Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Η δημιουργία του ανθρώπου και οι πρωτόπλαστοι κατά την Παλαιά Διαθήκη και τα Απόκρυφα

Σύμφωνα με τη Γένεση, ο Θεός πρώτα εποίησε τον Ελοχίμ και μετά τους αγγέλους. Οι Ελοχίμ θεωρούνται οντότητες ανώτερες από τους αγγέλους, ειδικά ο πρώτος. Ο Παλαιός των Ημερών, όπως αναφέρει ο Ενώχ, ήταν ο El Shedai. Το θέμα που δημιουργήθηκε για τη σύναψη σχέσεων των  αγγέλων με τις θυγατέρες των ανθρώπων, όπως αναγράφεται στο βιβλίο του Ενώχ, οφείλεται στη λανθασμένη μετάφραση της εβραϊκής λέξης «Ελοχίμ». Οι μεταφραστές στην ελληνική γλώσσα την απέδωσαν ως «άγγελοι» και όχι ως «ενάρετοι άνθρωποι». Άρα διαπιστώνουμε πως οι άγγελοι και οι Ελοχίμ είναι διαφορετικές οντότητες. Οι άγγελοι είναι ασώματοι ενώ οι Ελοχίμ έχουν υλικό σώμα. Το υλικό σώμα βεβαίως δεν σημαίνει απαραίτητα σάρκα. Τάγματα Αγγέλων : Σεραφείμ, Χερουβίμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες, Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι. Τάγματα Ελοχίμ : Ελ Νορ, Ελ Λιν, Ελ Ζιν, Ελ Νιρ, Ελ Λαν, Ελ Σαν, Ελ Τερέ, Ελ Γαν, Ελ Ταν. Αφού ολοκληρώθηκε η Δημιουργία, έδωσε εντολή στον πρώτο Ελοχίμ να δημιουργηθεί ο άνθρωπος κατ’ εικόνα και ομοίωση  του. Αφού όμως ο άνθρωπος θα ήταν καθ’ ομοίωση των Ελοχίμ, κατά την εξέλιξη του θα ήταν ανώτερος από τους αγγέλους. Γι’ αυτό το λόγο έγινε η ανταρσία των αγγέλων με αρχηγό τον Σαμαέλ, τον γνωστό και ως διάβολο. Οι άγγελοι που εξεγέρθηκαν, έμειναν γνωστοί ως εκπεσόντες άγγελοι. Μετέπειτα έγινε και η Πτώση του ανθρώπου από τον ουρανό, η γνωστή ιστορία του Αδάμ, της Εύας και του μήλου. Με το όνομα Αδάμ φέρεται ο πρώτος άνθρωπος, τόσο στην Παλαιά Διαθήκη, κυρίως στο βιβλίο της Γένεσης, όσο και στη Καινή Διαθήκη. Ο Αδάμ, είναι ο πρωτόπλαστος, ο προπάτορας του ανθρώπινου γένους, κατά τη διδαχή και αποδοχή των συγχρόνων μονοθεϊστικών θρησκειών. Η περιγραφή της δημιουργίας του, μαζί με εκείνη της Εύας, από τον Γιαχβέ περιλαμβάνεται σε δύο διαφορετικές διηγήσεις του αποκαλούμενου "θεόπνευστου" βιβλίου, της Γενέσεως, όπου η δεύτερη αναφορά κρίνεται σήμερα προγενέστερη της πρώτης. Συγκεκριμένα οι αναφορές αυτές βρίσκονται η μεν πρώτη στα κεφάλαια: και η δεύτερη στα κεφάλαια συμπεριλαμβάνονται το προπατορικό αμάρτημα, η πτώση των πρωτοπλάστων και η υπό τις Γιαχβικές κατάρες έξωσή τους από τον « Κήπο της Εδέμ ». Η ονομασία Αδάμ είναι μία από τις διάφορες εβραϊκές λέξεις που δηλώνουν την έννοια του "ανθρώπου" και με την έννοια αυτή αναφέρεται στα παραπάνω κεφάλαια της Γενέσεως, και όχι ως κύριο όνομα. Η δε αναφορά ως κύριο όνομα που παρατηρείται στο σύγχρονο εβραϊκό κείμενο της Γενέσεως οφείλεται σε μεταγενέστερο φωνηεντισμό του εβραϊκού κειμένου και όχι στο ίδιο το κείμενο. Το αρχαίο κείμενο έφερε μόνο σύμφωνα. Καθιερώθηκε όμως ως κύριο όνομα από τις μεταγενέστερες ιουδαϊκές ερμηνείες των τελευταίων π.Χ αιώνων. Σημειώνεται ότι στην εβραϊκή η λέξη Αδάμ παρουσιάζει παρήχηση που σημαίνει "έδαφος", θυμίζοντας την ελληνική λέξη "χώμα". Ο Αδάμ και η Εύα ήταν απόλυτα ελεύθεροι ηθικοί παράγοντες, με τον όρο να υπακούν στην εντολή του Θεού και να μην δοκιμάσουν από τους καρπούς του δένδρου της γνώσης του καλού και του κακού. Εντούτοις, παρακινούμενοι από τον «όφι τον αρχαίο», τον Σατανά, δεν υπάκουσαν και συνεπώς εκδιώχθηκαν από τον παράδεισο λόγω της αμαρτωλής τους κατάστασης. Ο ίδιος ο Θεός εξήγγειλε βαριές κατάρες οι οποίες θα επέρχονταν στον Αδάμ, την Εύα αλλά και κατ' επέκταση στους απογόνους τους. Έτσι, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, με αυτή την πορεία ενέργειας γνωστότερη ως «προπατορικό αμάρτημα» ο Αδάμ διέσπειρε την αμαρτία και τον θάνατο σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ο Δημιουργός, είχε δώσει στον Αδάμ ότι αυτός χρειαζόταν ώστε να διάγει μια άνετη και ικανοποιητική ζωή. Μάλιστα η προοπτική του Αδάμ ήταν να ζει για πάντα στον παράδεισο και στη γη, εφόσον αποδεικνυόταν υπάκουος στον Πλάστη του. Εκείνος μαζί με την σύζυγό του, την Εύα, εσκεμμένα επέλεξαν να απορρίψουν την καθοδηγία του Δημιουργού τους, και το αποτέλεσμα ήταν να πεθάνουν για πάντα. Η Εύα είναι πρόσωπο της Παλαιάς διαθήκης, όπου αναφέρεται ως η πρώτη γυναίκα και ο δεύτερος άνθρωπος που δημιουργήθηκε από το Θεό, μετά τον πρωτόπλαστο Αδάμ. Σύμφωνα με τη βιβλική αφήγηση, η Εύα δημιουργήθηκε την έκτη ημέρα της δημιουργίας από ένα πλευρό του Αδάμ όταν εκείνος βρισκόταν εν υπνώσει. Μαζί με τον Αδάμ εκδιώχτηκε από την Εδέμ παραβαίνοντας την εντολή του Θεού να μην δοκιμάσουν τον καρπό από το «δένδρο της γνώσης». Η Εύα εμφανίζεται να δοκιμάζει πρώτη τον απαγορευμένο καρπό, παρακινούμενη από τον όφι, και στη συνέχεια να δίνει τον καρπό στον Αδάμ. Στην ισλαμική παράδοση αναφέρεται με το όνομα Χάουα, αλλά δεν απαντάται με το όνομά της στο Κοράνιο, όπου παρουσιάζεται ως σύντροφος του Αδάμ. Από το Κοράνιο δεν αντλούνται λεπτομερείς πληροφορίες για τη δημιουργία της Εύας από τον Αδάμ, ωστόσο περισσότερες λεπτομέρειες έχουν ενσωματωθεί σε άλλες πηγές της ισλαμικής θεολογίας, κυρίως τα χαντίθ. Στα πλαίσια της εβραϊκής, χριστιανικής και ισλαμικής παράδοσης, έχουν εκφραστεί διαφορετικές ερμηνείες σχετικά με την αφήγηση της δημιουργίας του Αδάμ και της Εύας. Exει γραφεί ότι όσο ήταν μόνος του ο Αδάμ ήταν «σχεδόν ευτυχισμένος». Η σκληρή αλήθεια είναι ότι έπληττε. Και ο Θεός δεν δημιούργησε έναν ακόμη Αδάμ, «δημιούργησε τη διαφορά»: την Εύα. Τη συνέχεια την ξέρουμε: η στατική αφασία της παραδείσιας ζωής χάθηκε κάτω από την ακατανίκητη γοητεία της αμαρτίας, μέσω της οποίας οι Πρωτόπλαστοι αποκτούν για πρώτη φορά συνείδηση της γύμνιας τους. «Αυτή με παρέσυρε», λέει ο ευθυνόφοβος, άβουλος άνδρας στον Δημιουργό όταν τον ρωτάει: «Ποιος σου είπε ότι είσαι γυμνός;». Ιδού μια χρήσιμη γνώση: να ξέρεις ότι είσαι γυμνός θνητός, με άλλα λόγια. Οι Εβραίοι μυστικοί, πάντως, μας λένε ότι ο Αδάμ δεν ήταν καθόλου μόνος πριν από την έλευση της Εύας. Αντίθετα, είχε παρέα, και μάλιστα καλή: τη Λίλιθ. Οπως ο Αδάμ, έτσι και η Λίλιθ πλάστηκε από χώμα και όχι από το πλευρό του Αδάμ όπως η Εύα. Η Λίλιθ ήταν σε όλα της ίση με τον Αδάμ. Γι’ αυτό και όταν νιώθει πως δεν την ικανοποιεί, τον εγκαταλείπει. Βλέπετε, ο Αδάμ ήθελε να έχουν ερωτική επαφή μόνο με την «ιεραποστολική» στάση, ενώ εκείνη ήθελε να «είναι από πάνω», προτιμώντας να παίρνει πρωτοβουλίες. Η Λίλιθ καταφεύγει στις όχθες της Ερυθράς Θάλασσας, όπου την εντοπίζουν άγγελοι του Θεού να κάνει «δαιμονικό σεξ» με τον Εωσφόρο. Ο Θεός την καταριέται και αποφασίζει να πλάσει την Εύα από το πλευρό του Αδάμ. Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή του παραμυθιού, η Λίλιθ είναι αυτή που, μεταμορφωμένη σε φίδι, βάζει, στη συνέχεια, σε πειρασμό την Εύα, με τις γνωστές συνέπειες. Η ουσία είναι ότι, σε αντίθεση με τον εφησυχασμένο, αφελή Αδάμ, η ανήσυχη, υποψιασμένη Εύα θέλει να δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό από το Δέντρο της Γνώσης. Η Εύα είναι μια γυναίκα που θέλει να μάθει, θέλει να γνωρίζει. Δεν είναι η μόνη: σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η Σεμέλη ποθεί να δει τον Δία σε όλη του τη θεϊκή μεγαλοπρέπεια, όπως εμφανίζεται μόνο στην Ηρα. Η δε Ελσα, κατά τη γερμανική μυθολογία, επιθυμεί να θέσει όλες τις απαγορευμένες ερωτήσεις σχετικά με το όνομα και την καταγωγή του Λόενγκριν. Μα γιατί όλες αυτές οι γυναίκες τιμωρούνται επειδή ο μοναδικός τους πόθος είναι η απόκτηση γνώσης; Αν ερωτηθεί σήμερα κάποιος, ακόμη και ο πιο αδαής κι αμόρφωτος, «ποιοι ήταν οι πρωτόπλαστοι;», κατά 99% θα δώσει την «σωστή» απάντηση: Ο Αδάμ και η Εύα. Είναι όμως έτσι; Ισχύει δηλαδή κάτι τέτοιο, ακόμη κι αν δεχθούμε ασυζητητί την «αλήθεια» και την «θεοπνευστία» τής Βίβλου; Μια από τις άγνωστες, στον πολύ κόσμο, πτυχές τής Παλαιάς Διαθήκης (της Αγίας Γραφής για τον χριστιανικό κόσμο), είναι η παρουσία τής Λίλιθ. Μιας παρουσίας, στην οποία αποφεύγουν επιμελώς ν' αναφέρονται («όπως ο Διάβολος το λιβάνι»), τόσο οι Εβραίοι ραβίνοι, όσο και οι χριστιανοί απολογητές. Σύμφωνα με τα «απόκρυφα» τής Βίβλου, η γυναίκα που κλήθηκε να παίξει τον ρόλο τής συντρόφου τού Αδάμ, δεν ήταν η Εύα, αλλά ένα άλλο πρόσωπο: Η Λίλιθ. Σύμφωνα με μια ερμηνεία, ο Θεός δημιούργησε ταυτόχρονα τον Αδάμ και την Λίλιθ από χώμα, ενώ κατά μία άλλη, δημιούργησε τον Αδάμ ως ερμαφρόδιτο και στην συνέχεια διαχώρισε τις δύο φύσεις του. Μόνο που, σε κάθε περίπτωση, υπήρξε κι ένα σοβαρό πρόβλημα. Η Λίλιθ δεν ήταν διατεθειμένη να υποδυθεί την υποταγμένη γυναίκα απέναντι στον Αδάμ. Πέραν αυτού, έκανε το «λάθος» να προσπαθήσει να πείσει τον Αδάμ κι ενάντια στις βουλές τού Θεού πως η ερωτική πράξη, δεν γίνεται μόνο για αναπαραγωγικούς σκοπούς. Ο Αδάμ προσπάθησε να την καθυποτάξει, αλλά μάταια. Η Λίλιθ τεντώνει κι άλλο το σκοινί, όταν προχωρεί στο μέγιστο αμάρτημα: Προφέρει το απαγορευμένο όνομα τού Θεού: Γιαχβέ. Ο Θεός όμως που δεν είναι διατεθειμένος να δεχθεί τέτοιες «ριζοσπαστικές» και «ανατρεπτικές» ιδέες, οδηγεί τελικώς την Λίλιθ σε έξωση από τον Παράδεισο, η οποία καταλήγει στην αγκαλιά τού Διαβόλου. Ο Θεός, στην συνέχεια, αφού προηγουμένως έχει αποτύχει ν' «αλλάξει μυαλά» στην ατίθαση Λίλιθ, ικανοποιεί την επιθυμία τού Αδάμ που βίωνε πλέον την μοναξιά και δημιουργεί από τα πλευρά του, μία πιο...«λογική» γυναίκα: Την Εύα. Η συνέχεια, γνωστή. Ως φαίνεται, οι ραβίνοι κάπου εδώ τα έμπλεξαν. «Δανειζόμενοι» μια προϋπάρχουσα μυθολογική οντότητα άλλων λαών (η Λίλιθ προϋπήρχε στις παραδόσεις των Σουμερίων, Βαβυλωνίων, Ασσυρίων κ.ά.) και τοποθετώντας την στην ιουδαϊκή μυθολογία, εμβόλισαν την πατριαρχική δομή τής εβραϊκής κοινωνίας (και της χριστιανικής) με ένα στοιχείο καθαρά «φεμινιστικό». Τα λάθη όμως «διορθώνονται». Έτσι, συμμαζεύοντας τ' ασυμμάζευτα, με ένα «θεόπνευστο» κόψε ράψε, η Λίλιθ, σήμερα έχει εξαφανιστεί από τις «ιερές» γραφές (τουλάχιστον, ως πρωτόπλαστη). Κατά τον αρχαιοελληνικό μύθο (προγενέστερο του εβραϊκού) υπάρχει η ιστορία της Λάμιας, της όμορφης βασίλισσας της Λιβύης που αγαπήθηκε από το Δία. Ένα παιδί γεννήθηκε την ένωσή τους. Η ζηλότυπη Ήρα από το θυμό της έκλεψε το νήπιο. Θρηνώντας η Λάμια αποσύρθηκε σε μια σπηλιά κοντά στη θάλασσα. Ο χρόνος πέρασε και η Λάμια, άσχημη πια, άρχισε να περιπλανιέται μέσα στη νύχτα, κλέβοντας και τρώγοντας τα νεογέννητα μωρά. Σιγά-σιγά οι προτιμήσεις της επεκτάθηκαν στην αποπλάνηση των νεαρών ανδρών, που τους σκότωνε είτε κάνοντάς τους έρωτα μέχρις ότου πέθαιναν, ή πίνοντας το αίμα τους. Το εντυπωσιακό εδώ είναι ότι παρόλο που μπορούσε να κρατήσει την όμορφη όψη της, πάντα επέστρεφε στην ασχήμια της. Σε μια από τις μορφές στην οποία μας είναι γνωστή, το χαμηλότερο μισό του σώματός της είναι ερπετοειδές και είχε φτερά. Στον εβραϊκό μύθο που αφορά την Λίλιθ, όταν εκείνη αρνήθηκε την υπακοή στον Αδάμ, έβγαλε φτερά και πέταξε μακριά του. Οι άγγελοι βρήκαν την κρυψώνα της  και της είπαν ότι η τιμωρία της για την απομάκρυνσή της από τον Αδάμ ήταν πως θα πέθαιναν όλα τα παιδιά της. Βαθιά παραδομένη στη θλίψη, η Λίλιθ θέλησε να πεθάνει. Συγκινημένοι οι άγγελοι της έδωσαν πλήρη δικαιοδοσία πάνω στη ζωή των νεογνών, για την πρώτη εβδομάδα από γέννησή τους. Σε πιο πρόσφατους χρόνους συναντάμε ξόρκια που αναφέρουν τη Λίλιθ με το όνομά της, για να την κρατήσουν μακριά από τα παιδιά. Ιδιαίτερη προσοχή λαμβάνεται έτσι ώστε να αποδοθεί το μωρό στη φύλαξη των αγγέλων, ώστε να προστατευθεί από τη ζηλοτυπία και της θλίψη της Λίλιθ για τα χαμένα παιδιά της. Η Λίλιθ έγινε αργότερα η σύζυγος, η υποτιθέμενη σύζυγος του Διαβόλου, ο οποίος περιγράφεται επίσης συχνά ως φίδι. Τα παιδιά της ένωσής τους έζησαν και έγιναν γνωστά ως δαίμονες. Να σημειώσουμε εδώ πως και η Λίλιθ επίσης παραπλανούσε τους νεαρούς άνδρες και τους σκότωνε. Τόσο η Λάμια όσο και η Λίλιθ έχουν μια ισχυρή σχέση με το φίδι και το κακό. Σε μια από τις μεταφράσεις της Βίβλου, συγκεκριμένα τη Vulgata, η μετάφραση του ονόματος Λίλιθ είναι Λάμια. Η λέξη Λίλιθ σημαίνει επίσης κουκουβάγια που βγάζει οξύ και διαπεραστικό ήχο και φάσμα ή φάντασμα. Η Λάμια και η Λίλιθ αποπλανούσαν και οι δύο τα αρσενικά θύματά τους και τα οδηγούσαν στο θάνατο. Η Ιστάρ, η μεσοποταμιακή θεά της γονιμότητας, σκότωσε τους εραστές της με τον ίδιο τρόπο. Στην ίδια μακρινή αρχαιότητα η Λάμια και ο Λάμος ήταν παιδιά του Ποσειδώνα που λατρεύτηκαν ως θεοί και υποβιβάστηκαν στη θέση δαιμόνων, όταν ο Δίας πήρε την εξουσία. Κατά την Πτώση του ανθρώπου ο Θεός έδωσε εντολή να επιτηρούν την γη και τον άνθρωπο 201 Ελοχίμ. Στον άνθρωπο έδωσε την εντολή του «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε». Το «πληθύνεσθε» σημαίνει να γίνετε περισσότεροι, το «αυξάνεσθε» σημαίνει να εξελίσσεστε σε αυτό που είστε προορισμένοι να γίνετε, καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή, των Ελοχίμ. Οι 201 Ελοχίμ που δεν έχουν το δικαίωμα του αυξάνεσθε και πληθύνεσθε διέπραξαν μια μεγάλη αμαρτία. Ποια; Την αμαρτία του πληθύνεσθε! Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική «μυθιστορία», την Παλαιά Διαθήκη και το απόκρυφο Βιβλίο του Ενώχ, κάποιοι, οι Ελοχίμ, παρά το θέλημα του Θεού συνευρέθηκαν με τις κόρες των ανθρώπων και από αυτή τη συνεύρεση δημιουργήθηκαν όντα, πλάσματα, ξεχωριστά μεν, αποκυήματα ανομίας δε. Τα πλάσματα αυτά πολέμησαν μεταξύ τους (τιτανομαχία) και οι νικητές έκλεισαν τους ηττημένους στα “Τάρταρα”, σφραγίζοντας τους μέσα στη Γη με ειδικές “πύλες” που τίποτε δε μπορούσε θεωρητικά να ανοίξει. Οι νικητές παρεξετράπησαν θεωρώντας τους εαυτούς τους θεούς και θεές μεταξύ των ανθρώπων, αφού οι δυνάμεις και οι ικανότητές τους ήσαν υπεράνθρωπες. Οι Νεφελίμ ήταν μια προκατακλυσμιαία φυλή, που στη Βίβλο αναφέρονται ως γίγαντες. Ήταν, όπως λέγεται, τα παιδιά που γεννήθηκαν από τις θυγατέρες των ανθρώπων, και τους Υιούς του Θεού. Έχει μεγάλη σημασία να επισημανθεί ότι αναφέρονται σχεδόν ταυτόχρονα με τη δήλωση του Θεού ότι θα κατάστρεφε τη γη με πλημμύρα. Και φαίνεται ότι η επίδρασή τους στο ανθρώπινο γένος ήταν μία από τις βασικές αιτίες που προκάλεσαν την καταστροφή. Διαβάζουμε στο βιβλίο της Γένεσης : «Όταν οι άνθρωποι άρχισαν να αυξάνονται αριθμητικά πάνω στη γη και γεννούσαν κόρες, οι γιοι του Θεού είδαν ότι οι κόρες των ανθρώπων ήταν όμορφες και παντρεύτηκαν όσες απ’ αυτές διάλεξαν. Τότε ο Κύριος είπε: «Το Πνεύμα Μου δεν θα μείνει με τον άνθρωπο για πάντα, καθώς αυτός είναι θνητός. Οι μέρες του θα είναι εκατό είκοσι χρόνια». Οι γίγαντες (Νεφελίμ) ήταν στη γη εκείνες τις μέρες -καθώς και μετά- όταν οι γιοι του Θεού πήγαν στις κόρες των ανθρώπων και έκαναν μαζί τους παιδιά. Ήταν οι γίγαντες απ’ τα αρχαία χρόνια, άντρες ξακουστοί. Ο Κύριος είδε πόσο μεγάλη είχε γίνει η κακία του ανθρώπου στη γη, και ότι κάθε διάθεση των σκέψεων της καρδιάς του ήταν πάντα μόνο πονηρή». Οι Νεφελίμ ήταν μια φυλή γιγάντων που προέκυψε από τη σαρκική ένωση των υιών του Θεού (ενδεχομένως έκπτωτων αγγέλων) με τις κόρες των ανθρώπων. Μεταφρασμένο απ’ τα Εβραϊκά κείμενα, το «Nephilim» σημαίνει «έκπτωτοι». Ήταν ξακουστοί για τη δύναμή τους, την ανδρεία τους, καθώς και την ροπή τους στην αμαρτία. Η προέλευση των Νεφελίμ ξεκινά με μια ιστορία των έκπτωτων αγγέλων. Ο Shemhazai (Σεμχαζάι), ένας υψηλόβαθμος άγγελος, ηγήθηκε μιας σχισματικής ομάδας αγγέλων που κατέβηκε στη γη για να καθοδηγήσει τους ανθρώπους στο δίκαιο δρόμο. Η καθοδήγηση αυτή συνεχίστηκε για μερικούς αιώνες, αλλά σύντομα οι άγγελοι άρχισαν να αποζητούν τις γήινες γυναίκες. Μέσα στη λαχτάρα τους, οι έκπτωτοι άγγελοι οδήγησαν τις γυναίκες στη μαγεία και τα ξόρκια, ζευγάρωσαν μαζί τους και δημιούργησαν υβριδικούς απογόνους. Η δύναμή τους ήταν αξιοθαύμαστη και οι ορέξεις τους τεράστιες. Αφού καταβρόχθισαν όλα τα αποθέματα του ανθρώπινου γένους, άρχισαν να καταναλώνουν και τους ίδιους τους ανθρώπους. Οι Νεφελίμ επιτίθεντο στους ανθρώπους και τους καταπίεζαν και ήταν η αιτία που προκάλεσε μαζική καταστροφή στη γη. Δύο κείμενα ουσιαστικής σημασίας για την ιστορία των Νεφελίμ, η Βίβλος και οι Πάπυροι της Νεκράς Θαλάσσης, αναφέρουν διάφορα ονόματα γι’ αυτούς. Σε διάφορα εδάφια παρατίθενται τα είδη αυτών των γιγάντων. Αναφέρονται με πολλούς τρόπους, ως Enim, ή «Τρόμοι», Rephaim, ή «Αυτοί που Προκαλούν Εξασθένιση» ή «Οι Νεκροί», Gibborim, ή «Γιγάντιοι Ήρωες», Zamzummim, ή «Επιτυχόντες», Anakim, ή «Μακρυλαίμηδες» και Awwim ή «Καταστροφείς» και «Φίδια». Στα κείμενα αυτά αναφέρονται επίσης και άλλοι γίγαντες, όπως ο Γολιάθ ένας γίγαντας με δώδεκα δάχτυλα στα χέρια και δώδεκα στα πόδια, που αναφέρεται ως ένας απ’ τους Rephaim κι ένας ψηλός Αιγύπτιος. Το κείμενο των Αριθμών 13:26-33 περιγράφει τους Νεφελίμ της Χαναάν που είδε ο Ιησούς και αργότερα άλλοι Εβραίοι κατάσκοποι. Επιπλέον, σύμφωνα με τις Ιουδαϊκές λαϊκές παραδόσεις, κάποιος απ’ τους Νεφελίμ, ο Arba έχτισε μια πόλη, τη Kiriath Arba, που ονομάστηκε έτσι απ’ τον ιδρυτή της και σήμερα είναι γνωστή ως Χεβρώνα. Η κακοήθεια των Νεφελίμ έφερε μαζί της κι ένα βαρύ φόρο αίματος. Η Γένεση αναφέρεται στη διαφθορά που είχαν επιφέρει οι Νεφελίμ ανάμεσα στους ανθρώπους και στους εαυτούς τους: «Ο Κύριος είδε πόσο μεγάλη είχε γίνει η κακοήθεια του ανθρώπου στη γη…» Η σατανική τους ανταρσία είχε ξεσηκώσει τόσο την οργή, όσο και τη λύπη του Θεού. Έτσι ο Θεός έστειλε τον άγγελο Γαβριήλ να ανάψει έναν εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους Νεφελίμ. Επέλεξε, επίσης, τον Ενώχ, έναν δίκαιο άνθρωπο, για να ενημερώσει τους έκπτωτους αγγέλους για την απόφαση που είχε πάρει γι’ αυτούς και τα παιδιά τους. Ο Θεός δεν άφηνε καθόλου ήσυχους τους έκπτωτους αγγέλους, καθώς δεν μπορούσαν να σηκώσουν τα μάτια τους στον ουρανό. Αργότερα επρόκειτο να αλυσσοδεθούν. Το τέλος των Νεφελίμ ήρθε με τον πόλεμο που πυροδότησε ο Γαβριήλ, στον οποίο οι γίγαντες τελικά αφάνισαν ο ένας τον άλλο.
Πηγή: http://www.neoastro.gr/2014/12/blog-post_8.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Εύα
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αδάμ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πρωτόπλαστοι
http://www.metafysiko.gr/?p=996
http://ellaniwn-ixwr.blogspot.gr/p/blog-page_1551.html
http://www.zougla.gr/page.ashx?pid=80&aid=366322&cid=122
http://www.kathimerini.gr/553656/opinion/epikairothta/politikh/h-gynaika-poy-gnwrize-polla
http://antexeistinalitheia.gr/o-rolos-tis-lilith-sti-genesi/
http://www.pare-dose.net/4073
http://www.eoellas.org/2015/07/10/lilith-i-protoplasti/
http://hellaskafeneio.blogspot.gr/2012/11/blog-post_6675.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου