Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Ρωμανία(Βυζαντιο) και Ρωμαίος(Βυζαντινός) : Η εξέλιξη του ονόματος των Ελλήνων στην Ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο

Στην επικράτεια τους, οι Ρωμαίοι ουσιαστικά ολοκλήρωσαν την κατακτητική τους εξόρμηση σε Ανατολή και Δύση. Εξαιρώντας κάποιες περιφερειακές περιοχές, που και αυτές δεν άργησαν να κατακτηθούν, όλος ο γνωστός κόσμος είχε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αποδεχτεί τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Σύγχρονη με την ενσωμάτωση της Αιγύπτου, και σημαντικότερη ως ιστορικό γεγονός, ήταν η μετατροπή της ιδιότυπης ρωμαϊκής δημοκρατίας σε μονοκρατορία, με πρώτον αυτοκράτορα τον Οκταβιανό Αύγουστο, που κυβέρνησε με επιτυχία από το 29 π.Χ. ως το 14 μ.Χ. - σαράντα τρία χρόνια. Ακολούθησαν σε αδιάσπαστη σειρά περισσότεροι από πενήντα αυτοκράτορες, άλλοι καλοί, άλλοι κακοί, ώσπου στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ο Μέγας εγκαινίασε ως πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τη Νέα Ρώμη, που αργότερα μετονομάστηκε σε Κωνσταντινούπολη. Φοβεροί στον πόλεμο, οι Ρωμαίοι ήταν σε καιρό ειρήνης συμβιβαστικοί, σχεδόν μεγαλόψυχοι απέναντι στους κατακτημένους, και συχνά τους άφηναν, τουλάχιστο φαινομενικά, να κυβερνιούνται με τους δικούς τους νόμους - φτάνει να μην έθιγαν τα ρωμαϊκά συμφέροντα και να πείθονταν στις επιταγές του αυτοκράτορα, της Συγκλήτου και των διορισμένων εκπροσώπων τους. Ευεργετική για τους υποτελείς, άτομα και πολιτείες, ήταν η απαλλαγή τους από τη φορολογία, ενώ ύψιστη επιβράβευση για όσους αποδείκνυαν έμπρακτα την αφοσίωσή τους στη Ρώμη ήταν να τους απονεμηθεί ο τίτλος και να τους αναγνωριστούν τα δικαιώματα του ρωμαίου πολίτη. Το τελευταίο γινόταν όλο και συχνότερα όσο προχωρούσαν τα χρόνια, ώσπου το 212 μ.Χ. να ονομαστούν, με διάταγμα του Καρακάλλα, ρωμαίοι πολίτες όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας. Η σχετική επιείκεια των Ρωμαίων δεν εμπόδιζε οι κατακτημένες περιοχές να υποφέρουν τα πάνδεινα από τους κατακτητές, που ισοπέδωναν πολιτείες ολόκληρες, καταλήστευαν τους καλλιτεχνικούς και άλλους θησαυρούς και εκμεταλλεύονταν το οικονομικό δυναμικό τους. Φτωχό αντιστάθμισμα στις τόσες συμφορές ήταν για τις ελληνικές περιοχές ο σεβασμός και η εύνοια που έδειχναν ορισμένοι αυτοκράτορες απέναντι στην Αθήνα, την Έφεσο, τους Δελφούς, την Ελευσίνα και άλλα θρησκευτικά και πολιτισμικά κέντρα. Αξιόλογη δύναμη εκτός από τη Ρώμη δεν υπήρχε στην Ελληνορωμαϊκή εποχή, ούτε και θα μπορούσε να αναπτυχτεί, καθώς πια η Ρώμη επιβαλλόταν με το μέγεθός της και μόνο. Δε σταμάτησαν βέβαια ποτέ τελείως οι πολεμικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια, ούτε οι εσωτερικές συγκρούσεις, όταν η διαδοχή των αυτοκρατόρων δεν εξελισσόταν ομαλά· όμως εξεγέρσεις έγιναν ελάχιστες, και σε γενικές γραμμές η ρωμαϊκή ειρήνη κράτησε αιώνες. Τη γενικότερη πολιτική κατάσταση μπορούμε να την καταλάβουμε καλύτερα διαβάζοντας μια φράση που έγραψε γύρω στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. ένας για μας ανώνυμος συγγραφέας: «Όσο διατηρείται η μνήμη της ελευθερίας και απασχολεί τον υπόδουλο, ο λαός θέλει και προβάλλει ισχυρή αντίσταση· όταν όμως υπερισχύσει το κακό και οι άνθρωποι δε συζητούν πια πώς θα το βγάλουν από πάνω τους αλλά πώς θα ζήσουν ευκολότερα μαζί του, τότε η καταστροφή είναι ολοκληρωτική». Μην ξεχνούμε, ωστόσο, ότι κιόλας από τον καιρό του Μεγαλέξανδρου οι λαοί ζούσαν στο πλαίσιο μεγάλων μονοκρατοριών, και ότι η ρωμαϊκή κυριαρχία, όσο δυσάρεστη και αν ήταν, αποτελούσε εγγύηση για την ειρήνη, τον νόμο και την τάξη.
Αρχικά, και με την αυστηρή έννοια του όρου, «Ρωμαίος» ονομαζόταν ο κάτοικος της Ρώμης. Με την επέκταση της αυτοκρατορίας, το όνομα προσέλαβε ευρύτερες έννοιες. Μερικές φορές ο όρος «οι Ρωμαίοι» αναφερόταν στην αυτοκρατορική εξουσία που ασκούσε τη διακυβέρνηση, ενώ με τον όρο «ρωμαϊκή διαδικασία» εννοούνταν οι μέθοδοι διακυβέρνησης τις οποίες εφάρμοζε αυτή η εξουσία. Άλλες φορές ο όρος «Ρωμαίος» εννοούσε απλώς οποιονδήποτε είχε ρωμαϊκή υπηκοότητα, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή τον τόπο γέννησής του. Στην τελευταία περίπτωση, κάποιος μπορούσε να γίνει Ρωμαίος αγοράζοντας την υπηκοότητα, όπως έκανε ο στρατιωτικός διοικητής Κλαύδιος Λυσίας. Ή κάποιος μπορούσε να γεννηθεί Ρωμαίος, δηλαδή να είναι Ρωμαίος πολίτης από τη γέννησή του. Αυτό ίσχυε στην περίπτωση του αποστόλου Παύλου διότι αυτός, αν και Ιουδαίος στην εθνικότητα και γεννημένος στην Ταρσό της Κιλικίας, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ιταλία, ήταν Ρωμαίος από τη γέννησή του. Ο Ρωμαίος πολίτης απολάμβανε πολλά προνόμια και ήταν προστατευμένος από πολλές απόψεις. Μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας το 168 Π.Χ., οι Ρωμαίοι πολίτες ως επί το πλείστον απαλλάσσονταν από την καταβολή φόρων. Οι νόμοι Lex Valeria και Lex Porcia, οι οποίοι θεσπίστηκαν σε κάποιες χρονολογίες μεταξύ του 509 και του 195 Π.Χ., εξαιρούσαν τους Ρωμαίους πολίτες από τη μαστίγωση. Ο νόμος Lex Valeria προέβλεπε αυτή την εξαίρεση όταν ο πολίτης προσέφευγε στη συνέλευση του λαού, ενώ ο νόμος Lex Porcia χωρίς την ύπαρξη προσφυγής. Μεταγενέστερα, η προσφυγή γινόταν με απευθείας επίκληση του αυτοκράτορα. Αν περιλαμβάνονταν ορισμένα αδικήματα που επέσυραν το θάνατο, οι πολίτες μπορούσαν να ζητήσουν να σταλούν στη Ρώμη ώστε να δικαστούν εκεί ενώπιον του ίδιου του αυτοκράτορα. Το να παραβιάσει κανείς τον Βαλέριο ή τον Πόρκιο νόμο ήταν κάτι πολύ σοβαρό, όπως καταδείχτηκε δύο φορές σε σχέση με τον Παύλο.
Ο Καρακάλλας (188 - 217) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 198 έως το 217.
O Καρακάλλας γεννήθηκε στο Λούγδουνο της επαρχίας της Γαλατίας το 188. Ήταν γιος του Σεπτίμιου Σεβήρου και της Ιουλίας Δόμνας. Το πατρογονικό του όνομα ήταν Μάρκος Αυρήλιος Αντωνίνος, αλλά υιοθέτησε το όνομα Καρακάλλας εξαιτίας του μανδύα με κουκούλα που φορoύσαν οι συμπατριώτες του. Από την περίοδο διακυβέρνησης του Καρακάλλα ξεχωρίζουν τρία πράγματα. Καταρχήν το διάταγμα του 212 (Constitutio Antoniniana) που παρείχε την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη στους ελεύθερους πολίτες όλης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προκειμένου να αυξηθούν δια της φορολογίας τα κρατικά έσοδα. Συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν να ονομάζονται Ρωμαίοι όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας μεταξύ των οποίων και οι Έλληνες. Η ονομασία αυτή διατηρήθηκε και στο Ανατολικό Ρωμαϊκό (Βυζαντινό) Κράτος μέχρι την κατάλυσή του από τους Τούρκους και έφθασε ως τις μέρες μας με τη μορφή "Ρωμιός", που πλέον είναι συνώνυμο του "Έλληνας". Κατόπιν, η υποτίμηση του ρωμαϊκού νομίσματος με την ελάττωση κατά 25% του αργύρου στο κράμα του νομίσματος, προκειμένου να πληρωθούν οι ρωμαϊκές λεγεώνες τους οφειλόμενους μισθούς. Τέλος, η κατασκευή μεγάλων Θερμών έξω από τη Ρώμη, γνωστών ως "Θέρμαι" ή Λουτρά του Καρακάλλα, ερείπια των οποίων διασώζονται ακόμη και σήμερα.
Ο Θεοδόσιος Α ΄ (347 - 395), γνωστός και ως Μέγας Θεοδόσιος , ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 379 έως το 395. Ο Θεοδόσιος ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας που κυβέρνησε τόσο στο ανατολικό όσο και στο δυτικό μισό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Βασίλευσε ως συναυτοκράτορας αρχικά με το Γρατιανό (που δολοφονήθηκε) και Ουαλεντινιανό Β΄ μέχρι το 383 (που δολοφονήθηκε), στη συνέχεια μόνο με τον Ουαλεντινιανό Β ΄ και από το 392 και μετά με συναυτοκράτορα τον γιο του Αρκάδιο. Υπήρξε ικανότατος στρατιωτικός αλλά ουσιαστικά άσκησε τη διοίκηση της αυτοκρατορίας όσο ο Ουαλεντινιανός Β' ήταν ανήλικος. Παντρεύτηκε αρχικά την Φλασίλλα με την οποία απέκτησε τον Αρκάδιο, τον Ονώριο και την Πουλχερία και αργότερα την αδερφή του Ουαλεντινιανού Γάλλα ή Γκάλλα, κόρη της Ιουστίνας από την οποία απέκτησε την Γάλλα Πλακιδία, ή Γκάλλα Πλακιντία. Στις 27 Φεβρουαρίου του 380 αναγνώρισε τον Χριστιανισμό ως την επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας δηλώνοντας «επιθυμούμε όλα τα διάφορα υπήκοα έθνη [...] να ακολουθούν την Θρησκεία που παραδόθηκε στους Ρωμαίους από τον άγιο απόστολο Πέτρο» και στις 8 Νοεμβρίου του 392 έθεσε εκτός νόμου τις αρχαίες θρησκείες. Το 381 εξέδωσε το λεγόμενο «έδικτο κατά των αποστατών» με το οποίο τιμωρούσε με πλήρη στέρηση δικαιωμάτων δικαιοπραξίας όλους τους πρώην χριστιανούς που επέστρεφαν στην Εθνική Θρησκεία. Το 382 απαγόρευσε με ποινή θανάτου και δήμευση της περιουσίας των ενόχων Εθνικών (που χαρακτηρίζονται «παράφρονες» και «ιερόσυλοι»), κάθε μορφή θυσίας, μαντικής, ψαλμωδιών προς τιμή των Θεών ή τις απλές επισκέψεις σε αρχαίους Ναούς. Το 384 διέταξε την κατεδάφιση ή το σφράγισμα ειδωλολατρικών Ιερών και υπέγραψε νέα απαγόρευση των θυσιών, ενώ το 391 ανανέωσε την πλήρη απαγόρευση των θυσιών, των επισκέψεων σε ειδωλολατρικούς ναούς: «Κανείς δεν θα μολυνθεί με θυσίες και σφάγια, κανείς δεν θα πλησιάσει ή θα εισέλθει σε Ναούς, ούτε θα σηκώσει τα μάτια σε εικόνες φτιαγμένες από ανθρώπινο χέρι, διαφορετικά θα είναι ένοχος μπροστά στους ανθρώπινους και τους θεϊκούς νόμους». Ως συνέπεια της διογκούμενης έλλειψης ανεκτικότητας, το 392 καταστράφηκε ο μεγάλος ναός του Σέραπι στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Σταμάτησαν να δίνονται επιχορηγήσεις προς τα παγανιστικά ιερατεία, ενώ αυξήθηκε η οχλοκρατική βία εναντίον των παγανιστικών ναών και ομοιωμάτων με την υποκίνηση των μοναχών. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ακολούθησε αδιάλλακτη θρησκευτική πολιτική στη διάρκεια της οποίας έθεσε εκτός νόμου τις αρχαίες λατρείες. Η αρχαία θρησκεία επέζησε βέβαια τουλάχιστον ως την εποχή του Ιουστινιανού. Έως σήμερα είναι διαδεδομένη η άποψη ότι ο Μέγας Θεοδόσιος απαγόρευσε την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, με την αιτιολογία ότι είχαν πάρει πλέον μια καθαρά ωφελιμιστική κατεύθυνση, με επιδείξεις μονομάχων, θεάματα τσίρκων και εκτεταμένο επαγγελματισμό, θεάματα που ήταν ασύμβατα με την νοοτροπία του Χριστιανισμού. Σύμφωνα με έρευνες νεωτέρων βυζαντινολόγων, όμως, δεν απαγόρευσε ο Μέγας Θεοδόσιος τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά απλώς απαγόρευσε τις θυσίες κατά την διάρκειά τους. Μάλιστα, οι Αγώνες συνεχίστηκαν για περίπου 30 χρόνια ακόμη και ο λόγος που έσβησαν ήταν η έλλειψη χρημάτων (χορηγών) και κάποιες φυσικές καταστροφές, όπως η πυρκαγιά στον ναό της Ολυμπίας.
Καιτοι δε κατά τον Ε' αιώνα ο αυτοκράτορας Λέων Α΄ ανανέωσε τους αυστηρούς νόμους του Θεοδοσίου Α΄ κατά του εθνισμού, αναγκάσθηκαν μάλιστα τότε πολλοί να δεχθούν τον Χριστιανισμό ενώ παρέμεναν εθνικοί, εν τούτοις η καταρρέουσα εθνική θρησκεία διετηρείτο ακόμη σε κάποια μέρη δια της ελληνικής παιδείας. Κέντρο αυτής ήταν το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο είχε ως περιφημότερους καθηγητές τον Πρίσκο και τον Αθηναίο Πλούταρχο, υιό πιθανώς του τελευταίου αρχιερέα των Ελευσίνιων μυστηρίων, μεταξύ δε πολλών άλλων και τον Σύριο Πρόκλο, αδιάλλακτο πολέμιο του Χριστιανισμού. Ο Πρόκλος ανέλαβε να αναδιοργανώσει εκλεκτικά το εθνικό θρήσκευμα, διατελώντας, όπως πίστευε, υπό την άμεση χειραγωγία της Αθηνάς, αλλά δεν μπόρεσε να κατορθώσει κάτι τέτοιο, οι δε διάδοχοι του εξακολουθούντες να τηρούν την ίδια εχθρική στάση προς τον Χριστιανισμό προκάλεσαν την προσοχή της χριστιανικής πολιτείας. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄, ο οποίος απαγόρευσε την τέλεση των Ολυμπιακών αγώνων στην Αντιόχεια (528), με την έκδοση του περίφημου Ιουστινιάνειου κώδικα (529) ώρισε ότι η νομική επιστήμη θα διδασκόταν πλέον μόνο στην Κωνσταντινούπολη, στη Ρώμη και τη Βηρυτό, όχι δε και στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Επειδή μάλιστα ανακαλύφθηκαν στην Κωνσταντινούπολη πολλοί οπαδοί της εθνικής θρησκείας, η οποία υποστηριζόταν από τους εθνικούς καθηγητές, ο Ιουστινιανός ανανέωσε τις προγενέστερες διατάξεις κατά του εθνισμού και απαγόρευσε τις θυσίες. Επίσης απαγόρευσε τη διδασκαλία στους «νοσούντας την ελληνικήν μανίαν», ήτοι στους εθνικούς καθηγητές και περιέλαβε στο δημόσιο ταμείο την περιουσία του πανεπιστημίου Αθηνών, του οποίου η περαιτέρω λειτουργία κατέστη αδύνατη, πολύ περισσότερο δε όταν δεν βρέθηκαν χριστιανοί καθηγητές. Οι εθνικοί καθηγητές με επικεφαλής τον σχολάρχη τους Δαμάσκιο, αποφάσισαν να μετοικήσουν στην Περσία, όπου πράγματι μετέβησαν και έγιναν ενθουσιωδώς δεκτοί. Αλλά απογοητεύθηκαν γρήγορα και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Λείψανα της εθνικής θρησκείας εναπέμειναν στη Μάνη, τα οποία κατά τους Θ΄ και Ι΄ αιώνες εξαφανίσθηκαν με την τέλεια επικράτηση του Χριστιανισμού.
Λίγες δεκαετίες μετά τη διακήρυξη του Καρακάλλα, σύμφωνα με την οποία οι ελεύθεροι άρρενες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχαν το δικαίωμα να γίνουν Ρωμαίοι πολίτες, το όνομα Ρωμανία, δηλαδή χώρα των Ρωμαίων, ήλθε στην επιφάνεια και αντικατέστησε σταδιακά το Imperium Romanum, δηλαδή το κράτος των Ρωμαίων. Δεδομένου ότι ο όρος Έλληνας όχι μόνον είχε περιπέσει σε αχρηστία, αλλά υπονοούσε πλέον εκείνον που λάτρευε ακόμη τους αρχαίους θεούς, και άρα ήταν κακόφημος και ταυτισμένος με παράνομες θρησκευτικές ιδέες και απιστία προς το κράτος, οι ελληνόφωνοι πολίτες της Αυτοκρατορίας προτίμησαν την ταυτότητα του «Ρωμαίου» αντί του «Έλληνα» ως σίγουρο καταφύγιο στους καιρούς που άλλαζαν. Έτσι ελληνόφωνοι «Ρωμαίοι» κατοικούσαν την Αυτοκρατορία μέχρι την πτώση της τον δέκατο πέμπτο αιώνα και την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς Τούρκους. Το όνομα Ρωμανία σημαίνει "χώρα Ρωμαίων " και δηλώνει την πατρίδα των Ρωμαίων. Αποτελεί ενδώνυμο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ενώ επισήμως χρησιμοποιήθηκε από τη λεγόμενη Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Σύγχρονες επιβιώσεις του ονόματος είναι η Ρομάνια στην Ιταλία (όπου βρίσκεται η πρώην πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ραβέννα) και η Ρουμανία στην πρώην Τρανσυλβανία-Μολδοβλαχία. Το όνομα σχετίζεται με την εξέλιξη της εθνικής συνείδησης των Ρωμαίων μετά την οικουμενικοποίηση του εθνωνύμου που επέφερε το ήδικτο του Καρακάλλα ( 212) με το οποίο όλοι οι ελεύθεροι υπήκοοι της Ρώμης ανά την επικράτειά της απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα ως Ρωμαίοι πολίτες. Ως όνομα, η Ρωμανία απαντάται για πρώτη φορά το 330 μ.χ. με την μεταφορά της ρωμαϊκής πρωτεύουσας στην Κωνσταντινουπολη. Κατ' αρχάς μέχρι τον 5ο αιώνα δήλωνε άλλοτε τις δυτικές επαρχίες του ρωμαϊκού κράτους, άλλοτε τις ανατολικές. Από της κατάλυσης της Δυτικής Αυτοκρατορίας το 476, το όνομα άρχισε να σημαίνει αποκλειστικά την Ανατολική Αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη (Βυζάντιο). Είναι αληθές ότι οι Βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι σπάνια μεταχειρίστηκαν τη λέξη αυτή για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Παρά ταύτα τα παραδείγματα είναι άφθονα από τον 11ου αιώνα όπου οι Αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης στις εμπορικές συνθήκες που υπέγραφαν με άλλες χώρες χρησιμοποιούσαν τον όρο Ρωμανία. Επίσης οι ξένοι περιηγητές μεταχειρίζονταν αυτόν τον όρο όπως ο μουσουλμάνος ηγεμόνας Μελίκ που από αυταρέσκεια αυτονομαζόταν "Μέγας Μελίκ πάσης Ρωμανίας και Ανατολής".  Η ίδρυση των διαφόρων λατινικών κρατών στην Ανατολή είχε ως αποτέλεσμα την ευρύτερη διάδοση του ονόματος. Η λεγόμενη Λατινική Αυτοκρατορία (δηλαδή το σταυροφορικό κράτος της Κωνσταντινούπολης) φέρει το όνομα: "Imperium Romaniae". Με τη σειρά του ο Δόγης της Βενετίας έφερε τον τίτλο: "Dominus quartae partis et dimidiae totius Imperii Romaniae" δηλαδή κύριος του ενός τέταρτου όλης της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας. Μετά δε την κατάλυση της Λατινικής Αυτοκρατορίας, το όνομα Ρωμανία σήμαινε εκ νέου την αναγεννημένη από την Αυτοκρατορία της Νίκαιας Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Σε μερικές περιπτώσεις με το όνομα αυτό αναφέρονται περιοχές οι οποίες ανήκαν παλαιότερα στους Βυζαντινούς, όπως η Μικρά Ασία και η Πελοπόννησος, όπου το Ναύπλιο ονομαζόταν μέχρι στις αρχές του προηγούμενου αιώνα Napoli di Romania. Από το μεσαιωνικό όνομα Ρωμαίος προήλθε το όνομα Ρωμιος της Τουρκοκρατίας.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ρωμανία

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/grammatologia/page_072.html?prev=true

https://www.sakketosaggelos.gr/Article/2266/

http://wol.jw.org/el/wol/d/r11/lp-g/1200003761

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Καρακάλλας

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεοδόσιος_Α΄

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ρωμανία





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου