλος κάθε φορά που επισκεπτόταν τον ναύσταθμο της Σαλαμίνας. Η Ιερά Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας είναι αφιερωμένη στη Κοίμηση της Θεοτόκου και εορτάζει στις 23 Αυγούστου.
Η σημαντικότερη καταστροφή της Αίγινας πραγματοποιήθηκε από τον Χαϊρεντίν Βαρβαρόσσα, ο οποίος λεηλάτησε την πρωτεύουσα και αιχμαλώτισε περί τους 4.000 με 7.000 χιλιάδες Αιγινήτες. Στο τέλος του 18ου αιώνα οι Αιγηνίτες εγκατέλειψαν την Παλιά Χώρα και εγκαταστάθηκαν στην θέση της αρχαίας πόλης της Αίγινας.
Την περίοδο της επανάστασης στην Αίγινα κατέφυγαν χιλιάδες κάτοικοι της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου και του Ανατολικού Αιγαίου και ιδαίτερα των περιοχών του Γαλαξειδίου , των Ψαρών και της Αθήνας. Υπολογίζεται ότι στην επανάσταση συμμετείχαν περίπου 400 Αιγινήτες. Την περίοδο 1826 - 1827 η ελληνική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στο νησί ενώ τον επόμενο χρόνο η Αίγινα ορίστηκε ως πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, η έδρα του οποίου παρέμεινε μέχρι και το 1829 . Σύμφωνα με τον Qkinet την εποχή του Καποδίστρια ο πληθυσμός ανερχόταν στους δέκα χιλιάδες κατοίκους μαζί με τους πρόσφυγες ενώ σύμφωνα με κυβερνητικές εκτιμήσεις ο πληθυσμός ανερχόταν σε σαράντα χιλιάδες. Τότε κατασκευάστηκαν τα κτίρια του Ορφανοτροφείου, στο οποίο στεγάστηκαν το αλληλοδιδακτικό σχολείο και το εθνικό τυπογραφείο, του αρχαιολογικού μουσείου, του κυβερνείου, στο οποίο στεγάστηκε η πρώτη βιβλιοθήκη της χώρας. Μετά την μεταφορά της πρωτεύουσας, η Αίγινα άρχισε να παρακμάζει ενώ ο πληθυσμός της μειώθηκε κατά το ήμισυ. Επί δικτατορίας Ιωάννη Μεταξά είχε προβλεφθεί η κατασκευή ναυτικών οχυρών στην Πέρδικα και στον Τούρλο, τα οποία μαζί με το ναυτικό οχυρό των Φλεβών και τα πυροβολεία της Πούντας και του Κεράμου αποτέλεσαν το τμήμα της ελληνικής παράκτιας άμυνας που έγινε γνωστό ως "Ναυτικά Οχυρά Σαρωνικού". Το 1940 το Πολεμικό Ναυτικό προχώρησε στην πόντιση ναρκών στις θαλάσσιες περιοχές Τούρλου - Φλεβών και Μονής Αιγίνης - Αγίου Γεωργίου Μεθάνων δημιουργώντας έτσι ένα προστατευμένο μέτωπο. Τον Απρίλιο του 1941 γερμανικά αεροπλάνα τύπου στούκας βομβάρδισαν τρείς φορές το νησί της Αίγινας καταστρέφοντας τους δύο λιμενοβραχίονες στο λιμάνι. Τον Μάϊο του ίδιου έτους γερμανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν τα οχυρά του Τούρλου και της Πέρδικας. Τον Ιανουάριο του 1942 το γερμανικό υποβρύχιο U 133 βυθίστηκε από νάρκη στα ανοιχτά του Τούρλου.
Στην Βυζαντινή περίοδο στον Πόρο και τα υπόλοιπα νησιά έκαναν επιδρομές πειρατές, ενώ κατά την Τουρκική κατοχή το νησί παρέμεινε ανεξάρτητο. Συνείσφερε σημαντικά στον αγώνα για την ανεξαρτησία, κατά την Επανάσταση του 1821, με έμψυχο υλικό, καράβια και χρήματα. Η πόλη του Πόρου, με τα νεοκλασικά της οικοδομήματα, είναι χτισμένη αμφιθεατρικά στις πλαγιές ενός λόφου. Ο Αλέξανδρος Γ. Κορυζής ή Κοριζής (Πόρος , 1885 – Αθήνα, 18 Απριλίου 1941) ήταν Έλληνας νομικός, οικονομολόγος και πρωθυπουργός της χώρας για μόνο 80 ημέρες, από τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά μέχρι και την 12η ημέρα από της γερμανικής εισβολής. Χαρακτηρίστηκε πρωθυπουργός του 2ου ΟΧΙ της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. . Στις 6 Απριλίου του 1941 , ο Κορυζής, πιστός στην παρακαταθήκη του προκατόχου του, απέρριψε το αίτημα των Γερμανών για απομάκρυνση των βρετανικών δυνάμεων από την Ελλάδα απορρίπτοντας το τελεσίγραφο που του επέδωσε ο Γερμανός πρεσβευτής Έρμπαχ-Σένμπεροχ, μισή ώρα μετά την έναρξη της γερμανικής εισβολής κατά σαφή παράβαση της σχετικής Σύμβασης της Χάγης, όπου υπ' αυτές τις συνθήκες ο πόλεμος χαρακτηρίζεται "αιφνίδιος".
Κατά των 15ο αιώνα αρχίζει η σημαντική ανάπτυξη της Ύδρας με την εγκατάσταση Αρβανιτών φυγάδων, καταδιωγμένων από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή, που είχε κυριεύσει την Πελοπόννησο. Τότε είναι που ξεκινά να χτίζεται και η σημερινή πόλη της Ύδρας και συγκεκριμένα γύρω από τον λόφο του Κιάφα για λόγους ασφαλείας από πειρατικές επιδρομές. Ένα δεύτερο μεγάλο εποικιστικό κύμα έφτασε στην Ύδρα στα τέλη του 16ου αιώνα όταν μεγάλες οικογένειες έρχονται στο νησί. Μεταξύ αυτών οι οικογένειες Λαζάρου και Ζέρβα μετέπειτα Κοκκίνη και Κουντουριώτη από την Ήπειρο, οι οικογένειες Μπαρού από την Κύθνο, Νέγκα, Γκιώνη, Γκούμα, Γιακουμάκη μετέπειτα Τομπάζη από τα Βουρλά της Σμύρνης, Κιοσσέ μετέπειτα και Σαχίνη από τη Γένοβα, Μπουντούρη από την Εύβοια, Βώκου μετέπειτα και Μιαούλη από τα Φύλλα Ευβοίας. Τον 17ο αιώνα ήταν κτήση των Ενετών και τον 18ο αιώνα περιέρχεται στους Τούρκους έως την επανάσταση του 1821 κατά την οποία αριθμούσε περί τους 27,000 κατοίκους. Η Επανάσταση βρίσκει την Ύδρα κάτοχο αμύθητου πλούτου απο χρυσά νομίσματα της εποχής, αποτέλεσμα κυρίως της επιτυχημένης εμπλοκής της στο εμπόριο σίτου κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους. Το εμπόριο μετά το 1810 είχε κάμψη αλλά ο στόλος της αριθμούσε 186 μικρά και μεγάλα πλοία συνολικής χωρητικότητας 27.736 τόνων δηλαδή ήταν διπλάσιος απο αυτόν των Σπετσών που διέθεταν ως δύναμη 64 πλοία συνολικά 15.907 τόνων. Τα Ψαρά διέθεταν 35 - 40 πλοία και η Κάσος 15. Τα πληρώματα είχαν αποκτήσει και πολεμική εμπειρία λόγω των συγκρούσεων με πειρατές της Αλγερίας. Τουλάχιστον από το 1820 οι προεστοί είχαν μυηθεί από τη Φιλική Εταιρεία στο μυστικό της Επανάστασης. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, οι Υδραίοι ενημερώθηκαν με αλληλογραφία από τους πελοποννήσιους οπλαρχηγούς. Με επιστολή της 24 Μαρτίου 1821 οι προύχοντες της Πελοποννήσου ενημερώνουν τους Υδραίους και Σπετσιώτες ότι η Επανάσταση άρχισε νωρίτερα γιατί το μυστικό είχε προδοθεί από "τουρκολάτρες", και ζητούν τη βοηθειά τους για ναυτικό αποκλεισμό του εχθρού. Οι Σπετσιώτες ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης την 26 Μαρτίου, αλλά οι Υδραίοι φάνηκαν διστακτικοί στο να εξεγερθούν αμέσως, θυμούμενοι τις καταστροφές που είχαν πάθει κατά την προηγούμενη αποτυχημένη εξέγερση του 1770 και λαμβάνοντας υπόψη την στρατιωτική υπεροχή του εχθρού. Τελικώς κήρυξαν την επανάσταση στις 14 Απριλίου με εκκλησιαστική πομπή και ταυτόχρονα εξέδοσαν γραπτή επαναστατική διακήρυξη που έφερε τον τίτλο "Διαβατήριον των Ελληνικών Μαχομένων Πλοίων". Στην Εθνεγερσία του 1821 έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο το τότε Ναυτικό των Ελλήνων που συγκροτήθηκε κυρίως από εμπορικά πλοία της εποχής δίνοντας πλεονέκτημα στους επαναστατημένους Έλληνες. Τα Πυρπολικά ήταν τα κατ΄ εξοχήν ιστιοφόρα καταδρομικά σε όλες σχεδόν τις ναυτικές επιχειρήσεις των Ελλήνων στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Τον 17ο αιώνα ο πληθυσμός των Σπετσων ήταν κυρίως Αρβανίτες Χριστιανοί που είχαν εγκατασταθεί από τον 15ο αιώνα που αυξήθηκε στη συνέχεια με αποίκους από Λακωνία-Τσακωνιά (Τυρό-Λεωνίδιο), Αργολίδα και Ερμιονίδα που ακολούθησαν νεότερες εποικίσεις τον 18ο αιώνα. Ο αρχικός μεσαιωνικός οικισμός ήταν βορειοδυτικά της σημερινής πόλης, σημερινή θέση "Καστέλι" όπου υπήρχε ακρόπολη επί λόφου (σημερινή θέση ο ναός του Αγίου Βασιλείου). Οι κάτοικοι των Σπετσών έλαβαν μέρος στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο ( 1770 ) και υπέστησαν μεγάλη καταστροφή από τους Τούρκους. Μετά όμως 5 έτη ( 1774 -1775 ) αμνηστεύθηκαν από τους Τούρκους. Τότε οι κάτοικοι κατέβηκαν στην παραλία και έκτισαν την σημερινή πόλη. Την φιλοπατρία τους όμως οι Σπετσιώτες την έδειξαν και το 1790 όταν έσπευσαν να βοηθήσουν τον Λάμπρο Κατσώνη που για την πράξη του αυτή υπέστησαν πάλι νέα καταστροφή από τους Τούρκους. Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα Σπετσιώτικα πληρώματα αποκαλούνταν "Τζαμουτζαλήδες" έναντι των Υδραίικων που αποκαλούνταν "Σουλουτζαλήδες" που όμως ήταν λίαν περιζήτητα ακόμη και από τους Οθωμανούς στόλαρχους όπως και από τον Καρά-Αλή. Την περίοδο 1821-1832, η Σπέτσες έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση. Οι Σπέτσες, μαζί με την Ύδρα και τα Ψαρά , ήταν από τα πρώτα νησιά που επαναστάτησαν, με ενεργό συμμετοχή στον αγώνα έναντι των Τούρκων Ο Σπετσιωτικός στόλος, αποτελούμενος από εμπορικά πλοία σπετσιωτών, πήρε μέρος σε μεγάλο αριθμό ναυμαχιών, όπως της Αρμάτας, καθώς και σε ξακουστούς αποκλεισμούς οχυρών, συγκεκριμένα του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς. Την περίοδο αυτή κάνουν την εμφάνισή τους ηρωικά ονόματα όπως Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα , Ανδρέας Μιαούλης , Χατζηγιάννης Μέξης και Κοσμάς Μπαρμπάτσης , ονόματα τα οποία σήμερα κατέχουν υψηλή θέση στην Ελληνική Ιστορία. Το 1822 ο Τουρκικός στόλος κατευθύνεται προς τον Αργολικό κόλπο, με τελικό προορισμό το Ναύπλιο, σε μια ύστατη προσπάθεια ανεφοδιασμού του οχυρού. Στις 8 Σεπτεμβρίου ο στόλος εμφανίζεται ανατολικά των Σπετσών, μεταξύ Σπετσοπούλας και Τρικερίου και ο τρινήσιος στόλος των Σπετσών, της Ύδρας και των Ψαρών, υπό τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη, κινείται προς αντιμετώπιση των Τούρκων. Σύμφωνα με τον ιστορικό Χατζηανάργυρο, στην ναυμαχία που ακολούθησε μεταξύ των δυο στόλων, πήραν μέρος «140 και πλέον» πλοία. Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή εμφανίζεται ο Σπετσιώτης πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης, ο οποίος καταφέρνει να εισέλθει στο κέντρο του τουρκικού σχηματισμού και να πυρπολήσει την τουρκική ναυαρχίδα. Η ηρωική αυτή πράξη του Σπετσιώτη ναυτικού είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση του τουρκικού στόλου από τον Αργολικό κόλπο. Σε ανάμνηση αυτού του ιστορικού γεγονότος οι Σπετσιώτες έκτισαν την εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας στην περιοχή του φάρου των Σπετσών. Σήμερα το νησί των Σπετσών, στις αρχές του Σεπτεμβρίου, γιορτάζει το ιστορικό αυτό γεγονός με το φεστιβάλ της Αρμάτας. Το μεγάλο αυτό φεστιβάλ, διάρκειας μιας εβδομάδας, συμπεριλαμβάνει θεατρικές παραστάσεις, πολιτιστικές εκθέσεις καθώς και μουσικές παραστάσεις και κλιμακώνεται με την αναπαράσταση της ναυμαχίας των Σπετσών, μπροστά στο λιμάνι του νησιού. Μετά το τέλος της Επανάστασης, οι Σπέτσες άρχισαν να παρακμάζουν και να μειώνεται ο πληθυσμός της. Παρ' όλα αυτά, υπάρχει πνευματική εξέλιξη στο νησί. Το 1927 γίνεται η έναρξη της λειτουργίας της Αναργυρείου και Κοργιαλένειου Σχολή Σπετσών, η οποία ήταν η προσφορά του εθνικού ευεργέτη Σωτήριου Ανάργυρου και πραγματικά ανέβασε το πολιτιστικό επίπεδο του νησιού. Η Σχολή υπήρξε ένα από τα καλύτερα πρότυπα κολέγια των Βαλκανίων και υπήρξε έμπνευση του Ελ. Βενιζέλου, προσωπικού του φίλου και δημιούργημα του Ανάργυρου. Λειτούργησε μέχρι το 1983 με Έλληνες και αλλοδαπούς μαθητές.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σαλαμίνα_(νησί)

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μονή_Φανερωμένης_Σαλαμίνας

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αίγινα

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πόρος_(νησί)

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ύδρα

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Το_Ναυτικό_του_21

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σπέτσες

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Κορυζής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου