Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Οι δέκα (10) νεότερες πόλεις της Αρχαίας Ελλάδας και η πλούσια ιστορία τους

H πόλη ήταν μια μορφή συμβιωτικής κοινότητας, στην οποία ζούσαν οι άνθρωποι για να επιδιώξουν κυρίως το ύψιστο αγαθό, που είναι η ικανοποίηση των πνευματικών αναγκών τους. Εκεί τα παιδιά είχαν φυσική υποχρέωση να υποτάσσονται στους γονείς και οι γυναίκες στους άνδρες, όσο και αν στο σπίτι οι γυναίκες ήταν αφέντρες. Οι άντρες ήταν αυτοί που συγκροτούσαν την πολιτική κοινότητα. Οι πολιτικές πράξεις ήταν προνόμιο και υποχρέωση των ανδρών. Και ήταν πολύ σοβαρή υπόθεση, επειδή οι δραστηριότητες των ανδρών εκτείνονταν σε διάφορα πεδία και απαιτούσαν πολλές γενικές και ειδικές γνώσεις. H δημοκρατία στην αρχαία Ελλάδα ήταν άμεση, δηλαδή κάθε πολίτης ήταν κατά κάποιον τρόπο υποχρεωμένος να κάνει προτάσεις στο βουλευτικό σώμα για ετερόκλητα θέματα που αφορούσαν την πόλη ή να κληθεί ακόμη και να δικάσει. Επρεπε ο κάθε πολίτης να είναι κατατοπισμένος σε πολλά πράγματα και να έχει μια ευρύτερη μόρφωση, για να μπορεί να ανταποκρίνεται στα καθήκοντα του ως πολίτης, ως μέλος της πόλης. Μια συμβιωτική κοινότητα να είναι ανάξια να λέγεται «πόλις», αν οι πολίτες της δεν είναι ικανοί να παίρνουν μέρος σε δημόσιες συζητήσεις, όπου οι απόψεις συνήθως είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Διότι από τις συζητήσεις αυτές ανυψώνεται το πνευματικό επίπεδο των πολιτών και γίνονται, κατά κάποιον τρόπο, πνευματικά αυτάρκεις. Για να εξυψωθεί κάποιος πνευματικά, πρέπει να υπάρχουν εξωτερικά ερεθίσματα, τα οποία ο άνθρωπος βρίσκει μέσα στην κοινωνική συμβίωση, μέσα στην πόλη. Η «πόλις» είναι ιδανική περίπτωση συμβίωσης, για να επιτύχει ο άνθρωπος την ευδαιμονία, το περιπόθητο «ευ ζην», δηλαδή μια ζωή που να είναι αυτάρκης όχι μόνο σε υλικά αλλά και σε πνευματικά αγαθά. Οι πολύ μικρές πόλεις δεν μπορούν να ικανοποιήσουν όλες τις ανάγκες των πολιτών τους. Επίσης, απαραίτητη προϋπόθεση για την καλή απόδοση του θεσμού της πόλης είναι η ύπαρξη μιας αρχής που να οργανώνει, να διαρθρώνει και να ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών φορέων που συμβιώνουν στην πόλη. Δηλαδή, η δημιουργία της πόλης είναι φυσική αναγκαιότητα για τον άνθρωπο, διότι από τη φύση του ο άνθρωπος είναι “πολιτικό ζώον”, του ταιριάζει η συμβίωση σε κοινωνίες. Μήπως θα ήταν πιο ευτυχισμένος ο άνθρωπος αν ζούσε μεμονωμένα και ανεξάρτητα, ελεύθερος μέσα στη φύση και όχι κάτω από την αναγκαστική πειθαρχία που επιβάλλουν οι νόμοι σε όσους συμβιώνουν στις πόλεις; Όχι, γιατί ο άνθρωπος είναι «φύσει συνδυαστικόν ον». Δεν μπορεί να ζήσει μόνος του. H ένωση του άνδρα και της γυναίκας, που είναι επιτακτική ανάγκη της φύσης, θα μπορούσα να σου πω ότι αποτελείτο πρώτο κύτταρο της δημιουργίας της κοινωνίας, που είναι η οικογένεια. Ο κάθε νόμος, ακόμη και ο πιο άρτιος, έχει το μειονέκτημα ότι πάσχει από υπερβολική γενικότητα. Είναι ψυχρός, αυστηρός και δεν υπεισέρχεται στις ειδικές συνθήκες που έγινε το αδίκημα. Γι’ αυτό, η μια άποψη είναι η απονομή της δικαιοσύνης να γίνεται από άξιους και έμπειρους δικαστές, οι οποίοι να μπορούν να αντιλαμβάνονται την ιδιορρυθμία της κάθε περίπτωσης. H άλλη άποψη είναι να απονέμεται η δικαιοσύνη από συλλογικά όργανα μέσα από διάλογο. Κάτω από διαρκή αμφισβήτηση, τα μέλη των συλλογικών οργάνων μορφοποιούν αυτό που λέμε δικαιοσύνη. Κάθε μέλος του συλλογικού οργάνου παρόμοιο με το σώμα των ενόρκων έχει τις δικές του εμπειρίες από τη ζωή, έτσι μπορεί να αντιληφθεί τις λεπτομέρειες της διάπραξης της αδικίας και η κρίση θα είναι πιο σωστή. Στα συλλογικά όργανα οι ακραίες καταστάσεις, ο πολύς συναισθηματισμός και η μεγάλη απάθεια μετριάζονται από τη γνώμη των πολλών. O καταλληλότερος χώρος για τις διαβουλεύσεις αυτές ήταν για την αρχαία πόλη η «εκκλησία του δήμου», δηλαδή η συνέλευση του λαού, όπου αναπτύσσονται ο λόγος και ο αντίλογος και μέσα από αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις προκύπτει η σωστή γνώμη. Μέχρι το τέλος του 2ου αιώνα π.Χ είχαν καταγραφεί από τους γεωγράφους της αρχαιότητας πάνω από 1500 Ελληνικές πόλεις και αποικίες στις περιοχές της Μεσογείου, Ελληνικής Χερσονήσου (Βαλκάνια), Ευξείνου Πόντου, και Βόρειας Αφρικής! Μάλιστα οι πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις αναφέρουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν φτάσει συνολικά τον 3ο αιώνα π.Χ κοντά στα 20.000.000! Η Αθήνα στο απόγειό της είχε πληθυσμό κοντά στις 500.000 κατοίκους ενώ μόνο η Σικελία έφτασε μέχρι και τους 1.000.000 Έλληνες! Γι αυτό άλλωστε και εκείνη η περιοχή ονομαζόταν ''Μεγάλη Ελλάδα'', επειδή έφτασε να έχει πληθυσμό Ελλήνων μεγαλύτερο από την κυρίως Ελλάδα! Μπορεί σήμερα η Ελλάδα να έχει περιοριστεί στα σημερινά της σύνορα, όμως η αρχαία κλασσική Ελλάδα αδιαμφισβήτητα ήταν η κοσμοκράτειρα δύναμη του τότε κόσμου. Οι θαλασσοπόροι και ποντοπόροι Έλληνες είχαν καταφέρει να αποικίσουν σε παρθένες τότε περιοχές περισσότερες από 1500 πόλεις σε κάθε γωνία του τότε γνωστού κόσμου! Ποτέ δεν επέλεγαν τυχαία τα σημεία οπού θα έκτιζαν τις νέες αποικίες...Πάντοτε είχαν συγκεκριμένες οδηγίες από τα ιερατεία των μητροπολιτικών πόλεων για το πού και πως θα κτίσουν τη νέα πόλη. Κάθε καινούρια Ελληνική πόλη έπρεπε οπωσδήποτε να είχε τείχη, στρατώνες, ναό στον πολιούχο θεό, αγορά, σχολεία ή ακαδημίες, θέατρα, ωδεία, γυμνάσια, αποθήκες, εργαστήρια, υδραγωγεία, λουτρά, αποχετευτικό σύστημα αλλά και να είναι οπωσδήποτε χτισμένη με καλαισθησία και αρμονια με το περιβάλλον! Αυτοί ήταν οι αρχαίοι Έλληνες! Ανήσυχα πνεύματα, δημιουργικοί, εφευρετικοί, λεπτολόγοι με υψηλό το αίσθημα της φιλοπατρίας,και φυσικά πραγματικά προοδευτικοί! Από αυτούς σήμερα πρέπει να αποκτήσει όραμα και η νέα γενιά για να ξαναποκτήσει και πάλι η Ελλάδα την θέση που της αξίζει στο παγκόσμιο στερέωμα! Ακολουθεί κατάλογος των δέκα (10) νεότερων πόλεων της Αρχαίας Ελλάδας.
1) ΠΑΤΡΑ : Η Πάτρα είναι το μεγαλύτερο οικονομικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της Πελοποννήσου και της δυτικής Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων χιλιετιών της ιστορίας της και ειδικότερα στη Ρωμαϊκή περίοδο, η Πάτρα αποτέλεσε κοσμοπολίτικο κέντρο της Μεσογείου. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, είναι ο τόπος του μαρτυρίου του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος είναι και ο πολιούχος της πόλης. Η Πάτρα (Πάτραι) είναι η μεγαλύτερη πόλη της Πελοποννήσου με 168.034 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011. Το πολεοδομικό συγκρότημα της Πάτρας είναι το τρίτο μεγαλύτερο στην Ελλάδα με πληθυσμό 213.984 κατοίκους (2011). Η Πάτρα είναι πρωτεύουσα του νομού Αχαΐας, της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και έδρα του ομώνυμου δήμου. Η πόλης της Πάτρας διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της χώρας. Η Πάτρα βρίσκεται στα βόρεια παράλια της Πελοποννήσου. Εκτείνεται από τις δυτικές απολήξεις του Παναχαϊκού όρους μέχρι και τις ακτές του Πατραϊκού κόλπου, ο οποίος στην ουσία είναι μια εγκόλπωση του Ιονίου πελάγους. Η πιο κοινή εξήγηση για το όνομα στην μυθολογία προέρχεται από τον Πατρέα, το μυθικό οικιστή της πόλης, έναν Αχαιό από τη Σπάρτη. Ο Πατρέας, αφού ήρθε επικεφαλής αποίκων στην περιοχή της Αρόης, έδιωξε τους Ίωνες κατοίκους της και μεγάλωσε την πόλη μέσω της συνένωσης των προϊστορικών οικισμών της Αρόης, της Άνθειας και της Μεσσάτιδος και έδωσε στο συνοικισμό το όνομα Πάτραι (πληθυντικός αριθμός). Χτισμένη σε στρατηγική θέση, παραθαλάσσια με καλυμμένα τα νώτα της από το Παναχαϊκό όρος και κοντά στην Αιτωλοακαρνανία, κοντά στα Ιόνια νησιά και στο δρόμο προς την Ιταλία, η Πάτρα ήταν προικισμένη για να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην ιστορία. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο τη βρίσκουμε άλλοτε με το μέρος των Αθηναίων και άλλοτε των Πελοποννησίων. Το τέλος του πολέμου τη βρίσκει με το μέρος των νικητών. Σημαντική ήταν η συμβολή της Πάτρας στη συγκρότηση της Αχαϊκής Συμπολιτείας (280 π.Χ.). Πρόκειται για την αναβίωση της ομοσπονδίας των Αχαιών, "Το κοινό των Αχαιών". Οι πόλεις Πάτραι, Δύμη, Αίγιο, Βούρα, Φαραί, Τριταία, Πελλήνη, Αιγείρα, Λεόντιο και Κερύνεια ιδρύουν την Συμπολιτεία. Η λειτουργία της βασιζόταν σε θεσμούς ισότητας και δημοκρατίας. Η Πάτρα υποτάχθηκε στην Ρώμη το 146 π.Χ.. Ο Αύγουστος είχε διακρίνει (31 π.Χ.) την θέση της Πάτρας και φρόντισε να εγκατασταθούν εδώ ως άποικοι παλαίμαχοι Ρωμαίοι. Από τότε παραχωρήθηκαν μόνο στους Πατρινούς, η ελευθερία και η αυτοδιοίκηση που μπορούσαν ν' απολαμβάνουν οι Ρωμαίοι ως άποικοι. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Τιβέριος, Νέρων και Αδριανός αλλά και άλλοι έδωσαν κατά καιρούς προνόμια στην Πάτρα, η οποία γρήγορα μεταβλήθηκε σε λαμπρή και πασίγνωστη πόλη. Κατά το 2ο αιώνα μ.Χ. η Πάτρα βρίσκεται στη μεγαλύτερη ακμή της, τότε την επισκέπτεται ο περιηγητής Παυσανίας. Την εποχή αυτή εκτεινόταν στα νότια και νοτιοδυτικά της ακρόπολης και ήταν στολισμένη με πολλά ιερά και άλλα οικοδομήματα. Μερικά από αυτά περιγράφει ο περιηγητής στα Αχαϊκά του.
2) ΜΕΣΣΗΝΗ: Η Μεσσήνη ήταν αρχαία πόλη της Μεσσηνίας, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Πελοποννήσου. Βρίσκεται δίπλα στο χωριό Μαυρομμάτι. Η πόλη ιδρύθηκε το χειμώνα του 370 π.Χ. - 369 π.Χ. από το Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα, μετά τη νίκη του επί των Σπαρτιατών στη μάχη των Λεύκτρων και την εισβολή του στη Λακωνία. Ο Επαμεινώνδας απελευθέρωσε τη Μεσσηνία από τη σπαρτιατική επιρροή και επέλεξε τους πρόποδες του όρους Ιθώμη για να χτίσει την πρωτεύουσα των ελεύθερων Μεσσηνίων. Χτίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την αρκαδική Μεγαλόπολη, ώστε να αποκλειστεί η Σπάρτη από εχθρικά κράτη και να εκλείψει η επιρροή της έξω από τη Λακωνική. Ο περιηγητής Παυσανίας έχει διασώσει πληροφορίες για την ίδρυση της. Κήρυκες σταλμένοι από τους Θηβαίους έφτασαν στην Ιταλία, τη Σικελία, τη Λιβυκή πόλη Ευεσπερίδες και όπου αλλού ζούσαν φυγάδες Μεσσήνιοι, και τους κάλεσαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Οι απελευθερωμένοι είλωτες και περίοικοι της Μεσσηνίας θα συμμετείχαν κι αυτοί αλλά το ζωτικότερο στοιχείο της ξενιτιάς θεωρήθηκε απαραίτητο και ανταποκρίθηκε στον κάλεσμα. Η επιλογή της θέσης της πόλης έγινε μετά από θαυματουργή αποκάλυψη της θέσης της διαθήκης του Μεσσήνιου ήρωα Αριστομένη και με τη βοήθεια ιερέων και μάντεων. Η πόλη ονομάστηκε από τη μυθική βασίλισσα Μεσσήνη, κόρη του βασιλιά του Άργους Τριόπα. Έτσι ξεκίνησε το χτίσιμο του τείχους, μετά από θυσίες των συμμάχων προς τους τοπικούς θεούς και ήρωες, και υπό τη συνοδεία βοιωτικών και αργείτικων αυλών. Η πόλη παρέμεινε το πολιτιστικό κέντρο της Μεσσηνίας μέχρι το 395 μ.χ., όταν η επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου έδωσε το αποφασιστικό πλήγμα στην πόλη. Τότε οι κάτοικοί της θα άρχισαν να εγκαθίστανται σε ασφαλέστερους οικισμούς και η θέση να ερημώνεται. Το τείχος που περιέβαλλε τη Μεσσήνη είναι εξαιρετικά μεγάλου μήκους (περίμετρος 9 χλμ.) και στην εποχή του Παυσανία ήταν ήδη εξ' ολοκλήρου λίθινο, πράγμα που του προκάλεσε μεγάλη έκπληξη καθώς συνηθιζόταν η πλίθινη ανωδομή. Είχε δύο μνημειακές πύλες, την Αρκαδική (ή πύλη της Μεγαλόπολης) και τη Λακωνική. Σε τακτά διαστήματα ήταν ενισχυμένο με διώροφους λίθινους τετράγωνους και στρογγυλούς πύργους. Σήμερα διατηρείται καλύτερα στη βόρεια πλευρά του, εκατέρωθεν της Αρκαδικής πύλης. Από τα διατηρημένα μέρη και τα θεμέλια μπορεί κανείς να προσδιορίσει όλη σχεδόν τη γραμμή που ακολουθεί το τείχος. Όλα τα οικοδομήματα της Μεσσήνης έχουν τον ίδιο προσανατολισμό και εντάσσονται στον πολεοδομικό κάνναβο που δημιουργείται από οριζόντιους (με κατεύθυνση Ανατολή-Δύση) και κάθετους (με κατεύθυνση Βορρά-Νότο) δρόμους. Το πολεοδομικό αυτό σύστημα είναι γνωστό ως ιπποδάμειο , από τον αρχικό εμπνευστή και δημιουργό του αρχιτέκτονα, πολεοδόμο, γεωμέτρη και αστρονόμο του 5ου αιώνα π.Χ., τον Ιππόδαμο από τη Μίλητο.
3) ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗ: Η Μεγαλόπολη είναι πόλη της Αρκαδίας, έδρα του ομώνυμου δήμου και πρωτεύουσα της τέως επαρχίας Μεγαλόπολης. Είναι χτισμένη στο ομώνυμο οροπέδιο σε υψόμετρο 430 μέτρων. Ο πληθυσμός της είναι 5.779 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011, περιλαμβάνοντας και το Ορέστειον. Στην περιοχή βρίσκονται μεγάλα αποθέματα λιγνίτη, τα μεγαλύτερα στην Ελλάδα μετά της Πτολεμαΐδας. Η Μεγαλόπολη χτίστηκε με προτροπή του Επαμεινώνδα το 370 π.Χ., με σκοπό να αποτελέσει ένα κέντρο για όλους τους Αρκάδες και έναν αντίπαλο πόλο δύναμης στη γειτονική της Σπάρτη. Για να κατοικηθεί η πόλη μετακινήθηκαν κάτοικοι από 40 αρκαδικά χωριά και αρκετοί είλωτες που είχαν δραπετεύσει, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι ποτέ αυτή η πόλη δε θα φερόταν φιλικά στη Σπάρτη. Μετά το 337 π.Χ. η πόλη συντάχθηκε με τους Μακεδόνες. Το 331 π.Χ. πολιορκήθηκε από τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Τον ίδιο χρόνο, συγκρούστηκαν οι Σπαρτιάτες και οι Μακεδόνες που είχαν φτάσει για να βοηθήσουν τη Μεγαλόπολη. Οι Μακεδόνες κατάφεραν να νικήσουν, σβήνοντας έτσι κάθε ελπίδα των Σπαρτιατών για ανασύσταση της ηγεμονίας τους. Στη μάχη σκοτώθηκε ο βασιλιάς της Σπάρτης, Άγις Γ΄. Τους Μακεδόνες διοικούσε ο στρατηγός Αντίπατρος. Το 223 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Κλεομένης Γ΄ την κατέλαβε και την έκαψε, αλλά οι κάτοικοί της σώθηκαν ακολουθώντας τον Φιλοποίμενα στην Μεσσηνία. Το 208 π.Χ., ο Φιλοποίμην ως στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας την ανοικοδόμησε. Αργότερα, η πόλη καταστράφηκε οριστικά.
4) ΝΙΚΟΠΟΛΗ: Η Αρχαία Νικόπολη ήταν πόλη της Ηπείρου που ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους στη νοτιοδυτική Ήπειρο κοντά στην σημερινή Πρέβεζα. Ο αρχαιολογικός της χώρος αποτελεί σήμερα την μεγαλύτερη σε έκταση αρχαία πόλη της Ελλάδας. Η Αρχαία Νικόπολη βρίσκεται στην κοινότητα Νικόπολη στο πιο στενό σημείο του ισθμού της χερσονήσου της Πρέβεζας, επαρκώς προστατευμένη νομοθετικά από τη δόμηση, με αρχαιολογικό νόμο, και είναι επισκέψιμη. Εργασίες αναστήλωσης και ανάδειξης είναι συνεχώς σε εξέλιξη σε διάφορα σημεία του αρχαιολογικού χώρου. Την τελευταία δεκαετία καθαρίστηκαν και αναδείχθηκαν τα Τείχη, το Στάδιο και οι δύο Βασιλικές Αλκίσωνος και Δουμετίου. Το 2006 - 2009 ανασκάφηκε και αναδείχθηκε το Μνημείο Αυγούστου. Το έτος 2012 - 2013 ανακατασκευάζεται η δυτική Κεντρική Πύλη των παλαιοχριστιανικών Τειχών και καθαρίζεται το Θέατρο Οκταβιανού, με πρωτοβουλία του συλλόγου "ΔΙΑΖΩΜΑ" κλπ. Η Νικόπολη πληθυσμιακά σύμφωνα με νεότερες μελέτες του Κωνσταντίνου Ζάχου είχε πληθυσμό περί τις 150.000 άτομα, και προήλθε από την βίαιη πληθυσμιακή μετοίκηση άλλων Ηπειρωτικών πόλεων της Θεσπρωτίας, της Πρέβεζας, της Άρτας και της Ακαρνανίας. Η Νικόπολη (πόλη της νίκης), χτίστηκε κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα Αύγουστου Οκταβιανού (ή Οκτάβιου), πρώτου αυτοκράτορα της Ρώμης, για να τιμήσει τους θεούς, τον «Άκτιο Απόλλωνα» ή, τον Ποσειδώνα (θεός της θάλασσας) και τον Άρη (θεός του πολέμου) για τη νίκη που του έδωσαν κατά του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας στη μεγάλη Ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ. Η θέση όπου ιδρύθηκε η Νικόπολη συγκέντρωσε αξιόλογα πλεονεκτήματα ως προς την οικονομία το εμπόριο και τη στρατηγική σημασία της. Η Νικόπολη, άκμασε πολύ σύντομα και σύμφωνα με κάποιες απόψεις ιστορικών έφθασε να έχει πληθυσμό 300.000 κατοίκους, στο έτος 293 μ.Χ., όταν ήταν πρωτεύουσα της Ηπείρου “Πόλις ευανδρούσα, λαμβάνουσα καθ ημέραν επίδοσιν”, γράφει ο Στράβων αναφερόμενος στην Νικόπολη. Λόγω της ιστορικής της σημασίας, η Νικόπολη ήταν μια «πόλις αίγλη» για τους Ρωμαίους. Γι αυτό και κατασκεύασαν εκεί σημαντικότατα δημόσια έργα. Ρωμαϊκά τείχη με αμυντικούς πύργους, Βουλευτήριο, Εμπορικά Κτίρια, Αμφιθέατρο, Λουτρά (Θέρμες), Μνημείο Αυγούστου Οκταβιανού με ενσωματωμένα 36 έμβολα πλοίων της Κλεοπάτρας, Θέατρο Αυγούστου Οκταβιανού (2.000 θέσεων), Ρωμαϊκό Στάδιο (10.000 θέσεων), Ρωμαϊκό Ωδείο (800 θέσεων), αλλά το κυριότερο τεχνικό έργο είναι το Ρωμαϊκό υδραγωγείο μήκους 50 Km με το οποίο έφερναν πόσιμο νερό από τις πηγές του Αγίου Γεωργίου, πάνω από τη Φιλιππιάδα στη Νικόπολη. Το έτος 22 π.Χ. ο Οκταβιανός Αύγουστος δείχνων το μεγάλο του ενδιαφέρον για το κτίσμα του, υπογράφει διάταγμα με το οποίο εισάγει νέο σύστημα επαρχιακής διοίκησης και «καθιστά την Νικόπολη οιονεί πρωτεύουσαν και μητρόπολιν της Νοτίου Ηπείρου και Ακαρνανίας». Κατά την παλαιοχριστιανική εποχή (300 μ.Χ. – 400 μ.Χ.), η «Νικόπολις» δέχθηκε Βαρβαρικές επιδρομές, περιορίστηκαν οι εμπορικές της δραστηριότητες και οι κάτοικοι στράφηκαν στον αγροτικό τομέα και κατασκεύασαν ένα νέο τείχος που περιόρισε την πόλη. Εξακολούθησε όμως να είναι πρωτεύουσα επαρχίας που ονομάστηκε επί Διοκλητιανού «Παλαιά Ήπειρος». Είναι βέβαιο ότι το έτος 395 μ.Χ. η Νικόπολη κατελήφθη από τους «Βησιγότθους» υπό τον βασιλιά «Αλάριχο Α΄». Το έτος 475 μ.Χ., κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Ζήνωνα η Νικόπολη κατελήφθη από τους Βανδάλους. Οι Βάνδαλοι είχαν κράτος στην Αφρική και, πειρατικό στόλο, έκαναν επιδρομές μέχρι και την Ελλάδα. Ο Οστρογότθος βασιλιάς της Ιταλίας Τωτίλας (541-552 μ.Χ.), αφού εξασφάλισε την επικράτησή του στη Ρώμη, επάνδρωσε τριακόσια πλοία με Γότθους πολεμιστές και τα έστειλε κατά της Ελλάδας. Η λεηλασία και καταστροφή της Νικοπόλεως από τα στρατεύματα του Τωτίλα ήταν τρομακτική ισοδυναμώντας με παντελή αφανισμό της πόλης.
5) ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΑ: Η αρχαία πόλη της Δημητριάδας, κτισμένη σε στρατηγική θέση του Παγασητικού κόλπου, πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή της, Δημήτριο Πολιορκητή. Ο Μακεδόνας βασιλιάς κατά το έτος 294 π.Χ. συνοίκησε τις μικρές κώμες της περιοχής, για να δημιουργήσει ένα ισχυρό οικονομικό και πολιτικό κέντρο, χρησιμοποιώντας ως πυρήνα την κλασσική πόλη των Παγασών. Η περιοχή κάλυπτε την Μαγνησία και έχει να παρουσιάσει μακραίωνη ιστορία, η οποία ξεκινά από τη νεολιθική εποχή και φθάνει μέχρι και τα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Η ελληνιστική πόλη ιδρύθηκε το 293 π.Χ. για να αποτελέσει τη μια από τις τρεις «κλείδες» ή «πέδες» της Eλλάδας μαζί με τη Χαλκίδα και την Kόρινθο. Ο Δημήτριος και οι άλλοι βασιλείς της Δυναστείας των Αντιγονιδών τη χρησιμοποίησαν ως ορμητήριο για πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις στη Θεσσαλία και στη νότια Ελλάδα. Με την υποστήριξη των Mακεδόνων βασιλέων η Δημητριάδα εξελίχθηκε σε μεγάλο διεθνές εμπορικό λιμάνι, όπου συνέρρεαν και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα πολλοί Έλληνες και ξένοι, από την Ιλλυρία, την Ήπειρο και από χώρες της Μεσογείου ως τη Μέση Ανατολή. Η μεγάλη ακμή της πόλης ως οικονομικό, εμπορικό και πολιτικό κέντρο σημειώθηκε από το 217 π.Χ. έως το 168 π.Χ., όταν μετά τη μάχη της Πύδνας το μακεδονικό βασίλειο καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους. Από τον 1ο αι. π.X. η Δημητριάδα έχασε την πολιτική της δύναμη και άρχισε να συρρικνώνεται εδαφικά. Εγκαταλείφθηκε το μεγαλύτερο μέρος της και ο οικισμός περιορίσθηκε στο βόρειο τμήμα της, προς τη θάλασσα, και ακόμη λιγότερο στο νότιο τμήμα της αρχαίας πόλης. Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους έχασε μεγάλο μέρος της σημασίας της, εξακολούθησε όμως να παραμένει η πρωτεύουσα του Kοινού των Mαγνήτων, που ήταν περιορισμένο στα όρια της Mαγνησίας. Τo Kοινό των Mαγνήτων επιβίωσε, όπως μαρτυρούν επιγραφές και νομίσματα, έως τα τέλη του 3ου αι. μ.X. Στα τέλη του 3ου - αρχές 4ου αι. μ.X., ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός κατέλυσε τα Kοινά των Θεσσαλών και Mαγνήτων και ανέδειξε τη Θεσσαλία σε ξεχωριστή επαρχία με πρωτεύουσα τη Λάρισα. H ρωμαϊκή περίοδος της θεσσαλικής ιστορίας έκλεισε οριστικά με την ίδρυση της Eπισκοπής της Δημητριάδος επί Mεγάλου Kωνσταντίνου. Η πόλη ξαναγνώρισε σχετική ακμή κατά τον 4ο και 5ο αι. μ.Χ., αλλά εγκαταλείφθηκε οριστικά τον 6ο αι. μ.Χ. Στους τελευταίους αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας τη Δημητριάδα διαδέχθηκε ο Βόλος. Έχουμε μαρτυρίες ότι στα 896 μ.Χ. πειρατικός στόλος Σαρακηνών, με επικεφαλης κάποιον κουρσάρο Δαμιανό, ήρθε στον Παγασητικό και μπήκε στην Δημητριάδα, όπου έσφαξε όλους τους αρσενικούς που μπορούσαν να φέρουν όπλα και άδειασε την πόλη από κάθε πολύτιμο πράγμα… Άλλη μιά τέτοια μεγάλη επιδρομή των Σαρακηνών αναφέρεται λίγο πρίν του 1070. Λέει μάλιστα η παλιά παράδοση, πως μπήκαν στην Δημητριάδα και την κούρσεψαν, γιατί έβρεχε δυνατά και οι κάτοικοι της Δημητριάδας μπήκαν στα σπίτια τους. Τότε βρήκαν ευκαιρία οι πειρατές, βγήκαν από τα καράβια τους και μπήκαν στην πόλη και την πλιατσικολόγησαν. Αν θέλουμε την πιστεύουμε αυτή την παράδοση. Είναι μια δικαιολογία των Δημητριέων, που φάινεται τόσο πολύ φοβούντανε τους πειρατές (γιατί ήταν ζωντανές οι αναμνήσεις για τις σφαγές και το κούρσεμα του 896), ώστε μόλις είδαν τον πειρατικό στόλο, παράλυσαν”.
6) ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη σε πληθυσμό και έκταση πόλη της Ελλάδας. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου, της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης. Από την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο η Θεσσαλονίκη ως μια ακμάζουσα ελληνιστική πόλη μέχρι την οθωμανική κυριαρχία αξιοποιεί την στρατηγική της θέση και αναπτύσσεται σε μια πολυπολιτισμική πόλη. Από το 1912, με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων και την ενσωμάτωση της περιοχής στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, η Θεσσαλονίκη αποτελεί τη δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Ελλάδας. Συχνά αναφέρεται ως η συμπρωτεύουσα της Ελλάδας. Η Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε από τον Κάσσανδρο και έλαβε το όνομά της της συζύγου του, Θεσσαλονίκης, ετεροθαλής αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κόρη του Φιλίππου Β΄ και της πέμπτης συζύγου του, της Θεσσαλής Νικησιπόλης. Το όνομά της προέρχεται από τη σύνθεση των λέξεων Θεσσαλων και Νίκη, σε ανάμνηση της νίκης των Μακεδόνων και του Κοινού των Θεσσαλών έναντι του τυραννικού καθεστώτος των Φερών και των συμμάχων της, Φωκέων, στο πλαίσιο του Γ’ Ιερού Πολέμου. Με βασικό άξονα την αρχαία πόλη της Θέρμης, ο Κάσσανδρος ανάγκασε σε μετοίκηση τους πληθυσμούς 26 τοπικών, παράκτιων πολισμάτων και χωριών δημιουργώντας τη νέα πολιτεία, της Θεσσαλονίκης. Λόγω της θέσης της, που συνέδεε τη Μακεδονία με το Αιγαίο Πέλαγος, η Θεσσαλονίκη έγινε η σημαντικότερη πόλη στην Μακεδονία. Διατηρούσε εμπορικές επαφές με λιμάνια της Ανατολής. Η κατάλυση του βασιλείου των Αντιγονιδών από τα ρωμαϊκά στρατεύματα το 168 π.Χ. έφερε τη Θεσσαλονίκη στα όρια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Δύο ημέρες μετά την ήττα του Περσέα στη Μάχη της Πύδνας, η Θεσσαλονίκη παραδόθηκε στους Ρωμαίους (168 π.Χ.). Το 148 π.Χ. πραγματοποιήθηκε διοικητική αναδιάρθρωση και η Μακεδονία, με όρια εκτενέστερα του βασιλείου των Αντιγονιδών, ανακηρύχθηκε ρωμαϊκή επαρχία διοικούμενη από ανθύπατο με πρωτεύουσα και έδρα του πραίτορα τη Θεσσαλονίκη. Η κατασκευή της Εγνατίας οδού από τους Ρωμαίους μεταξύ 146 π.Χ. - 120 π.Χ., του βασικού στρατιωτικού και εμπορικού διαύλου της ανατολικής διοίκησης, η οποία ένωνε την Αδριατική θάλασσα με τον Ελλήσποντο και τη Μικρά Ασία, προώθησε την αξιολογική σημασία της πόλης και εμπέδωσε την πρωταγωνιστική της παρέμφαση μέσα στο μεγεθούμενο κράτος. Έτσι, μέχρι το δεύτερο μισό του 2ου π.Χ. αιώνα, η Θεσσαλονίκη είχε αναδειχτεί στο κυρίαρχο σταυροδρόμι και βάση της εμπορικής και στρατιωτικής δραστηριότητας. Η μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας ανατολικά, στην παλαιά αποικία των Μεγαρέων, το Βυζάντιο, την από τούδε Κωνσταντινούπολη ή Νέα Ρώμη, θα συντελέσει στην περαιτέρω ανάδειξη της Θεσσαλονίκης. Το 904 η πόλη δέχθηκε επίθεση από τους Σαρακηνούς με αρχηγό τον εξισλαμισθέντα Λέοντα τον Τριπολίτη. Η σφοδρότητα της επίθεσης και η απροετοιμασία πολιορκίας οδήγησαν στην άλωση και τη λεηλασία της Χιλιάδες κάτοικοι σφαγιάστηκαν, ενώ περισσότεροι αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Το 1185 νορμανδικός στόλος μεταφέροντας 80.000 στρατό κατέπλευσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και άρχισε την πολιορκία από ξηρά και θάλασσα. Ο ανεφοδιασμός ανεπαρκής, ο διοικητής της Δαυίδ Κομνηνός ανίκανος, εγκατέλειψε τους αμυνόμενους και οι ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη έφτασαν πολύ αργά. Έτσι οι Νορμανδοί, αφού έχασαν 3.000 στρατιώτες, κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, παρά την ηρωϊκή άμυνα των κατοίκων και τη λεηλάτησαν, θανατώνοντας 7.000 από τους κατοίκους της. Αιώνες αργότερα, η «συμβασιλεύουσα πόλις» καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το1430 έπειτα από ισχυρή πολιορκία τριών ημερών. Ακολούθησε άγρια λαφυραγωγία και αιχμαλωσία των κατοίκων. Οι αιχμάλωτοι υπολογίζονται σε επτά χιλιάδες. Από αυτούς άλλοι ελευθερώθηκαν αφού εξαγοράστηκαν από συγγενείς και φίλους, άλλοι δε πουλήθηκαν, ενώ μέρος του πληθυσμού είχε ήδη φύγει πριν την άλωση και δεν επανήλθε.
7) ΦΙΛΙΠΠΟΙ: Οι Φίλιπποι ήταν αρχαία πόλη της ανατολικής Μακεδονίας με αρχικό όνομα Κρηνίδες, που βρίσκεται στο σημερινό νομό Καβάλας. Ο Απόστολος Παύλος ίδρυσε στους Φιλίππους την πρώτη χριστιανική Εκκλησία επί ευρωπαϊκού εδάφους. Η περιοχή των Φιλίππων κατοικείται από αυτόχθονες από την νεολιθική εποχή αδιαλείπτως. Η ιστορία του οικισμού των Φιλίππων αρχίζει στα 360/359 π.Χ. όταν άποικοι από τη Θάσο ιδρύουν την πρώτη πόλη, τις Κρηνίδες. Όταν στα 356 π.Χ. απειλούνται από τους Θράκες, ζητούν τη βοήθεια του Φιλίππου Β΄, του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Εκείνος, διαβλέποντας την οικονομική και στρατηγική σημασία της πόλης, την καταλαμβάνει, την οχυρώνει και τη μετονομάζει σε Φιλίππους. Στα ρωμαϊκά χρόνια οι Φίλιπποι ήταν η σπουδαιότερη πόλη της ανατολικής Μακεδονίας, χτισμένη σε πολύ στρατηγική θέση και στο μέσο μιας πλούσιας σε αγαθά περιοχής. Μετά τη μάχη των Φιλίππων (το 42 π.Χ) μετατράπηκε σε ρωμαϊκή αποικία και αποικίστηκε από τους Ρωμαίους δυο φορές. Ο πρώτος αποικισμός (deductio) έγινε, αμέσως μετά, με εντολή του Αντώνιου με απόμαχους του ρωμαϊκού στρατού. Ο δεύτερος αποικισμός, με Ιταλους πολίτες, έγινε μετά τη ναυμαχία του Άκτιου (31 π.Χ.) με εντολή του Οκταβιανού Αυγούστου, ο οποίος θεωρείτο δεύτερος οικιστής της πόλης, μετά τον Φίλιππο Β’ και για το λόγο αυτό η αποικία έφερε στο εξής το όνομα γένους του: colonia Iulia Augusta Philippensis. Από τους Φιλίππους περνούσε η κύρια οδική αρτηρία της Εγνατίας οδού, η οποία μετά από πορεία 10-12 ρωμαϊκών μιλίων έφερνε στη Νεάπολη κι από κει στη Θράκη, όπως μαρτυρούν τα ρωμαϊκά Οδοιπορικά και τα μιλιάρια που βρέθηκαν ως τώρα. Στην πόλη εισερχόταν η Εγνατία από την πύλη της Αμφίπολης, περνούσε από το forum, όπου σώζεται και ένα πλακόστρωτο τμήμα της, εξερχόταν από την πύλη της Νεάπολης και αφού διέσχιζε ένα εκτεταμένο προάστιο, συνέχιζε την πορεία της προς νότο.
8) ΑΝΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ: Η Αδριανούπολη είναι ιστορική πόλη της Τουρκίας, στην Ανατολική Θράκη, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (6.276 τ. χλμ, 402.606 κάτ.), στα σύνορα με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Η Αδριανούπολη υπήρξε η τρίτη πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1363 ως το 1453, πριν η Κωνσταντινούπολη γίνει η τέταρτη και οριστική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Σήμερα η Αδριανούπολη είναι πρωτεύουσα της επαρχίας. Ο πληθυσμός της πόλης είναι 165.979 κάτοικοι (2014). Σημειώνεται το όνομα «Edirne» αποτελεί παραφθορά του Αδριανού (πόλη) > Αντρινού, που φερόταν τον 14ο αιώνα > Εντρινού > Εντιρνού καταλήγοντας στο Εντιρνέ όπου και επικράτησε. Ο Ορέστης, γιος του βασιλιά Αγαμέμνονα ίδρυσε την πόλη ως Ορεστιάδα, στη συμβολή των ποταμών Τόνζου (Τούντσα) και Αρδίσκου (Αρδα) με τον Εβρο. Η πόλη (επαν)ιδρύθηκε παίρνοντας το όνομά του από το Ρωμαίο Αυτοκράτορα Αδριανό (117-138) το 125 στη θέση Θρακικού οικισμού, που ονομαζόταν Ουσκουδάμα. Ηταν πρωτεύουσα των Βήσσων ή των Οδρυσών. Ο Αδριανός την έκανε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Θράκης, την ανέπτυξε και την εξωράισε (υδραγωγεία, λουτρά, αγορά κλπ.) και η πόλη διατήρησε κατά την κατοπινή εποχή το όνομά του. Βρίσκεται σε καίριο κόμβο του δρόμου ο οποίος ενώνει την κεντρική Ευρώπη με την Κωνσταντινούπολη και στο σημείο όπου κατέληγαν οι δρόμοι από τα παράλια του Αιγαίου, της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου. Ήδη από τα χρόνια της ίδρυσής της εξελίχτηκε σε σπουδαίο συγκοινωνιακό, εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο.
9) ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΗ : Η Φιλιππούπολη είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας με πληθυσμό 341.567 κατοίκων το 2015, ενώ 544.628 ζουν στην αστική της περιοχή. Είναι σημαντικό οικονομικό, συγκοινωνιακό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό κέντρο. Η Φιλιππούπολη βρίσκεται στη νοτιοκεντρική Βουλγαρία στις δύο όχθες του Ποταμού Έβρου. Η πόλη έχει αναπτυχθεί ιστορικά σε επτά λόφους, μερικοί από τους οποίους έχουν ύψος 250 μέτρα. Λόγω των λόφων αυτών η Φιλιππούπολη συχνά αναφέρεται στη Βουλγαρία ως "Επτάλοφος". Η πόλη ονομάστηκε Φιλιππόπολις, προς τιμήν του Φίλιππου Β΄ της Μακεδονίας, ίσως μετά το θάνατό του ή προς τιμή του Φίλιππου Ε΄ , όπως το πρώτον μαρτυρείται από τον Πολύβιο σε συνδυασμό με την εκστρατεία του. Η Φιλιππόπολις ταυτοποιήθηκε από τον Πλούταρχο και τον Πλίνιο ως η πρώην Πονηρόπολις. Το 46 μ.Χ. η πόλη ενσωματώθηκε τελικά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο, κατέστη μητρόπολις (πρωτεύουσα) της επαρχίας της Θράκης και απέκτησε καθεστώς πόλης στα τέλη του 1ου αιώνα. Την εποχή αυτή περνούσε από την πόλη η Βία Μιλιτάρις (ή Βία Ντιαγκονάλις), ο σημαντικότερος στρατιωτικός δρόμος στα Βαλκάνια. H Ρωμαϊκή εποχή ήταν περίοδος ανάπτυξης και πολιτιστικής υπεροχής. Τα αρχαία μνημεία διηγούνται την ιστορία μιας σφύζουσας αναπτυσσόμενης πόλης, με πολυάριθμα δημόσια κτίρια, ιερά, λουτρά, θέατρα, στάδιο και το μόνο ανεπτυγμένο αρχαίο σύστημα υδροδότησης στη Βουλγαρία. Η πόλη είχε προηγμένα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης. Την υπεράσπιζαν διπλά τείχη, πολλά από τα οποία διατηρούνται ακόμη και είναι ορατά από τους τουρίστες.
10) ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ : Η Κωνσταντινούπολη  είναι η μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας, αποτελώντας το οικονομικό, πολιτιστικό και ιστορικό κέντρο της χώρας. Η Κωνσταντινούπολη είναι διηπειρωτική πόλη στην Ευρασία, με το ιστορικό και εμπορικό κέντρο να βρίσκεται στην ευρωπαϊκή πλευρά και το ένα τρίτο του πληθυσμού να ζει στην ασιατική πλευρά. Με πληθυσμό 14,38 εκατομμύρια κατοίκους, η πόλη αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους αστικούς οικισμούς στην Ευρώπη και ο μεγαλύτερος στη Μέση Ανατολή καθώς και μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου. Ο Μέγας Κωνσταντίνος επέλεξε το Βυζάντιο, ως πρωτεύουσα, για τη ν στρατηγική θέση του. Η θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης ταυτίστηκε με την έναρξη ενός πολύ μεγάλου πολεοδομικού εγχειρήματος, μεγάλης εμβέλειας. Η πόλη επεκτάθηκε, εντάσσοντας στο Βυζάντιο έκταση περίπου 5.000 στρεμμάτων, σε μεγάλο βαθμό μη οικοδομημένη. Τα νέα τείχη που ξεκίνησαν να κτίζονται επί Κωνσταντίνου και αποπερατώθηκαν επί Κωνστάντιου Α' (337-361), προεκτείνονταν κατά δεκαπέντε στάδια σε σύγκριση με τα παλαιότερα τείχη του Σεβήρου. Τα εγκαίνια της πόλης τελέστηκαν με λαμπρότητα στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ και ονομάστηκαν γενέθλια. Επιθυμώντας να πυκνώσουν οι οικισμοί της πόλης, μέχρι το 361 ήταν εξασφαλισμένη η δωρεάν παροχή άρτου στους πολίτες που έχτιζαν την κατοικία τους εκεί, ενώ επιπλέον μέτρα πειθαναγκαστικού χαρακτήρα εφαρμόζονταν προκειμένου να υποχρεώνονται οι ανάδοχοι εδαφών αυτοκρατορικής ιδιοκτησίας στη Μικρά Ασία να οικοδομήσουν στην Κωνσταντινούπολη. Αρκετοί οίκοι παραχωρήθηκαν σε ανώτερους αξιωματούχους της αυλής και χρηματοδοτήθηκαν απευθείας από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο. Περιτριγυρισμένη από επτά λόφους, η Κωνσταντινούπολη, όπως και η Ρώμη, διαιρέθηκε σε δεκατέσσερις συνοικίες. Στολισμένη με μεγαλοπρέπεια, η Κωνσταντινούπολη διέθετε όλα τα στοιχεία της αστικής ευημερίας, ευνοώντας σε πολιτισμικό επίπεδο τη συγχώνευση των εθίμων, της αρχιτεκτονικής και της τέχνης Δύσης και Ανατολής. Αποτέλεσε εκκλησιαστικό κέντρο, καθώς από το 381 αποτελούσε έδρα του πατριάρχη. Κατά την αυτοκρατορία του Ιουστινιανού Α' (527-565), η μεσαιωνική Κωνσταντινούπολη έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της, με πληθυσμό που έφτανε περίπου τους 500.000 κατοίκους.
Πηγή: https://volosmagnisia.wordpress.com/2013/09/16/πευκάκια-και-σαρακηνός-1950/
https://sciencearchives.wordpress.com/2016/02/02/η-πόλη-κράτος-στην-αρχαία-ελλάδα/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πάτρα

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αρχαία_Μεσσήνη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μεγαλόπολη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αρχαία_Νικόπολη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δημητριάδα_Μαγνησίας_(αρχαία_πόλη)

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θεσσαλονίκη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Φίλιπποι

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αδριανούπολη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Φιλιππούπολη

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντινούπολη



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου