Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Μεσαιωνική Πελοποννησος : Απο βυζαντινή επαρχία σε Φράγκικο Πριγκηπάτο και Ελληνικό Δεσποτάτο

Μετά τη διχοτόμηση της Αυτοκρατορίας το 395, η Πελοπόννησος αποτέλεσε τμήμα της Ανατολικής Ρωμαϊκής ή Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η ερήμωση από την επιδρομή του Αλάριχου με τους Βησιγοτθους, το 396-397 π.Χ. οδήγησε στην κατασκευή του Εξαμιλίου τείχους κατά μήκος του Ισθμού της Κορίνθου. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ύστερης Αρχαιότητας (3ος - 7ος αιώνας μ.Χ.) η χερσόνησος διατήρησε τον αστικό της χαρακτήρα : κατά τον 6ο αιώνα ο Ιεροκλήςαπαρίθμησε 26 πόλεις στο έργο του Συνέκδημος. Τα τελευταία χρόνια, η οικοδομική δραστηριότητα έχει σταματήσει ουσιαστικά εκτός από την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, την Κόρινθο και την Αθήνα. Αυτό έχει αποδοθεί σε δεινά όπως η πανώλης, σεισμοί και Σλαβικές επιδρομές. Μια από τις σημαντικότερες μάχες του Ελληνισμού δόθηκε κατά τον 6ο αιώνα στην Πάτρα, της οποίας οι κάτοικοι αντιστάθηκαν στους Αβάρους, βοηθώντας στην καταστροφή αυτής της μεγάλης απειλής για το Ρωμαϊκό Κράτος και τους Έλληνες. Η παρακμή των πόλεων ήταν στενά συνδεδεμένη με την κατάρρευση των υπεραστικών και των περιφερειακών εμπορικών δικτύων, που θεμελίωσαν και υποστήριξαν την αστικοποίηση της ύστερης αρχαιότητας στην Ελλάδα, καθώς επίσης με την απόσυρση των αυτοκρατορικών στρατευμάτων και της διοίκησης από τα Βαλκάνια. Οι Σλάβοι εγκατασταθηκαν όπως αποδεικνύεται από Σλαβικά τοπωνύμια. Τα εκτεταμένα Σλαβικά τοπωνύμια συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια αιώνων και φαίνεται να είχαν χρησιμοποιηθεί από Ελληνόφωνους. Λιγότερα Σλαβικά τοπωνύμια εμφανίζονται στην ανατολική ακτή, που παρέμεινε στα χέρια των Βυζαντινών και συμπεριλήφθηκε στο θέμα της Ελλάδος, που συστάθηκε από τον Ιουστινιανό Β΄ γύρω στα 690. Δεν υπάρχει Σλαβικής παρουσία στην Πελοπόννησο πριν το 700. Οι σχέσεις μεταξύ Σλάβων και Ελλήνων ήταν ειρηνικές με σπάνιες εξεγέρσεις. Υπήρχε συνέχεια του Πελοποννησιακού Ελληνικού πληθυσμού, ιδιαίτερα στη Μάνη και στην Τσακωνιά, όπου οι Σλαβικές εισβολές ήταν ανύπαρκτες. Όντας γεωργοί οι Σλάβοι συναλλάσσονταν με τους Έλληνες, που παρέμεναν στις πόλεις, ενώ Ελληνικά χωριά εξακολουθούσαν να υπάρχουν στο εσωτερικό, αυτοκυβερνώμενα, πληρώνοντας φόρο στους Σλάβους. Υπό τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α´, μετά από μία εξέγερση και επίθεση των Σλάβων κατά της Πάτρας υλοποιήθηκε μια αποφασιστική διαδικασία εξελληνισμού. Σύμφωνα με το Χρονικόν της Μονεμβασίας η χώρα πέρα από την Πάτρα ονομαζότανΤέρα Σλαβινία (Γη Σλάβων). Αυτό προσδιόριζε την απουσία αυτοκρατορικού ελέγχου σε μια περιοχή, κατοικούμενη από Σλάβους και άλλους ΄΄βαρβάρους΄΄ και στασιαστές. Το 805 ο Βυζαντινός κυβερνήτης της Κορίνθου πολέμησε με τους Σλάβους, τους εξολόθρευσε και επέτρεψε στους αρχικούς κατοίκους να διεκδικήσουν τη γη τους. Η Χρονογραφία αναφέρει ότι το 783 ο Σταυρακιος κινήθηκε κατά των Σλάβων της Πελοποννήσου και ΄΄απέσπασε πολλούς αιχμαλώτους και πολλά λάφυρα για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία΄΄. Η επιβολή της Βυζαντινής εξουσίας στους Σλαβικούς θύλακες ήταν κυρίως μια διαδικασία εκχριστιανισμού και ένταξης των Σλάβων στο Αυτοκρατορικό πλαίσιο, καθώς ενδείξεις λογοτεχνικές, επιγραφικές και από σφραγίδες εμφανίζουν Σλάβους άρχοντες να συμμετέχουν στις αυτοκρατορικές υποθέσεις. Με την εκστρατεία του Σταυριάκου αιχμαλωτίστηκαν πολλοί Σλάβοι. Στα τέλη της δεκαετίας του 780 τρία σημαντικά κέντρα - η Μονεμβασιά, η Πάτρα και η Τροιζήνα - βρίσκονταν πάλι στα χέρια των Βυζαντινών. Πολλοί Ελληνες από τη Μικρά Ασία, τη Σικελία και την Καλαβρία μετεγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, μαζί και Εβραίοι, Αρμένιοι, Καφέροι, Θρακέσιοι, Τσάκωνες και Μαρδαίτες). Ενώ οι ανατολικές περιοχές αποτελούσαν αρχικά τμήμα του θέματος της Ελλάδος, ολόκληρη η χερσόνησος συγκροτήθηκε στο νέο θέμα της Πελοποννήσου, με πρωτεύουσα την Κόρινθο, μετά το 800 περίπου.
Στο τέλος του 9ου αιώνα η Πελοπόννησος ήταν πάλι διοικητικά Ελληνική. Επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου οι Σλάβοι στη νότια Ελλάδα είχαν υποταχθεί στη Βυζαντινή εξουσία. Ακόμη και οι αυτόνομοι και κατά καιρούς στασιάζοντες Μηλιγγοί και Εζερίτες ήξεραν να μιλούν Ελληνικά και ήταν Χριστιανοί.  Μετά την Αραβική κατάληψη της Κρήτης τη δεκαετία του 820 και την ίδρυση εκεί ενός εμιράτου πειρατών, οι παραλιακές περιοχές υπέφεραν σοβαρά από επανειλημμένες Αραβικές επιδρομές, στην πραγματικότητα όμως ήδη από το δέκατο αιώνα, και ιδιαίτερα μετά την ανακατάληψη του νησιού από το Βυζάντιο το 961, η περιοχή γνώρισε μια νέα περίοδο ευημερίας, οπότε άνθισαν η γεωργία, το εμπόριο, η αστική οικονομία και ο Χριστιανισμός.
Το 1205, μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίαςαπό τις δυνάμεις της Δ' Σταυροφορίας, οι Σταυροφόροι υπό το Γουλιέλμο Σαμπλίτη και το Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλεαρδουίνο βάδισαν προ νότον μέσω της ηπειρωτικής Ελλάδας και κατέλαβαν την Πελοπόννησο αντιμετωπίζοντας περιορισμένη τοπική Ελληνική αντίσταση. Οι Φράγκοι τότε ίδρυσαν το Πριγκιπάτο της Αχαΐας, υποτελές της Λατινικής Αυτοκρατορίας, ενώ οι Βενετοί κατέλαβαν σημαντικά στρατηγικά λιμάνια κατά μήκος των ακτών, όπως το Ναβαρίνο και η Κορώνη, που διατήρησαν μέχρι το 15ο αιώνα. Οι Φράγκοι καθιέρωσαν ως λαϊκό το όνομα Μωρέας για τη χερσόνησο, που αρχικά εμφανίζεται ως το όνομα μικρής επισκοπής στην Ηλεία κατά το 10ο αιώνα. Η ετυμολογία επικρατέστερη είναι ότι προέρχεται από το δέντρο μουριά (μορέα), του οποίου τα φύλλα μοιάζουν στο σχήμα με τη χερσόνησο.
Στην Κωνσταντινούπολη συναντάμε μια ανεπτυγμένη υφαντουργία μεταξωτών, μετά την καλλιέργεια του ντόπιου μεταξιού. Η τέχνη της υφαντικής στο Βυζάντιο θα δώσει τα καλύτερά της δείγματα, όταν την εποχή του Ιουστινιανού θα ξεκινήσει η καλλιέργεια και η παραγωγή του μεταξιού στην Κωνσταντινούπολη και  θα επεκταθεί περιοχή της Βιθυνίας, στα ανατολικά παράλια της θάλασσας του Μαρμαρά, στην Κίο, στα Μουδανιά. Το Βυζάντιο κρατάει το μονοπώλιο των μεταξωτών υφασμάτων και παίζει σημαντικό ρόλο σαν εμπορικό κέντρο, εξάγοντας μεταξωτά υφάσματα στην Δύση από την ξηρά και ιδιαίτερα από τη θάλασσα, χάρη στην αναπτυγμένη ναυτιλία του. Στο Βυζάντιο η παραγωγή μεταξωτών υφασμάτων ήταν οργανωμένη σε συντεχνίες κατά κλάδο. Υπήρχαν η συντεχνία των παραγωγών μεταξιού, η συντεχνία των βαφέων, η συντεχνία των υφαντουργών, η συντεχνία των εμπόρων μεταξιού κ.ἁ. Κυριότερη προϋπόθεση για την αποδοχή νέου μέλους στην συντεχνία, ήταν η υψηλή επαγγελματική του κατάρτηση, πράγμα που διασφάλιζε την ποιότητα των προϊόντων. Τα πολύτιμα μεταξωτά υφάσματα με τις χρυσοκλωστές και ασημοκλωστές στεγάζονταν στον "Οίκο των Λαμπτήρων". Στον ίδιο χώρο, επί Οθωμανών, συνέχισε να λειτουργεί η κλειστή αγορά, το Μπεζεστένι. Στο Βυζαντινό κρατικό μονοπώλιο ανήκαν και τα λεγόμενα πορφυρά ενδύματα, τα οποία ήταν αριστοκρατικά μεταξωτά ενδύματα, βαμμένα με έντονο κόκκινο χρώμα πορφύρας: βαφή που εξάγεται από κοχύλια αλιευόμενα στα βαθιά νερά του Αιγαίου. Σιγά σιγά όμως η τεχνική ξέφυγε από τα ανάκτορα και η μεταξουργία αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό σ΄όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, που ονομάστηκε από τότε Μοριάς, εξαιτίας της καλλιέργειας της μουριάς. 
Η Φραγκική κυριαρχία στην χερσόνησο υπέστη σοβαρό πλήγμα μετά τη Μάχη της Πελαγονίας (1259), οπότε ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος αναγκάσθηκε να παραχωρήσει το κατασκευασμένο κάστρο και ανάκτορο στο Μυστρά, κοντά στην αρχαία Σπάρτη, στο αναγεννημένο Βυζάντιο. Αυτή η Ελληνική επαρχία και αργότερα ημιαυτόνομο Δεσποτάτο προχώρησε σε σταδιακή ανακατάληψη του Φραγκικού πριγκιπάτου μέχρι το 1430. Η ίδια περίοδος σημαδεύτηκε επίσης από την εισροή Ηπερωτων Αρβανιτων εποίκων στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, που υπήρξαν οι πρόγονοι των σημερινών Αρβανιτών.
Το δεσποτάτο του Μυστρά, ή Δεσποτάτο του Μορέως, αποτέλεσε ημιαυτόνομη περιοχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Πελοπόννησο και διέγραψε τη δική της πορεία από το 1262 ως το 1460 οπότε καταλύθηκε από τον Μωάμεθ Β΄. Στη μάχη της Πελαγονίας, ο δυτικός συνασπισμός συγκρούστηκε με τις βυζαντινές δυνάμεις του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου αλλά οι δυτικοί σύμμαχοι ηττήθηκαν. Οι στρατιώτες της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας ανακάλυψαν τον Γουλιέλμο λίγο μετά την μάχη να κρύβεται σε μία θημωνιά και τον αιχμαλώτισαν. Θα έμενε ελεύθερος αν του παρέδιδε τρία κάστρα στο νότο της Πελοποννήσου, τα κάστρα του Μυστρά, της Μονεμβασιάς, και της Μεγάλης Μάνης (ή Μαΐνης). Αυτά τα κάστρα έγιναν και ο πυρήνας του Δεσποτάτου του Μυστρά. Καθώς ο καιρός περνούσε, ολόκληρη η Πελοπόννησος μετατρεπόταν σε μεγάλο πεδίο μαχών. Παρά τη φραγκική αντίδραση, οι Βυζαντινοί μέχρι το 1320, περίπου, καταφέρνουν να καταλάβουν τα κάστρα της Άκοβας, της Καρύταινας, του Πολύφεγγου και του Αγίου Γεωργίου στα Σκορτά και το 1330 περίπου καταλαμβάνουν τα Καλάβρυτα. Εν τω μεταξύ γύρω από τον Μυστρά μαζεύτηκαν πολλοί κάτοικοι από τη γύρω περιοχή για περισσότερη ασφάλεια και χτίστηκαν νέα τείχη για να συμπεριλάβουν τα καινούρια σπίτια του Μυστρά. Οι κάτοικοι της γειτονικής Λακεδαιμονίας είχαν μετακινηθεί για περισσότερη ασφάλεια στον Μυστρά και η Λακεδαιμονία είχε ερημώσει το αργότερο το 1265. Το 1349 ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός έστειλε τον δευτερότοκο γιο του, Μανουήλ στην Πελοπόννησο. Ηταν ο πρώτος δεσπότης του Μυστρά (1348-1380). Προυσιάζεται για πρώτη φορά άνθηση στις τέχνες, το έργο του Μανουήλ στον Μυστρά έφερε αέρα ανανέωσης στην περιοχή. Το 1380 που θα πεθάνει θα τον διαδεχθεί ο αδελφός του, Ματθαίος και έπειτα ο Δημήτριος(1383-1384). Ολοι οι δεσπότες θα ανήκουν στην οικογένεια των Παλαιολόγων, με πρώτο το Θεόδωρο Α΄ (1384-1407), αδελφό του αυτοκράτορα Μανουήλ Β' Παλαιολόγου και μετά από αυτόν το Θεόδωρο Β΄ (1407-1443), δευτερότοκο γιο του Μανουήλ Β΄. Το Θεόδωρο Β΄ διαδέχθηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος(1443-1449) και αυτόν οι αδελφοί του Θωμάς και Δημήτριος μέχρι το 1460. Αυτήν την εποχή το δεσποτάτο εξουσιάζει σχεδόν όλη την Πελοπόννησο. Η προσφορά του δεσποτάτου στον ελληνισμό ήταν ότι αποτέλεσε ένα έδαφος για την τελευταία αναλαμπή του μεσαιωνικού ελληνισμού και την πνευματική και καλλιτεχνική αναζήτηση του. Σήμερα πολλές εκκλησίες και μοναστήρια σώζονται από εκείνη την περίοδο στον Μυστρά, όπως και το παλάτι των δεσποτών του οποίου η αναστήλωση έχει ξεκινήσει εδώ και αρκετό καιρό.
Οι Οθωμανοί Τούρκοι άρχισαν να κάνουν επιδρομές στην Πελοπόννησο γύρω στα 1358, αλλά αυτές εντάθηκαν μόνο μετά το 1387, όταν ανελαβε τον έλεγχο ο δυναμικός Εβρενός Μπέη. Εκμεταλλευόμενος τις διαμάχες μεταξύ Βυζαντινών και Φράγκων λεηλάτησε όλη τη χερσόνησο και υποχρέωσε τόσο τους Βυζαντινούς δεσπότες, όσο και τους Φράγκους ηγεμόνες που είχαν απομείνει, να αναγνωρίσουν την Οθωμανική επικυριαρχία και να πληρώνουν φόρους. Συνεχίσθηκε μέχρι την ήττα των Οθωμανών στη Μάχη της Άγκυρας το 1402, τότε η Οθωνανική ισχύς προσωρινά περιορίστηκε. Οι Οθωμανικές εισβολές στο Μωριά επαναλήφθηκαν υπό τον Τουραχάν μπέη μετά το 1423. Παρά την ανακατασκευή του Εξαμιλίου τείχους στον Ισθμό της Κορίνθου οι Οθωμανοί υπό τον Μουράτ Β΄ το παραβίασαν το 1446, αναγκάζοντας τους Δεσπότες του Μωρέα να αναγνωρίσουν εκ νέου την Οθωμανική επικυριαρχία, όπως και πάλι υπό τον Τουραχάν το 1452 και το 1456. Μετά την κατάληψη του Δουκάτου των Αθηνών το 1456, οι Οθωμανοί κατέλαβαν το ένα τρίτο της Πελοποννήσου το 1458 και ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ εξάλειψε τα υπολείμματα του Δεσποτάτου το 1460. Το τελευταίο Βυζαντινό οχυρό, το Κάστρο του Σαλμενίκου, υπό το διοικητή του Γραίτζα Παλαιολόγο άντεξε μέχρι τον Ιούλιο του 1461. Μόνο τα Βενετικά φρούρια της Μεθώνης, Κορώνης, Ναβαρίνου, Μονεμβασιάς, Αργους και Ναυπλίου παρέμειναν εκτός του ελέγχου των Οθωμανών για έναν αιώνα ακόμη.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πελοπόννησος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δεσποτάτο_του_Μυστρά
http://aristomenismessinios.blogspot.gr/2015/07/blog-post_5.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου