Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Η Οθωμανική κατάκτηση της βυζαντινής Μικράς Ασίας : Η μάχη του Βαφέως, η καταλανική εκστρατεία και η μάχη του Πελεκάνου

Η Μάχη του Βαφέως διεξήχθη στις 27 Ιουλίου 1302 μεταξύ του στρατού της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό τη διοίκηση του Οσμάν Α' και του στρατού της
Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό τη διοίκηση του Γεωργίου Μουζάλωνα. Η μάχη έληξε με νίκη των Οθωμανών, με αποτέλεσμα οι Οθωμανοί να εγκαθιδρύσουν το κράτος τους και να καταλάβουν τελικά τη Βιθυνία από τους Βυζαντινούς. Ο Οσμάν Α' ανέβηκε στον θρόνο το έτος 1282 και για δύο δεκαετίες εξεστράτευσε κατά των βυζαντινών συνόρων στη Βιθυνία. Μέχρι το 1301, οι Οθωμανοί είχαν πολιορκήσει τη Νίκαια (πρωτεύουσα της πρώην Αυτοκρατορίας της Νίκαιας) και καταπονούσαν την Προύσα. Οι τουρκικές επιθέσεις απειλούσαν το λιμάνι της Νικομηδείας. Την άνοιξη του 1302, ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Θ' Παλαιολόγος (βασ. 1294-1320) εξεστράτευσε κατά της Μαγνησίας. Οι Τούρκοι, φοβούμενοι τον μεγάλο στρατό του, απέφυγαν τη μάχη. Ο Μιχαήλ προσπάθησε να τους αντιμετωπίσει, αλλά οι στρατηγοί τον απέτρεψαν. Οι Τούρκοι πήραν θάρρος και προχώρησαν σε επιθέσεις, με αποτέλεσμα να απομονώσουν την πόλη από τον αυτοκράτορα. Ο στρατός του διαλύθηκε χωρίς μάχη, καθώς οι τοπικές δυνάμεις έφυγαν για να υπερασπιστούν τα σπίτια τους, ενώ οι μισθοφόροι Αλανοί έφυγαν για να ενωθούν με τις οικογένειες τους στη Θράκη. Ο Μιχαήλ αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς τη θάλασσα, ακολουθόμενος από ένα κύμα προσφύγων. Για να αντιμετωπίσει την απειλή για τη Νικομήδεια, ο πατέρας του Μιχαήλ, Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος (βασ. 1282-1328), έστειλε μια βυζαντινή δύναμη από 2.000 άνδρες (οι μισοί απ' αυτούς ήταν Αλανοί μισθοφόροι), υπό τις διαταγές του Μέγα Εταιρειάρχη Γεώργιου Μουζάλωνα, με σκοπό να διασχίσει τον Βόσπορο και να βοηθήσει την πόλη.  Στο πεδίο του Βαφέως (ανατολικά της Νικομηδείας) στις 27 Ιουλίου 1302, οι Βυζαντινοί συνάντησαν 5.000 ιππείς του ελαφρού ιππικού υπό τη διοίκηση του Οσμάν Α', καθώς επίσης και συμμαχικές δυνάμεις από τις τουρκικές φυλές της Παφλαγονίας και του ποταμού Μαίανδρου (Λυδία). Το τουρκικό ιππικό επιτέθηκε στους Βυζαντινούς, με το απόσπασμα των Αλανών να μη συμμετέχει στη μάχη. Οι Τούρκοι έσπασαν τη γραμμή των Βυζαντινών, αναγκάζοντας τον Μουζάλωνα να υποχωρήσει στη Νικομήδεια υπό την κάλυψη της δύναμης των Αλανών. Ο Βαφεύς ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μελλοντική επέκταση της: οι Βυζαντικοί έχαναν τον έλεγχο της Βιθυνίας, υποχωρούσαν στα οχυρά τους, τα οποία απομονώθηκαν και καταλήφθηκαν. Η ήττα των Βυζαντινών σήμανε την μαζική απομάκρυνση χριστιανικού πληθυσμού από την περιοχή προς το ευρωπαϊκό μέρος της αυτοκρατορίας, προκαλώντας αλλαγές στη δημογραφική ισορροπία της περιοχής. Σε συνδυασμό με την ήττα στη Μαγνησία, η οποία επέτρεψε στους Τούρκους να φθάσουν και να σταθεροποιηθούν στις ακτές του Αιγαίου, ο Βαφεύς σήμανε την οριστική απώλεια της Μικράς Ασίας για τους Βυζαντινούς. Σύμφωνα με τον ιστορικό Χαλίλ Ινάλτσικ, η μάχη επέτρεψε στους Οθωμανούς να ιδρύσουν το κράτος τους. Η κατάληψη της Βιθυνίας από τους Οθωμανούς ήταν σταδιακή, το τελευταίο βυζαντινό οχυρό στην περιοχή, η Νικομήδεια, έπεσε μονάχα το 1337. Ως Καταλανική εκστρατεία ονομάζεται η βυζαντινή εκστρατεία με μισθοφορικό Καταλανικό στρατό με σκοπό την ανάκτηση χαμένων εδαφών από τους Οθωμανούς. Το αποτέλεσμα αυτής της εκστρατείας αποτέλεσε αρχικά τακτική νίκη για τους Βυζαντινούς η οποία τελικά μετετράπη σε στρατηγικής σημασίας νίκη για τους Οθωμανούς. Το 1303, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος προσέλαβε 6.500 Καταλανούς μισθοφόρους υπό τις διαταγές του Ροζέ ντε Φλορ για να εκστρατεύσουν κατά των Τούρκων την άνοιξη και το καλοκαίρι του ιδίου έτους. Τη γενική διοίκηση της αρμάδας την είχε ο Φερνάντο ντε Αονές, φημισμένος ιππότης, που "έφερε" πλέον τον τίτλο του ναυάρχου. Τον Ροζέ ντε Φλορ και τους άνδρες του συνόδευαν Βυζαντινοί στρατιώτες, με αρχηγό τους τον ευγενή Μαρούλη και Αλανοί, με επικεφαλής τον Γεώργιο. Ο στόλος έφτασε στον Κόλπο της Αρτάκης, 100 μίλια περίπου μακριά από την Κωνσταντινούπολη, κοντά στα ερείπια της αρχαίας Κυζίκου και οι στρατιώτες αποβιβάστηκαν. Ο Ροζέ ντε Φλορ πληροφορήθηκε ότι την ίδια εκείνη μέρα οι Οθωμανοί είχαν πολιορκήσει, ανεπιτυχώς, το οχυρό του κάβου. Σκέφτηκε ότι δεν θα είχαν απομακρυνθεί πολύ και έστειλε ανιχνευτές για αναγνώριση, οι οποίοι σε λίγες ώρες τον ενημέρωσαν ότι οι Οθωμανοί ήταν στρατοπεδευμένοι 6 μίλια μακριά, ανάμεσα σε τρεχούμενα νερά, με γυναίκες, παιδιά κι όλα τους τα αγαθά. Ο ντε Φλορ δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Κάλεσε τους άνδρες του και τους είπε ότι θα ήταν μεγάλη η δόξα που θα είχαν αν νικούσαν, ότι πρέπει από την αρχή να δείξουν ποιοι πραγματικά είναι και να μη χαρίσουν τη ζωή σε κανένα, παρά μόνο στα παιδιά. Τη νύχτα ξεκίνησαν με σκοπό την αυγή να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους τους. Επικεφαλής ήταν ο Ροζέ ντε Φλορ με τον Μαρούλη και την εμπροσθοφυλακή του ιππικού και ακολουθούσε το πεζικό που διοικούσε ο άρχοντας Κορμπαράν ντε Αλέτ, έχοντας στην κεφαλή δύο σημαίες: τη μία με τα άρματα του βασιλιά της Αραγόνας δον Χάιμε και την άλλη με τα άρματα του βασιλιά της Σικελίας δον Φρειδερίκου. Τα μεσάνυχτα πέρασαν το τείχος του κάβου και την αυγή έφτασαν στον καταυλισμό των Οθωμανών, οι οποίοι, όντας σίγουροι ότι δεν κινδυνεύουν από κανέναν, κοιμούνταν αμέριμνοι μέσα στις σκηνές τους, χωρίς να έχουν βάλει σκοπούς. Το ιππικό τους κύκλωσε και ανέλαβε δράση το πεζικό. Οι Οθωμανοί ξύπνησαν από τα χτυπήματα των σπαθιών και την αναταραχή και προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιοι είναι αυτοί οι άγνωστοι που τους κάνουν επίθεση! Την αυγή εκείνη πάνω από 10.000 Οθωμανοί σκοτώθηκαν, πολλά παιδιά αιχμαλωτίστηκαν και τα λάφυρα ήταν άφθονα. Ελάχιστοι μπόρεσαν να ξεφύγουν κι αυτό κυρίως γιατί οι Καταλανοί δεν γνώριζαν την περιοχή και θεώρησαν φρονιμότερο να μην τους κυνηγήσουν. Γράφει χαρακτηριστικά, ο εχθρικά διακείμενος προς τους Καταλανούς Νικηφόρος Γρηγοράς: "Καθώς οι Τούρκοι είδαν την άγρια οργή των Λατίνων, το θάρρος, τη στρατιωτική τους πειθαρχία και τα εξαιρετικά ισχυρά όπλα τους, ξαφνιασμένοι κι έντρομοι έφυγαν, όχι μόνο μακριά από την πόλη της Κωνσταντινούπολης, αλλά βαθύτερα, στα παλιά σύνορα της αυτοκρατορίας τους. Ο Ροζέ ντε Φλορ έστειλε μαζί με το μαντάτο της νίκης του 4 γαλέρες γεμάτες δώρα για τον Ανδρόνικο και τον γιο του, Μιχαήλ, ενώ από μέρους των πολεμιστών, δόθηκαν στη Μαρία, τη σύζυγο του Ροζέ ντε Φλορ, τα πιο πολύτιμα από τα λάφυρα. Ο λαός στην Κωνσταντινούπολη ένιωσε μεγάλη χαρά για τη νίκη των Καταλανών και ανακούφιση για την απομάκρυνση των Οθωμανών. Οι άρχοντες όμως δεν είδαν με καλό μάτι τη νίκη αυτή. Κυρίως ο Μιχαήλ, ο οποίος πριν λίγους μήνες με μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις είχε φτάσει ακριβώς στο ίδιο σημείο με τους Καταλανούς χωρίς όμως να τολμήσει να δώσει καμία μάχη με τους εχθρούς. Οι Καταλανοί σχεδίαζαν να συνεχίσουν την εκστρατεία τους, αλλά από τις αρχές Νοεμβρίου ο καιρός χάλασε πολύ απότομα. Έτσι, αποφάσισαν με τη σύμφωνη γνώμη του αυτοκράτορα, να ξεχειμωνιάσουν στην Κύζικο και ο στόλος τους στη Χίο. Η σύζυγος του ντε Φλορ, Μαρία, με συνοδεία από 4 γαλέρες, έφτασε κι αυτή στην Κύζικο. Η Μαρία ήταν μόλις 15 ετών, πανέμορφη και πανέξυπνη. Στις αρχές της άνοιξης ο Ροζέ ντε Φλορ με τη Μαρία πήγαν στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσει ο ντε Φλορ με τον αυτοκράτορα τις επόμενες κινήσεις της Εταιρείας. Ο γιος του Ανδρόνικου, Μιχαήλ, με πρόσχημα την κακομεταχείριση των κατοίκων της Κυζίκου από τους Καταλανούς, απέφυγε να δει τον Ροζέ. Ο αυτοκράτορας όμως έδωσε πολλά χρήματα στον ντε Φλορ, την ίδια ώρα που τα ταμεία του Βυζαντίου ήταν σχεδόν άδεια! Ικανοποιημένος ο Καταλανός, επέστρεψε στην Κύζικο και τελικά, μετά από παρέμβαση της πεθεράς του, αδελφής του αυτοκράτορα, όρισε την 9η Απριλίου ως μέρα αναχώρησης για τη Φιλαδέλφεια που πολιορκούνταν από τους Οθωμανούς. Από ένα ασήμαντο περιστατικό όμως, ξεκίνησαν συμπλοκές ανάμεσα σε Αλμογάβαρους και Αλανούς. Αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθούν 300 Αλανοί κι ανάμεσά τους ο γιος του αρχηγού τους Γεώργιου. Οι περισσότεροι Αλανοί έφυγαν, μόνο 1.000 έμειναν μαζί με τους Καταλανούς. Η σύγκρουση αυτή είχε σοβαρές συνέπειες, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Τελικά η αναχώρηση γίνεται στις αρχές Μαΐου. Από την Κύζικο έφυγαν 6.000 Καταλανοί, 1.000 Αλανοί, βυζαντινά τάγματα που διοικούσε ο Μαρούλης και μαζί τους ήταν ο Νάσταγος, μέγας πριμικήριος. Έφτασαν στην Αγχίαλο και πολιόρκησαν τη Γέρμη, οχυρωμένο μέρος όπου βρίσκονταν οι Οθωμανοί, οι οποίοι μόλις έμαθαν τον ερχομό των Καταλανών, εγκατέλειψαν έντρομοι το οχυρό και τράπηκαν σε φυγή! Στη συνέχεια, οι Καταλανοί έφτασαν στη Γαλιάνα, στον δρόμο για τη Φιλαδέλφεια. Ο Καραμάνος Αλησύριος που πολιορκούσε την πόλη, έλυσε την πολιορκία της και αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους Καταλανούς μακριά από τη Φιλαδέλφεια. Είχε στη διάθεσή του 8.000 ιππείς και 12.000 πεζούς. Όλοι ήταν Καραμάνοι, φόβος και τρόμος των Βυζαντινών πληθυσμών. Η μάχη ήταν σκληρή και αμφίρροπη, τελικά όμως οι Καταλανοί επικράτησαν, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους εχθρούς τους. Χίλιοι ιππείς και πεντακόσιοι πεζοί Καραμάνοι εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης, ενώ κι ο αρχηγός τους έφυγε βαριά λαβωμένος. Όσοι Οθωμανοί ήταν στα γύρω οχυρά εγκατέλειψαν τις θέσεις τους άρον άρον! Τα λάφυρα των Καταλανών από τη νίκη αυτή ήταν πάρα πολλά. Σημαντικότερο όμως απ' όλα ήταν η ανακούφιση που προκάλεσαν στους κατοίκους των περιοχών που ελευθέρωναν. Οι Οθωμανοί καταπίεζαν τους ντόπιους, τους έπαιρναν τις γυναίκες και τα παιδιά και βανδάλιζαν ναούς και μοναστήρια προβαίνοντας σε ιεροσυλίες σ' αυτά. Δεν δίσταζαν να προκαλέσουν καταστροφές ακόμα και σε σώματα αγίων και να αναγκάσουν πολλούς να αλλαξοπιστήσουν. Οι κάτοικοι της Φιλαδέλφειας, με επικεφαλής τον επίσκοπο Θεόληπτο, υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό τους Καταλανούς, οι οποίοι έμειναν 15 μέρες στην πόλη. Στη συνέχεια, αναχώρησαν για να ελευθερώσουν άλλα μέρη. Ένα από αυτά ήταν και η Κούλα, απ' όπου οι Οθωμανοί έφυγαν πανικόβλητοι. Οι κάτοικοι της πόλης ζήτησαν συγχώρεση από τον ντε Φλορ, γιατί είχαν υποταχτεί στους εχθρούς χωρίς αντίσταση. Ο Ροζέ τους συγχώρεσε, εκτός από τον κυβερνήτη, τον οποίο αποκεφάλισε, και τον πιο ηλικιωμένο στρατιωτικό, τον οποίο καταδίκασε στην κρεμάλα. Τότε έγινε κάτι παράξενο. Ο γέροντας στρατιωτικός, αν κι έμεινε μέρες κρεμασμένος, δεν πέθανε! Αυτό θεωρήθηκε θαύμα. Έτσι τελικά έκοψαν το σκοινί και τον ελευθέρωσαν! Οι Καταλανοί επέστρεψαν στη Φιλαδέλφεια και ελευθέρωσαν κι άλλα μέρη, παίρνοντας όμως από τους κατοίκους πολλές εισφορές. Ο Νάσταγος, μην μπορώντας να βλέπει τη συμπεριφορά αυτή, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και, μέσω του Πατριάρχη, ενημέρωσε τον αυτοκράτορα για όσα είχαν συμβεί. Εν τω μεταξύ, οι Καταλανοί έφτασαν στη Μαγνησία που βρισκόταν στις όχθες του Μαίανδρου. Εκεί ήρθαν κάτοικοι από την Τύρο και ζήτησαν τη βοήθεια του ντε Φλορ, καθώς οι Οθωμανοί έκαναν επιδρομές στην πόλη. Πραγματικά, οι Καταλανοί πήγαν στην Τύρο, έδιωξαν τους Οθωμανούς, αλλά έχασαν τον Κορμπαράν ντε Αλέτ, που χτυπήθηκε από εχθρικό βέλος. Η θλίψη των Καταλανών ήταν μεγάλη για την απώλεια του σπουδαίου αυτού πολεμιστή. Ο Berenger de Roquefort, με δύο γαλέρες, μερικές μπρατσέρες, 200 ιππείς και 1.000 Αλμογάβαρους, έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί, με διαταγή του Ανδρόνικου, έφυγαν για να συναντήσουν τους συμπολεμιστές τους στη Σικελία. Η συνάντηση έγινε στην Έφεσο, μέσα σε κλίμα χαράς και μεγάλης συγκίνησης. Ο Berenger de Roquefort πήρε το αξίωμα του σενεσάλιου, που κατείχε ο Κορμπαράν ντε Αλέτ και ως σύζυγο την κόρη του Ροζέ (προφανώς από προηγούμενο γάμο ή σχέση). Έτσι, ο ντε Φλορ εξασφάλιζε τη "συμμαχία" με τον de Roquefort. Στην Έφεσο οι Καταλανοί, σύμφωνα με τον Γεώργιο Παχυμέρη, έκαναν μεγάλες αγριότητες για να κερδίσουν χρήματα. Έφτασαν στο σημείο να κόβουν μέλη ανθρώπων, να βασανίζουν, ακόμα και να σφάζουν! Στην πόλη Μετελίνο έσφαξαν ένα πλούσιο άρχοντα που λεγόταν Μακράμης, επειδή δεν τους έδωσε 5.000 σκούδα που του ζήτησαν... Όλα τα λάφυρα τα έστειλαν στη Μαγνησία και μετά την Έφεσο πήγαν στην πόλη Αναία. Στην Τύρο (Θείρα) άφησαν φρουρά με επικεφαλής τον Ντιέγο ντε Ορός. Στη συνέχεια, κατευθύνθηκαν στην Παμφυλία. Ο Σαρκανός ο Τούρκος τόλμησε να φτάσει στα γύρω περιβόλια, σκοτώνοντας και λεηλατώντας. Χωρίς να πάρουν διαταγή, οι Καταλανοί στρατιώτες επιτέθηκαν στις δυνάμεις του Σαρκανού, σκοτώνοντας 1.000 ιππείς και 2.000 πεζούς! Συνέχισαν την πορεία τους στην Καρία και την περιοχή ανάμεσα στην Αρμενία και το Αιγαίο Πέλαγος, χωρίς να συναντήσουν καμία αντίσταση, παρά μόνο θερμή υποδοχή από τους κατοίκους, που παράλληλα θαύμαζαν τους Καταλανούς κι έβλεπαν για πρώτη φορά χριστιανικό στρατό στην περιοχή τους. Στους πρόποδες του όρους Ταύρος δόθηκε μία από τις πιο μεγάλες μάχες ανάμεσα σε Καταλανούς και Οθωμανούς. Όπως περιγράφεται, οι Αλμογάβαροι χτυπούσαν με τις μύτες από τα σπαθιά και τα ακόντιά τους τη γη λέγοντας "Ξύπνα σίδερο"! Ήταν μια μάχη καθοριστική, καθώς οι Οθωμανοί είχαν πολύ μεγάλες δυνάμεις και ενδεχόμενη ήττα των Καταλανών θα σήμαινε και το τέλος τους, καθώς βρίσκονταν πολύ μακριά από οποιαδήποτε πόλη, σε μια άγνωστη χώρα. Η μάχη ήταν μέχρι κάποιο σημείο αμφίρροπη. Στη συνέχεια όμως η πλάστιγγα έγειρε προς το μέρος των Καταλανών. Όπως λέει ο Μουντάνερ, 6.000 ιππείς και 12.000 πεζοί από τους Οθωμανούς έπεσαν νεκροί! Με αλαλαγμούς χαράς οι Καταλανοί στρατιώτες ζητούσαν να συνεχίσουν και να φτάσουν ως εκεί που εκτεινόταν κάποτε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία... Μετά την καθιερωμένη συγκομιδή λαφύρων, οι Καταλανοί έφτασαν στα όρια Ανατολίας και Αρμενίας, στη λεγόμενη Σιδηρά Πύλη. Το φθινόπωρο όμως πλησίαζε και αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Αναία για να ξεχειμωνιάσουν. Όταν πλησίαζαν στη Μαγνησία, πληροφορήθηκαν ότι ένας από τους Βυζαντινούς αξιωματικούς, ο Ατταλειάτης, με τη βοήθεια Αλανών είχε σφάξει τη φρουρά της πόλης και πήρε τους θησαυρούς που είχαν αφήσει εκεί οι Καταλανοί. Ο Ροζέ ντε Φλορ αποφάσισε να πολιορκήσει τη Μαγνησία, η οποία όμως ήταν οχυρή και είχε γενναίους υπερασπιστές. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που οι Καταλανοί συνάντησαν τόσες δυσκολίες και είχαν τέτοιες απώλειες. Παράλληλα ο Ανδρόνικος τον κάλεσε να γυρίσει εσπευσμένα πίσω, για να βοηθήσει τον κουνιάδο του, βασιλιά της Βουλγαρίας, που είχε να αντιμετωπίσει μια μεγάλη επανάσταση. Τελικά, οι Καταλανοί έλυσαν την πολιορκία κι εγκατέλειψαν την Ασία. Ο Ανδρόνικος χάρηκε ιδιαίτερα, καθώς είχε θορυβηθεί από τις αλλεπάλληλες καταλανικές νίκες. Οι Καταλανοί εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Θράκης Καλλίπολη, καθώς, όπως τους πληροφόρησαν, οι επαναστάτες στη Βουλγαρία, στο άκουσμα της είδησης ότι έρχονταν οι Καταλανοί εναντίον τους, σταμάτησαν την εξέγερση. Πιθανότατα η δήθεν επανάσταση να ήταν επινόηση του Ανδρόνικου για να φέρει τους Καταλανούς πίσω, καθώς φοβόταν τη δύναμη και την αίγλη που είχαν αποκτήσει στη Μικρά Ασία. Η δαπανηρή υπηρεσία τους είχε επιτυχία, καθώς οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από μερικά σημεία της Μικράς Ασίας. Στη Φιλαδέλφεια, 20.000 Τούρκοι στρατιώτες σκοτώθηκαν από τους Καταλανούς. Η εκστρατεία έφερε στους Βυζαντινούς μερικές νίκες, αλλά δεν είχε σημαντική επιτυχία. Ωστόσο, οι Βυζαντινοί έλαβαν περισσότερες δυνάμεις απ' όσες χρειάζονταν - οι μισθοφόροι ήταν αδύνατο να τεθούν υπό έλεγχο. Όταν ο αρχηγός τους, Ροζέ ντε Φλορ σκοτώθηκε στην Καλλίπολη, στις 3 Απριλίου 1305, από τον Μιχαήλ Θ' Παλαιολόγο και μετά ακολούθησε σφαγή 1.300 Καταλανών, οι μισθοφόροι προχώρησαν σε επιδρομές κατά της Θράκης και της Μακεδονίας υπό τη διοίκηση του νέου τους αρχηγού, Μπερένγκουερ ντ' Εντάντσα (Berenguer d'Entança). Ως αποτέλεσμα, η Καταλανική Εταιρεία αφορίστηκε από τον Πάπα Κλημή Ε'. Για την περίοδο 1311-1379, οι Καταλανοί μισθοφόροι είχαν υπό την κατοχή τους το Δουκάτο των Αθηνών, αφήνοντας πίσω τους ένα κατεστραμμένο Βυζάντιο. Μετά απ' αυτό, οι Τούρκοι είχαν τη στήριξη αυτών που υπέφεραν και ανατακατέλαβαν τη χαμένη γη. Έτσι, η καταλανική εκστρατεία ήταν μια βραχύβια βυζαντινή νίκη, αλλά είχε μακροχρόνιο όφελος για τους Τούρκους. Ο εγγονός του Ανδρόνικου Β΄, Ανδρόνικος Γ΄, μετά από ένα μακρύ εμφύλιο πόλεμο και συνεχή εγκληματικά λάθη που αποδυναμώνουν το κράτος, αναλαμβάνει τα ηνία. Σε αντίθεση με τον παππού του είναι δραστήριος, μάχιμος στρατιωτικός αλλά και πολιτικός ηγέτης και διπλωμάτης. Καταπολεμά τη διαφθορά, ενισχύει το στρατό και επανιδρύει το ναυτικό, που είχε καταργήσει ο Ανδρόνικος Β΄ προκειμένου να εξοικονομήσει χρήματα. Πρώτη του προτεραιότητα είναι η Μικρά Ασία όπου η κατάσταση κρίνεται κρίσιμη λόγω της προέλασης των Οθωμανών. Η Προύσα είχε ήδη πέσει το 1326 στα χέρια των Οθωμανών με τον γέρο-Ανδρόνικο όχι μόνο να μην αντιδρά, αλλά και να εμποδίζει τον μετέπειτα αυτοκράτορα και εγγονό του να αναλάβει εκστρατεία, επειδή φοβόταν ότι έτσι θα αποκτούσε δύναμη. Η Προύσα λοιπόν, γίνεται πρωτεύουσα των Οθωμανών και ορμητήριο τους για την ευρύτερη περιοχή της Βιθυνίας, με κίνδυνο να κατακτηθούν και η Νίκαια και η Νικομήδεια. Τον Μάιο του 1329 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος ο Γ΄, έχοντας πάντα δίπλα του το επιστήθιο φίλο του Ιωάννη Κατακουζηνό, συγκεντρώνει 4000 περίπου στρατιώτες, χωρίς όμως ιδιαίτερη εκπαίδευση. Με τη βοήθεια μικρού στόλου περνούν απέναντι στην ασιατική ακτή στη Χρυσούπολη και, μετά από τριήμερη πορεία κατά μήκος της ακτής της Νικομήδειας, φτάνουν στην μικρή πόλη Φιλοκρήνη, στην τοποθεσία "Πελεκάνος". Ο στόλος παραμένει στη θέση του σε περίπτωση ήττας για να διευκολύνει την διαφυγή. Απέναντί τους έχουν τους Οθωμανούς που έχουν για ηγέτη τους τον γιο του Οσμάν, τον Ορχάν. Οι Οθωμανοί με διπλάσιες δυνάμεις -8.000 άνδρες, έχουν πιάσει θέσεις στους λόφους. Η μάχη αρχίζει με τους Οθωμανούς να ρίχνουν βέλη από μακρινή απόσταση. Ο Ανδρόνικος είτε από υπερβολική σιγουριά είτε πιεζόμενος και θέλοντας οπωσδήποτε να κερδίσει ένα πλεονέκτημα, διατάζει προέλαση μέσα στην ανοιχτή πεδιάδα, μέσα στο καταμεσήμερο, προκαλώντας κούραση και δυσφορία στους στρατιώτες. Η αντίδραση του Ορχάν είναι γενικευμένη επίθεση με όλα τα όπλα, πεζικό, ιππικό και τοξότες. Οι Βυζαντινοί αντιμετωπίζουν με επιτυχία την επίθεση, κρατώντας τις θέσεις τους, ώσπου βραδιάζει, γεγονός που δυσκολεύει την έκβαση της μάχης. Οι Οθωμανοί αποφασίζουν να οπισθοχωρήσουν και να ταμπουρωθούν στις θέσεις τους. Στην πιο αποφασιστική στιγμή ο αυτοκράτορας τραυματίζεται από ένα εχθρικό βέλος στο γόνατο, και αποσύρεται για να του περιποιηθούν το τραύμα. Μια φήμη διαδίδεται παντού ότι ο Ανδρόνικος τραυματίστηκε θανάσιμα και ότι επίκειται ολοκληρωτική επίθεση από τους εχθρούς. Προκαλείται πανικός στους στρατιώτες που εγκαταλείπουν τη μάχη και κατευθύνονται στη θάλασσα γυρεύοντας μέσο διαφυγής. Οι Οθωμανοί εκμεταλλεύονται την σύγχυση και εφορμούν σκοτώνοντας και συλλαμβάνοντας τους Βυζαντινούς που πανικόβλητοι προσπαθούν να φύγουν. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας μεταφέρεται πάνω σε φορείο και με πλεούμενο επιστρέφει νικημένος στην Πόλη. Ο Κατακουζηνός κατορθώνει με δυσκολία να ανασυντάξει τα υπολείμματα του στρατεύματος και να οργανώσει την οπισθοχώρηση με τον σταθμευμένο στόλο. Η μάχη στον Πελεκάνο ήταν η πρώτη σύγκρουση Βυζαντινών και Οθωμανών και σηματοδοτεί την αρχή σκληρών αγώνων. Η Νίκαια -1331- και η Νικομήδεια-1337- πέφτουν στα χέρια των Οθωμανών. Η συνθήκη που υπογράφεται είναι άκρως ταπεινωτική. Οι Βυζαντινοί αποσύρονται από τη Μικρά Ασία και υποχρεώνονται να πληρώνουν 12.000 υπέρπυρα για τις λίγες περιοχές που κρατούν στην κατοχή τους. Οι συνέπειες είναι δυσμενείς όχι μόνο σε καθαρά στρατιωτικό επίπεδο αλλά κυρίως λόγω του κύματος προσφύγων που προκαλείται. Ο Οσμάν, ακολουθώντας έξυπνη πολιτική, επιτρέπει, σε όσους θέλουν, να φύγουν ειρηνικά παίρνοντας μαζί τους από την κινητή τους περιουσία μέχρι τα λείψανα των προγόνων τους. Έτσι οτιδήποτε χριστιανικό ξεριζώνεται και όσοι μένουν, με το έναν ή με τον άλλο τρόπο, εντάσσονται στο οθωμανικό κράτος και ασπάζονται το Ισλάμ. Οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας, απογοητευμένοι και προδομένοι από τους Κωνσταντινοπολίτες, είναι ένας εύκολος στόχος.
Πηγή: http://www.protothema.gr/stories/article/651541/katalaniki-etaireia-enadion-othomanon-sti-mikra-asia-i-agnosti-istoria/

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Καταλανική_εκστρατεία_στη_Μικρά_Ασία

http://vizantinonistorika.blogspot.nl/2013/03/1329.html?m=1

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάχη_του_Βαφέως

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου