Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Η ιστορία των Κυκλάδων - Απο την Βυζαντινή περίοδο εως την Βενετική κατοχή και την Οθωμανική κατάκτηση

Με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (330 μ.Χ.) οι Κυκλάδες έγιναν μαζί με τα άλλα νησιά του Αιγαίου επαρχία του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους. Σύμφωνα με την παράδοση, ο ίδιος ο Μ. Κωνσταντίνος ανήγειρε στην Πάρο τον ναό της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, ένα από τα σπουδαιότερα παλαιοχριστιανικά μνημεία του ελλαδικού χώρου. Μέσα στο πλαίσιο της βυζαντινής αυτοκρατορίας οι Κυκλάδες συνέχισαν την ιστορία τους δίνοντας θαυμάσια μνημεία του βυζαντινού πολιτισμού, αριστουργηματικές βυζαντινές εικόνες και υπέροχες εκκλησίες (έξοχο δείγμα η Παναγία η Πρωτόθρονος στη Νάξο με το σύνθρονο του 9ου/10ου αιώνα). Τον 10ο αιώνα οι Κυκλάδες εντάχθηκαν στο Θέμα του Αιγαίου. Όλους αυτούς τους αιώνες, οι πολλαπλές επιθέσεις πειρατών, κυρίως Αράβων, αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη αιτία δεινών για τα νησιά. Το Θέμα Αιγαίου Πελάγους ήταν βυζαντινή επαρχία στα βόρεια του Αιγαίου Πελάγους η οποία δημιουργήθηκε στα μέσα του 9ου αιώνα. Ήταν ένα από τα τρία ναυτικά θέματα της αυτοκρατορίας και χρησίμευε, κυρίως, στην προμήθεια του βυζαντινού ναυτικού με πλοία και στρατό, αν και χρησίμευε επίσης και ως πολιτική διοικητική περιφέρεια. Οι καταβολές του θέματος βρίσκονται στην επαρχία των νησιών κατά την ύστερη αρχαιότητα που περιελάμβανε τα νησιά του νοτιοανατολικού και του ανατολικού Αιγαίου Πελάγους άνω της Τενέδου . Ο όρος του « Αιγαίου Πελάγους » κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του στις πηγές ως διοικητική περιφέρεια στις αρχές του 8ου αιώνα, όταν και οι σφραγίδες αρκετών εκ των κομμερκιάριων το πιστοποιούν. Μια σφραγίδα που χρονολογείται από την περίοδο μεταξύ 721/722 κάνει αναφορά σε πρόσωπο, το οποίο είχε κάποιο αξίωμα στην περιοχή των ελληνικών νησιών, κάτι που να σημαίνει, ενδεχομένως, και την επέκταση της παλιάς επαρχίας και προς τα νησιά στα δυτικά του Αιγαίου Πελάγους. Από στρατιωτικής άποψης, τα νησιά βρίσκονταν υπό την διοίκηση του σώματος των Καραβισιάνων και στη συνέχεια του θέματος των Κιβυρραιωτών. Μετά τα τέλη του 8ου αιώνα , δύο ναυτικές διοικήσεις έκαναν την εμφάνισή τους στην περιοχή του Αιγαίου Πελάγους: ο δρουγγάριος του Αιγαίου Πελάγους, ο οποίος ήλεγχε το βόρειο τμήμα, καθώς και ο δρουγγάριος της Δωδεκανήσου (ονομασία που αναφέρεται στις Κυκλάδες και όχι στα σύγχρονα Δωδεκάνησα ) ή του Κόλπου, υπεύθυνος του νότιου τμήματος. Η πρώτη ναυτική διοίκηση, η οποίο στην πορεία εξελίχθηκε στο Θέμα Αιγαίου Πελάγους, περιελάμβανε τα βόρεια νησιά του Αιγαίου, καθώς και τα Δαρδανέλλια και τα νότια παράλια της Προποντίδας, ενώ η δεύτερη μετατράπηκε στην πορεία στο θέμα της Σάμου. Το θέμα του Αιγαίου Πελάγους δημιουργήθηκε το 843. Ο στρατηγός του, αν και δεν εμφανίζεται στο Τακτικόν Ουσπένσκυ της περιόδου μεταξύ 842/843 το οποίο περιελάμβανε το σύνολο των ενεργών δρουγγάριων, ωστόσο επιβεβαιώνεται η παρουσία του στην Λέσβο το 843. Κατέστη ένα κανονικό θέμα με πολιτικές, φορολογικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, ενώ υποδιαιρούνταν σε τούρμες και βάνδα . Εντός των Δαρδανελλίων και της Προποντίδας, ο δρουγγάριος και αργότερα ο στρατηγός μοιράζονταν την εξουσία τους με τον κόμη του θέματος του Οψικίου . Όπως συνέβαινε και στην περίπτωση του θέματος της Σάμου, ο κόμης του Οψικίου ήταν, ενδεχομένως, υπεύθυνος και για την τοπική πολιτική διοίκηση και άμυνα, ενώ το θέμα του Αιγαίου Πελάγους ήταν μονάχα υπεύθυνο για τον εξοπλισμό των πλοίων. Η ιδέα αυτή φαίνεται να ενισχύεται από το γεγονός ότι οι κάτοικοι του θέματος του Οψικίου, και κυρίως οι Σλάβοι, χρησίμευαν ως στρατιώτες του ναυτικού κατά τον 10ο αιώνα. Τα κυριότερα νησιά του θέματος ήταν η Λέσβος (η πρωτεύουσα του θέματος), η Λήμνος, η Ίμβρος , η Τένεδος και η Χίος (προτού ενσωματωθεί στο θέμα της Σάμου), οι Σποράδες και οι Κυκλάδες. Σύμφωνα με την Ελένη Αρβελέρ, οι Κυκλάδες πιθανώς ενσωματώθηκαν εντός του θέματος του Αιγαίου όταν η ναυτική διοίκηση Δωδεκανήσου/Κόλπου διαιρέθηκε και το θέμα της Σάμου δημιουργήθηκε στα τέλη του 9ου αιώνα. Το 911 , οι δυνάμεις του θέματος υπολογίζονταν σε 2.610 ναύτες και 400 στρατιώτες του ναυτικού. Η επαρχία κατάφερε να επιβιώσει μέχρι και τις αρχές του 11ου αιώνα, όταν και ξεκίνησε η διαίρεσή του σε μικρότερες διοικήσεις. Ως εκ τούτου, οι Κυκλάδες και οι Σποράδες, η Χίος και η περιοχή της Άβυδου διέθεταν, πλέον, δικό τους στρατηγό. Το θέμα του Αιγαίου κατέστη μια απλή πολιτική επαρχία, η οποία περιελάμβανε αποκλειστικά τα παράλια της Προποντίδας, καθώς και τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Στα τέλη του 12ου αιώνα, τα υπολείμματα του πρώην θεματικού στόλου ενσωματώθηκαν στο ενοποιημένο αυτοκρατορικό ναυτικό με έδρα την Κωνσταντινούπολη, διοικητής του οποίου ήταν ο Μέγας Δουξ. Στη συνέχεια, κατά τον 12ο αιώνα, το θέμα του Αιγαίου φαίνεται να συγχωνεύτηκε με το θέμα του Οψικίου, κάτι που επιβεβαιώνεται από σχετική αναφορά στο Partitio terrarum imperii Romaniae το 1204. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, το 1204, τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων περιήλθαν στους Βεετούς. Οι αδελφοί Γκίζι κατέλαβαν την Τήνο, τη Μύκονο, τη Σέριφο, την Κέα, την Αμοργό, ενώ ο Μάρκος Σανούδος κατέλαβε τη Νάξο, την Πάρο, την Αντίπαρο, τη Μήλο, την Κίμωλο, τη Σίφνο, την Κύθνο, τη Φολέγανδρο, την Ανάφη, την Ίο, τη Θήρα. Το 1207 ο Μ. Σανούδος ίδρυσε το Δουκάτο του Αιγαίου ή της Νάξου, με πρωτεύουσα τη Νάξο, και το 1208 ο πάπας Ιννοκέντιος Γ’ ίδρυσε την καθολική Επισκοπή Νάξου. Οι συνθήκες της ζωής διαμορφώθηκαν με βάση το φεουδαρχικό δίκαιο, με διαφορές βέβαια από νησί σε νησί. Οι καθολικού δόγματος φεουδάρχες και άρχοντες εγκαθίσταντο στα κάστρα και οι συμπαγείς μάζες του ντόπιου ορθόδοξου πληθυσμού έμεναν στους οικισμούς δίπλα στα κάστρα ή στα χωριά. Η μακρά περίοδος της ενετικής κατοχής είχε σαν αποτέλεσμα οι κάτοικοι ορισμένων νησιών να δεχτούν το καθολικό δόγμα. Έτσι, στην Τήνο, τη Σύρο, τη Νάξο και τη Σαντορίνη αναπτύχθηκε μια πλούσια καθολική παράδοση, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το Δουκάτο της Νάξου υπήρξε το σταθερότερο δημιούργημα της φραγκοκρατίας στην Ελλάδα: υπό τους Σανούδους και αργότερα υπό τους Κρίσπι παρέμεινε ισχυρό ακόμα και μετά την πτώση της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, δεν καταλύθηκε ποτέ από την αναγεννημένη βυζαντινή αυτοκρατορία και επέζησε για σχεδόν εκατό χρόνια μετά την κατάληψη της Πόλης από τους Τούρκους (1261). Το Δουκάτο της Νάξου ή Δουκάτο του Αιγαίου ή του Αρχιπελάγους ιδρύθηκε το 1207 από τον Βενετό στρατιωτικό και σταυροφόρο Μάρκο Σανούδο . Ήταν κράτος υποτελές στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, αλλά δεν ελεγχόταν άμεσα απ' αυτή. Το Δουκάτο είχε έδρα τη Νάξο και περιελάμβανε επίσης τα νησιά Σύρο , Σαντορίνη, Πάρο , Αντίπαρο , Μήλο, Ίο , Κύθνο, Αμοργό, Κίμωλο , Σίφνο , Σίκινο , και Φολέγανδρο . Η Μύκονος και η Τήνος κατακτήθηκαν επίσης από Βενετούς, τους αδελφούς Γκύζη (Ghisi), οι οποίοι όμως δεν αναγνώριζαν την επικυριαρχία του Σανούδο, αλλά έδιναν λόγο απευθείας στον Λατίνο Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και αργότερα στη Βενετία, όπως συνέβη και στην περίπτωση της Άνδρου. Σταδιακά, όμως, και αυτά τα νησιά βρέθηκαν υπό την επιρροή του Δουκάτου. Η δυναστεία που ίδρυσε ο Μάρκο Σανούδο διήρκεσε ως το 1383 , οπότε τη διοίκηση του δουκάτου ανέλαβε η οικογένεια των Κρίσπο (Crispo) μέχρι το 1579 , έτος κατάλυσης του δουκάτου από τους Οθωμανούς . Ωστόσο, ορισμένα νησιά παρέμειναν υπό ιταλο-βενετικό έλεγχο, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Τήνο, που κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς μόλις το 1714. Σήμερα, πολλά κυκλαδίτικα επίθετα προδίδουν ιταλο-βενετική καταγωγή: Βενιέρης, Ραγκούσης, Δαμίγος, Γύζης, Δελλαπόρτας, Γρίσπος, Αλαβάνος κτλ. Κληρονομιά των αιώνων του Δουκάτου είναι και η Καθολική κοινότητα των Κυκλάδων, με έντονη παρουσία και προσφορά, κυρίως στην Σύρο και την Τήνο. Το 1262 με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Έλληνες, ο Βαλδουίνος παραχώρησε στον γιο του Άντζελο, τον Μάρκο Β΄, το τίτλο του ιππότη και στον ίδιο τον Δούκα. Με την επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Έλληνες το 1262 και τη εξάπλωση της κυριαρχίας τους στη Πελοπόννησο με τη δημιουργία του Δεσποτάτου του Μυστρά, ο αγώνας για την επανάκτηση των νησιών φούντωσε και αυτός. Οι κάτοικοι της Μήλου ξεσηκώθηκαν σε μια προσπάθεια να διώξουν τους Λατίνους κατακτητές αλλά η προσπάθεια τους είχε άδοξο τέλος αφού ο Μάρκος Β΄ Σανούδο κατάφερε να υποτάξει τους ξεσηκωμένους νησιώτες και να θανατώσει τον αρχηγό τους. Οι Παλαιολόγοι όμως κατόρθωσαν να επανακτήσουν τη Σκόπελο, τη Σκύρο, τη Σκιάθο, την Αλόννησο και το ισχυρό νησί της Λήμνου έπειτα από πολιορκία διάρκειας τριών ετών. Από τότε οι Σποράδες και η Λήμνος έμειναν στα ελληνικά χέρια μέχρι και την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Επίσης κατάφερε να φύγουν οι Λατίνοι βαρώνοι και κυρίαρχοι από Αμοργό, Σέριφο, Κέα, Σαντορίνη, Σίφνο, Ίος, Σίκινο, Φολέγανδρο, Αστυπάλαια και Ανάφη. Μόνο οι ισχυρές οικογένειες των Σανούδο και των υποτελών τους, των Γκίζι γλίτωσαν τα νησιά τους, θέτοντάς τα υπό ενετική κυριαρχία, η οποία τα συμπεριέλαβε σαν κτήσεις της, στα πλαίσια συνθήκης που υπέγραψε με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1277 και το 1285. Τα νησιά που είχαν επανακτηθεί από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και διοικούνταν από Έλληνες διοικητές υπέφεραν από τη πειρατεία. Οι πειρατές, που οι διοικητές των νησιών δεν προσπαθούσαν να τους διώξουν, ήταν η μεγάλη πληγή όλων αυτών των δεκαετιών. Όταν μάλιστα αργότερα ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος μείωσε τον βυζαντινό στόλο στο Αιγαίο, οι άνεργοι ναύτες ήρθαν να προστεθούν στα πληρώματα των πειρατικών καραβιών. Η Σκόπελος και η Κέα, η Σαντορίνη και η Ίος χρησίμευαν σαν κρησφύγετα των πειρατών. Σε αυτή την ήδη άσχημη κατάσταση ήρθε στο 1292 να προστεθεί και η καταλανική πειρατική επιδρομή του Ρογήρου ντε Λούρια στην Άνδρο, τη Τήνο, τη Μύκονο και τη Κύθνο. Η Βενετία επιχείρησε να κηρύξει τα νησιά του Δουκάτου της Νάξου ως υποτελή στην Γαληνοτάτη, με την ευκαιρία της διαμάχης για τη κατοχή της Άνδρου μεταξύ των οικογενειών των Σανούδο και των Γκίζι, κάτι που, τελικώς, έπειτα από διαπραγματεύσεις, συμβούλια, αλλά και δικαστήρια μεταξύ των άμεσα ενδιαφερόμενων πλευρών δεν κατάφερε να πετύχει. Ο πόλεμος που ξέσπασε το 1296 μεταξύ του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ και της Βενετίας επέτρεψε στους πρώην άρχοντες των νησιών να επιχειρήσουν την ανακατάληψή τους. Μάλιστα, η Βενετία άφησε τα πλήθη των πειρατών να λεηλατήσουν το Αιγαίο Πέλαγος, ενώ ταυτόχρονα ενθάρρυνε τους Ενετούς πρώην άρχοντές των να ανακαταλάβουν τις πρώην κτήσεις τους. Έτσι, οι Γκίζι, οι Τζουστινιάνι και οι Μικέλι και Σκιάβι ανακατέλαβαν την Ίο, οι Βαρότσι τη Σαντορίνη, οι Γκίζι την Αμοργό, τη Κέα και τη Σέριφο, κατάσταση που επικυρώθηκε και επισήμως με την συνθήκη ειρήνης μεταξύ Βενετίας και Ανδρόνικου το 1303. Από τότε και ύστερα αρχίζει μια ατέλειωτη κούρσα ανταγωνισμού μεταξύ των Βενετσιάνων αρχόντων για το ποιος, θα κατέχει τι, και για πόσο. Οι Σανούδο με τους απογόνους τους, Γουλιέλμο Α' και το γιό του Νικόλαο, πιστοί υπήκοοι του Πριγκιπάτου της Αχαΐας και του επικυρίαρχου τους Ιωάννη της Γραβίνας, προσπαθούσαν να επεκτείνουν τη κυριαρχία τους και σε άλλα νησιά και στα 1335 κατάφεραν να πάρουν τη Σαντορίνη από τους Βαρότσι, και την Ίο από τους Σκιάβι και μάλιστα τότε κόβουν και τα πρώτα χρυσά νομίσματα του Δουκάτου. Ο Δούκας είχε υπό την εξουσία του τα μεγαλύτερα και πλουσιότερα νησιά. Νάξο, Ανδρο, Πάρο, Αντίπαρο, Μήλο, Κίμωλο, Σαντορίνη, Σύρο και Ιο ενώ η Κύθνος και η Αμοργός είχαν παραχωρηθεί σε υποτελείς του. Το αντίπαλο δέος, οι Γκίζι εξακολουθούσαν να κατέχουν την Μύκονο και τη Τήνο σαν υποτελείς της Βενετίας. Λίγο μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453, ξέσπασε ο τουρκο-βενετικός πόλεμος που κράτησε μέχρι το 1479. Το 1468, 4 τουρκικά πολεμικά πλοία έριξαν άγκυρα στην Άνδρο, αιχμαλώτισαν τους κατοίκους και πήραν λάφυρα αξίας 15.000 δουκάτων και το 1470, μετά από επανάληψη της επίθεσης, οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν πολλούς. Η Νάξος δέχτηκε την επίσκεψη του τουρκικού στόλου το 1477, που κατέλαβε ολοκληρωτικά την Επισκοπή της Νάξου. Με τη σύναψη της ειρήνης τα πράγματα ησύχασαν τόσο, ώστε να επιτρέψουν το 1494 στη Βενετία να αποκτήσει ολοκληρωτικά το Δουκάτο επιτέλους και να στείλει διοικητή (rector) να το κυβερνήσει. Έτσι πρώτος διοικητής διορίστηκε ο Πιέτρο Κονταρίνι με μισθό 500 δουκάτα το χρόνο. Τα 5 νησιά που τώρα αποτελούσαν το Δουκάτο -η Νάξος, η Μήλος, η Σαντορίνη, η Ίος, η Σύρος- είχαν χάσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού τους, τα κάστρα και οι λιμενικές εγκαταστάσεις ήταν παλιές και αφρόντιστες, τα χωράφια ακαλλιέργητα, με μόνη τη Μήλο να δίνει κάποια εισοδήματα από την εκμετάλλευση του νίτρου και της ελαφρόπετρας που υπήρχε στο έδαφός της καθώς και από τις περίφημες μυλόπετρες της. Τελικά τον Οκτώβριο του 1500, η Βενετία παρέδωσε το Δουκάτο στον Φραγκίσκο Κρίσπο. Ωστόσο αυτή η αλλαγή υπήρξε επιζήμια για τα νησιά. Ο δεύτερος Τουρκο-βενετικός πόλεμος κατέστησε εκ νέου τα νησιά θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων και η εξουσία του παράφρονα Φραγκίσκο Γ΄ Κρίσπο προκάλεσε ακόμα περισσότερα δεινά. Μετά την αποπομπή του το 1511, το Δουκάτο το κυβέρνησε για λίγα χρόνια ο Βενετσιάνος διοικητής Αντώνιο Λορεντάνο, μέχρι την ενηλικίωση του Τζοβάνι Δ΄ Κρίσπο. Η βασιλεία του Τζοβάνι Δ΄ Κρίσπο ήταν η μακροβιότερη. Στην αρχή προσπάθησε να επεκτείνει τα όρια της κυριαρχίας του καταλαμβάνοντας και τη Πάρο -μια προσπάθεια που τελικά απέτυχε- και έστειλε βοήθεια από ζωοτροφές στους Ιππότες της Ρόδου, που τότε πολιορκούνταν από τον Σουλεϊμάν το Μεγαλοπρεπή (1480). Τα επόμενα χρόνια κύλησαν ειρηνικά μέχρι την εμφάνιση στις θάλασσες του Αιγαίου του πρώην πειρατή, τώρα Τούρκου ναύαρχου, Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα. Από τα 1536 και μετά οι βενετικές κτήσεις έπεφταν η μία μετά την άλλη: αρχικά τα Κύθηρα, η Αίγινα και στη συνέχεια η Σέριφος, η Ίος, η Ανάφη, η Αντίπαρος, η Αστυπάλαια, τέλος η Αμοργός, όλες τους έπεσαν στα χέρια των Τούρκων. Αυτά τα τελευταία 6 νησιά ουδέποτε ξανακυβερνήθηκαν από Λατίνους. Μετά, ύστερα από αντίσταση, κατέκτησε τη Πάρο και τέλος η Νάξος η ίδια παραδόθηκε και συνθηκολόγησε με τον όρο να πληρώνει στο σουλτάνο ετήσιο φόρο 5.000 δουκάτων. Μετά ακολούθησε η Μύκονος και η Άνδρος που έγινε και αυτή φόρου υποτελής. Το 1538 ο Μπαρμπαρόσσα έκανε την επανεμφάνισή του στο Αιγαίο, και αφού έλαβε το φόρο υποτελείας από τον Δούκα της Νάξου, κατέλαβε τις βόρειες Σποράδες. Εν τω μεταξύ η δυσαρέσκεια των Ελλήνων κατοίκων για τη διοίκηση του Δούκα μεγάλωνε χρόνο με το χρόνο. Ο Τζοβάνι Δ΄ για να συγκεντρώσει τα χρήματα για το φόρο υποτέλειας στον Σουλτάνο, φορολόγησε άγρια τους υπηκόους του. Εξάλλου και η αντιδημοτικότητα του καθολικού ιεράρχη εξαιτίας των σκανδάλων φούσκωνε τη δυσφορία των Ελλήνων, με αποτέλεσμα ο αρχηγός της αντίδρασης, ο Έλληνας μητροπολίτης Παροναξίας Θεωνάς, να εξοριστεί από τον Δούκα με τη κατηγορία του στασιαστή, κάτι που φυσικά εξόργισε ακόμα περισσότερο τους Έλληνες. Ο Τζοβάνι Δ΄ απεβίωσε το 1564. Ο διάδοχός του, ο δευτερότοκος γιος του Τζάκομο Δ’, ήταν και ο τελευταίος Χριστιανός «αυθέντης» του Δουκάτου. Η αυλή της Νάξου, υπό την ηγεσία του ήταν δοσμένη σε γιορτές και πανηγύρια, σε απολαύσεις και ασωτίες. Ακόμη χειρότερα οι καθολικοί ιερείς είχαν αποχαλιναγωγηθεί εντελώς. Ο κλήρος παρουσίαζε πλέον φανερά τις ερωμένες του και τα πλούτη του. Μάλιστα ο καθολικός ιεράρχης της Νάξου δε δίστασε να παρουσιαστεί στη κηδεία της ερωμένης του και να δεχτεί τα συλλυπητήρια των υπολοίπων. Έτσι οι Έλληνες αποφάσισαν να στείλουν δυο απεσταλμένους τους στη Κωνσταντινούπολη, να ζητήσουν από το Σουλτάνο δικό του απεσταλμένο για να τους διοικήσει. Μόλις το έμαθε αυτό ο Τζάκομο Δ΄ πήγε στο Σουλτάνο με 12.000 δουκάτα, με την ελπίδα να καταφέρει να τον δωροδοκήσει και να διατηρήσει το Δουκάτο υπό την εξουσία του. Εκεί όμως, αντιμετωπίστηκε σκληρά. Όχι μόνο έχασε όλες τις κτήσεις του αλλά φυλακίστηκε κιόλας για 6 μήνες (για τη προσβολή της δωροδοκίας). Ο Σουλτάνος Σελίμ Β΄ διόρισε διοικητή του δουκάτου, τον Εβραίο ευνοούμενό του, Ιωσήφ Νάζη, που το κυβέρνησε δια του αντιπροσώπου του Φραγκίσκο Κορονέλλο, επίσης Εβραίου στη καταγωγή, για 13 χρόνια. Το 1537, οι γαλέρες του σουλτάνου με στόλαρχο τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα κατέλαβαν τα περισσότερα νησιά. Οι Κρίσπι διατηρήθηκαν από τον σουλτάνο ως φόρου υποτελείς άρχοντες του Δουκάτου μέχρι το 1566, οπότε ο τουρκικός στόλος κατέλυσε οριστικά το Δουκάτο. Μόνο η Τήνος έμεινε Βενετική, για να περιέλθει στους Τούρκους δύο αιώνες αργότερα.
Πηγή: http://www.cyclades-tour.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3:history&Itemid=17&tmpl=component&print=1&lang=el

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θέμα_Αιγαίου_Πελάγους

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δουκάτο_της_Νάξου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου