Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Η τραγική άλωση της Βυζαντινής πόλης του Αμορίου της Μικράς Ασίας απο τους Άραβες

Η Άλωση του Αμορίου από το Χαλιφάτο των Αββασιδών στα μέσα του Αυγούστου του 838 αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της μακράς ιστορίας πολέμων ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Άραβες. Της εκστρατείας των Αββασιδών ηγήθηκε προσωπικά ο Χαλίφης Μουτασίμ (833-842) ως απάντηση στην επιτυχή στρατιωτική επιχείρηση του αυτοκράτορα Θεοφίλου εναντίον των συνοριακών περιοχών του χαλιφάτου τον προηγούμενο χρόνο (837). Ο Μουτασίμ έθεσε εξαρχής ως στόχο του την κατάληψη του Αμορίου, γενέτειρα της ομώνυμης δυναστείας στην οποία ανήκε ο Θεόφιλος. Ταυτόχρονα το Αμόριο ήταν μία από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες βυζαντινές πόλεις, ενώ ως έδρα του θέματος Ανατολικών αποτελούσε σημαντικότατο στρατιωτικό κέντρο. Ο χαλίφης συγκέντρωσε ασυνήθιστα πολυάριθμο στρατό, τον οποίο και διαίρεσε σε δύο τμήματα, που εισέβαλαν στο βυζαντινό έδαφος από τα βορειοανατολικά και τα νότια. Το βόρειο τμήμα υποχρέωσε σε ήττα τις αυτοκρατορικές δυνάμεις υπό το Θεόφιλο στο Δαζιμώνα, επιτρέποντας στα στρατεύματα των Αββασιδών να προωθηθούν βαθιά μέσα στη Μικρά Ασία, και να ενωθούν προ της Άγκυρας, την οποία και βρήκαν ερημωμένη. Αφού λεηλάτησαν την πόλη, στράφηκαν νότια προς το Αμόριο, όπου και αφήχθησαν την 1η Αυγούστου. Έχοντας να αντιμετωπίσει συνομωσίες στην Κωνσταντινούπολη και μια εξέγερση των Χουρραμιτών του στρατού του, ο Θεόφιλος στάθηκε ανίκανος να παράσχει βοήθεια στην απειλούμενη πόλη. Το Αμόριο διέθετε ισχυρές οχυρώσεις, ωστόσο ένας προδότης αποκάλυψε μια αδυναμία των τειχών, όπου και οι Άραβες επικέντρωσαν τις επιθετικές τους προσπάθειες, πετυχαίνοντας να δημιουργήσουν ρήγμα. Στα μέσα Αυγούστου του 838 ο Βυζαντινός διοικητής Βοϊδίτζης, στον οποίο είχε ανατεθεί η προάσπιση του τείχους στο σημείο αυτό, αποθαρρυμένος αποφάσισε να διαπραγματευτεί απευθείας με τον χαλίφη χωρίς τη γνώση των ανωτέρων του. Η παύση των εχθροπραξιών από μέρους του επέτρεψε στους Άραβες να εισέλθουν ανεμπόδιστοι στην πόλη και να την κατακτήσουν. Το Αμόριο κατεστράφη μεθοδικά, με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει ποτέ ξανά την παλαιά του αίγλη. Πολλοί από τους κατοίκους του σφαγιάστηκαν, ενώ οι υπόλοιποι πωλήθηκαν ως σκλάβοι. Οι περισσότεροι από τους επιζώντες απελευθερώθηκαν κατόπιν εκεχειρίας το 841, ωστόσο επιφανείς αξιωματούχοι μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα του Χαλιφάτου, Σαμάρρα , όπου και εκτελέστηκαν αργότερα μετά την άρνησή τους να ασπαστούν το Ισλάμ , γνωστοί πλέον ως οι « 42 Μάρτυρες του Αμορίου ». Η Άλωση του Αμορίου δεν υπήρξε απλά μεγάλη στρατιωτική καταστροφή και βαρύ προσωπικό πλήγμα του Θεόφιλου, αλλά και τραυματικό γεγονός για τους Βυζαντινούς, οι συνέπειες του οποίου απηχούν στη μεταγενέστερη γραμματεία. Το ιστορικό αυτό γεγονός δεν άλλαξε τελικά την ισορροπία δυνάμεων, η οποία μεταβαλλόταν αργά υπέρ του Βυζαντίου, αλλά απαξίωσε πλήρως το θεολογικό δόγμα της Εικονομαχίας , που υποστηριζόταν με πάθος από το Θεόφιλο. Καθώς η Εικονομαχία στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στις στρατιωτικές επιτυχίες για τη νομιμοποίησή της, η πτώση του Αμορίου συνέβαλε αποφασιστικά στην εγκατάλειψη της λίγο μετά το θάνατο του Θεόφιλου το 842. Το 837, ο Θεόφιλος αποφάσισε - με την παρότρυνση του ολοένα πιο πιεσμένου Μπαμπάκ - να εκμεταλλευτεί την προσήλωση του Χαλιφάτου με τους Χουρραμίτες και να εξαπολύσει μια μεγάλη επιδρομή κατά των αραβικών συνοριακών επαρχιών. Συγκέντρωσε έναν πολυάριθμο στρατό, που αριθμούσε περί τις 70.000 μάχιμους και 100.000 άντρες συνολικά σύμφωνα με τον Πέρση ιστορικό Ταμπαρί , και εισέβαλε σχεδόν χωρίς να συναντήσει αντίσταση στα αραβικά εδάφη στον Άνω Ευφράτη. Οι Βυζαντινοί κατέλαβαν της πόλεις Σωζόπετρα και Αρσαμόσατα , δήωσαν και λεηλάτησαν την επαρχία, απέσπασαν λύτρα από μικρότερες πολιτείες με αντάλλαγμα να μην επιτεθούν, και νίκησαν τοπικές μικρές αραβικές δυνάμεις. Ενώ ο Θεόφιλος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη για να γιορτάσει έναν θρίαμβο και να επευφημηθεί στον Ιππόδρομο ως ο "ασύγκριτος φακτιονάριος", οι πρόσφυγες από την Σωζόπετρα άρχισαν να φτάνουν στη Σαμάρρα , την πρωτεύουσα του Μουτασίμ. Η αυλή του χαλίφη εξοργίστηκε από την αγριότητα και το θράσος της βυζαντινής εκστρατείας: όχι μόνο οι Βυζαντινοί είχαν συμπράξει ανοιχτά με τους Χουρραμίτες επαναστάτες, αλλά κατά την άλωση της Σωζόπετρας - την οποία κάποιες πηγές θεωρούν ως γενέτειρα του Μουτασίμ όλοι οι άρρενες αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν ή πουλήθηκαν ως δούλοι, ενώ ορισμένες από τις γυναίκες βιάστηκαν από τους Χουρραμίτες σε βυζαντινή υπηρεσία. Η εκστρατεία του Θεόφιλου δεν στάθηκε ικανή, εντούτοις, να σώσει τον Μπαμπάκ και τους οπαδούς του, που στο τέλος του έτους 837 αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα ορεινά τους οχυρά από τον στρατηγό Αφσίν. Ο Μπαμπάκ κατέφυγε στην αραβοκρατούμενη αλλά αυτόνομη Αρμενία, όπου και πιάστηκε και παραδόθηκε στους Αββασίδες, που τον βασάνισαν μέχρι θανάτου. Με την καταστολή της εξέγερσης των Χουρραμιτών, ο χαλίφης άρχισε να συγκεντρώνει τις δυνάμεις του για μια εκστρατεία εκδίκησης κατά του Βυζαντίου. Μια τεράστια στρατιά συγκεντρώθηκε στην Ταρσό. Σύμφωνα με την πλέον έγκυρη πηγή, το χρονικό του Μιχαήλ του Σύριου , αριθμούσε 80.000 μάχιμους συνοδευόμενους από 30.000 υπηρέτες και ακόλουθους και 70.000 υποζύγια. Άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ακόμα μεγαλύτερους αριθμούς, από 200.000 έως 500.000 σύμφωνα με τον Μασούντι. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκστρατείες, που δεν προχωρούσαν πολύ πέραν του να επιτεθούν σε οχυρά της μεθοριακής ζώνης, η επιχείρηση αυτή σχεδιάστηκε να προωθηθεί βαθιά μέσα στη Μικρά Ασία και να πάρει εκδίκηση, με την μεγάλη πόλη του Αμορίου ως τον τελικό στόχο. Ο αραβικός στρατός βάδισε σε τρία τμήματα, με τον Ασίνας και πάλι στην εμπροσθοφυλακή, τον χαλίφη στο κέντρο, και τον Αφσίν επικεφαλής της οπισθοφυλακής. Προχωρούσαν λεηλατώντας, και έφτασαν στο Αμόριο εφτά μέρες μετά από την αναχώρησή τους από την Άγκυρα. Η πολιορκία της πόλης ξεκίνησε στις 1 Αυγούστου. Ο Θεόφιλος, ανήσυχος για την τύχη της πόλης, άφησε την Κωνσταντινούπολη και προωθήθηκε ως το Δορύλαιο, από όπου απέστειλε πρεσβεία στον Μουτασίμ. Οι πρέσβεις έφτασαν λίγο πριν από την έναρξη ή κατά τις πρώτες μέρες της πολιορκίας. Διαβεβαίωσαν τον χαλίφη ότι οι ακρότητες στη Σωζόπετρα ήταν ενάντια στις διαταγές του αυτοκράτορα, και υποσχέθηκαν να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση της πόλης, να επιστρέψουν όλους τους μουσουλμάνους αιχμαλώτους, και να καταβάλλουν φόρο. Ο χαλίφης όμως, όχι μόνο αρνήθηκε να συνδιαλλαγεί με τους απεσταλμένους, αλλά και τους κράτησε με τη βία στο στρατόπεδό του, υποχρεώνοντάς τους να παρακολουθήσουν την πολιορκία. Οι οχυρώσεις της πόλης ήταν ισχυρές, με φαρδιά τάφρο και παχύ τείχος προστατευμένο από 44 πύργους, σύμφωνα με τον σύγχρονο Πέρση γεωγράφο Ιμπν Χορνταντμπέχ. Ο χαλίφης ανέθεσε κάθε τμήμα των τειχών σε έναν από τους στρατηγούς του. Τόσο οι πολιορκητές όσο και οι αμυνόμενοι διέθεταν αρκετές πολεμικές μηχανές, και επί τρεις μέρες αντάλλασσαν πυρ ενώ οι Άραβες μηχανικοί προσπαθούσαν να υπονομεύσουν τα τείχη. Σύμφωνα με τις αραβικές πηγές, ένας Άραβας αιχμάλωτος των Βυζαντινών που είχε προσηλυτιστεί στο χριστιανισμό αυτομόλησε στο χαλίφη, και τον πληροφόρησε ότι υπήρχε ένα μέρος του τείχους που είχε πρόσφατα πάθει ζημιά λόγω έντονης βροχόπτωσης και επισκευαστεί βιαστικά και πρόχειρα λόγω αμέλειας του φρούραρχου. Οι Άραβες συγκέντρωσαν τις προσπάθειές τους στο σημείο αυτό, ενώ οι αμυνόμενοι προσπαθούσαν να προστατεύσουν το ευαίσθητο σημείο κρεμώντας ξύλινα δοκάρια για να απορροφήσουν τα χτυπήματα των πολιορκητικών μηχανών. Τα δοκάρια έσπαγαν, όμως, και μετά από δύο μέρες οι Άραβες κατάφεραν να πετύχουν ρήγμα στο τείχος. Ο Αέτιος συνειδητοποίησε ότι η θέση του ήταν πια ανέλπιδη, και αποφάσισε να επιχειρήσει νυχτερινή έξοδο με σκοπό να διασπάσει τις γραμμές των πολιορκητών και να συνενωθεί με τον Θεόφιλο. Έστειλε δυο αγγελιοφόρους στον αυτοκράτορα, αλλά και οι δυο πιάστηκαν από τους Άραβες και τους έφεραν μπροστά στον χαλίφη. Και οι δυο συμφώνησαν να ασπαστούν το Ισλάμ και ο Μουτασίμ, αφού τους έδωσε πλούσια δώρα, τους περιέφερε εν πομπή γύρω από τα τείχη. Για να αποτρέψουν οποιαδήποτε απόπειρα εξόδου, οι Άραβες αύξησαν την επιφυλακή τους, με συνεχείς έφιππες περιπολίες ακόμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οι Άραβες εξαπέλυσαν διαδοχικές επιθέσεις στο ρήγμα, αλλά οι αμυνόμενοι τις απέκρουσαν. Αρχικά, σύμφωνα με τον Ταμπαρί, καταπέλτες επανδρωμένοι με τέσσερις άντρες ο καθένας τοποθετήθηκαν σε πλατφόρμες με ρόδες, και κινητοί πύργοι με δέκα άντρες πλήρωμα ο καθένας προωθήθηκαν ως την άκρη της τάφρου, την οποία άρχισαν να γεμίζουν με προβιές (από τα ζώα που είχαν φέρει μαζί τους ως προμήθειες) παραγεμισμένες με χώμα. Το έργο όμως ήταν άνισης ποιότητας λόγω του φόβου των στρατιωτών να εκτεθούν στις βολές των βυζαντινών καταπελτών, και ο Μουτασίμ διέταξε να ριχτεί επιπλέον χώμα πάνω στις προβιές ώστε να ισοπεδωθεί η έκταση μέχρι τη βάση του τείχους. Ο πρώτος πύργος που επιχειρήθηκε να διασχίσει την τάφρο κόλλησε στη μέση, και αυτός και οι άλλες μηχανές εγκαταλείφθηκαν και κάηκαν. Η επίθεση της επόμενης μέρας, υπό τον Ασίνας, απέτυχε καθώς το ρήγμα ήταν πολύ στενό, και ο Μουτασίμ έδωσε εντολή να τοποθετηθούν περισσότεροι καταπέλτες για να το διευρύνουν. Την επόμενη μέρα ήταν η σειρά του Αφσίν με τους στρατιώτες του να επιτεθεί, και μετά από αυτούς επιτέθηκε ο Ιτάχ. Οι Βυζαντινοί έφτασαν στα όρια της αντοχής τους από τις συνεχείς επιθέσεις, και μετά από περίπου δυο εβδομάδες πολιορκίας (είτε 12, 13 ή 15 Αυγούστου) ο Αέτιος έστειλε πρεσβεία υπό τον επίσκοπο της πόλης, προτείνοντας να παραδώσει την πόλη με αντάλλαγμα την ασφαλή αποχώρηση των κατοίκων και της φρουράς, αλλά ο Μουτασίμ αρνήθηκε. Ο Βυζαντινός διοικητής Βοϊδίτζης όμως, που ήταν επικεφαλής του ρήγματος, αποφάσισε να διεξάγει ο ίδιος διαπραγματεύσεις με τον χαλίφη, πιθανώς με την πρόθεση να προδώσει το πόστο του. Αφού άφησε διαταγές στους άντρες του να μην ξεκινήσουν εχθροπραξίες πριν την επιστροφή του, πήγε στο αραβικό στρατόπεδο. Ενώ όμως συνομιλούσε με τον χαλίφη, οι Άραβες πλησίασαν το ρήγμα, και με το δόσιμο ενός σημείου όρμησαν και μπήκαν στην πόλη. Αιφνιδιασμένοι, οι Βυζαντινοί δεν ήταν σε θέση να προσφέρουν παρά μόνο σποραδική αντίσταση: ορισμένοι στρατιώτες οχυρώθηκαν σε ένα μοναστήρι και κάηκαν ζωντανοί, ενώ ο Αέτιος και οι αξιωματικοί του κατέφυγαν σε έναν πύργο από όπου παραδόθηκαν λίγο αργότερα. Η άλωση και η λεηλασία της πόλης ήταν μεθοδικές: σύμφωνα με τους Άραβες ιστορικούς, η πώληση των λαφύρων συνεχιζόταν επί πέντε μέρες. Ο Βυζαντινός χρονογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής αναφέρει 70.000 νεκρούς, και ο Άραβας Μασουντί 30.000. Οι επιζώντες μοιράστηκαν ως δούλοι στους αρχηγούς του στρατού, εκτός από τους αξιωματούχους, που τέθηκαν στη διάθεση του χαλίφη. Αφού άφησε τους απεσταλμένους του Θεόφιλου να αναχωρήσουν, ο Μουτασίμ έβαλε φωτιά στην πόλη, καταστρέφοντάς την σχεδόν ολοσχερώς. Μόνο τα τείχη έμειναν σχετικά ανέπαφα. Ανάμεσα στα λάφυρα του Αμορίου ήταν και οι τεράστιες σιδερένιες πύλες της πόλης, τις οποίες ο Μουτασίμ αρχικά μετέφερε στη Σαμάρρα, όπου τις εγκατέστησε στην είσοδο του ανακτόρου του. Από εκεί πάρθηκαν, μάλλον προς τα τέλη του αιώνα, και τοποθετήθηκαν στην Ράκκα, ως το 964, όταν ο Χαμδανίδης ηγεμόνας Σαΐφ αλ-Ντάουλα τις τοποθέτησε στην Πύλη της Κιννασρίν στην πρωτεύουσά του Χαλέπι. Αμέσως μετά την άλωση, φήμες έφτασαν στο χαλίφη ότι ο Θεόφιλος προήλαυνε να τον συναντήσει. Ο Μουτασίμ ξεκίνησε με το στρατό του και προχώρησε σε διάστημα μιας ημέρας πορείας προς το Δορύλαιο, αλλά δεν συνάντησε σημάδια βυζαντινής παρουσίας. Σύμφωνα με τον Ταμπαρί, ο Μουτασίμ σκεφτόταν σοβαρά να επεκτείνει την εκστρατεία του ως την Κωνσταντινούπολη, όταν έμαθε για μια συνωμοσία εναντίον του υπό τον ανιψιό του Αμπάς , τον γιο του Μαμούν. Ο χαλίφης αναγκάστηκε να διακόψει την εκστρατεία και να επιστρέψει γρήγορα στην επικράτειά του, αφήνοντας ανέπαφα τόσο τα οχυρά γύρω από το Αμόριο όσο και τον Θεόφιλο με το στρατό του στο Δορύλαιο. Ο χαλίφης και ο στρατός του πήραν την απευθείας οδό από το Αμόριο προς τις Κιλίκιες Πύλες, και υπέφεραν πολύ, ιδιαίτερα οι αιχμάλωτοι, στις ξηρές πεδιάδες της κεντρικής Μικράς Ασίας. Μερικοί αιχμάλωτοι εξουθενώθηκαν τόσο που δεν μπορούσαν αν κινηθούν, και εκτελέστηκαν, ενώ άλλοι βρήκαν την ευκαιρία να αποδράσουν. Σε αντίποινα, ο Μουτασίμ, αφού ξεχώρισε τους πιο επιφανείς, εκτέλεσε τους υπόλοιπους, περίπου 6.000 τον αριθμό. Ο Θεόφιλος τότε απέστειλε μια δεύτερη πρεσβεία στον χαλίφη, υπό τον τουρμάρχη του Χαρσιανού Βασίλειο, κομίζοντας δώρα και μια απολογητική επιστολή, όπου πρόσφερε να εξαγοράσει τους σημαίνοντες αιχμαλώτους για 20.000 λίβρες (περ. 6,5 τόνοι) χρυσού και να απελευθερώσει όλους τους Άραβες κρατούμενους των Βυζαντινών. Σε απάντηση, ο Μουτασίμ αρνήθηκε τα λύτρα, λέγοντας ότι η εκστρατεία και μόνο του είχε στοιχίσει πάνω από 100.000 λίβρες, και απαίτησε την παράδοση του Θεόφοβου και του Δομέστικου των Σχολών , Μανουήλ του Αρμένιου , ο οποίος επίσης πριν από μερικά χρόνια είχε αποστατήσει από τους Άραβες. Ο Βυζαντινός πρέσβης αρνήθηκε τους όρους αυτούς, που άλλωστε ήταν αδύνατο να εφαρμοστούν καθώς ο Θεόφοβος είχε επαναστατήσει και ο Μανουήλ ενδέχεται, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, να είχε πεθάνει από τα τραύματα που έλαβε στο Δαζιμώνα. Αντίθετα, ο Βασίλειος τότε παρέδωσε στο χαλίφη ένα δεύτερο, πολύ πιο απειλητικό γράμμα. Ο Μουτασίμ, εξοργισμένος, επέστρεψε τα δώρα του αυτοκράτορα. Μετά την άλωση του Αμορίου, ο Θεόφιλος επιδίωξε τη βοήθεια άλλων δυνάμεων κατά των Αββασιδών και έστειλε πρεσβείες στον δυτικό αυτοκράτορα Λουδοβίκο τον Ευσεβή και στην αυλή του Αμπντ αλ-Ραχμάν Γ΄, του Ομεϋάδη εμίρη της Κόρδοβας. Οι βυζαντινοί απεσταλμένοι έγιναν δεκτοί με τιμές, αλλά απέτυχαν να εξασφαλίσουν έμπρακτη συμπαράσταση. Οι Αββασίδες όμως δεν έδωσαν συνέχεια στην επιτυχία τους. Η σύγκρουση των δύο κρατών συνεχίστηκε επί αρκετά ακόμα χρόνια με επιδρομές και αντεπιδρομές, αλλά μετά από μερικές βυζαντινές επιτυχίες το 841 συνήφθη ανακωχή και πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή αιχμαλώτων, από την οποία όμως εξαιρέθηκαν οι σημαίνοντες αιχμαλώτους του Αμορίου. Τον καιρό του θανάτου του το 842, ο Μουτασίμ προετοίμαζε μια ακόμα μεγάλης κλίμακας εισβολή, αλλά ο μεγάλος στόλος που ετοίμαζε για αν επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη καταστράφηκε από θύελλα στο Ακρωτήριο Χελιδωνία μερικούς μήνες μετά το θάνατό του. Οι διάδοχοι του Μουτασίμ φάνηκαν λιγότερο ικανοί να εξασφαλίσουν την εσωτερική σταθερότητα του χαλιφάτου, και η μάχη του Μαυροποτάμου το 844 ήταν η τελευταία μείζων αραβοβυζαντινή σύγκρουση ως τη δεκαετία του 850. Μεταξύ των αξιωματούχων που αιχμαλωτίστηκαν στο Αμόριο, ο στρατηγός Αέτιος εκτελέστηκε σύντομα, πιθανώς, όπως πρότεινε ο ιστορικός Γουώρεν Τρέντγκολντ, ως αντίποινα του χαλίφη στο δεύτερο γράμμα του Θεόφιλου. Μετά από χρόνια στην αιχμαλωσία και χωρίς ελπίδα να εξαγοραστεί η ελευθερία τους, στους υπόλοιπους δόθηκε η επιλογή να ασπαστούν το Ισλάμ. Αρνήθηκαν και εκτελέστηκαν στη Σαμάρρα στις 6 Μαρτίου 844. Εορτάζονται σήμερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως οι «Άγιοι 42 Μάρτυρες του Αμορίου ». Αρκετές ιστορίες αναφέρονται σχετικά με την τύχη του προδότη Βοϊδίτζη. Σύμφωνα με τον θρύλο των 42 Μαρτύρων, αλλαξοπίστησε, αλλά παρ'όλα αυτά εκτελέστηκε από τον χαλίφη μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους. Ενώ όμως τα πτώματα των άλλων ως εκ θαύματος επέπλεαν στο νερό του Τίγρη όπου τα έριξαν, το δικό του βούλιαξε στον βυθό του ποταμού.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Άλωση_του_Αμορίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου