Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Σπουδαίοι Οθωμανοί ελληνικής καταγωγής και η ιστορία των Ελλήνων μουσουλμάνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας

Βαλαάδες αποκαλούνταν Έλληνες που είχαν εξισλαμισθεί κατά την ύστερη περίοδο της τουρκοκρατίας στην δυτική Μακεδονία ή και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Το όνομα αυτό προέρχεται ενδεχομένως από την αραβική λέξη βαλαχί (Wallah, " ορκίζομαι στον Αλλάχ") το οποίο τους αποδόθηκε με σκωπτική διάθεση επειδή δεν γνώριζαν παρά ελάχιστες τουρκικές λέξεις, ενώ υπάρχει και η άποψη ότι προέρχεται από διαγλωσσική προσαρμογή του εθνωνυμίου "Βλάχοι". Οι ίδιοι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους "Φούτσηδες". Η μεγαλύτερη συγκέντρωση Βαλαχάδων υπήρχε σε χωριά μεταξύ Σιάτιστας, Καστοριάς και Γρεβενών. Οι περισσότεροι από αυτούς θεωρήθηκαν ανταλλάξιμοι κατά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 και μετοίκησαν στην Τουρκία. Εξισλαμίστηκαν κατά τον 17ο αιώνα. Ο πρόσφατος εξισλαμισμός τους υποδεικνύεται και από το ότι υπάρχουν κοινά επώνυμα μεταξύ Βαλαχάδων και Χριστιανών της περιοχής, καθώς και χωράφια τα οποία είχαν διαμοιραστεί ως "αδελφομοίρια" και οι ιδιοκτήτες τους γνώριζαν ότι ήταν συγγενείς αν και είχαν διαφορετική θρησκεία. Αρχισαν να εξισλαμίζονται στα τέλη του 17ου αι. και αυτό συνεχίστηκε και τον επόμενο αιώνα λόγω των πιέσεων από τους Τουρκαλβανούς και τον Αλή Πασά ο οποίος μετέβαλε σε τσιφλίκια τα χριστιανικά χωριά. Ο Πουκεβίλ αναφέρει ότι η Λεψίστα ή Ανασελίτσα, ένα από τα χωριά των Βαλαάδων, κτίστηκε τον 14ο αιώνα από εξισλαμισθέντες Βαρδαριώτες που αντικατέστησαν άλλους χριστιανούς που είχαν σφαγεί ή εξανδραποδισθεί. Ένα χρονολογημένο τεκμήριο είναι αναφορά του αρχιεπισκόπου Σισανίου στον λεγόμενο κώδικα του Ζωσιμά της Σιατίστης όπου αναφέρει ότι το 1797 υπήρχαν στην επαρχία Σισανίου ως μωαμεθανικά τα χωριά των Βαλαάδων ενώ υπήρχαν και μικτά χωριά. Αλλά και ο μελετητής Καλεντέρης παρατήρησε στον κώδικα της Μονής Μεταμορφώσεως, της επιλεγόμενης της Ζάβορδας, ότι το 1692 αναφέρονται ως δωρητές και ονόματα ατόμων από χωριά που είναι γνωστά ως αμιγώς μουσουλμανικά, όπως το Βέντζι, οι Αγαλαίοι, η Τόριτσα, η Πηγαδίτσα κ.ά. Με βάση αυτό θεωρείται πιθανό ότι εξισλαμίστηκαν μετά το 1692 και πριν το 1797.
Οι Λινοβάμβακοι ήταν μια κοινότητα που ζούσε στην Κύπρο. Σήμερα, αποτελούν μέρος των Τουρκοκύπριων. Η λέξη Λινοβάμβακοι αποτελεί που προέρχεται από τον Ελληνικό συνδυασμό των λέξεων λινό(ύφασμα) και βαμβάκι. Ο όρος αυτός χρησιμοποιούνταν ως μεταφορά για να αποδειχτεί ότι ακόμα και αν αυτοί είχαν χριστιανικές προελεύσεις, επέλεξαν να παρουσιάζονται προς τα έξω ως Μουσουλμάνοι. Οι Λινοβάμβακοι δεν εξασκούσαν προς τα έξω ή έκαναν επίδειξη των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, λόγω του ψεύτικου προσηλυτισμού τους. Έτσι, στην καθημερινή τους ζωή, επέλεγαν να έχουν είτε ένα Χριστιανικό και ένα Μουσουλμανικό όνομα, ή ένα κοινότυπο όνομα που βρισκόταν και στις δύο θρησκείες όπως το Ιμπραήμ (Αβραάμ), Γιουσούφ (Ιωσήφ) ή Μούσα (Μηωσής). Στην ετήσια στρατολόγηση συχνά επελέγονταν στον Οθωμανικό στρατό, και απέφευγαν την πληρωμή φόρων για μη μουσουλμάνους. Οι Λινοβάμβακοι δεν μετατράπηκαν εξ ολοκλήρου σε μια παραδοσιακή Μουσουλμανική ζωή, αλλά μόνο επιδείκνυαν θρησκευτικές πρακτικές και πεποιθήσεις που θα τους χάριζαν πλεονεκτήματα που παρέχονταν μόνο σε μουσουλμάνους. Για παράδειγμα, κατανάλωναν συχνά αλκοόλ και χοιρινό κρέας, και δεν παριστάνονταν σε θρησκευτικές υπηρεσίες, παραδόσεις παρόμοιες με την συνεχιζόμενη Τουρκοκυπριακή κουλτούρα σήμερα. Πολλά από τα χωριά των Λινοβαμβάκων έχουν Χριστιανικά ονόματα αγίων που αρχίζουν με τη λέξη άγιος. Πολλά από τα χωριά και τις γειτονικές περιοχές που έγιναν δεκτές ως Τουρκο-Κυπριακά κτήματα, ήταν στο παρελθόν κέντρα δραστηριότητας των Λινοβάμβακων. Το σύστημα των μιλλέτ από την Οθωμανική Αυτοκρατορία καταργήθηκε κατά τη διάρκεια της Βρετανικής διοίκησης. Σε αυτή την περίοδο, οι άνθρωποι της Κύπρου διαχωρίστηκαν σε δύο κύριες ομάδες στις απογραφές και τα αρχεία διοίκησης. Λόγω της πολιτικής πόλωσης της Βρετανικής διοίκησης, οι Λινοβάμβακοι ενσωματώθηκαν στην Τουρκοκυπριακή κοινότητας.
Οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι είναι μουσουλμάνοι που μιλούν ελληνικά και βρίσκονται κυρίως στην Τουρκία, στην Κύπρο και στην Ελλάδα, αλλά έχουν αναφερθεί μεταναστεύσεις στο Λίβανο και στη Συρία. Ελληνόφωνο, αν και δίγλωσσο, είναι ένα μεγάλο μέρος της αυτόχθονης μουσουλμανικής μειονότητας της Ελλάδας, εκ των οποίων οι περισσότεροι γνωρίζουν την Τουρκική. Ιστορικά, κατά την διαδικασία αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ήταν οργανωμένη σε θρησκευτικές κοινότητες, τα μιλλέτ, η μουσουλμανική κοινότητα ταυτίστηκε με το τουρκικό έθνος ενώ από την ορθόδοξη κοινότητα το ελληνόφωνο κομμάτι δημιούργησε το ελληνικό έθνος-κράτος. Έτσι, καθώς επικράτησε ως πρωτεύον στοιχείο προσδιορισμού η θρησκεία, οι περισσότεροι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι της Ελλάδας μετανάστευσαν στην Τουρκία στη δεκαετία του 1920 με τις ανταλλαγές πληθυσμών της Συνθήκης της Λωζάνης, με εξαίρεση των μουσουλμάνων της Θράκης οι οποίοι αποτελούν επισήμως αναγνωρισμένη μειονότητα. Ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι ήταν και οι Βαλαάδες της Δυτικής Μακεδονίας. Στην Τουρκία οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι διακρίνονται σε αυτούς του Πόντου, οι οποίοι ομιλούν την ποντιακή διάλεκτο με έντονες επιδράσεις από την τουρκική («ρωμαίικα», στα τουρκικά Rumca), σε μουσουλμάνους από την Κρήτη (Τουρκοκρητικοί), από την Ήπειρο (Τουρκογιαννιώτες) και σε Κύπριους μουσουλμάνους.
Ο Αγριολίδης ή Αγριαλής ήταν γενίτσαρος, αρχηγός των τουρκικών δυνάμεων του Μεγάλου Κάστρου (Ηράκλειο Κρήτης) στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης. Μετά το ξέσπασμα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 ο Αγριολίδης, επικεφαλής των γενίτσαρων, τρομοκρατούσε τους πληθυσμούς και λεηλατούσε τις γύρω περιοχές, για να αποτρέψει την εξάπλωση της επανάστασης στην Κρήτη. Μετά όμως την αποστολή στην Κρήτη του βαρώνου Ράινεκ (μέσα Ιουλίου 1828) ως αντιπροσώπου του Καποδίστρια, οι Κρητικοί αναθάρρησαν και ξέσπασε νέο επαναστατικό κίνημα. Ο Αγριολίδης βγήκε από το κάστρο με τους γενίτσαρους για να διαλύσει τους επαναστάτες, έπεσε όμως σε ενέδρα στον Άγιο Ιωάννη Μεσαράς και σκοτώθηκε. Για να εκδικηθούν το θάνατο του αρχηγού τους οι γενίτσαροι, στις 15 Αυγούστου 1828, έσφαξαν στο Ηράκλειο και στις γύρω περιοχές 800 περίπου άτομα. Η σφαγή αυτή είναι γνωστή ως η "σφαγή του Αγριολίδη" ή "αρμπεντές του Αγριολίδη". Την μεθεπόμενη μέρα οι σφαγές συνεχίστηκαν στο Ρέθυμνο και στην Αρχοντική και ίσως να γενικεύονταν, αν δεν επενέβαιναν οι Μεγάλες δυνάμεις.
Ο Γαζή Αχμέτ Εβρενός (θάνατος 1417) ήταν Οθωμανός στρατηγός απόγονος του γνωστού ελληνικής καταγωγής οίκου των Evrenos Ogullari, ισλαμικού κλάδου των Ουρανών. Γεννήθηκε στο Παλαιόκαστρο (Μπαλίκεσιρ) της Τουρκίας, και πέθανε στο Γενιτζέ-ι-Βαρντάρ (σημερινά Γιαννιτσά). Το πραγματικό του όνομα ήταν Εβρενόζ (εκ του «Ουρανός»), αλλά μεταξύ των ελληνικών πληθυσμών αναφέρονταν και ως Εβρενέζ ή με παρόμοια ονόματα. Υπηρέτησε στον οθωμανικό στρατό από το 1359. Γνώρισε πολύχρονη σταδιοδρομία ως στρατηγός, και διακρίθηκε υπό την αρχηγία του πρίγκιπα Σουλεϊμάν Πασά (γιου του σουλτάνου Ορχάν), και των σουλτάνων Μουράτ Α΄,
Βαγιαζήτ Α΄ και Σουλεϊμάν Τσελεμπή. Συμμετείχε σε πολλές σημαντικές μάχες των Οθωμανών. Κατέκτησε τη βυζαντινή Θράκη και Μακεδονία, και κατέκτησε την Κόρινθο το 1397. Οι Βυζαντινοί ιστορικοί χαρακτηρίζουν με αρνητικό τρόπο τον Εβρενό. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ αναφέρει σε γραπτό του έργο το 1409 ότι ο Εβρενός ήταν αιμοβόρος με «απαράμιλλη» έχθρα για τους Χριστιανούς. Ο Γαζή Εβρένος μπέης υπήρξε ιδρυτής του οθωμανικού οίκου Εβρενόζογλου, τουρκικού κλάδου του βυζαντινού οίκου των Ουρανών. Υπήρξε επίσης και ο κύριος κατακτητής των Βαλκανίων (ως uc beyi, άρχοντας των συνόρων, «ακρίτας») με τη συμβολή συμπληρωματική άλλων Οθωμανών πολέμαρχων, όπως οι Σεχζαντέ Μουσταφά, Χατζή Ιλ Μπεγί και Ουτς Μπεγί Τουραχάν. Θρυλείται ότι γνώρισε μακροβιότητα 129 χρόνων. Φαίνεται ότι μεταξύ των πολυάριθμων απογόνων του άρχοντα Εβρενός Γαζή, μεταξύ των οποίων και ο Γαζή Αχμέτ, προφανώς η μνήμη κάποιων χάθηκε στη λήθη, με τα κατορθώματά τους να ενσωματώνονται στα επιτεύγματα του ένδοξου προγόνου τους. Στην Κομοτηνή ο Γαζή Εβρενός έκτισε το Ιμαρέτ Κομοτηνής κοντά στα ανατολικά τείχη του βυζαντινού κάστρου των Κουμουτζηνών, το οποίο διασώζεται μέχρι σήμερα και είναι εκκλησιαστικό μουσείο.
Η Γκιουλμπαχάρ Χατούν (1453-1510) από το χωριό Λιβερά, της Τραπεζούντας του Πόντου, έζησε περί το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα και ήταν η τέταρτη σύζυγος του Σουλτάνου Βαγιαζίτ Β΄ και μητέρα του Σουλτάνου Σελίμ Α΄. Ήταν κόρη του ιερέα του χωριού και την έλεγαν Μαρία. Ήταν ελληνικής καταγωγής. Ο σουλτάνος την έφερε με τιμές στη Κωνσταντινούπολη, την έκανε σύζυγό του και την ονόμασε Γκιουλ Μπαχάρ που σημαίνει "το ρόδο της Άνοιξης"), την οποία και κράτησε επί μακρόν στα ανάκτορά του. Αργότερα όταν αντελήφθη ότι είχε επισύρει το φθόνο των άλλων γυναικών του χαρεμιού του, προκειμένου να την προφυλάξει από τις έντονες ανακτορικές μηχανορραφίες, την έστειλε στην πατρίδα της με τον γιο της και με όλες τις απολαβές και τιμές βασιλικής συζύγου. Εκεί παρέμεινε μέχρι το θανατό της. Ο γιος της Γκιουλμπαχάρ ο Σελίμ Α΄ έγινε σουλτάνος, αν και ποτέ η ίδια δεν αναγνωρίστηκε ως Βαλιντέ Σουλτάνα επειδή πέθανε πριν από την άνοδο τουνΣελίμ Α΄ στο θρόνο. Η Γκιουλμπαχάρ βοήθησε πολύ την πατρίδα της τόσο ώστε τα ιδιαίτερα προνόμια των κατοίκων διατηρήθηκαν μέχρι της εποχής του τουρκικού συντάγματος. Φάνηκε όμως ευεργέτης και στους Τούρκους της περιοχής για χάρη των οποίων έκτισε το "Ιμαρέτ" (στη Τραπεζούντα) που λειτουργούσε ως ιεροσπουδαστήριο (θεολογική σχολή μουσουλμάνων). Σ΄ αυτό δε το τέμενος θάφτηκε η Μαρία (Γκιουλμπαχάρ) όταν πέθανε το 1510 όπου επί του μαυσωλείου της φέρεται επιγραφή στην αραβική και περσική και στην οποία αποκαλείται "Ρωμαία Δέσποινα".
Ο Ισμαήλ πασάς Παπαδάκις, ή Παπαδάκης (1809 - 1867), γνωστός ως Ισμαήλ Φερίκ Πασάς, ή Ισμαήλ Σελήμ Πασάς, ή και Ισμαήλ πασάς Καπλάνης ήταν ελληνικής καταγωγής στρατηγός του αιγυπτιακού στρατού κατά το τελευταίο μισό αιώνα της τουρκοκρατούμενης Κρήτης. Γεννήθηκε ως Εμμανουήλ στη Κρήτη, στο χωριό Ψυχρό Λασιθίου του σημερινού Δήμου Οροπεδίου Λασιθίου, το έτος 1809, ή κατ΄ άλλους 1817. Ήταν γιος του ιερέα Φραγκιά (Φραγκίσκου) Καπλάνη, γόνος ιστορικής οικογένειας της Κρήτης και δισέγγονος του Λασιθιώτη ευγενούς Μισσερ Αλεξη (1637 - ? ) που έζησε επί Βενετοκρατίας. Επίσης ο ευπατρίδης Αλέξιος Αλεξης(1692 - 1786) ήταν παππούς του. Κατά την ελληνική επανάσταση του 1821, όπου είχε επαναστατήσει και η Κρήτη, και ειδικότερα το 1823, κατά την τότε επιδρομή του τουρκικού στρατού ο πατέρας του φονεύτηκε και η μητέρα του με τα τρία τέκνα της Αντώνιο, Εμμανουήλ και Ιωάννη (ή Ανδρέα) μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στην Κωνσταντινούπολη. Κατ΄ άλλη πηγή αρπάχτηκαν μόνο τα παιδιά με σειρά ηλικίας αντίθετη, και μεταφέρθηκαν στην Αλεξάνδρεια, όπου παραδόθηκαν στην αυλή του Χεδίβη (= αντιβασιλέα) Μεχμέτ Αλή Πασά ο οποίος και φρόντισε για τον εξισλαμισμό και την ανατροφή τους. Όμως, ο αδελφός του Αντώνιος δραπέτευσε και βρέθηκε στην Οδησσό το 1829, όπου και ασχολήθηκε με το εμπόριο, ενώ στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα, το 1848, όπου και μεγαλούργησε. Είναι ο γνωστός Αντώνιος Παπαδάκης (ευεργέτης), του τότε Οθωνείου Πανεπιστημίου Αθηνών που φέρεται σήμερα με το όνομα Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το επίθετο Παπαδάκης τού αποδόθηκε ως υιός παπά. Ο Ισμαήλ παραμένοντας στην Αίγυπτο σπούδασε στη στρατιωτική σχολή όπου και διέπρεψε ως στρατιωτικός σε διάφορους πολέμους. Κατά την εκστρατεία της Αιγύπτου στη Συρία το 1859 προήχθη σε στρατηγό «Φερίκ», εξ ου και το προσδιοριστικό του ονόματός του. Στη συνέχεια ανέλαβε διάφορα υπουργήματα μέχρι που έγινε Υπουργός Άμυνας της Αιγύπτου. Ο άλλος αδελφός, ο Ανδρέας, έγινε αρχηγός χωροφυλακής στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το 1867, ο Ισμαήλ τέθηκε επικεφαλής όλου του αιγυπτιακού στρατού όπου και στάλθηκε από τον Χεδίφη Ισμαήλ προς ενίσχυση του τουρκικού στρατού στη Κρήτη προς κατάπνιξη της κρητικής επανάστασης που είχε εκδηλωθεί. Ο Ισμαήλ πασάς Παπαδάκις έφτασε στην Κρήτη και μετά από μία σειρά μαχών στη γενέτειρά του, το Λασίθι, όπου στη μάχη που δόθηκε εκεί στις 26 Μαΐου του 1867, είχε άγριο τέλος για το οποίο υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η σορός του μεταφέρθηκε με ιδιαίτερες τιμές στην Αλεξάνδρεια όπου και ετάφη, ενώ προς τιμή του ο Χεδίβης ανέγειρε ανδριάντα του.
Η Χασεκί Μαχπεϊκέρ Κιοσέμ Βαλιντέ Σουλτάν (1590 -1651) ήταν η ισχυρότερη γυναίκα στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν η αγαπημένη σύζυγος του Σουλτάνου Αχμέτ Α' και μητέρα δύο Σουλτάνων, του Μουράτ Δ' και του Ιμπραήμ Α'. Επηρέασε την πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέσω του συζύγου της Αχμέτ Α', των γιων της Μουράτ Δ' και' Ιμπραήμ Α' και τέλος του εγγονού της Μεχμέτ Δ'. Ήταν Βαλιντέ Σουλτάν όταν οι γιοι της Μουράτ Δ' και Ιμπραήμ Α' και ο εγγονός της Μεχμέτ Δ' (1648-1687) βασίλευαν ως Οθωμανοί Σουλτάνοι. Ήταν μια εξέχουσα προσωπικότητα κατά το Σουλτανάτο των Γυναικών. Ήταν επίσημη αντιβασιλέας δύο φορές και ήταν ως εκ τούτου μία από τις δύο γυναίκες να έχουν γίνει επίσημες αντιβασιλείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχε 2 αδελφές, την Λία (Γιασεμίν) και την Άννα (Γκιουλμπαχάρ), που την ακολούθησαν στο χαρέμι. Κι έναν αδελφό, τον Πέτρο, που σκοτώθηκε. Η Κιοσέμ ήταν Ελληνικής καταγωγής, με καταγωγή από την Χίο, κατά κάποιους κόρη ενός ιερέα, και το όνομα ήταν Αναστασία. Στάλθηκε στην ηλικία των 15 ετών στο χαρέμι του Σουλτάνου Αχμέτ Α' . Το όνομά της άλλαξε Μαχπεϊκέρ από την Σαφιγιέ Σουλτάν ("Φεγγαροπρόσωπη") και αργότερα σε Κιοσέμ, που σημαίνει δυναμική και πολεμιστής από τον Σουλτάνο Αχμέτ Α' . Η Κιοσέμ Σουλτάν ήταν η Χασεκί Σουλτάν του Αχμέτ Α' . Μεταφέρθηκε στο Παλιό Παλάτι μετά τον θάνατο του Αχμέτ Α' το 1617, αλλά επέστρεψε ως Βαλιντέ Σουλτάν, όταν ο μεγαλύτερος γιος της Μουράτ Δ' ενθρονίστηκε το 1623. Μετά τον θάνατό της, σε ηλικία 61 ετών, το σώμα της πάρθηκε από το Τοπ Καπί και στάλθηκε στο Παλιό Παλάτι και στην συνέχεια τάφηκε στο μαυσωλείο του συζύγου της, στο Σουλτάν Αχμέτ Τζαμί (ή Μπλε Τζαμί). Η Κιοσέμ ήταν φημισμένη για το φιλανθρωπικό της έργο και για την απελευθέρωση των σκλάβων της μετά από 3 χρόνια υπηρεσίας. Όταν πέθανε, ο λαός της Κωνσταντινούπολης είχε τριήμερο πένθος.
Ο Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής)(1780 -1839) ήταν σπουδαίος Οθωμανός στρατηγός κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης που αργότερα διετέλεσε και Μέγας Βεζίρης. Γεννήθηκε στην Γεωργία το 1780 και ήταν γιος Έλληνα ορθόδοξου ιερέα καταγόμενου από τον Πόντο. Αιχμαλωτίστηκε σε μικρή ηλικία σε επιχείρηση του οθωμανικού στόλου υπό τον Καπουδάν Πασά (δηλ. στόλαρχο) Μεχμέτ Χουσρέφ Πασά ο οποίος και τον παρέδωσε στο Σαράι της Κωνσταντινούπολης. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον μετέπειτα Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄. Σε ηλικία μόλις 20 ετών έλαβε το αξίωμα του «Πεσκήρ Αγά» και εξετέλεσε πολλές διπλωματικές αποστολές, μεταξύ των οποίων και στην Ύδρα προς συνεννόηση με τον Ρώσο ναύαρχο Σενιάβιν. Το 1809 διορίστηκε Βελής (κυβερνήτης) της Κιουτάχειας, απ' όπου πήρε και το προσωνύμιο Κιουταχής (οι Έλληνες τον αποκαλούσαν υποτιμητικά, " Κιουτάγα", κάτι που τον εξόργιζε). Το 1820 στάλθηκε επικεφαλής τουρκικού στρατού εναντίον του αποστάτη Αλή Πασά στα Ιωάννινα, τον οποίο και κατόρθωσε να νικήσει ενώ μετά το τέλος της εκστρατείας διορίστηκε πασάς των Τρικάλων. Κατεπνιξε στο αίμα την αποστασία των Αγράφων (1821). Με τη γενίκευση της επανάστασης, και αφού είχε νικήσει τους Έλληνες στη μάχη του Πέτα, ο Κιουταχής διορίστηκε Σερασκέρης της Ρούμελης (διοικητής των στρατευμάτων της Ρούμελης) και ανέλαβε επικεφαλής της εκστρατείας εναντίον της Ελληνικής Επανάστασης. Έτσι το 1823 αφού κατέλαβε την Στερεά Ελλάδα προχώρησε στο Μεσολόγγι το οποίο και πολιόρκησε. Η πεισματώδης όμως αντίσταση των πολιορκούμενων, σε συνδυασμό με την καταστροφή, κατά την ναυμαχία της Άνδρου, της τουρκικής αρμάδας που μετέφερε πολεμοφόδια στους πολιορκητές, από τον Γεώργιο Σαχτούρη, οδήγησε τον Κιουταχή να ζητήσει τη βοήθεια του Ιμπραήμ, πράγμα που τελικά ανάγκασε τους Μεσολογγίτες να κάνουν την ηρωική έξοδό τους στις 10 Απριλίου του 1826. Στη συνέχεια ο Κιουταχής στράφηκε κατά της Αθήνας και πολιόρκησε για περίπου ένα χρόνο (1826 - 1827) τους επαναστάτες που ήταν κλεισμένοι στην Ακρόπολη. Μετά από πολλές μάχες στις οποίες διακρίθηκαν πολλοί Έλληνες οπλαρχηγοί και κυρίως ο αρχιστράτηγος των Ελλήνων Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Κιουταχής, στις 24 Μαΐου του 1827, πέτυχε την παράδοση της Ακρόπολης. Τον επόμενο χρόνο ο Κιουταχής ανέλαβε Σερασκέρης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες ενώ επέκειτο ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος. Στη συνέχεια διορίστηκε μέγας Βεζίρης, θέση από την οποία ηγήθηκε του τουρκικού στρατού κατά των Ρώσων, πλην όμως ηττήθηκε από τον στρατηγό Δίεβιτς στη περιοχή της Αδριανούπολης. Αργότερα επιχείρησε όμοια εκστρατεία στην Αλβανία όπου κατάφερε να συγκεντρώσει τους φύλαρχους στο Μοναστήρι όπου και τους κατέσφαξε. Το 1832 στράφηκε εναντίον του Ιμπραήμ Πασά που είχε εισβάλλει στη Συρία, πλην όμως, κοντά το Ικόνιο, ηττήθηκε κατά κράτος και αιχμαλωτίσθηκε μαζί με 60.000 στρατιώτες του. Ύστερα από την παρέμβαση των Ρώσων και την καταβολή πλούσιων ανταλλαγμάτων, απελευθερώθηκε τον επόμενο χρόνο και ανέκτησε το αξίωμά του τού Μεγάλου Βεζύρη. Απεβίωσε το 1839 στη Σεβάστεια σε ηλικία 59 ετών, από εγκεφαλίτιδα, ενώ προσπαθούσε να καταστείλει την εξέγερση των Κούρδων.
Ο Χαΐρ αντ Ντιν (1478 -1546) ήταν ναύαρχος ελληνικής καταγωγής της οθωμανικής αυτοκρατορίας και κουρσάρος των ακτών της Μπαρμπαριάς (Αλγερίας). Ήταν γενικώς γνωστός ως Μπαρμπαρόσα ("Κοκκινογένης") για τους Ευρωπαίους, και Μπάρμπαρος Χαϊρεντίν Πασάς ανάμεσα στους Τούρκους. Το όνομά του στην τουρκική γλώσσα ήταν Χιζίρ Μπιν Γιακούπ. Ο Χαϊρεντίν γεννήθηκε στον Παλαιόκηπο Γέρας στη Λέσβο. Ο πατέρας του ήταν φεουδάρχης σπαχής ονόματι Γιακούπ και η μητέρα του Ελληνίδα χριστιανή από τη Λέσβο, ονόματι Κατερίνα. Και ο πατέρας του ήταν Έλληνας Γενίτσαρος και καταγόταν από τα Γιαννιτσά. Ο Μπαρμπαρόσα θεωρείται ο κατεξοχήν οργανωτής του οθωμανικού στόλου, στον οποίο κατείχε τον βαθμό του ναυάρχου. Αργότερα έγινε σουλτάνος του Αλγερίου και τελικά Μπεϊλέρ Μπέης (Αρχιμπέης) του Αιγαίου, ένα από τα μεγαλύτερα οθωμανικά αξιώματα. Κατά τη διάρκεια των κατακτητικών και αρπακτικών επιδρομών του ο Μπαρμπαρόσα έστειλε τους Τούρκους και αλγερινούς πειρατές του ενάντια πολλών νησιών του Αιγαίου, ειδικά στις Κυκλάδες καθώς και στα Κύθηρα, στην περιοχή του Τσιρίγου. Αυτό που επακολούθησε ήταν η ερήμωση του νησιού. Λέγεται ότι σκοτώθηκαν 7.000 άμαχοι και οι υπόλοιποι πουλήθηκαν ως σκλάβοι, ενώ εκείνοι που κατόρθωσαν να διαφύγουν, κρύφτηκαν στα βουνά ή πέρασαν στην Πελοπόννησο. Ακόμα και σήμερα στην πρωτεύουσα του νησιού τον Άγιο Δημήτριο, γνωστή έως Παλαιοχώρα είναι διακριτά τα ίχνη της ερήμωσης από εκείνη την πειρατική λαίλαπα. Η περιγραφή των προσωπικών του Μπαρμπαρόσα μας έρχεται από τον καπετάνιο Μουχλίς Εργκίν του Τουρκικού Ναυτικού Μουσείου. Ο Μπαρμπαρόσα ήταν έξυπνο, φωτεινό μυαλό με τάσεις παρωδίας και είχε εντυπωσιακό τρόπο ομιλίας. Ήταν ευέλικτο μυαλό στη ναυτική δράση και αγαπούσε τους υφισταμένους του, φρόντιζε δε να τους εκπαιδεύει καλά. Κάποτε είχε πει για το μαθητή του Τουργκούτ ότι «ο Turgut είναι καλύτερος από μένα». Πολλοί από τους μαθητές του έγιναν Διοικητές ναυτικών μονάδων αργότερα. Είχε το χάρισμα να λέει ανέκδοτα. Σωματικά, ο Μπαρμπαρόσα είχε σκούρα όψη, μέσο ύψος και ήταν ευτραφής. Τα μαλλιά, γένια, φρυδιών και των βλεφαρίδων ήταν πλούσια, αρκετά κόκκινα και τα φρύδια του ενωμένα. Η κόρη του καπετάνιου Τουργκούτ Ρέις ήταν παντρεμένη με τον γιο του. Ηταν παντρεμένος, αλλά δεν υπάρχει καμία πηγή αναφέροντας τα πραγματικά στοιχεία. Μιλούσε πέντε κύριες γλώσσες της Μεσογείου, την ελληνική, την αραβική , την ισπανική, την ιταλική και τη γαλλική. Αγαπούσε τη μουσική. Έγινε διάσημος στην ιστορία χάρις στη νίκη του στη Ναυμαχία της Πρέβεζας το 1538, όπου νίκησε τη Χριστιανική εξαεθνική αρμάδα υπό τον Γενοβέζο Αντρέα Ντόρια. Το μαυσωλείο του βρίσκεται στο Ναυτικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, όπως και πίνακας ζωγραφικής από τη Ναυμαχία. Το άγαλμά του δεσπόζει στην πλατεία δίπλα στο ναυτικό μουσείο, στο πίσω μέρος του οποίου υπάρχει χαραγμένο ποίημα προς τιμήν του. Επίσης πορτρέτο του 16ου αιώνα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι.
Η Νιλουφέρ Χατούν (πριν το 1283-1383) ήταν Βαλιντέ Χατούν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η πρώτη σύζυγος του Ορχάν Γαζή. Ήταν η μητέρα του επόμενου σουλτάνου Μουράτ Α' . Ο άλλος γιος της ήταν ο Ηγεμόνας Κασίμ (πέθανε το 1346). Ηταν η μητέρα του πρώτου γιου του Ορχάν, Σουλεϊμάν Πασά, το οποίο αμφισβητείται. Η Νιλουφέρ Χατούν γεννήθηκε πριν απο το 1285 στο Μπιλετσίκ. Η Νιλουφέρ, που σημαίνει στην αραβική «άνθος του λωτού» και στην περσική «νούφαρο» ήταν, ελληνικής καταγωγής, κόρη του βυζαντινού ηγεμόνα της Βηλοκώμης (Μπιλετσίκ). Άλλοι ιστορικοί την θεωρούν κόρη του Πρίγκιπα του Γιαρ Χισάρ ή μιά βυζαντινή πριγκίπισσα, η Ελένη (Nilüfer), η οποία ήταν ελληνικής καταγωγής. Όταν ο Σουλτάνος Οσμάν Α΄ , ο ιδρυτής του οθωμανικού κράτους σε καταδρομική επιδρομή του κατέλαβε το Μπιλετσίκ, βλέποντας την κόρη του ηγεμόνα εξεπλάγη από την ομορφιά της. Όταν δε αποκρινόμενη σε σχετική ερώτηση δήλωσε πως λέγεται Ελένη, ο Σουλτάνος της απάντησε: από σήμερα είσαι η Νιλουφέρ και γίνεσαι σύζυγος του δωδεκαετή γιου μου Ορχάν. Το γεγονός πρέπει να συνέβη το έτος 1300, χωρίς αυτό να είναι βέβαιο και όχι μεταγενέστερο χρονικά. Αλλιώς η παραπάνω συνομιλία έγινε στην έδρα του τότε οθωμανικού κράτους στη Νίκαια Βιθυνίας (Ιζνίκ), και την Ελένη την άρπαξε ο Οσμάν ως λάφυρο, ή το όνομα δόθηκε καθ΄ οδό. Άλλη επίσης παράδοση, αντί επιδρομής, κάνει λόγο για ειρηνική συνεννόηση μεταξύ γονέων και μάλιστα με προσφορά δώρων εκ μέρους του Οσμάν. Τελικά από το γάμο του Ορχάν με την Νιλιουφέρ, που είχε λάβει τον τίτλο Xατούν (=Κυρία, σύζυγος Σουλτάνου) γεννήθηκε το 1326, ο Μουράτ, ο μετέπειτα Σουλτάνος Μουράτ Α΄ που αργότερα κατέκτησε την βυζαντινή Αδριανούπολη. Όταν ο Μουράτ ανέλαβε σουλτάνος το 1359, μετά το θάνατο του πατέρα του η μητέρα του Νιλιουφέρ έγινε Βαλιντέ Χατούν. Η Νιλουφέρ Χατούν πέθανε το 1383. Τότε ο γιος της, Σουλτάνος Μουράτ, ανήγειρε προς τιμή της, μετά το θάνατό της, στην πόλη Ιζνίκ φιλανθρωπικό άσυλο που σήμερα στεγάζει το μουσείο της πόλης.
Ο Πάργαλης Ιμπραήμ πασάς (1493 -1536) ήταν Μεγάλος Βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό τον Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή. Ήταν σύζυγος της Χατιτζέ Σουλτάν, αδελφής του Σουλεϊμάν Α' του Μεγαλοπρεπή. Ο Ιμπραήμ ήταν χριστιανός ελληνικής καταγωγής, γιος ενός Έλληνα ναυτικού από την Πάργα, που τον 16ο αιώνα τελούσε υπό την κυριαρχία της Βενετίας. Το πραγματικό του όνομα ηταν Θεόφιλος. Γεννήθηκε το 1493 αν και ο ίδιος ο Ιμπραήμ είπε στον πρεσβευτή Ζάρα το 1532 ότι γεννήθηκε το 1494 την ίδια εβδομάδα με τον Σουλεϊμάν και σε παιδική ηλικία αιχμαλωτίστηκε από Τούρκους κουρσάρους. Απ’ ό,τι φαίνεται, αρχικά πουλήθηκε σε μια χήρα στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, η οποία τον φρόντιζε και του παρείχε μια ολοκληρωμένη παιδεία. Έμαθε μάλιστα να παίζει πολύ καλά ένα μουσικό όργανο αντίστοιχο με το σημερινό βιολί. Διάβαζε περσικά, τουρκικά, ελληνικά και ιταλικά. Είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο διάβασμα κυρίως γεωγραφίας και ιστορίας, ειδικά σχετικά με τον Μέγα Αλέξανδρο και τον Αννίβα. Υπάρχουν δύο εκδοχές σχετικά με το πώς κατέληξε ο Ιμπραήμ στην υπηρεσία του Σουλεϊμάν. Σύμφωνα με την πρώτη ο πρίγκιπας Σουλεϊμάν, γιος του σουλτάνου Σελίμ Α΄, γνώρισε τον Ιμπραήμ σε μία από τις εκστρατείες του στη Μικρά Ασία και γοητεύτηκε από τη χάρη του και τις επιδόσεις του στη μουσική. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή ο Ιμπραήμ κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη και εκεί πουλήθηκε στον πρίγκιπα Σουλεϊμάν. Πάντως το γεγονός ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο Ιμπραήμ κατέληξε ιδιοκτησία του Σουλεϊμάν είναι αδιαφιλονίκητο. Ο Ιμπραήμ τοποθετήθηκε ως υπηρέτης στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του διαδόχου Σουλεϊμάν. Σαν ευνοούμενος του διαδόχου κοιμόταν και γευμάτιζε στα ίδια με αυτόν διαμερίσματα. Η πρώτη θέση που κατέλαβε ο Ιμπραήμ ήταν προσωπικός υπηρέτης του διαδόχου του θρόνου, δηλαδή του Σουλεϊμάν. Όταν ο Σουλεϊμάν ανέβηκε στο θρόνο, το 1520, προήγαγε τον Ιμπραήμ σε αρχιγερακάρη, και πολύ σύντομα τον έχρισε διαδοχικά χασ-ονταμπασί (αρχιτελετάρχη), μπεηλέρμπεη της Ρούμελης, βεζίρη, μεγάλο βεζίρη και τέλος σερασκέρη, γενικό διοικητή των αυτοκρατορικών δυνάμεων μια αστραπιαία αναρρίχηση στην ιεραρχία. Ο Μποντιέ αφηγείται: «Η ραγδαία ανέλιξη του Ιμπραήμ είχε αρχίσει να του προκαλεί ανησυχία. Τα σκαμπανεβάσματα που επιφύλασσε η μοίρα σε πολλούς ισχυρούς άντρες της οθωμανικής Αυλής τον έκαναν να συνειδητοποιήσει τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχαν όλοι όσοι απολάμβαναν τα μεγαλεία της Αυλής και λειτούργησε σαν χαλινάρι στις επιθυμίες του. Εκλιπαρούσε τον Σουλεϊμάν να μην τον προωθήσει σε πολύ υψηλά αξιώματα γιατί τότε η πτώση του θα ήταν μοιραία. Του εξήγησε ότι μια περιορισμένη ευημερία θα ήταν πιο ασφαλής από τα μεγαλεία, ότι θα ήταν αρκετή ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του να έχει απλώς όσα χρειάζεται για να ζήσει με ηρεμία και άνεση. Ο Σουλεϊμάν εκτίμησε την ταπεινότητά του, αλλά έχοντας κατά νου να τον ανεβάσει στα υψηλότερα αξιώματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ορκίστηκε ότι δεν θα επέτρεπε ποτέ στη διάρκεια της βασιλείας του να καταδικαστεί ο Ιμπραήμ σε θάνατο, ό,τι κι αν συνέβαινε στην Αυλή του». «Αλλά», ηθικολογεί ο Μποντιέ, «η ανθρώπινη και ευμετάβλητη φύση των βασιλέων από τη μια και η υπεροψία και αγνωμοσύνη των ευνοούμενων από την άλλη θα κάνουν τον Σουλεϊμάν να αθετήσει την υπόσχεσή του και τον Ιμπραήμ να χάσει την πίστη και την αφοσίωσή του.Έτσι ο Ιμπραήμ Πασάς εκτελέστηκε στο δωμάτιο του την νύχτα της 13-14 Μαρτίου 1536 κατόπιν εντολής του Σουλτάνου.
Η Σαλιχά Σουλτάν (1680 - 1739) ήταν σύζυγος του Σουλτάνου Μουσταφά Β' και μητέρα του Σουλτάνου Μαχμούτ Α' . Κράτησε τον τίτλο και τη θέση της Βαλιντέ Σουλτάν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του γιου της, μέχρι τον θανατό της. Γεννήθηκε το 1680 στην Κωνσταντινούπολη. Το της όνομα ήταν Αλεξάνδρα ή Ελισαβέτα. Η Σαλιχά ήταν Ελληνικής καταγωγής .Ήταν θετή κόρη μιάς οικογένειας που ζούσε στην γειτονιά του Γαλατά. Στις 2 Αυγούστου 1696 σε ηλικία 16 ετών γέννησε τον μελλοντικό Σουλτάνο Μαχμούτ Α' . Ήταν η πρώτη παλλακίδα του Μουσταφά Β' , η δεύτερη ήταν η Σεχσουβάρ Σουλτάν. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1730 μια μικρή ομάδα Γενιτσάρων ξεσήκωσε πολίτες της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι αντιτάχθηκαν στις μεταρρυθμίσεις του Αχμέτ Γ', ο οποίος ήταν αδελφός του Μουσταφά Β' συζύγου της Σαλιχά Σουλτάν. Ο αρχηγός των επαναστατών οδήγησε την εξέγερση στο παλάτι Τοπ Καπί, απαιτώντας το θάνατο του Μεγάλου Βεζύρη Νέβσεχιρλι Νταμάτ Ιμπραήμ Πασά και την παραίτηση του Αχμέτ Γ΄. Ο Σουλτάνος προσχώρησε στις απαιτήσεις, εκτέλεσε τον Ιμπραήμ Πασά και συμφώνησε να παραιτηθεί. Τον αντικατέστησε ο ανιψιός του, Μαχμούτ Α΄. Η Σαλιχά έγινε η νέα Βαλιντέ Σουλτάν και κατείχε την θέση μέχρι τον θανατό της. Πέθανε το 1739 στο παλάτι Τοπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη. Ο τόπος ταφής της βρίσκεται στο εσωτερικό του τάφου της Τουρχάν Χατιτζέ Σουλτάν, μητέρας του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ', στο Γενί Τζαμί στην Κωνσταντινούπολη.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κατηγορία:Οθωμανοί_ελληνικής_καταγωγής

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αγριολίδης

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λινοβάμβακοι

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Βαλαχάδες

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ελληνόφωνοι_μουσουλμάνοι

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γαζή_Αχμέτ_Εβρενός

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γκιουλμπαχάρ_Χατούν_Β΄

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ισμαήλ_πασάς_Παπαδάκις

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κιοσέμ_Σουλτάνα

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μεχμέτ_Ρεσίτ_πασάς_Κιουταχής

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Χαϊρεντίν_Μπαρμπαρόσα

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Νιλουφέρ_Χατούν

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πάργαλης_Ιμπραήμ_πασάς

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σαλιχά_Σουλτάνα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου