Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Βασίλειο των Σελευκιδών : Ο ελληνιστικός πολιτισμός στην Μέση Ανατολή και την Ασία

H Αυτοκρατορία των Σελευκιδών ήταν ένα από τα Ελληνιστικά κράτη που προήλθαν ύστερα από την κατάτμηση της αυτοκρατορίας των κτήσεων του Αλεξάνδρου του Μέγα, από τους Επιγόνους. Το κράτος που περιήλθε στον Σέλευκο τον Α΄ εκ του οποίου και έλαβε το όνομα αναπτύχθηκε τελικά σε ολόκληρη αυτοκρατορία που περιλάμβανε την Μικρά Ασία, την Αρμενία, την  Μεσοποταμία, την Παλαιστίνη, την Περσία, το Τουρκμενιστάν, το Αφγανιστάν, το Παμίρ και την Κοιλάδα του Ινδού ποταμού. Διήρκεσε από το 312 μέχρι και το 64 π.Χ.. Αρχικά ο Σέλευκος ένας από τους κυριότερους στρατηγούς του Αλέξανδρου το 321 π.Χ., (δύο χρόνια πριν τον θάνατο του Αλέξανδρου), ανέλαβε σατράπης της Βαβυλώνας. Όμως το 316 αναγκάσθηκε να την εγκαταλείψει, όταν ο Αντίγονος Α΄ του έκανε έλεγχο επί των προσόδων της περιοχής. Τότε αντιδρώντας ο Σέλευκος συμμάχησε με τους Κάσσανδρο Λυσίμαχο και Πτολεμαίο κατά του Αντιγόνου. Οι δε κάτοικοι της περιοχής ενθυμούμενοι την άριστη συμπεριφορά του, από την περίοδο της σατραπείας του, έσπευσαν και συστρατεύθηκαν μαζί με τον Σέλευκο όπου και το 312 π.Χ. ανακατέλαβε την Βαβυλώνα. Από τότε αρχίζει και ουσιαστικά ν΄ αναπτύσσεται το Βασίλειο των Σελευκιδών που έφθασε στη πλήρη ακμή του να είναι ολόκληρη αυτοκρατορία. Ο Σέλευκος Α' Νικάτωρ (358 π.Χ. ή 353 π.Χ. – 281 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους του Αλέξανδρου του Μέγα, ιδρυτής της δυναστείας των Σελευκιδών, που βασίλεψε στο Ασιατικό τμήμα της πρώην Περσικής Αυτοκρατορίας. Ο Σέλευκος ήταν γιος του Αντίοχου, στρατηγού του Φίλιππου Β'. Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου το 323 π.Χ., πήρε το μέρος του Περδίκκα, αλλά αργότερα οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του και το 321 π.Χ. ανέλαβε την σατραπεία της Βαβυλώνας. Στους πολέμους των Διαδόχων που ακολούθησαν, πολεμώντας κατά καιρούς είτε τους μεν είτε τους δε, πέτυχε να επικρατήσει έναντι των υπολοίπων, και έγινε κύριος της πρώην Περσικής Αυτοκρατορίας, από την Σογδιανή και την Βακτριανή στην ανατολή, μέχρι και το μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας στην δύση. Το 281 π.Χ. νίκησε σε μάχη τον Λυσίμαχο. Ακολούθως πέρασε τον Ελλήσποντο και αναγορεύτηκε βασιλιάς της Μακεδονίας. Σύντομα όμως δολοφονήθηκε από τον Πτολεμαίο Κεραυνό τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Οι αρχαίοι συγγραφείς της ελληνιστικής και αυτοκρατορικής εποχής εκθειάζουν τη «φιλανθρωπία», το προσωπικό του θάρρος και την ιπποτική του συμπεριφορά αλλά και τη σωματική του ρώμη. Από τις μη στρατιωτικές του δραστηριότητες αναφέρονται οι εξερευνητικές αποστολές που έγιναν με εντολή του στην Ινδία και την Κασπία Θάλασσα και προπάντων η ίδρυση πολλών ελληνικών πόλεων ανέρχονται περίπου σε 30 στο κέντρο του κράτους του, δηλ. τη Βόρεια Συρία αλλά και στη Μικρά Αία και στις Ανατολικές επαρχίες.
Κύριο χαρακτηριστικό του σελευκιδικού βασιλείου, το οποίο περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου στην Ασία ήταν η διαρκής αυξομείωση των εδαφών του. Σε αντίθεση με τον αμιγή πληθυσμό της Μακεδονίας -ή ακόμα και με αυτόν της Αιγύπτου όπου εκτός από τους Έλληνες ο εντόπιος πληθυσμός ήταν ενιαίος- στο βασίλειο των Σελευκιδών εντάσσονταν φυλετικά ανομοιογενείς λαοί με ποικίλες πολιτισμικές παραδόσεις και διαφορετικές κοινωνικές νοοτροπίες. Ελάχιστα κοινά στοιχεία υπήρχαν ανάμεσα στους Έλληνες της Μικράς Ασίας, τους Ιουδαίους της Παλαιστίνης, τους Πέρσες των ανατολικών σατραπειών και τους ’ραβες της Συρίας. Μόνιμη μέριμνα των Σελευκιδών υπήρξε η προσπάθειά τους να επιβάλουν την κυριαρχία τους στο εκτενές κράτος που κάλυπτε τη γεωγραφική περιοχή από τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας ως την Ινδία και να διατηρήσουν μία έστω και υποτυπώδη πολιτική συνοχή. Εκτός από τη γραφειοκρατία και τη στρατιωτική επιβολή -επειδή η λατρεία του μονάρχη θεωρήθηκε ένα από τα ουσιαστικότερα συνεκτικά στοιχεία του κράτους- έγινε προσπάθεια να καλλιεργηθεί με κάθε τρόπο, αν και ποτέ δεν μπόρεσε να συστηματοποιηθεί τόσο πολύ όσο στο πτολεμαϊκό βασίλειο. Σε γενικές γραμμές οι Σελευκίδες προσπάθησαν να ενισχύσουν το ελληνικό στοιχείο, κυρίως με την ίδρυση πόλεων στις οποίες παραχωρούσαν σχετική αυτονομία. Η Αντιόχεια στον ποταμό Ορόντη στη βόρεια Συρία υπήρξε τυπικά η πρωτεύουσα του κράτους, ενώ σημαντικά επίσης διοικητικά κέντρα αποτέλεσαν οι Σάρδεις στη Λυδία και η Σελεύκεια στον ποταμό Τίγρη. Οι Σελευκίδες -όπως εξάλλου και όλοι οι άλλοι ελληνιστικοί ηγεμόνες- διόριζαν στα ανώτατα κρατικά αξιώματα τους μακεδόνες φίλους τους, οι οποίοι συνιστούσαν την ελληνική άρχουσα τάξη. Παράλληλα όμως αντιμετώπισαν τους υπόλοιπους λαούς που διαβίωναν στο βασίλειο με ανεκτικότητα και σεβάστηκαν τις γλώσσες και τις θρησκείες τους, ενώ κυρίως από τον 3ο αιώνα π.Χ.ανέδειξαν και αρκετούς εντόπιους σε σημαντικά πολιτικά αξιώματα του κράτους. Επιπλέον, παραχώρησαν σε τοπικούς ηγεμόνες δικαιώματα ανάλογα με εκείνα που είχαν οι σατράπες στην παλαιότερη περσική αυτοκρατορία διορίζοντάς τους επικεφαλής μεγάλων διοικητικών περιοχών, που περιελάμβαναν τα περιφερειακά κυρίως τμήματα του κράτους, τα οποία δεν μπορούσαν να τα διατηρήσουν με άλλο τρόπο υπό τον άμεσο έλεγχό τους. Η Αντιόχεια η επί Δάφνη ή επί Ορόντου, γνωστή και ως Αντιόχεια η Μεγάλη ή απλά Αντιόχεια (Antakya) είναι η έδρα της επαρχίας Χατάι στη νότια Τουρκία. Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ποταμού Ορόντη και ιδρύθηκε στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. από τον Σέλευκο Α' το Νικάτορα, στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, προς τιμή και μνήμη του πατρός του Αντίοχου. Η Αντιόχεια αναμφιβόλως υπήρξε το λίκνο του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, πόλη που αποτέλεσε το σταυροδρόμι των μεγάλων φιλοσοφικών ρευμάτων, με μεγάλη ανάπτυξη των γραμμάτων και των επιστημών. Υπήρξε η πόλη των εθνικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών αντιθέσεων, αλλά και των θεαμάτων, του κοσμοπολιτισμού, και των ακραίων εκφραστικών εκδηλώσεων. Η παρά τον Ορόντη ποταμό Αντιόχεια, πρωτεύουσα της αρχαίας Συρίας, υπήρξε μία από τις πλέον μεγάλες και ενδοξότερες ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας. Η συμβολή της στο παγκόσμιο πολιτισμό κρίθηκε ουσιώδης, από την ημέρα της κτήσεώς της, από τον ιδρυτή της μεγάλης ελληνικής Δυναστείας των Σελευκιδών, Σέλευκο τον Α', δηλαδή από το 300 π.Χ.μέχρι που η οριστική ηγεμονία του ελληνικού κόσμου πέρασε στην Κωνσταντινούπολη, κατά τον 6ο αιώνα. Επί 8 αιώνες, υπήρξε μαζί με την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου η μεγάλη ελληνική μητρόπολη των τεχνών, των γραμμάτων, του ωραίου αλλά και του θορυβώδους κοινωνικού βίου. Αν και λίγο μικρότερη της Αλεξάνδρειας, συνέβαλε το ίδιο στη λάμψη του ελληνιστικού πολιτισμού των ελληνιστικών χρόνων, στην κομψότητα και την ευμάρεια. Τα χαρακτηριστικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ακμής της, ήταν εκείνα που διακήρυξαν την αξία της πόλης αυτής, έτσι ώστε οι χαρακτηρισμοί της ως «Αντιόχεια η Μεγάλη», η «Καλή», η «Θεούπολη», να το καταδεικνύουν και συνάμα να επιδεικνύουν το μέγεθος της συμβολής της στην παγκόσμια ιστορία. Η μεγαλοπρέπεια και η ανάπτυξή της δεν έπαψαν και στις τρεις περιόδους της ιστορίας της, δηλαδή κατά την ελληνιστική περίοδο (300 - 64 π.Χ.), τη Ρωμαιοκρατία (64 π.Χ. - 325) και την βυζαντινή εποχή 325 - 637), με αποτέλεσμα να διατηρούν τη λαμπρότητά της, σε περίοπτη μέχρι την πτώση της στην αραβική κυριαρχία. Ελληνιστική Κοινή  είναι η λαϊκή μορφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που εμφανίστηκε στη μετακλασσική αρχαιότητα (περ. 300 π.Χ. - 300 μ.Χ.) και αποτελεί την τέταρτη περίοδο στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Άλλες ονομασίες της είναι Αλεξανδρινή, Ελληνιστική, Κοινή . Η Κοινή είναι σημαντική όχι μόνο για τους Έλληνες, καθώς αποτέλεσε την πρώτη τους κοινή διάλεκτο και προπομπό της δημοτικής, αλλά και για τον Δυτικό πολιτισμό, για τον οποίο αποτέλεσε την lingua franca στην περιοχή της Μεσογείου. Η Κοινή ήταν επίσης η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα Ευαγγέλια καθώς και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για την διδασκαλία και εξάπλωση του Χριστιανισμού στα πρώτα χρόνια μετά Χριστόν. Η Κοινή ήταν επίσης ανεπίσημα πρώτη ή δεύτερη γλώσσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ενώ στη Δύση σταδιακά εκτοπίστηκε από τα μεσαιωνικά λατινικά (τη Λαϊκή Λατινική γλώσσα), στην Ανατολή παρέμεινε για αιώνες η καθομιλουμένη. Η Κοινή Ελληνιστική ξεπήδησε ως κοινή διάλεκτος μέσα στα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Υπό την ηγεσία των Μακεδόνων που κατέκτησαν τον γνωστό τότε κόσμο, η νεοσχηματισθείσα κοινή διάλεκτος ομιλούνταν τότε από την Αίγυπτο ώς τη λεκάνη τηςΙνδίας. Αν και τα επιμέρους στοιχεία της Κοινής διαμορφώθηκαν κατά την ύστερη Κλασική εποχή, στην μετά-Κλασική περίοδο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.χ., όταν οι ασιατικοί πολιτισμοί υπό την επιρροή της Ελληνιστικής περιόδου άρχισαν με την σειρά τους να επηρεάζουν την γλώσσα.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αυτοκρατορία_των_Σελευκιδών
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σέλευκος_Α΄_Νικάτωρ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αντιόχεια
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ελληνιστική_Κοινή
http://www.ime.gr/chronos/06/gr/politics/index304.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου