Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Η ηρωική μάχη και προδοσία των Θερμοπυλων σύμφωνα με τις Ιστορίες του Ηροδοτου

Αυτοί λοιπόν σχεδίαζαν να ενεργήσουν μ᾽ αυτό τον τρόπο· οι Έλληνες όμως που βρίσκονταν στις Θερμοπύλες, όταν ο Πέρσης πλησίασε στην είσοδο των στενών, τρομοκρατημένοι άρχισαν να σκέφτονται ν᾽ αποτραβηχτούν. Λοιπόν, οι άλλοι Πελοποννήσιοι αποφάσισαν να παν στην Πελοπόννησο και να πιάσουν να φρουρούν τον Ισθμό· ο Λεωνίδας όμως, καθώς οι Φωκείς και οι Λοκροί έγιναν έξω φρενών μ᾽ αυτή τη γνώμη, πρότεινε να μείνουν εκεί και να στείλουν αγγελιοφόρους στις πόλεις παραγγέλνοντας να στείλουν ενισχύσεις, γιατί αυτοί ήταν λίγοι για ν᾽ αποκρούσουν το στρατό των Μήδων. Ενώ αυτοί συσκέπτονταν γι᾽ αυτό το θέμα, ο Ξέρξης έστελνε καβαλάρη κατάσκοπο να δει πόσοι είναι και τί κάνουν. Κι είχε κιόλας ακούσει απ᾽ τον καιρό που βρισκόταν στη Θεσσαλία πως σ᾽ αυτό το μέρος είχε συγκεντρωθεί μικρό στράτευμα και πως αρχηγοί ήταν οι Λακεδαιμόνιοι και ο Λεωνίδας, απόγονος του Ηρακλή. Μόλις ο καβαλάρης έφτασε κοντά στο στρατόπεδο, εξέταζε και παρατηρούσε το στρατόπεδο, όχι βέβαια ολόκληρο· γιατί δεν ήταν δυνατό να παρατηρήσει καλά όσους ήταν παραταγμένοι στο εσωτερικό του τείχους, που το ξανάχτισαν και το φρουρούσαν· κι έτσι έβλεπε τί έκαναν αυτοί που ήταν έξω, που είχαν αποθέσει τα όπλα τους μπροστά απ᾽ το τείχος. Κι εκείνη την ώρα έτυχε να είναι παραταγμένοι έξω οι Λακεδαιμόνιοι. Έβλεπε λοιπόν άλλους άντρες να γυμνάζονται κι άλλους να χτενίζουν τα μαλλιά τους. Παραξενεύτηκε απ᾽ αυτό το θέαμα και τους μετρούσε· κι αφού τα παρατήρησε όλα με ακρίβεια, γύρισε πίσω καβάλα στ᾽ άλογό του ανενόχλητος· γιατί κανένας δεν τον καταδίωκε, ούτε καν έδειχναν να τον προσέχουν· γύρισε λοιπόν πίσω κι έλεγε στον Ξέρξη όλα όσα είχε δει. Ακούοντάς τον ο Ξέρξης δεν μπορούσε να καταλάβει τί πραγματικά συνέβαινε, δηλαδή πως αυτοί ετοιμάζονταν να σκοτωθούν και να σκοτώσουν όσο πιο πολλούς μπορούσαν· αλλά, επειδή αυτά που έκαναν του φαίνονταν γελοία, κάλεσε τον Δημάρατο, το γιο του Αρίστωνος, που βρισκόταν στο στρατόπεδο. Κι όταν έφτασε, τον ρωτούσε τα καθέκαστα, θέλοντας να καταλάβει αυτό που έκαναν οι Λακεδαιμόνιοι. Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Μ᾽ άκουσες και την προηγούμενη φορά, όταν μπαίναμε στο δρόμο για την Ελλάδα, να σου μιλώ γι᾽ αυτούς τους άντρες· κι όταν μ᾽ άκουσες, γέλασες με μένα που έλεγα ποιά έκβαση έβλεπα πως θα έχουν αυτές οι επιχειρήσεις. Γιατί για μένα, βασιλιά μου, ο πιο μεγάλος αγώνας είναι να σου παρουσιάζω την αλήθεια. Άκουσέ με λοιπόν και τώρα. Οι άντρες αυτοί ήρθαν για να δώσουν μάχη με μας για το πέρασμα του στενού και γι᾽ αυτό προετοιμάζονται. Γιατί έχουν τον ακόλουθο νόμο: όταν είναι να δώσουν μάχη για ζωή ή θάνατο, τότε στολίζουν το κεφάλι τους. Και βάλε το καλά στο νου σου· αν υποδουλώσεις αυτούς εδώ και τους άλλους που έχουν μείνει στη Σπάρτη, δεν υπάρχει κανένα άλλο έθνος στον κόσμο που θα τολμήσει να σηκώσει χέρι εναντίον σου· γιατί τώρα πας να χτυπηθείς με τον πρώτο και καλύτερο βασιλιά των Ελλήνων και τους άντρες με την ανώτερη πολεμική αρετή». Τα λόγια αυτά φάνηκαν πέρα για πέρα απίστευτα στον Ξέρξη κι έκανε μια δεύτερη ερώτηση: πώς είναι δυνατό, την ώρα που είναι τόσο λίγοι, να δώσουν μάχη με τη στρατιά του. Κι ο άλλος αποκρίθηκε: «Βασιλιά μου, να μ᾽ έχεις για ψεύτη, αν τα πράματα δεν ακολουθήσουν το δρόμο που λέω εγώ». Με τα λόγια του αυτά δεν έπειθε τον Ξέρξη. Άφησε λοιπόν να περάσουν τέσσερες μέρες, με την προσδοκία πάντοτε πως αυτοί θα το βάλουν στα πόδια· την πέμπτη μέρα όμως, καθώς δε σηκώνονταν να φύγουν αλλά έμεναν στη θέση τους, από ξιπασιά κι αποκοτιά, όπως νόμιζε, οργισμένος στέλνει εναντίον τους τούς Μήδους και τους Κισσίους, με εντολή να τους πιάσουν ζωντανούς και να τους φέρουν μπροστά του. Κι όταν οι Μήδοι ρίχτηκαν ορμητικά πάνω στους Έλληνες, σκοτώνονταν πολλοί, αλλά άλλοι έπαιρναν τη θέση τους, και δεν έκαναν πίσω, αν και πάθαιναν μεγάλο χαλασμό. Και τότε έβλεπε ο καθένας, και προπάντων ο ίδιος ο βασιλιάς, πως οι άνθρωποί του ήταν πολλοί, άντρες όμως λίγοι. Κι η σύγκρουση κράτησε όλη τη μέρα. Κι όταν οι Μήδοι πήραν άγριο χτύπημα, τότε αποσύρθηκαν και ρίχτηκαν στη μάχη οι Πέρσες που τους αντικατέστησαν, αυτοί που ο βασιλιάς τούς αποκαλούσε αθανάτους κι είχαν αρχηγό τους τον Υδάρνη, με την ιδέα πως αυτοί πια εύκολα θα τους έβαζαν κάτω. Αλλά όταν κι αυτοί ήρθαν στα χέρια με τους Έλληνες, δεν τα κατάφεραν καθόλου καλύτερα απ᾽ τον μηδικό στρατό, αλλά τα ίδια, για τον πρόσθετο λόγο που έδιναν μάχη σε στενοποριά και πολεμούσαν με δόρατα κοντύτερα από των Ελλήνων και δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την αριθμητική τους υπεροχή. Εκείνο που αξίζει ν᾽ αναφερθεί είναι ο τρόπος που πολεμούσαν οι Λακεδαιμόνιοι, καθώς έδειχναν με πολλές ενέργειες πως κάτεχαν απόλυτα την τέχνη του πολέμου, ενώ οι άλλοι δεν είχαν ιδέα απ᾽ αυτά, ιδιαίτερα μ᾽ αυτόν τον ελιγμό: κάθε τόσο έστρεφαν τα νώτα, δίνοντας την εντύπωση πως το ᾿βαλαν όλοι μαζί στα πόδια· κι οι βάρβαροι βλέποντάς τους να το βάζουν στα πόδια ρίχνονταν καταπάνω τους με φωνές και κακό· εκείνοι όμως, τη στιγμή που τους προλάβαιναν οι άλλοι, έκαναν στροφή κι έρχονταν αντιμέτωποι με τους βαρβάρους και με τη μεταβολή αυτή που έκαναν έστρωναν κάτω αναρίθμητους Πέρσες, με το σωρό· σ᾽ αυτή την επιχείρηση έπεφταν λίγοι κι απ᾽ τους ίδιους τους Σπαρτιάτες. Και καθώς οι Πέρσες δεν μπορούσαν να κερδίσουν κάποιο έδαφος στη στενοποριά, μ᾽ όλες τις επιθέσεις που έκαναν πότε με κανονική τάξη και πότε με διάφορους άλλους τρόπους, τραβήχτηκαν πίσω. Λένε πως, όσο κρατούσαν αυτές οι εχθροπραξίες, ο βασιλιάς παρακολουθώντας τες αναπήδησε τρεις φορές από το θρόνο του, γιατί πήρε φόβο για το στρατό του. Τότε λοιπόν αγωνίστηκαν μ᾽ αυτό τον τρόπο· και την άλλη μέρα οι βάρβαροι δεν τα κατάφερναν καθόλου καλύτερα στον αγώνα· γιατί έκαναν εφόδους ελπίζοντας πως, καθώς έτσι κι αλλιώς οι Έλληνες ήταν λίγοι κι έχουν χύσει βρύση το αίμα, δε θα είχαν πια το κουράγιο να σηκώσουν χέρι να τους αντισταθούν. Οι Έλληνες όμως ήταν παραταγμένοι κανονικά, το κάθε τάγμα κι η κάθε φυλή στη γραμμή της· το κάθε τάγμα έμπαινε στη μάχη με τη σειρά του, εκτός από τους Φωκείς· αυτοί πήραν εντολή να πιάσουν θέσεις στο βουνό για να φρουρήσουν το μονοπάτι. Τέλος οι Πέρσες, καθώς έβλεπαν πως τίποτε δεν άλλαζε από την προηγούμενη μέρα, τραβήχτηκαν πίσω. Εκεί λοιπόν που ο βασιλιάς βρισκόταν σε αμηχανία, πώς ν᾽ αντιμετωπίσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε, ήρθε σε συνεννοήσεις μαζί του ο Εφιάλτης, ο γιος του Ευρυδήμου, από τη Μαλίδα, και, προσδοκώντας ν᾽ αποκομίσει κάποια μεγάλη αμοιβή από τον βασιλιά, του μαρτύρησε το μονοπάτι που, διασχίζοντας το βουνό, καταλήγει στις Θερμοπύλες, και που έγινε αιτία ν᾽ αφανιστούν οι Έλληνες που κρατούσαν άμυνα εκεί. Αργότερα, καθώς φοβόταν τους Λακεδαιμονίους, κατέφυγε στη Θεσσαλία και, ενώ ήταν φευγάτος απ᾽ την πατρίδα του, οι Πυλαγόρες (οι αντιπρόσωποι των Αμφικτυόνων που συνεδρίαζαν στην Πυλαία) επικήρυξαν το κεφάλι του με χρηματικό ποσό. Κι αφού πέρασε καιρός γιατί ξαναγύρισε στην Αντίκυρα δολοφονήθηκε από έναν Τραχίνιο, τον Αθηνάδη. Ετούτος ο Αθηνάδης σκότωσε βέβαια τον Εφιάλτη για άλλη αιτία, που θα την εκθέσω στα τελευταία βιβλία της ιστορίας μου, τιμήθηκε όμως το ίδιο εξαιρετικά από τους Λακεδαιμονίους. Λοιπόν, μετά απ᾽ αυτό τον πόλεμο, αυτό ήταν το τέλος του Εφιάλτη. Ακούεται όμως και μια άλλη εκδοχή, πως είναι ο Ονήτης, ο γιος του Φαναγόρα από την Κάρυστο, κι ο Κορυδαλλός απ᾽ την Αντίκυρα που έδωσαν στο βασιλιά αυτή την πληροφορία κι έδειξαν τα κατατόπια του βουνού στους Πέρσες, αλλά εγώ με κανένα τρόπο δε δίνω πίστη σ᾽ αυτήν. Και το συμπέρασμά μου βγαίνει πρώτα πρώτα απ᾽ το εξής: οι Έλληνες Πυλαγόρες δεν επικήρυξαν με χρηματικό ποσό το κεφάλι του Ονήτη και του Κορυδαλλού, αλλά του Εφιάλτη από την Τραχίνα και βέβαια ετούτοι θα είχαν εξασφαλίσει τις ακριβέστερες πληροφορίες· κατόπιν, είναι γνωστό πως, για ν᾽ αποφύγει αυτή την κατηγορία, ο Εφιάλτης εγκατέλειψε τη χώρα του. Βέβαια θα μπορούσε να γνωρίζει αυτό το μονοπάτι ο Ονήτης, κι ας μην ήταν από τη Μαλίδα, αν είχε κάνει πολύ στα μέρη αυτά. Αλλά, επειδή ο Εφιάλτης είναι που τους έφερε από το μονοπάτι να κάνουν το γύρο του βουνού, σ᾽ αυτόν επιρρίπτω την ενοχή. Κι ο Ξέρξης, γιατί του άρεσαν τα όσα του υποσχέθηκε να πράξει ο Εφιάλτης, καταχαρούμενος έστειλε αμέσως τον Υδάρνη και το σώμα που διοικούσε ο Υδάρνης. Ξεκίνησαν από το στρατόπεδο την ώρα που ανάβουν τα λυχνάρια. Τώρα, το μονοπάτι αυτό το ανακάλυψαν οι ντόπιοι Μαλιείς· και, μόλις το ανακάλυψαν, οδήγησαν τους Θεσσαλούς εναντίον των Φωκέων, τότε, όταν οι Φωκείς φράζοντας με τείχος το πέρασμα ένιωθαν πως δεν κινδυνεύουν απ᾽ τους εχθρούς. Κι από τον παλιό εκείνο καιρό είχε γίνει ολοφάνερο πως ήταν εντελώς άχρηστο για τους Μαλιείς. Νά πώς είναι αυτό το μονοπάτι· ξεκινά από τον ποταμό Ασωπό που κυλά τα νερά του μέσ᾽ από το φαράγγι· κι είναι γνωστό και το βουνό αυτό και το μονοπάτι με το ίδιο όνομα, Ανόπαια· κι η Ανόπαια αυτή πιάνει πέρα πέρα τη ράχη του βουνού και καταλήγει στην περιοχή της πόλης Αλπηνοί (που είναι η πρώτη πόλη των Λοκρών που συναντάς όταν έρχεσαι απ᾽ τη Μαλίδα), ακριβώς στις τοποθεσίες που είναι γνωστές με τ᾽ όνομα Πέτρα του Μελαμπύγου και Λημέρια των Κερκώπων· εκεί βρίσκεται και το πιο στενό σημείο του περάσματος. Παίρνοντας λοιπόν αυτό το μονοπάτι, που είναι όπως το περιέγραψα, οι Πέρσες διάβηκαν τον Ασωπό και συνέχισαν να πορεύονται όλη τη νύχτα, έχοντας στο δεξί τους χέρι τα βουνά της Οίτης και στ᾽ αριστερό τα βουνά της Τραχίνας. Γλυκοχάραζε πια η αυγή κι έφτασαν στην κορυφή του βουνού. Σ᾽ αυτό το σημείο του βουνού, όπως και προηγουμένως έχω αναφέρει, ήταν φρουρά χίλιοι βαριά οπλισμένοι Φωκείς, για να σώζουν τη χώρα τους και να φρουρούν το μονοπάτι. Γιατί το πέρασμα που βρίσκεται χαμηλά το φρουρούσαν εκείνοι για τους οποίους έκανα λόγο, αλλά το μονοπάτι που διέσχιζε το βουνό το φρουρούσαν οι Φωκείς, κατά το λόγο που από μόνοι τους είχαν δώσει στον Λεωνίδα. Και νά πώς οι Φωκείς αντιλήφθηκαν ότι οι Πέρσες είχαν ανεβεί στο βουνό· η ανάβαση των εχθρών δε γινόταν αντιληπτή, επειδή το βουνό ήταν πέρα ώς πέρα πυκνά δασωμένο με βαλανιδιές. Καθώς όμως βασίλευε γαλήνη, ακούστηκε μεγάλος θόρυβος, όπως ήταν φυσικό με το φύλλωμα που ήταν χυμένο κάτω απ᾽ τα πόδια τους. Οι Φωκείς τότε πετάχτηκαν όρθιοι και ντύνονταν τις πανοπλίες τους, κι εκείνη τη στιγμή νά τοι κι οι βάρβαροι, που, όταν αντίκρισαν άντρες να ντύνονται με τις πανοπλίες τους, σάστισαν· γιατί, ενώ έλπιζαν πως δε θα συναντήσουν καμιά αντίσταση, έπεσαν πάνω σε στρατό. Τότε ο Υδάρνης κυριεύτηκε από μεγάλο φόβο, μήπως οι Φωκείς ήταν Λακεδαιμόνιοι, και ρωτούσε τον Εφιάλτη ποιάς πόλης ήταν ο στρατός· κι όταν έμαθε την αλήθεια, παρέταξε τους Πέρσες για μάχη. Κι οι Φωκείς, καθώς έπεφταν πάνω τους πολλά και πυκνά βέλη, πήραν να φεύγουν βιαστικά προς την κορυφή του βουνού, με την ιδέα πως αυτοί ήταν ο αρχικός στόχος του εχθρού κι ετοιμάζονταν ν᾽ αγωνιστούν για ζωή ή για θάνατο. Αυτοί λοιπόν αυτά έβαζαν με το νου τους, οι Πέρσες όμως που ακολουθούσαν τον Εφιάλτη και τον Υδάρνη αδιαφορούσαν ολότελα για τους Φωκείς, και πήραν να κατηφορίζουν βιαστικά απ᾽ το βουνό. Πρώτος ο μάντης Μεγιστίας ειδοποίησε τους Έλληνες που βρίσκονταν στις Θερμοπύλες για το θάνατο που τους περίμενε με το γλυκοχάραμα, αφού παρατήρησε τα σπλάχνα των σφαγίων της θυσίας· ύστερα ήταν κι οι αυτόμολοι απ᾽ τον εχθρό που ανάγγειλαν ότι οι Πέρσες τους περικύκλωναν. Αυτοί λοιπόν έδωσαν το μήνυμα όσο ακόμα κρατούσε η νύχτα· τρίτοι έφτασαν οι σκοποί που ροβολώντας κατέβηκαν απ᾽ τις βουνοκορφές καθώς πήρε να φωτίζει η μέρα. Τότε οι Έλληνες έκαναν σύσκεψη κι οι γνώμες τους χωρίστηκαν στα δυο· δηλαδή άλλοι δε δέχονταν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους, ενώ άλλοι πρότειναν το αντίθετο. Κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτά χώρισαν, κι άλλοι σηκώθηκαν κι έφυγαν, σκόρπισαν κι ο καθένας πήρε το δρόμο για τη δική του πόλη, όμως άλλοι πήραν την απόφαση να μείνουν εκεί μαζί με τον Λεωνίδα. Υπάρχει όμως κι άλλη εκδοχή· πως τους έστειλε στο καλό ο ίδιος ο Λεωνίδας, μεριμνώντας να μη πάνε χαμένοι, ενώ για τον ίδιο και τους Σπαρτιάτες που ήταν μαζί του θα ᾿ταν άπρεπο να εγκαταλείψουν τη θέση που είχαν αποστολή να φυλάξουν. Εγώ συντάσσομαι απόλυτα μ᾽ αυτή τη γνώμη, δηλαδή ο Λεωνίδας, επειδή αντιλήφτηκε πως οι σύμμαχοι δεν είχαν καρδιά να μείνουν και να ριψοκινδυνεύσουν μαζί του εθελοντικά, τους πρόσταξε ν᾽ αποσυρθούν, όμως, είπε, για τον ίδιο δεν ήταν όμορφο να φύγει· μένοντας όμως εκεί, θ᾽ άφηνε πίσω του μεγάλη δόξα και δε θα έπαυε να είναι ευτυχισμένη η Σπάρτη. Γιατί η Πυθία είχε δώσει χρησμό στους Σπαρτιάτες, όταν πήγαν και ρωτούσαν γι᾽ αυτό τον πόλεμο, την πρώτη κιόλας στιγμή που ξεσηκώθηκε, πως ή οι βάρβαροι θα κάνουν άνω κάτω τη Λακωνία ή θα σκοτωθεί ο βασιλιάς τους. Και τους δίνει χρησμούς σε δακτυλικούς εξαμέτρους που έλεγαν τα εξής: Εσάς, της Σπάρτης κάτοικοι, της όμορφα χτισμένης, νά τί σας περιμένει: ή τη μεγάλη πόλη σας, την ξακουστή, κουρσεύουν τα εγγόνια του Περσέα ή ετούτη ζει, μα θα πενθεί και ο λαός κι η χώρα του ήρωα Λακεδαίμονα τον σκοτωμένο βασιλιά, απ᾽ του Ηρακλή τη ρίζα. Κι αυτόν των ταύρων η ορμή να τον κρατήσει δεν μπορεί ούτε και των λεόντων· του Δία έχει τη δύναμη ο Πέρσης· και κανένας δεν τονε σταματά, προτού την πόλη είτε το ρήγα της κάνει χίλια κομμάτια. Λοιπόν, λέω πως αυτά έχοντας στο νου του και θέλοντας να θησαυρίσει δόξα μονάχα για τους Σπαρτιάτες ο Λεωνίδας έστειλε στο καλό τους συμμάχους, κι όχι πως ήρθαν σε διχογνωμία αυτοί που έφυγαν, κι έφυγαν καταλύοντας την πειθαρχία. Και θεωρώ ισχυρή απόδειξη γι᾽ αυτή τη γνώμη μου το εξής: και τον μάντη που συνόδευε αυτό το εκστρατευτικό σώμα, τον Μεγιστία τον Ακαρνάνα (αυτόν που παρατηρώντας τα σφάγια είπε ποιά έκβαση θα έχουν τα πράματα γι᾽ αυτούς), που έλεγαν ότι η καταγωγή του κρατούσε από τον Μελάμποδα, ολοφάνερα τον έστελνε πίσω ο Λεωνίδας, για να μη χαθεί μαζί τους. Κι αυτός, κι ας τον έστελνε πίσω, δε δέχτηκε να τους εγκαταλείψει, αλλά έστειλε πίσω το γιο του, που έπαιρνε μαζί του μέρος στην εκστρατεία και που του ήταν μονάκριβος. Οι σύμμαχοι λοιπόν, που τους έστελνε στο καλό ο Λεωνίδας, υπακούοντάς τον έφυγαν βιαστικά, οι Θεσπιείς όμως κι οι Θηβαίοι έμειναν ώς το τέλος, μονάχα αυτοί, κοντά στους Λακεδαιμονίους. Απ᾽ αυτούς οι Θηβαίοι έμειναν άθελά τους κι αντίθετα με την επιθυμία τους (γιατί τους κρατούσε ο Λεωνίδας θεωρώντας τους ομήρους), ενώ οι Θεσπιείς το ήθελαν μ᾽ όλη τους την καρδιά· αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τον Λεωνίδα και τους άντρες του και να σηκωθούν να φύγουν, αλλά έμειναν ώς το τέλος και πέθαναν μαζί τους. Στρατηγός τους ήταν ο Δημόφιλος, ο γιος του Διαδρόμου.
Ο Ξέρξης με την ανατολή του ήλιου πρόσφερε σπονδές κι ύστερα περίμενε την ώρα που η αγορά γεμίζει κόσμο και τότε επιχείρησε την επίθεση· γιατί αυτό του είχε παραγγείλει ο Εφιάλτης, επειδή η κατάβαση από το βουνό είναι συντομότερη κι η απόσταση πολύ πιο μικρή απ᾽ ό,τι ο γύρος του βουνού και η ανάβαση. Κι οι βάρβαροι του Ξέρξη πλησίαζαν κι οι Έλληνες που περιστοίχιζαν τον Λεωνίδα, μια και θα επιχειρούσαν έξοδο θανάτου, τώρα πια έβγαιναν πολύ πιο έξω απ᾽ ό,τι στην αρχή, στο πλατύτερο μέρος του αυχένα. Γιατί τις προηγούμενες μέρες, θέλοντας να υπερασπίζουν το προστατευτικό τείχος, έδιναν μάχη στη στενωπό, χωρίς ν᾽ απομακρύνονται πολύ από το τείχος. Όμως τη μέρα εκείνη έδιναν τη μάχη έξω από τα στενά και σκοτώνονταν πολλοί βάρβαροι· γιατί οι αρχηγοί των ταγμάτων στέκονταν πίσω τους κρατώντας μαστίγια και μαστίγωναν όλους τους άντρες τους προστάζοντάς τους να βαδίζουν συνεχώς μπροστά. Πολλοί απ᾽ αυτούς λοιπόν έπεφταν στη θάλασσα κι αφανίζονταν και πολύ περισσότερους ακόμη τους καταπατούσαν ζωντανούς οι δικοί τους· και κανένας δεν έδινε την παραμικρή σημασία στο σύντροφό του που σκοτωνόταν. Γιατί απ᾽ τη μεριά τους οι Έλληνες ξέροντας καλά πως όπου να ᾿ναι έρχεται ο θάνατος από εκείνους που έκαναν την κυκλωτική κίνηση απ᾽ το βουνό, έφτασαν στην κορυφή της παλικαριάς τους χτυπώντας τους βαρβάρους, αψηφώντας το θάνατο μες στη μανία της αποκοτιάς τους. Λοιπόν, τα δόρατα των περισσότερων απ᾽ αυτούς είχαν κιόλας τσακιστεί, ετούτοι όμως με τα ξίφη τους πετσόκοβαν τους Πέρσες. Και σ᾽ αυτόν τον αγώνα πέφτει ο Λεωνίδας αφού αποδείχτηκε άντρας με λαμπρότατη παλικαριά και μαζί του κι άλλοι σημαντικοί Σπαρτιάτες, που εγώ ρώτησα κι έμαθα τα ονόματά τους (μάλιστα έμαθα κι όλων των Τριακοσίων). Κι απ᾽ την άλλη μεριά, από τους Πέρσες πέφτουν σ᾽ αυτή τη μάχη πολλοί και σημαντικοί, κι ανάμεσά τους δυο γιοι του Δαρείου, ο Αβροκόμης κι ο Υπεράνθης, που τους είχε χαρίσει στον Δαρείο η θυγατέρα του Αρτάνη, η Φραταγούνη. Ο Αρτάνης αυτός ήταν αδερφός του βασιλιά Δαρείου και γιος του Υστάσπη, γιου του Αρσάμη· που, όταν έδωσε τη θυγατέρα του γυναίκα στον Δαρείο, του έδωσε προίκα ολόκληρη την περιουσία του, μια και δεν είχε άλλο παιδί εκτός απ᾽ αυτή. Σ᾽ αυτή τη μάχη λοιπόν πέφτουν πολεμώντας τα δυο αυτά αδέρφια του Ξέρξη, ενώ για το πτώμα του Λεωνίδα Πέρσες και Λακεδαιμόνιοι έδωσαν ανάμεσά τους πολύωρη μάχη σώμα με σώμα, ωσότου οι Έλληνες με την αντρεία τους το τράβηξαν προς το μέρος τους κι έτρεψαν σε φυγή τον εχθρό τέσσερες φορές. Έτσι συνεχίστηκε για ώρα η μάχη, ώς τη στιγμή που έφτασαν εκείνοι που οδηγούσε ο Εφιάλτης. Όταν οι Έλληνες αντιλήφθηκαν τον ερχομό τους, από εκείνη την ώρα ο αγώνας άλλαξε μορφή· γιατί οπισθοχώρησαν στη στενοποριά και προσπερνώντας το τείχος ήρθαν και πήραν θέση όλοι τους συσπειρωμένοι, εκτός απ᾽ τους Θηβαίους, στο ύψωμα· το ύψωμα αυτό βρίσκεται στην είσοδο των στενών, εκεί όπου σήμερα είναι στημένο το μαρμάρινο λιοντάρι για τον Λεωνίδα. Καθώς αγωνίζονταν χτυπώντας τον εχθρό σ᾽ αυτό το μέρος με πολεμικές μάχαιρες, όσοι ακόμα τύχαινε να έχουν, και με τα χέρια και με τα δόντια, οι βάρβαροι τους έθαψαν κάτω από τα βέλη τους, άλλοι κάνοντας επίθεση κατά μέτωπο, αφού ισοπέδωσαν το προστατευτικό τείχος, κι οι άλλοι, που έκαναν την κυκλωτική κίνηση, κλείνοντάς τους ένα γύρο από παντού.
Τέτοιοι άντρες αναδείχτηκαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Θεσπιείς, αλλά λέγεται πως ανάμεσά τους πιο λαμπρό παλικάρι αναδείχτηκε ο Σπαρτιάτης Διηνέκης· λένε μάλιστα πως, προτού έρθουν στα χέρια με τους Μήδους, είπε την ακόλουθη φράση, ακούοντας από κάποιον Τραχίνιο πως, όταν οι βάρβαροι ρίχνουν με τα τόξα τους, τα αμέτρητα βέλη τους κρύβουν τον ήλιο· τόσο μεγάλο είναι το πλήθος τους· κι ετούτος δεν έδειξε να ταράζεται απ᾽ αυτό κι είπε, περιφρονώντας το πλήθος των Μήδων, ότι τα νέα που τους έφερνε ο ξένος απ᾽ την Τραχίνα ήταν όλα ευχάριστα γι᾽ αυτούς, αφού με τους Μήδους να κρύβουν τον ήλιο θα δοθεί η μάχη εναντίον τους στη σκιά κι όχι κάτω από τον ήλιο. Λένε λοιπόν ότι αυτήν κι άλλες παρόμοιες φράσεις άφησε για να τον θυμούνται οι άνθρωποι ο Διηνέκης. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτόν λένε πως έδειξαν λαμπρή παλικαριά δυο αδέρφια, Λακεδαιμόνιοι, ο Αλφεός κι ο Μάρων, γιοι του Ορσιφάντου. Κι ανάμεσα στους Θεσπιείς δοξάστηκε περισσότερο ο Διθύραμβος, ο γιος του Αρματίδη. Γι᾽ αυτούς (που τάφηκαν εκεί όπου έπεσαν) και για κείνους που είχαν σκοτωθεί πριν σηκωθούν να φύγουν εκείνοι που τους έστειλε πίσω ο Λεωνίδας, χαράχτηκε πάνω στον τάφο τους επιγραφή που λέει τα εξής: Σ᾽ αυτό το μέρος, πάει καιρός, οι τέσσερες χιλιάδες απ᾽ το νησί του Πέλοπα με τρία εκατομμύρια εχθρών δώσανε μάχη. Αυτό λοιπόν το επίγραμμα χαράχτηκε πάνω στον κοινό τάφο όλων, αλλά για τους Σπαρτιάτες ιδιαίτερα: Διαβάτη, μήνυμα να πας στους Λακεδαιμονίους: σ᾽ αυτήν εδώ τη γη πέσαμε και κειτόμαστε στο νόμο τους πιστοί. Αυτό λοιπόν για τους Λακεδαιμονίους· και για τον μάντη το εξής: Του Μεγιστία είν᾽ εδώ, του ξακουσμένου μάντη, το μνήμα π᾽ αντικρίζεις. Αυτόν που οι Μήδοι σκότωσαν, καθώς τότε διαβήκαν του Σπερχειού το ρέμα· ήξερε και καλόξερε πως όπου να ᾿ναι θα  ρθουν του θάνατού του οι Μοίρες, μα δεν το καταδέχτηκε, τον βασιλιά της Σπάρτης προδίνοντας, να φύγει. Λοιπόν, οι Αμφικτύονες είναι που στόλισαν τους τάφους τους με επιγράμματα και στήλες, εκτός από το επίγραμμα του μάντη· όμως το επίγραμμα του μάντη Μεγιστία το φιλοτέχνησε ο Σιμωνίδης, ο γιος του Λεωπρέπη, δώρο φιλίας. Λέγεται επίσης πως δυο απ᾽ αυτούς τους τριακοσίους, ο Εύρυτος κι ο Αριστόδημος, ενώ μπορούσαν κρατώντας την ίδια στάση ή να σωθούν γυρίζοντας μαζί στη Σπάρτη, καθώς ο Λεωνίδας τούς έδωσε άδεια να φύγουν απ᾽ το στρατόπεδο κι ήταν κατάκοιτοι στους Αλπηνούς με πονόματο αβάσταχτο, ή, αν δεν ήθελαν να γυρίσουν στην πατρίδα, να πεθάνουν μαζί με τους υπόλοιπους, ενώ λοιπόν μπορούσαν να κάνουν το ένα ή το άλλο απ᾽ αυτά, δε θέλησαν να ᾿χουν την ίδια γνώμη, αλλά πήραν διαφορετικές αποφάσεις: ο Εύρυτος απ᾽ τη μεριά του, μαθαίνοντας την κυκλωτική κίνηση των Περσών, ζήτησε την πανοπλία του, τη φόρεσε και διέταξε τον είλωτά του να τον οδηγήσει στους μαχόμενους, και μόλις τον οδήγησε, ο οδηγός του σηκώθηκε κι έφυγε βιαστικά, αυτός όμως ρίχτηκε μες στο σωρό και σκοτώθηκε· αντίθετα ο Αριστόδημος, καθώς του έλειψε το κουράγιο, έσωσε τη ζωή του. Τώρα, και στην περίπτωση που μόνο ο Αριστόδημος θα ᾿νιωθε πονόματο και θα γύριζε πίσω στη Σπάρτη, και στην περίπτωση που και οι δυο τους θα μεταφέρονταν εκεί, έχω τη γνώμη πως οι Σπαρτιάτες δε θα εκδήλωναν καμιά οργή εναντίον τους· τώρα όμως που ο ένας τους σκοτώθηκε, ενώ ο άλλος, έχοντας τον ίδιο λόγο απαλλαγής, δεν προτίμησε να πεθάνει, δε γινόταν παρά ν᾽ αφήσουν να ξεσπάσει σφοδρή η οργή τους στον Αριστόδημο. Αυτοί λοιπόν λένε πως ο Αριστόδημος σώθηκε κι έφτασε στη Σπάρτη μ᾽ αυτό τον τρόπο και μ᾽ αυτή τη δικαιολογία, άλλοι όμως πως τον είχαν στείλει αγγελιοφόρο από το στρατόπεδο, κι αυτός, ενώ μπορούσε να προλάβει τη μάχη όσο αυτή κρατούσε ακόμα, δεν το επιδίωξε, αλλά καθυστερώντας στο δρόμο σώθηκε, ενώ ο συνάδελφός του αγγελιοφόρος πήγε στη μάχη και σκοτώθηκε. Με το που γύρισε στη Σπάρτη ο Αριστόδημος ζούσε μες στην ντροπή και την περιφρόνηση· νά πώς εκδηλωνόταν η περιφρόνηση: κανένας Σπαρτιάτης δεν του έδινε ν᾽ ανάψει απ᾽ τη φωτιά του ούτε κουβέντιαζε μαζί του· και τον ακολουθούσε ο εμπαιγμός καθώς του έβγαλαν τ᾽ όνομα «Αριστόδημος ο Κιοτής». Αλλά βέβαια στις Πλαταιές ξέπλυνε από πάνω τη μομφή που του φόρτωσαν και ξανακέρδισε την τιμή του. Λεν επίσης πως κι ένας άλλος απ᾽ αυτούς τους τριακοσίους που στάλθηκε αγγελιοφόρος στη Θεσσαλία επέζησε το όνομά του Παντίτης· και πως, με το που γύρισε κι αυτός στη Σπάρτη, έπεσε σ᾽ ανυποληψία και γι᾽ αυτό κρεμάστηκε. Κι οι Θηβαίοι, που στρατηγό τους είχαν τον Λεοντιάδη, πρώτα ήταν στις ίδιες γραμμές με τους Έλληνες και πολεμούσαν εναντίον του στρατού του βασιλιά, δέσμιοι της ανάγκης· μόλις όμως είδαν να παίρνουν το πάνω χέρι οι βάρβαροι, τότε λοιπόν, ενώ οι Έλληνες του Λεωνίδα ανηφόριζαν προς το ύψωμα, αυτοί ξέκοψαν και μ᾽ απλωμένα τα χέρια έτρεχαν προς τους βαρβάρους λέγοντας κι έλεγαν όλη την αλήθεια πως μηδίζουν κι ήταν από τους πρώτους που έδωσαν γην και ύδωρ στο βασιλιά, όμως έφτασαν στις Θερμοπύλες δέσμιοι της ανάγκης, και δεν έφταιγαν καθόλου για το χτύπημα που δέχτηκε ο βασιλιάς. Μιλώντας έτσι σώθηκαν, γιατί είχαν μάρτυρες γι᾽ αυτά τα λόγια τους τους Θεσσαλούς. Βέβαια δε στάθηκαν πέρα για πέρα τυχεροί· γιατί, όταν πλησίασαν, μόλις οι βάρβαροι τους έπιασαν, μερικούς τους σκότωσαν καθώς πλησίαζαν και τους περισσότερους απ᾽ αυτούς ύστερ᾽ από διαταγή του Ξέρξη τους χάραξαν στο σώμα στάμπες βασιλικές, κάνοντας αρχή από το στρατηγό Λεοντιάδη, που ύστερ᾽ από καιρό το γιο του τον Ευρύμαχο τον σκότωσαν οι Πλαταιείς, όταν επικεφαλής τετρακοσίων Θηβαίων κυρίεψε την πόλη των Πλαταιών.
Πηγή:
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=193
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=191
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=192



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου