Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Η γέννηση των βαλκανικών εθνών στην ελληνική Χερσόνησο του Αίμου : Αλβανοί, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Κροάτες και Σλοβενοι

«Το ζήτημα της ομοσπονδιακής οργάνωσης εμφανίστηκε εδώ στα Βαλκάνια παράλληλα με αυτό της εθνικής χειραφέτησης. Το κήρυγμα άλλωστε του Ρήγα Βελεστινλή για την εξέγερση όλων των λαών της Ανατολής εναντίον του οθωμανικού δεσποτισμού και τη συγκρότηση μιας ομοσπονδιακού τύπου Δημοκρατίας, αν και ανήκε στα τέλη του 18ου αιώνα, θεωρούνταν ακόμα (τον 19ο αιώνα) από πολλούς επίκαιρο.» Το αίτημα για μια ομόσπονδη Βαλκανική υιοθετήθηκε από πολλά τμήματα της προοδευτικής διανόησης και των αστών δημοκρατών του 19ου αιώνα, τα οποία έβλεπαν στην ενότητα των λαών των Βαλκανίων το μόνο δρόμο για τον υπερκερασμό των «εθνικών διαφορών» (εθνικές συγκρούσεις), την ανεξαρτητοποίηση της περιοχής από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των Μεγάλων Δυνάμεων, και την ευημερία όλων των εθνοτήτων στα υπό διαμόρφωση έθνη κράτη. Η δημοκρατική ομάδα των Πανά και Λυκιαρδόπουλου, για παράδειγμα, διακήρυττε πως «Συμμεριζόμεθα (την ιδέα της βαλκανικής ομοσπονδίας) πληρέστατα, καθ’ όσον και ημείς φρονούμεν ότι το πολυθρύλητον ανατολικόν ζήτημα πρέπει να λυθεί ουχί υπό ταύτης ή εκείνης της (ευρωπαϊκής) Δύναμης, αλλ’ υπ’ αυτών τούτων των ενδιαφερομένων βαλκανικών λαών, εν πνεύματι ομονοίας και αδελφότητος των εργαζομένων.»  Ομολογουμένως το αίτημα για μια ομόσπονδη Βαλκανική αδυνάτισε προς τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με τον Λ. Χασιώτη, οι «βασικές αιτίες για την εξέλιξη αυτή υπήρξαν: α) Η ουσιαστική υπαγωγή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στις επιλογές των «προστάτιδων» Δυνάμεων, ιδιαίτερα της Μεγάλης Βρετανίας, κυρίως μετά το 1856, και β) η κυριαρχία στην Ελλάδα της Μεγάλης Ιδέας. Ωστόσο, στη βόρεια Ελλάδα και ιδιαίτερα στους κόλπους του αναπτυσσόμενου συνδικαλιστικού κινήματος διατηρούνταν εν πολλοίς η πεποίθηση πως «η λύση του εθνικού προβλήματος των πολλαπλών εθνικών ομάδων των Βαλκανίων θα περνούσε μέσα από τον αγώνα για την κοινωνική απολύτρωση των λαών, στο πλαίσιο μιας ομοσπονδιακής πολυεθνικής Πολιτείας». Ακολούθως, η πρωτοπόρα συνδικαλιστική οργάνωση της Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης, αντικατοπτρίζοντας την πολυεθνική γεωγραφία της πόλης, υπήρξε πολυεθνική και στη σύνθεσή της, οργανωμένη σε ομοσπονδιακή βάση.
Ο μεγαλοϊδεατισμός σαφώς με πολλές παραλλαγές υπήρξε σε γενικές γραμμές κοινός τόπος για τον ανερχόμενο αστικό εθνικισμό σε πολλές χώρες, τόσο της ανατολικής (Μεγάλη Σερβία, Μεγάλη Βουλγαρία, Μεγάλη Ουγγαρία, Μεγάλη Ρουμανία, Μεγάλη Αλβανία, κλπ.), όσο και της δυτικής Ευρώπης (Μεγάλη Ολλανδία, Μεγάλη Γερμανία, κλπ.). Από τα μέσα τέλη του 19ου αιώνα, ο ελληνικός μεγαλοϊδεατισμός, ο στρατηγικός προσανατολισμός, δηλαδή, της ελληνικής αστικής τάξης προς επέκταση του οικονομικού και κοινωνικοπολιτικού χώρου, όπου διεκδικούσε ηγεμονεύουσα θέση και ρόλο, άρχισε να «υπονομεύεται» από τις αντίστοιχες εθνικές αστικές τάξεις άλλων αναδυόμενων εθνών κρατών, οι οποίες εμφανίζονταν ολοένα και πιο επιθετικά ως ανταγωνίστριες δυνάμεις στο μοίρασμα των εδαφών (και αγορών) της κλυδωνιζόμενης οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τις αντιθέσεις αυτές υποδαύλιζαν οι Μεγάλες Δυνάμεις, δημιουργώντας πλασματικές προσδοκίες, στρέφοντας τον ένα λαό εναντίον του άλλου, σχηματίζοντας και διαλύοντας συμμαχίες ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Ταυτόχρονα, αδυνάτιζε ο «παμβαλκανικός» χαρακτήρας της ελληνικής αστικής τάξης που κατείχε έως τότε ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή (η θέση του ελληνικού κεφαλαίου συνέδραμε καταλυτικά στην εμφάνιση και άνοδο «επιμέρους» βαλκανικών εθνικισμών, καθώς και στα «ανθελληνικά» χαρακτηριστικά που συχνά έλαβαν). Από την άλλη, η Βουλγαρία διεκδικούσε ηγεμονική θέση στα Βαλκάνια και διαδοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας (Μακεδονία, Θράκη, Κωνσταντινούπολη, κ.ά.). Η Ρουμανία πρόβαλε αξιώσεις για την περιοχή της Θεσσαλίας, όπου, κατά τις αντιλήψεις της, κατοικούσαν βλάχικοι πληθυσμοί. Η Αλβανία διεκδικούσε την Ηπειρο, ως και την Αρτα. Συνάμα «η κάθε μια εμφανίζει δικές της στατιστικές, αναβιώνει ιστορικά δικαιώματα, κινητοποιεί επιστήμονες και σοφούς». Σχολιάζοντας τις κινήσεις αυτές, ο Ε. Ροΐδης έγραψε το 1875: «Αλλ’ αι επωφελέστερον εσχάτως επιδιωχθείσαι εθνογραφικαί μελέται, αποδεικνύουσι καθ’ εκάστην δυσχερεστέραν πάσαν απόπειραν δικαίας διανομής της τουρκικής κληρονομίας. Τας δε δυσχερείας του έργου επαυξάνει, αδύνατον καθιστώσα οιονδήποτε συμβιβασμόν, οι παρά τοις λαοίς τούτοις επιφοίτησις της αρχής των εθνοτήτων. Καθ’ ην ώραν οι πλείστοι των κατοίκων της χερσονήσου κηρύσσονται έτοιμοι να υποστώσι πάσαν καταστροφήν και εξόντωσιν μάλλον ή να υπομείνωσι τη στέρησιν του αλβανισμού, βουλγαρισμού ή ρουμανισμού αυτών, τα δε παρέχοντα το πολύτιμον τούτο προνόμιον γεωγραφικά όρια ουδαμού είνε ευχάρακτα και πολλαχού ουδέ καν ορατά, ουδέ λόγος δύναται να γίνη περί αδελφικής συμβιώσεως εθνών βλεπόντων καθ’ ύπνους μεγάλην Βουλγαρίαν, αρχαίαν Σερβίαν, αλβανικόν κράτος, Ρουμανίαν μέχρι Πίνδου και Ελλάδα μέχρι του Αίμου, ήτοι την ανέφικτον ανάγκην ν’ αλληλοσφαγώσιν, αφού δεν υπάρχει επί του χάρτου τόπος ικανός να συνυπάρξωσι τα όνειρα ταύτα».
Tο βουλγαρικό εθνικό κίνημα συνδέθηκε εξαρχής με τη διάκριση ανάμεσα στη βουλγαρική και την ελληνική ταυτότητα. Tούτο φαινόταν αναπόφευκτο, μια που η ελληνική κουλτούρα, μέσω της Εκκλησίας, της παιδείας και του εμπορίου, είχε ηγεμονική θέση ανάμεσα στους μη μουσουλμάνους των Βαλκανίων. Κατά το 19ο αιώνα, πριν αντιδιαστείλουν τους εαυτούς τους από τους 'Eλληνες, οι βούλγαροι πατριώτες είχαν φοιτήσει σε ελληνικά σχολεία και είχαν έρθει σε επαφή με τα διδάγματα του Eυρωπαϊκού μέσω του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Oι πρωτεργάτες για την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων κατά τη δεκαετία του '30 είχαν ως πρότυπο τα ελληνικά σχολεία που είχαν πληθύνει στα Βαλκάνια από το τέλος του 18ου αιώνα. Η βουλγαρική διανόηση μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα διατηρούσε ακόμη στενές σχέσεις με την ελληνική παιδεία και λογιοσύνη και είχε αναδείξει σημαντικούς διανοουμένους στην ιδεολογική παράδοση του Διαφωτισμού. Η οξεία αντιπαράθεση με το ελληνικό στοιχείο έλαβε χώρα μετά το 1850, με αφορμή την εκκλησιαστική διαμάχη, και ήταν κατά κανόνα μια άλλη, πιο ριζοσπαστική γενιά βουλγάρων αστών και διανοουμένων που ανέλαβε την ιδεολογική καθοδήγηση του εθνικού κινήματος. Ωστόσο, πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους είχαν επίσης περάσει από ελληνικά σχολεία, όχι μόνο αυτά των οθωμανικών Βαλκανίων και της Κωνσταντινούπολης, αλλά και της ανεξάρτητης Eλλάδας. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις η υπερφίαλη περιφρόνηση που επιδείκνυε ο ακαδημαϊκός κόσμος των Aθηνών προς κάθε τι το βουλγαρικό αποτέλεσε το έναυσμα για την ιδεολογική μεταστροφή των νεαρών Βουλγάρων από την ελληνολατρεία στον πατριωτισμό. Η οξύτητα της εκκλησιαστικής αντιπαράθεσης βάθυνε βέβαια το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές, και στο επίκεντρο της κρίσης βρέθηκαν οι γκρεκομάνι, το στρώμα των βουλγαρικής καταγωγής εξελληνισμένων αστών των βαλκανικών πόλεων, οι οποίοι αντιμετωπίζονταν από τους εθνικιστές Βουλγάρους ως προδότες. Ωστόσο, οι ακρότητες της ελληνοβουλγαρικής διαμάχης, οι αρκετές υπερβολές και αντιφάσεις των βουλγαρικών αιτιάσεων κατά των Eλλήνων, η ελληνική υστερία κατά των Βουλγάρων που άγγιξε τα όρια του ρατσισμού μετά την ίδρυση της Eξαρχίας το 1870 και τέλος η καταδίκη των εξαρχικών ως σχισματικών από το Πατριαρχείο δύο χρόνια αργότερα δεν αναιρούν το γεγονός ότι η εκκλησιαστική απόσχιση των Βουλγάρων είχε ένα ελληνικό προηγούμενο που κινούνταν επίσης στα ιδεολογικά πλαίσια του εθνικισμού: την απόσχιση της ελληνικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την ανακήρυξή της ως αυτοκέφαλης το 1833. Tούτο δε σημαίνει με κανένα τρόπο ότι οι βούλγαροι εθνικιστές απλώς αντέγραψαν ό,τι είχαν κάνει πιο πριν οι 'Eλληνες. Tο βουλγαρικό εθνικό κίνημα ανδρώθηκε σε μιαν άλλη εποχή, εκείνη των μεταρρυθμίσεων, και είχε να αντιμετωπίσει εν πολλοίς διαφορετικά προβλήματα. 'Oμως ο διαμεσολαβητικός ρόλος της ελληνικής κουλτούρας και παιδείας στην πρόσληψη του Διαφωτισμού από τους Βουλγάρους, και κυρίως το γεγονός ότι οι 'Eλληνες είχαν πρώτοι στα Βαλκάνια αντιμετωπίσει τα διλήμματα που συνεπαγόταν η εθνική συγκρότηση και είχαν επεξεργαστεί μεθόδους για τη λύση τους, έκανε τους Βουλγάρους να θεωρούν την ελληνική προσπάθεια ως ένα προηγούμενο από το οποίο θα μπορούσαν να διδαχτούν και το οποίο θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ως νομιμοποιητικό επιχείρημα. Ακολουθεί κατάλογος των εθνών στην σημερινή (2017) Ελληνική Χερσόνησο ή Χερσόνησο του Αίμου ή Βαλκανική.
1) Ως Αλβανοί αναφέρονται οι ανήκοντες στο αλβανικό έθνος ή οι πολίτες της Αλβανίας. Ο χώρος κατοίκισης της εθνοτικής ομάδας εντοπίζεται στην δυτική πλευρά της βαλκανικής χερσονήσου. Υπάρχει φυλετική σύνδεση με αρχαία ιλλυρικά φύλλα, τα οποία αναμείχθηκαν κυρίως με θρακικά-ελληνικά και με σλαβικά φύλα. Στα αρχαία χρόνια υπήρχαν φυλές με το όνομα αυτό στον ρωσικό Καυκασο (Αζερμπαιτζαν) και στην κεντρική Αλβανία. Η πλειοψηφία τους ομιλεί την Αλβανική γλώσσα. Η πλειοψηφία του έθνους είναι συγκεντρωμένη στην σημερινή Αλβανία και το Κόσοβο. Μεγάλοι πληθυσμοί υπάρχουν επίσης στην Π.Γ.Δ.Μ. και στο Μαυροβούνιο. Αλβανική διασπορά έχει δημιουργήσει κοινότητες σε πολλές χώρες στον κόσμο όπως στην Ελβετία, τη Γερμανία, τη γειτονική Ελλάδα και Ιταλία, τις ΗΠΑ. Η πλειοψηφία των Αλβανών ακολουθεί το Σουνητικό Ισλάμ, ύστερα από την άφιξη των Οθωμανών στην περιοχή ενώ, υπάρχουν πληθυσμοί Ορθοδόξων Χριστιανών στον Νότο, Καθολικών στο Βορρά και Άθεων.
2) Οι Βούλγαροι είναι ένα σλαβικό έθνος της νότιας Βαλκανικής και μιλούν τη βουλγαρική γλώσσα. Η πλειονότητα τους κατοικεί στη Βουλγαρία ενώ αρκετοί άλλοι, ως μειονότητες ή μετανάστες, σε διάφορες άλλες χώρες. Οι Βούλγαροι προέρχονται κυρίως από τρεις φυλετικές ομάδες, διαφορετικής καταγωγής και αριθμού, που αφομειώθηκαν και σχημάτισαν μια Σλαβόφωνη εθνότητα κατά το Πρώτο Βουλγαρικό Βασίλειο : 1) τους αυτόχθονες ελληνικούς λαούς των ύστερων Ρωμαϊκών επαρχιών : τους Θρακορωμαίους και τους Θρακοβυζαντινούς, από τους οποίους ελαβαν πολιτιστικά και εθνικά στοιχεία 2) τους Πρώιμους Σλάβους, από τους οποίους κληρονόμησαν τη βάση της γλώσσας, 3) τους Πρωτοβουλγάρους, από τους οποίους κληρονόμησαν το εθνώνυμο και την πρώτη κρατική υπόσταση. Οι Πρωτοβούλγαροι αναφέρονται για πρώτη φορά τον 4ο αιώνα στην περιοχή της Βόρειας Καυκασιανής στέπας. Ερευνητές υποστηρίζουν ότι η απώτερη προέλευσή τους μπορεί να εντοπισθεί στις νομαδικές συνομοσπονδίες της Κεντρικής Ασίας, ειδικά ως τμήμα των χαλαρά συνδεδεμένων Τουρανικών φυλών, που επεκτάθηκαν από τη στέπα του Πόντου στην Κεντρική Ασία. Στα τέλη του 7ου αιώνα μερικές Πρωτοβουλγαρικές φυλές υπό τον Ασπαρούχ και άλλες υπό τον Κουμπέρ εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα Βαλκάνια. Πιστεύεται ότι οι Πρωτοβούλγαροι δεν ήταν πολλοί και έγιναν η κυβερνώσα ελίτ στις περιοχές που έλεγχαν. Οι μεγάλες πόλεις-λιμάνια της Βουλγαρίας του Πόντου παρέμειναν Βυζαντινές Ελληνικές. Οι μεγάλης κλίμακας μετακινήσεις πληθυσμού και εδαφικές επεκτάσεις τον 8ο και 9ο αιώνα αύξησαν ακόμη περισσότερο τον αριθμό Σλάβων και Βυζαντινών Χριστιανών εντός του κράτους, καθιστώντας τους Πρωτοβουλγάρους προφανέστατα μειοψηφία. Η ίδρυση ενός νέου κράτους μορφοποίησε τους διάσφορους Σλαβικούς, Πρωτοβουλγαρικούς και Υστερορωμαϊκούς/Πρωιμοβυζαντινούς πληθυσμούς των επαρχιών στο "Βουλγαρικό λαό" της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, που μιλούσε μια Νότια Σλαβική γλώσσα. Η Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία ιδρύθηκε το 681. Μετά την υιοθέτηση του Ορθόδοξου Χριστιανισμού το 864 έγινε ένα από τα πολιτιστικά κέντρα της Σλαβικής Ευρώπης. Η ηγετική πολιτιστική θέση της παγιώθηκε με την εφεύρεση του Κυριλλικού αλφάβητου στην πρωτεύουσά της Πρεσλάβα την αυγή του 10ου αιώνα. Η ανάπτυξη της λογοτεχνίας της Παλαιάς Εκκλησιαστικής Σλαβονικής στη χώρα είχε ως αποτέλεσμα να αποτρέψει την αφομοίωση των Νότιων Σλάβων από τους Έλληνες και τόνωσε την ανάπτυξη μιας διακριτής εθνικής ταυτότητας. Το 1018 η Βουλγαρία έχασε την ανεξαρτησία της και παρέμεινε Βυζαντινή επαρχία μέχρι το 1185, οπότε δημιουργήθηκε η Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία. Παρ 'όλα αυτά στα τέλη του 14ου αιώνα οι Οθωμανοί την κατέλαβαν ολόκληρη. Οι Βούλγαροι, όπως οι υπόλοιποι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, συμπεριελήφθηκαν σε μια ειδική εθνικοθρησκευτική κοινότητα υπό την Ελληνορθόδοξη κυριαρχία ονομαζόμενη Ρουμ Μιλλέτ. Εκείνη την περίοδο σημειώθηκε μια διαδικασία μερικού εξελληνισμού μεταξύ της διανόησης και του αστικού πληθυσμού, αποτέλεσμα του υψηλότερου κύρους του Ελληνικού πολιτισμού και της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των Χριστιανών των Βαλκανίων. Έπρεπε να φτάσει η δεκαετία του 1850 για να ξεκινήσουν οι Βούλγαροι έναν αποφασιστικό αγώνα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η διαμάχη μεταξύ των Βουλγάρων και των Ελλήνων Φαναριωτών εντάθηκε τη δεκαετία του 1860. Το 1861 το Βατικανό και η Οθωμανική κυβέρνηση αναγνώρισαν μια ξεχωριστή Βουλγαρική Ουνιτική Εκκλησία. Ο ένοπλος αγώνας τους κορυφώθηκε με την Εξέγερση του Απριλίου, που ξέσπασε το 1876 και είχε ως αποτέλεσμα το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1877-1878) και οδήγησε στην ίδρυση του τρίτου Βουλγαρικού κράτους μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Το θέμα του βουλγαρικού εθνικισμού απέκτησε μεγαλύτερη σημασία μετά το Συνέδριο του Βερολίνου, που αφαίρεσε τις περιοχές Μακεδονίας και Αδριανούπολης, επιστρέφοντάς τες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο μεγαλύτερος αριθμός σήμερα των Βουλγάρων ζει στη Βουλγαρία, όπου αριθμούν περίπου 6 εκατομμύρια, αποτελώντας το 85% του πληθυσμού. Η νέα μετανάστευση εκτιμάται σε περίπου 970.000 ανθρώπους και μπορεί να διακριθεί σε δύο μεγάλες υποκατηγορίες: μόνιμη μετανάστευση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με κατεύθυνση κυρίως προς τις ΗΠΑ, Καναδά, Αυστρία και Γερμανία και μετανάστευση εργατικού δυναμικού στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με κατεύθυνση κυρίως προς τις Ελλάδα, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ισπανία.
3) Οι Ρουμάνοι είναι έθνος της νοτιοανατολικής Ευρώπης που κατάγονται από τη Ρουμανία, μιλούν τη Ρουμάνικη γλώσσα και αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων της Ρουμανίας. Ο Ρουμανικός λαός ορίζεται ως έθνος με την έννοια ότι μοιράζονται μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα, έχουν κοινή καταγωγή και έχουν ως μητρική τη ρουμανική γλώσσα. Η Ρουμανική περιοχή κατοικείτο στην αρχαιότητα από Δάκες και Ινδο-Ευρωπαίους. Νικήθηκαν από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 106 και μέρος της Δακίας (Ολτένια, Βανάτο και Τρανσυλβανία) έγιναν Ρωμαϊκή επαρχία. Για τα επόμενα 165 χρόνια υπάρχουν ενδείξεις σημαντικής Ρωμαϊκής αποίκισης στην περιοχή, καθώς η περιοχή ήταν σε στενή επικοινωνία με το υπόλοιπο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τα κοινά λατινικά έγιναν η γλώσσα της διοίκησης και του εμπορίου. Εξαιτίας της γεωγραφικής τους απομόνωσης τα Ρουμανικά ήταν η πρώτη γλώσσα που χωρίστηκε και μέχρι την σύγχρονη εποχή δεν επηρεάστηκε από τις άλλες Ρομανικές γλώσσες. Είναι πιο συντηρητικά από άλλες Ρομανικές γλώσσες στην ονομαστική μορφολογία. Όλες οι διάλεκτοι των Ρουμανικών πιστεύεται πως έχουν ενοποιηθεί σε μια Κοινή Ρουμανική γλώσσα μέχρι μια περίοδο μεταξύ του 7ου και 10ου αιώνα, όταν η περιοχή επηρεάστηκε από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τα Ρουμανικά επηρεάστηκαν από τις Σλαβικές γλώσσες. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως τα Ρουμανικά είναι η μόνη Ρομανική γλώσσα που δεν επηρεάστηκε από την πολιτιστική επιρροή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Αντιθέτως επηρεάστηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ρουμανίας από το 1991, μπορούν να πάρουν τη ρουμανική ιθαγένεια και απόγονοι δεύτερης και τρίτης γενιάς Ρουμάνων πολιτών εφόσον, μιλούν άπταιστα τη γλώσσα της χώρας και είναι σε θέση να αποδείξουν ότι διαθέτουν επαρκείς γνώσεις στη ρουμανική ιστορία και τον πολιτισμό. Στη γειτονική Μολδαβία, οι Μολδαβοί συνυπολογίζονται ως Ρουμάνοι, που σημαίνει ότι αποτελούν την πλειοψηφία και σ' αυτή τη χώρα. Οι Ρουμάνοι αποτελούν επίσης εθνική μειονότητα σε διάφορες γειτονικές χώρες. Ο συνολικός αριθμός των Ρουμάνων ανέρχεται στα 23.782.990, αποτελώντας το 90% των κατοίκων της Ρουμανίας και το 70% των κατοίκων της Μολδαβίας, στην οποία ομιλείται η Ρουμάνικη γλώσσα. Επίσης στην Μολδαβία η Ρουμάνικη γλώσσα ονομάζεται και Μολδαβική γλώσσα.
4) Οι Σέρβοι είναι Νοτιοσλαβικό έθνος και εθνοτική ομάδα ιθαγενής στα Βαλκάνια. Η πλειοψηφία των Σέρβων κατοικεί στη Σερβία (στο Κοσοβο, στη Βοσνία Ερζεγοβίνη και στο Μαυροβούνιο και μειονότητες στην Κροατία, στην Π.Γ.ΔΜ. και Σλοβενία. Υπάρχει μεγάλη σερβική διασπορά στη Δυτική Ευρώπη και εκτός Ευρώπης υπάρχουν πολλές σημαντικές κοινότητες στη Βόρεια Αμερική και στην Αυστραλία. Οι Σέρβοι μοιράζονται πολιτιστικά χαρακτηριστικά με την υπόλοιπη Νοτιοανατολική Ευρώπη και είναι κυρίως Ορθόδοξοι Χριστιανοί ως προς το θρήσκευμα. Η σύγχρονη ταυτότητα των Σέρβων έχει τις ρίζες της στην Ορθοδοξία και στις παραδόσεις. Το 19ο αιώνα εκδηλώθηκε η Σερβική εθνική ταυτότητα με την επίγνωση της ιστορίας και της παράδοσης, της μεσαιωνικής κληρονομιάς και της πολιτιστικής ενότητας, παρά τη διαβίωση υπό διαφορετικές αυτοκρατορίες. Τρία στοιχεία, μαζί με την κληρονομιά της δυναστείας των Νεμάνια, ήταν ζωτικής σημασίας στη διαμόρφωση της ταυτότητας και στη διατήρησή της κατά την ξένη κυριαρχία: η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Μύθος του Κοσσυφοπεδίου και η Σερβική γλώσσα. Όταν το Πριγκιπάτο της Σερβίας απέκτησε την ανεξαρτησία του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία η Ορθοδοξία κατέστη κρίσιμη για τον καθορισμό της εθνικής ταυτότητας σε αντίθεση με τη γλώσσα που τη μοιραζόταν με άλλους Νότιους Σλάβους. Η Σερβική γλώσσα είναι επίσημη στη Σερβία, παράλληλα επίσημη στο Κόσοβο και στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και μιλιέται από την πλειοψηφία στο Μαυροβούνιο. H καταγωγή των Σέρβων έρχεται από την μεσαιωνική Πολωνία όπου και κατοικούσαν τον 6ο μ.χ. αιώνα. Έφτασαν στα Βαλκάνια και αναμίχθηκαν με αρχαία λατινοφωνα ιλλυρικά φύλα. Η Σερβία παρέμεινε υπό Οθωμανικό έλεγχο μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, με την έκρηξη της Σερβικής Επανάστασης το 1804. Η εξέγερση τερματίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1830, με την αυτονομία της Σερβίας και αναγνωρισμένα σύνορα και το Μίλος Ομπρένοβιτς ως ηγεμόνα της. Τα τελευταία Οθωμανικά στρατεύματα αποχώρησαν από τη Σερβία το 1867, αν και η ανεξαρτησία της Σερβίας δεν αναγνωρίστηκε διεθνώς παρά μόνο το 1878 με το Συνέδριο του Βερολίνου. Οι Σέρβοι αριθμούν 11 - 12 εκ. ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Το 64% (8,2 εκ.) ζει στη Σερβία, το 13% (1,6 εκ.) στη Βοσνία και το υπόλοιπο 23% (2,8 εκ.) ζει σε άλλες χώρες.
5) Οι Κροάτες ή Χρωβάτες είναι έθνος και Νοτιοσλαβική εθνότητα στο σταυροδρόμι της Κεντρικής Ευρώπης, της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μεσογείου. Οι Κροάτες ζουν στην Κροατία και στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, αλλά είναι μειονότητα στην Αυστρία, την Τσεχία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, το Μαυροβούνιο, τη Ρουμανία, τη Σερβία και τη Σλοβακία. Λόγω πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής πίεσης πολλοί Κροάτες έχουν μεταναστεύσει σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική δημιουργώντας μια διασπορά. Από τα 9 εκ. Κροατών που υπάρχουν στον κόσμο, τα 4 εκ. ζουν στη Κροατία, 650 χιλ. στη Βοσνία και τα υπόλοιπα 4.5 εκ. σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Αυστραλία. Οι Κροάτες εμφανίζουν πολιτιστική πολυμορφία, που έχει επηρεασθεί από σειρά άλλων γειτονικών πολιτισμών ανά τους αιώνες. Οι Κροάτες είναι Ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί. Η Κροατική γλώσσα είναι επίσημη στην Κροατία και στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και αναγνωρισμένη ως μειονοτική γλώσσα στις Κροατικές αυτόχθονες κοινότητες και μειονότητες στο Μαυροβούνιο, στην Αυστρία, στην Ιταλία, στη Ρουμανία και στη Σερβία. Η Κροατική γράφεται με μια μορφή του Λατινικού αλφαβήτου. Οι Κροάτες είναι κυρίως Ρωμαιοκαθολικοί και πριν το Χριστιανισμό ακολουθούσαν το Σλαβικό παγανισμό . Η αρχαιότερη μαρτυρία επαφής μεταξύ του Πάπα και των Κροατών χρονολογείται από τα μέσα του 7ου αιώνα σε καταχώρηση στο Liber Pontificalis (Βίβλος των Ποντιφήκων). Όλως περιέργως οι Κροάτες δεν εξαναγκάστηκαν ποτέ να χρησιμοποιήσουν τη Λατινική αντίθετα τελούσαν λειτουργίες στη γλώσσα τους και χρησιμοποιούσαν το Γλαγολιτικό αλφάβητο. Αυτό καθιερώθηκε επίσημα το 1248 από τον Πάπα Ιννοκέντιο Δ΄ και μόνο αργότερα επικράτησε το Λατινικό αλφάβητο. Το Λατινικό τελετουργικό επικράτησε του βυζαντινού μάλλον νωρίς λόγω των πολλών επεμβάσεων της Αγίας Έδρας . Στη Δαλματία τον 11ο αιώνα συνήλθαν αρκετές εκκλησιαστικές σύνοδοι, ιδιαίτερα μετά το Σχίσμα του 1054, μέσω των οποίων η χρήση του Λατινικού τελετουργικού ενισχυόταν συνεχώς μέχρις ότου επικράτησε πλήρως.
6) Η Σλοβενία, επίσημα Δημοκρατία της Σλοβενίας, είναι χώρα των Βαλκανίων σε σταυροδρόμι βασικών Ευρωπαϊκών πολιτιστικών και εμπορικών δρόμων. Συνορεύει με την Αυστρία στα βόρεια, την Ιταλία στα δυτικά, την Ουγγαρία στα βορειοανατολικά, και την Κροατία στα νότια και στα νοτιοανατολικά. Στα δυτικά έχει μια μικρού μήκους ακτογραμμή στην Αδριατική θάλασσα. Έχει συνολική έκταση 20.273 τ.χλμ. και πληθυσμό 2.064.188. Εδώ συναντώνται οι Σλαβικές, Γερμανικές, Ρομανικές και Φινοουγγρικές γλωσσικές και πολιτιστικές ομάδες. Αν και η περιοχή δεν είναι ομοιογενής, επικρατών πληθυσμός είναι ο Σλοβενικός. Η Σλοβενική γλώσσα είναι η μοναδική επίσημη σε όλη τη χώρα, ενώ η Ιταλική και η Ουγγρική είναι τοπικές μειονοτικές γλώσσες. H Σλοβενία είναι σε μεγάλο βαθμό εκκοσμικευμένη χώρα, αλλά ο πολιτισμός και η ταυτότητά της έχουν επηρεασθεί σημαντικά από τη Ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία, καθώς επίσης και από το Λουθηρανισμό. Ιστορικά το σημερινό έδαφος της Σλοβενίας αποτέλεσε τμήμα πολλών διαφορετικών κρατικών σχηματισμών, όπως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Γερμανική Αυτοκρατορία και στη συνέχεια η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Το 1918 οι Σλοβένοι άσκησαν για πρώτη φορά αυτοδιάθεση, συνιδρύοντας το μη αναγνωρισθέν διεθνώς Κράτος των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων, που συγχωνεύθηκε στη Γιουγκοσλαβία. Στο Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο η Σλοβενία καταλήφθηκε και προσαρτήθηκε στη Γερμανία, την Ιταλία, την Κροατία και την Ουγγαρία. Στη συνέχεια ήταν ιδρυτικό μέλος της Σ.Ο.Δ. της Γιουγκοσλαβίας. Τον Ιούνιο του 1991, μετά την εισαγωγή της πολυκομματικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η Σλοβενία αποσχίσθηκε από τη Γιουγκοσλαβία και έγινε ανεξάρτητο κράτος.
Πηγή: http://www.ime.gr/projects/tanzimat/gr/main/514.html
https://erodotos.wordpress.com/2009/01/22/diamorfwsi-ethnwn-kratwn-balkania-makedoniko-gkikas/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αλβανοί

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Βούλγαροι

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ρουμάνικη_γλώσσα

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σέρβοι

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κροάτες

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σλοβενία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου