Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Η γεωργία, η κτηνοτροφία, η διατροφή από την προϊστορική εποχή έως την Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η γεωργία εισήχθη στην Ευρώπη πριν από περίπου 8.500 χρόνια από τα Βαλκάνια και εξαπλώθηκε σταδιακά φθάνοντας στην Κεντρική Ευρώπη πριν από 7.500 χρόνια και έως τη Βρετανία πριν από 6.100 χρόνια περίπου. Αντικείμενο έντονης επιστημονικής διαμάχης, εδώ και 100 χρόνια, αποτελεί το κατά πόσο η μεταφορά της γεωργίας έγινε μέσω φυσικής μετανάστευσης των γεωργών που έφεραν μαζί τους τις αγροτικές γνώσεις τους ή αν «μετανάστευσαν» μόνο οι γνώσεις τους μέσω της διαδικασίας της πολιτισμικής διάχυσης στους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες, οι οποίοι έως τότε, επί 45.000 χρόνια, ήδη από την τελευταία εποχή των πάγων, κατοικούσαν αποκλειστικά την Ευρώπη. Η παλαιότερη αρχαιολογική έρευνα έχει φέρει στο φως αγροτικές κοινότητες τόσο την Ελλάδα όσο και στη ΒΔ Μικρά Ασία, οι οποίες χρονολογούνται στο 6.000 - 6.500 π.Χ., ενώ έχουν εντοπισθεί ίχνη ανταλλαγών ανάμεσα στις δύο πλευρές του Αιγαίου ήδη από την Μεσολιθική εποχή. Το DNA από την Ελλάδα και την Ανατολία συνεισέφερε σε όλους τους σημερινούς ευρωπαϊκούς πληθυσμούς και εμφανίζει γενετικές ομοιότητες με τους σύγχρονους Μεσογειακούς πληθυσμούς. Οι μετανάστες έφεραν μαζί τους φυτά προς καλλιέργεια, εξημερωμένα ζώα και την αντίστοιχη «τεχνογνωσία», που χαρακτηρίζει έκτοτε τη ζωή των γεωργών-κτηνοτρόφων. Οι μετανάστες αγρότες και οι ντόπιοι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες «αρχικά αντάλλαξαν κυρίως γνώσεις, αλλά σπάνια συζύγους. Μετά όμως το πέρασμα αιώνων, ο αριθμός των επιμειξιών αυξήθηκε». «Οι Αιγαιακοί νεολιθικοί πληθυσμοί μπορούν να θεωρηθούν η ρίζα όλων των πρώιμων Ευρωπαίων γεωργών».
Από την 5η χιλιετία π.Χ. η βάση της διατροφής ήταν όσπρια, δημητριακά, ελαιόλαδο, ενώ κυνηγούσαν αγριοκούνελα, λαγούς, πέρδικες και ασβούς. Η περίφημη κρητική διατροφή μοιάζει να ανάγεται σε αρχαιότατο βάθος χρόνου. Δεν έχουμε γραπτά για το τι έτρωγαν -και πολύ περισσότερο για το πώς το έτρωγαν- οι Μινωΐτες, όμως οι αρχαιολόγοι μπορούν με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών να ανασυνθέτουν στοιχεία των τροφών που συνήθιζαν να παρασκευάζουν και να καταναλώνουν. Όπως σημείωσε ο κ. Βασιλάκης, τα κατάλοιπα αυτά είναι δύο κατηγοριών:«Τα άμεσα κατάλοιπα (σπόροι, καρποί, ιζήματα, φύλλα φυτών, απολιθώματα και κόκαλα ζώων) που βρίσκονται στις ανασκαφές. Τα σκεύη και άλλα τεχνικά κατάλοιπα που χρησιμοποιούσαν στην παρασκευή και την κατανάλωση της τροφής: παραστιές και φούρνους, καζάνια χάλκινα και πήλινα, πήλινες χύτρες και τηγάνια, πήλινα χωνιά, κουτάλες και τρίφτες, μυλόπετρες και τριβεία, γουδιά και πέτρινες λεκάνες, και μία ποικιλία πήλινων σκευών σερβιρίσματος». Κύρια τροφή τους ήταν τα δημητριακά και τα όσπρια, από τα οποία έχουν ταυτιστεί αρκετές ποικιλίες. Δημητριακά: σιτάρι 2 ποικιλίες, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη. Παρασκεύαζαν ψωμί, ένα είδος πίτες, παξιμάδι, ενώ τα χρησιμοποιούσαν και στο μαγείρεμα διαφόρων φαγητών. Όσπρια: έχουν αναγνωριστεί τα είδη: κουκιά, λαθούρι (φάβα), ρόβι, φασόλια, ρεβίθια, βίκος. Λαχανικά όπως σέλινο, άγρια κρεμμύδια κ.ά. Άλλες φυτικές τροφές ήταν τα διάφορα φρούτα: άγρια αχλάδια και σύκα (που ξέραιναν,) σταφύλια, και ξηροί καρποί, όπως τα αμύγδαλα. Από τις υγρές τροφές ο κ. Βασιλάκης ανέφερε το ελαιόλαδο, «που ήταν πάντοτε η βάση της διατροφής τουλάχιστον από την 5η χιλιετία π.Χ., ενώ υπήρχαν και άλλα φυτικά έλαια. Χρησιμοποιούσαν και το ζωικό λίπος στη μαγειρική». Το κρασί ήταν, επίσης, γνωστό εδώ και 7 χιλιάδες χρόνια στην Κρήτη. «Μάλιστα έχει διαπιστωθεί ότι συντηρούσαν το κρασί, αναμειγνύοντάς το με ρετσίνι πεύκου, ενώ φαίνεται ότι έφτιαχναν και μπίρα». Και βέβαια, υπήρχε το γάλα των γαλακτοφόρων ζώων, από το οποίο έφτιαχναν και ένα είδος λευκό τυρί. Από τη ζωική παραγωγή έτρωγαν όλα τα ζώα που γνώριζαν, είτε άγρια είτε εξημερωμένα. Λαγός, αγριοκούνελο, αίγαγροι, κόκκινο ελάφι πλατόνι, γουρούνια, αγριογούρουνα, άγρια βοοειδή και ασβοί ήταν αυτά που κυνηγούσαν. Ακόμη διάφορα άγρια πουλερικά (πέρδικες, νηκτικά πτηνάκ.ά.). Για την τροφή ζωικής προέλευσης, «πρέπει να πούμε ότι αντίθετα με όσα πίστευαν οι ερευνητές παλιότερα, σήμερα πιστεύουμε ότι το κρέας το έτρωγαν αρκετά συχνά, είτε απλά ψημένο μόνο, οπτό ή ψητό, ή βραστό, είτε μαγειρεμένο με όσπρια, λαχανικά και λάδι.» Για ευνόητους λόγους τα ζώα σφάζονταν μεγάλα στην ηλικία, 6 χρονών και πάνω, και μόνο κάποια αδύναμα τα έσφαζαν σε μικρότερη ηλικία. Τη διατροφή συμπλήρωναν σε ικανοποιητικό ποσοστό τα ψάρια και τα θαλασσινά, από τα οποία έχουν αναγνωριστεί είδη όπως πεταλίδες, πορφύρες, δίθυρα τρίτωνες κ.ά. 
Βάση της διατροφής κατά τη Μυκηναϊκή εποχή ήταν η διαχρονική μεσογειακή τριάδα, το σιτάρι, η ελιά και το αμπέλι. Σε αυτά προστίθενται τα λαχανικά και τα όσπρια. Επίσης, οι ζωικές πρωτεΐνες και τα γαλακτοκομικά προϊόντα δεν έλειπαν από το τραπέζι του Μυκηναίου. Από τα δημητριακά, εκτός από το σιτάρι, κοινή τροφή ήταν και το κριθάρι. Στα όσπρια περιλαμβάνονται οι φακές, τα ρεβίθια, η φάβα, τα μπιζέλια, τα κουκιά. Αγαπητή τροφή ήταν τα σύκα, που συχνά βρίσκονται στα ερείπια των μυκηναϊκών οικισμών. Κουκούτσια από σταφύλια έχουν επίσης εντοπιστεί. Χαρακτηριστική είναι η συχνή αναφορά των ξερών σύκων στις πινακίδες της Γραμμικής Β, παράλληλα με τα σιτηρά, ως συμπλήρωμα της διατροφής του προσωπικού των ανακτόρων της Πύλου. Οι πινακίδες των Μυκηνών καταγράφουν ποσότητες καρυκευμάτων που νοστίμιζαν τα φαγητά, όπως το κάρδαμο, το σέλινο, ο κορίανδρος, το κύμινο, το μάραθο, το σουσάμι. Σε πινακίδες με ανάλογο περιεχόμενο καταγράφονται βότανα τα οποία έχουν και ιαματικές ιδιότητες όπως, ο ιβίσκος ή η μολόχα. Ενδείξεις υπάρχουν κυρίως από απεικονίσεις στην τέχνη, και για τη χρήση του οπίου, το οποίο είναι ισχυρό αναλγητικό και καταπραϋντικό. Το βοδινό και το χοιρινό κρέας ανήκαν στα σημαντικά είδη της διατροφής. Οστά προβάτου, κατσίκας, αγριόχοιρου, ελαφιού και λαγού βρίσκονται επίσης κατά τις ανασκαφές. Παράλληλα, μια άλλη πηγή ζωής ήταν και η θάλασσα, η οποία παρείχε τα ψάρια και τα θαλασσινά όστρακα. Το μαγείρεμα των φαγητών γινόταν σε πήλινες χύτρες από χονδροειδή πηλό, με αντοχή στη φωτιά. Οι χύτρες είχαν σφαιρικό σώμα με μία ή δύο λαβές και συχνά ήταν τριποδικές. Πρόσφατα, η πρωτοποριακή επιστημονική μέθοδος ανάλυσης των οργανικών υπολειμμάτων στα τοιχώματα των μαγειρικών σκευών, μας επέτρεψε να ρίξουμε μια πραγματική ματιά στην κουζίνα των Μυκηναίων. Γεύματα σύνθετα με δημητριακά ή όσπρια, κρέας και ελαιόλαδο παρασκευάζονταν στη Θήβα ή στη Μιδέα της Αργολίδας. Στον χώρο του Θρησκευτικού Κέντρου των Μυκηνών είχε παρασκευαστεί κρέας με φακές και ελαιόλαδο μέσα σε χύτρα, ενώ σε μικρή λεκάνη εντοπίστηκαν ίχνη μελιού. Ίσως το πιο απίστευτο αποτέλεσμα της έρευνας ήταν η απόδειξη της ύπαρξης κρασιού με ρητίνη πεύκου, όπως η γνωστή ρετσίνα. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις γα την ύπαρξη μπύρας από ζύμωση κριθαριού και για τη χρήση ενός μείγματος από νερό και μέλι, το υδρόμελι, σε σύνθετα ποτά. Η χημική ανάλυση των ανθρώπινων οστών που βρίσκονται σε τάφους, είναι δυνατόν επίσης να δώσει πληροφορίες για τη διατροφή του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα πρώτα συμπεράσματα της έρευνας αυτής, οι φυτικές και οι ζωικές τροφές αποτελούσαν τη βάση της διατροφής και οι Μυκηναίοι κατανάλωναν σε μικρότερο ποσοστό θαλάσσιες τροφές.
Ο Ησίοδος υπήρξε ο δεύτερος σε σπουδαιότητα αρχαίος ποιητής μετά τον Όμηρο.
Γεννήθηκε στην Άσκρη της Βοιωτίας, όπου κατέφυγε ο πατέρας του από την
αιολική Κύμη της Μικράς Ασίας, αλλά η ημερομηνία της γέννησής του δεν είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι έζησε γύρω στο 700 ή 800 π.Χ. Επισκεπτόμενος συχνά το όρος Ελικώνα, όπου οι μύθοι έλεγαν ότι κατοικούσαν οι Μούσες, έλεγε ο ίδιος ότι εκείνες του έδωσαν το χάρισμα της ποίησης. Επειδή μεγάλωσε σε αυτό το ιερό και αγροτικό περιβάλλον τα ποιήματα του έχουν διδακτικό και θρησκευτικό περιεχόμενο, ενώ με τον Ησίοδο η Ελλάδα βγαίνει από το πεδίο του μύθου αποκλειστικά, αφού ο ίδιος αντλεί τα θέματα του όχι μόνο από τη φαντασία, αλλά και από την ζωή φέρνοντας έτσι την ποίηση πιο κοντά στον άνθρωπο. Μία παράδοση θέλει τον τάφο του Ησίοδου στον Ορχομενό Βοιωτίας, ενώ σύμφωνα με μια άλλη, το μαντείο των Δελφών έβγαλε χρησμό ότι ο Ησίοδος θα πέθαινε στη Νεμέα, οπότε εκείνος κατέφυγε στη Λοκρίδα, όπου όμως σκοτώθηκε στον τοπικό ναό του Νεμαίου Δία και ετάφη εκεί. Στους αρχαίους χρόνους αν και πολλά ποιήματα έφεραν το όνομά του, τρία ποιήματα σώθηκαν από τον χρόνο. Τα ποιήματα του Ησίοδου περιείχαν τις πρώτες προσπάθειες για λυρική γραφή, ιαμβική και ελεγειακή.
Τα Έργα και Ημέραι, όπου ο Ησίοδος κάνει λόγο για τα ηθικά διδάγματα που πρέπει να ακολουθούν οι άνθρωποι. Επίσης δίνει συμβουλές στους αγρότες για την καλλιέργεια της γης και αναφέρει πως η εργασία είναι ο μόνος δρόμος που εξασφαλίζει την επιτυχία. «Έργον δ' ουδέν όνειδος, αεργίη δέ τ' όνειδος» δηλαδή «καμία εργασία δεν είναι ντροπή, ντροπή είναι να μην εργάζεται κανείς». Στο ίδιο έργο δίνει ακόμα συμβουλές για ναυτιλιακά,εμπορικά και γεωργικά έργα, καθώς και για τον γάμο, την ανατροφή των παιδιών, προσπαθώντας να προτρέψει τον άνθρωπο να γίνει πιο καλός και πιο ενάρετος. To Έργα και Ημέραι είναι ένα από τα πιο γνωστά διδακτικά επικά ποιήματα του Ησιόδου. Αποτελείται από 828 εξάμετρους στίχους και γράφτηκε με αφορμή τη δικαστική διαμάχη του Ησιόδου με τον αδελφό του Πέρση για την πατρική κληρονομιά και εκφράζει όλη την πικρία του συγγραφέα για την αδελφική διχόνοια. Αυτή ως Έριδα βρίσκεται στο επίκεντρο του πρώτου μέρους του έργου. Το έπος αρχίζει με επίκληση στις Μούσες της Πιερίας κατά το τυπικό, για να δώσουν έμπνευση στον ποιητή να γράψει αλλά και για να δώσουν ιερότητα και αξιοπιστία στα γεγονότα που θα αναφερθούν στη συνέχεια. Ύστερα ο ποιητής υμνεί τον ύψιστο θεό Δία και αρχίζει ουσιαστικά το έπος, που χωρίζεται σε δύο μέρη. Ο ποιητής απευθύνεται στον αδελφό του Πέρση και αναλύει την δομή της ανθρώπινης κοινωνίας, τις ηθικές υποχρεώσεις κάθε ανθρώπου και την προέλευση του κακού στον κόσμο. Τονίζει έντονα τις χρήσιμες για τον αγώνα της ζωής αρετές της οικονομίας, της προνοητικότητας, του μέτρου, της τάξης και τις κοινωνικότητας. Μετά τις παραβολές και τις περιγραφές, ο Ησίοδος περνά ξανά με σαφήνεια στο ζήτημα με τον αδελφό του, και του ζητά να μην είναι βίαιος και άδικος, να μην συνεχίσει να ζητά όλο και περισσότερα αφού ήδη πήρε παραπάνω από όσα του ανήκαν, επειδή θυμώνουν και οι Θεοί, μια που "όλα τα βλέπει το μάτι του Δία". Φτάνει στο σημείο να λέει ότι καλύτερα να μην ήταν δίκαιος ούτε ο ίδιος ούτε ο γιος του, αφού η ζωή επιβραβεύει τους άδικους για να καταλήξει όμως ότι "Ο Δίας μάλλον δεν θα το αφήσει αυτό να περάσει έτσι", δηλαδή να μείνει ατιμώρητο. Ζητά από τον αδελφό του να μην ορκίζεται στα ψέματα και να διαλέξει όχι το δρόμο της κακίας που είναι δίπλα στον κάθε άνθρωπο, αλλά της αρετής, που μόνο στην αρχή μοιάζει δύσκολος. Του λέει ότι ο πλούτος δεν είναι αγαθός όταν αρπάζεται και ότι μόνο η δουλειά είναι τίμιος τρόπος να πλουτίσεις. Στη συνέχεια ο Ησίοδος προχωρεί σε διάφορες συμβουλές για το πώς πρέπει να ζει ένας καλός άνδρας, να εργάζεται, να φροντίζει τη γη του, να θυσιάζει στους θεούς, και ο λόγος αρχίζει να γίνεται λιγότερο προσωπικός -σαν ο Ησίοδος να μην απευθύνεται πια στον αδελφό του, αλλά να μιλά γενικά για το σωστό τρόπο ζωής. Λέει να καλούμε το γείτονά μας στις γιορτές, γιατί ο κακός γείτονας είναι κατάρα και ο καλός γείτονας ευλογία, και μας προστρέχει συχνά περισσότερο από τους συγγενείς. Συνιστά να μιλάμε με μάρτυρες και να κάνουμε όρκους για σιγουριά στις συμφωνίες και μετά λέει στους άνδρες να προσέχουν τις γυναίκες, επειδή όποιος εμπιστεύεται γυναίκα, εμπιστεύεται απατεώνα. Από τους στίχους 380 και μετά ο Ησίοδος αρχίζει να δίνει εντελώς πρακτικές συμβουλές, για το πότε πρέπει να σπέρνεις, να θερίζεις, να ταξιδεύεις με πλοίο κ.λπ. Ο ποιητής δίνει συμβουλές για τις ανθρώπινες σχέσεις καθώς και για θέματα, όπως η γεωργία, η ναυτιλία, το εμπόριο και οι αίσιες και θεάρεστες ημέρες του μηνός.
Κατά τους κλασικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδας, το κρέας παρουσίαζε μεγαλύτερη κατανάλωση στις τάξεις των εύπορων γαιοκτημόνων, που είχαν ως βασική ενασχόληση τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στα εύφορα λιβάδια και στις πεδιάδες της Θεσσαλίας, καθώς και στα ορεινά ακραία σημεία, έτρεφαν πρόβατα, κατσίκες, χοιρινά και βοοειδή σε αγέλες. Στην Αττική, όπου η κτηνοτροφία δεν ήταν διαδεδομένη, το κρέας (με εξαίρεση το χοιρινό) ήταν σε γενικές γραμμές, ακριβό. Οι φτωχοί πολίτες σπάνια έτρωγαν κρέας, παρά μόνο  μετά την τέλεση των θυσιών, που κατέληγαν σε "ευωχία".  Η διαδικασία κατά την διάρκεια των θυσιών που τις περισσότερες φορές τα θυσιαζόμενα ζώα ήταν βοοειδή και λιγότερο αιγοπρόβατα ή χοίροι, ήταν  ως εξής:  Το κεφάλι του ζώου ανασηκώνονταν, για να του κόψουν τον λαιμό και να τρέξει το αίμα πάνω στον βωμό. Ακολουθούσε ο τεμαχισμός του ζώου στην τράπεζα, κατ' αρχήν με βάση τις αρθρώσεις του ζώου. Στη συνέχεια αφαιρούνταν τα σπλάγχνα και τα μηριαία οστά και εκτός απ' αυτά, ρίχνονται στον βωμό παραδοσιακά η χολή, η οσφυϊκή χώρα μαζί με την ουρά. Ένα μέρος από τα σπλάχνα αφιερώνονταν στους θεούς. Τα υπόλοιπα  τα πέρναγαν σε "οβελούς", και ψήνονταν στις φλόγες του βωμού. Η κατανάλωση τους γίνονταν  όσο ήταν ακόμη ζεστά από ένα στενό κύκλο προσώπων που εμπλέκονταν άμεσα στη θυσία, τους συσπλαγχνεύοντες.  Το υπόλοιπο κρέας τεμαχίζονταν κατά τρόπο γεωμετρικό σε ίσες μερίδες διαφορετικής αξίας ανάλογα με το μέρος του ζώου από το οποίο προέρχονταν. Το δέρμα του ζώου το προσέφεραν  ως γέρας στον ιερέα του ναού. Στη δημόσια θυσία ο τρόπος διανομής του κρέατος αποτυπώνει τόσο σχέσεις ισότητας όσο και τις εκάστοτε τιμητικές διακρίσεις των πολιτών. Το κοινό γεύμα ελάμβανε χώρα επί τόπου και πολλές φορές απαγορεύεται   ρητά η μεταφορά του κρέατος εκτός του ιερού. Άλλοτε πάλι το κρέας μεταφέρεται ή και διατίθεται σε κρεοπωλεία για μεταπώληση. Απ' ό,τι φαίνεται  το κρέας που καταναλωνόταν από τους αρχαίους Έλληνες είχε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περάσει από  τελετουργικούς μηχανισμούς. Το κρέας που με μεγαλύτερη ευχαρίστηση έτρωγαν οι Αθηναίοι ήταν το χοιρινό. Έδειχναν σε αυτό ιδιαίτερη προτίμηση γιατί ήταν αρκετά φθηνό και προσιτό στις λαϊκές μάζες (λόγω της διαδεδομένης χοιροτροφίας), αλλά και πολύ νόστιμο. Επίσης περιορίζονταν στα λιγοστά κατοικίδια και πτηνά που κυνηγούσαν στις γειτονικές περιοχές της Αττικής γης. Από όλα τα μέρη του χοίρου εκτιμούσαν ιδιαίτερα για την γεύση τους τον μαστό και την μήτρα. Επίσης νόστιμο ήταν το λίπος που καλύπτει το υπογάστριο και τα «ακροκώλια» δηλ. τα μπούτια. Τα έκοβαν κατά μήκος των μηρών και τα έτρωγαν ψητά ή παστά. Επίσης τους άρεσαν τα σπλάχνα του χοίρου, ιδιαίτερα το συκώτι ψητό στη σχάρα, αλειμμένο με λίπος ή λάδι και καρυκευμένο με αλάτι ή κολίανδρο. Εκτός από τα νωπά κρέατα, ήταν σε χρήση και τα διατηρημένα μέσα στη σαλαμούρα ή καπνιστά. Αυτά τα πωλούσαν οι έμποροι παστών, τα έκαναν εισαγωγές κατά κανόνα από τον Εύξεινο Πόντο. Μια αγαπητή ενασχόληση των αρχαίων ήταν και το κυνήγι. Τα θηράματα ήταν άφθονα στα βουνά και στα δάση της Ελλάδας κατά την αρχαϊκή εποχή. Κατά την κλασική κυνηγούσαν κυρίως αγριόχοιρους, ελάφια, λαγούς που ήταν σε αφθονία και πουλιά. Ο περίφημος Αρχέστρατος αναφέρει ότι, ο καλύτερος τρόπος μαγειρέματος του λαγού είναι στην σούβλα και ελαφρά αλατισμένος. Πέρα από τα οικόσιτα πτηνά, όπως κότες και χήνες, προτιμούσαν ιδιαίτερα αυτά που ζούσαν ελεύθερα στους αγρούς και σε ελώδεις περιοχές, καθώς και τα αγριοπούλια όπως ορτύκια, τσίχλες, κοτσύφια, πέρδικες, περιστέρια, τρυγόνια, φασιανούς, που αποτελούσαν εκλεκτούς μεζέδες, κυρίως για τους πλούσιους, ψημένα στην σούβλα ή με διάφορες σάλτσες με καρυκεύματα όπως σέλινο, δυόσμο, πιπέρι, σταφίδες, μέλι, κρασί.
"Πασών των επιστημών μήτηρ τε καί τροφός Γεωργία εστί". Μελετώντας το έργο του Ξενοφώντος "Οικονομικός" σήμερα, μας εντυπωσιάζει η επικαιρότης του, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα έργα των Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Το ιδιαίτερο που έχει το συγκεκριμένο έργο είναι ότι αποτελεί το πρώτο παγκοσμίως κείμενο που ασχολείται επιστημονικά με την γεωργία. Ο Ξενοφών, Αθηναίος ιστορικός, στρατιωτικός και πολιτειολόγος, γενήθηκε στις αρχές του Πελοποννησιακού πολέμου γύρω στα 427 π.Χ. και πέθανε περί το 355 π.Χ. και πέραν της συμμετοχής του στα πολιτικά και στρατιωτικά δρώμενα της εποχής του, αφήνει και λίαν σημαντικό συγγραφικό έργο. Όπως λοιπόν ορίζει ο Σωκράτης μέσα από τον διάλογό του με τον Κριτόβουλο στον "Οικονομικό", ο όρος "οικονομία" είναι όνομα επιστήμης όπως η ιατρική η σιδιρουργική ή η τεκτονική, θέτοντας έτσι τις βάσεις της σημερινής οικονομικής επιστήμης! Και "οικονόμος" είναι αυτός που γνωρίζει να κυβερνά τον οίκον του και να αυξάνει τα αγαθά του. Σήμερα αυτόν τον ονομάζουμε οικονομολόγο. Δεν θα επεκταθούμε όμως στον σχολιασμό όλης της πραγματείας του Ξενοφώντος, αλλά μόνον στο κομμάτι εκείνο που έχει να κάνει με την γεωργική επιστήμη. Αφού διεξέρχεται πολύ ενδιαφέροντα αλλά και διαχρονικά θέματα όπως: σχέσεις ανδρογύνου και εργασίες του καθενός εντός του οίκου, πρέπουσα συμπεριφορά προς το υπηρετικό προσωπικό και εκπαίδευση αυτού ώστε ο οίκος να ευτυχεί και να ευημερεί, ο Ξενοφών συνεχίζει με τον διάλογο Σωκράτους - Ισχομάχου (ενός πλουσίου Αθηναίου) να αναλύει την "γεωργικήν επιστήμη" όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται η γεωργία.  Ξεκινώντας ο διάλογος περί των γεωργικών βλέπουμε ότι το πρώτο πράγμα που αναφέρεται και που και σήμερα διδάσκεται σε όλες τις γεωργικές σχολές του κόσμου, είναι να γνωρίζει κανείς την φύση του εδάφους που πρόκειται να καλλιεργήσει "φύσιν χρήναι πρώτον της γης ειδέναι". Συνεχίζει με το όργωμα, πότε πρέπει αυτό να γίνεται και τις ωφέλειες που προσφέρει, την σπορά, τα σκαλίσματα που χρειάζονται ενδιάμεσα, το θέρισμα - αλώνισμα - λίχνισμα. Τελικώς, αναφέρεται στις δενδροφυτείες, ιδιαίτερα της αμπέλου και της ελαίας δίδοντας οδηγίες περί βάθους σκαψίματος και διανοίξεως λάκων, αποστάσεων μεταξύ των φυτών και τυχόν ιδιαίτερες φροντίδες. Είναι εντυπωσιακό ότι αν και επήλθε μηχανοποίηση αρκετών εκ των ανωτέρω εργασιών, αυτό δεν αλλάζει τον αναλλοίωτο χαρακτήρα της γεωργίας διαμέσου των αιώνων. Δεν ξεχνά ο Ξενοφών να αναφέρει επίσης την χλωρά λίπανση και την σπουδαιότητά της για την βελτίωση της παραγωγικής ικανότητος των εδαφών θέτοντας λοιπόν με την πραγματεία του αυτή τις βάσεις της σημερινής γεωπονίας. Ο Ξενοφών έτσι μπορεί δικαίως να θεωρηθεί ο πατέρας της γεωργικής επιστήμης.  Όμως, πέραν των τεχνικών λεπτομερειών που αναφέρονται στο κείμενο, είναι πολύ σημαντικότερο να τονιστεί η αξία που δίδεται στην "γεωργικήν τέχνη" από το στόμα ενός Σωκράτους. Στην εποχή μας, που η καταβαράθρωση και η αντιστροφή-διαστροφή των ηθικών, πνευματικών και πολιτικών ιδεών και αξιών έχει φθάσει σε μέγιστο βαθμό, η γεωργία υποτιμάται. Δεν γνωρίζουμε ή δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι χάρη στους γεωργούς και κτηνοτρόφους που μας εξασφαλίζουν την τροφή μας, μπορούμε εμείς οι υπόλοιποι να καθόμαστε αυτάρεσκα πίσω από τα γραφεία μας και να θεωρούμε την γεωργία ως ένα επάγγελμα που δεν είναι για εμάς. Ίσως θα πρέπει να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας και να μας βάλει σε σκέψη ο Σωκράτης ο οποίος λέγει ότι καμία τέχνη στον κόσμο δεν παρέχει στον τεχνίτη τόσο πολλά και τόσο καλά αγαθά στο σώμα και την ψυχή όσο η γεωργία, ότι για τους καλούς κ’αγαθούς ανθρώπους η καλλίτερη εργασία και επιστήμη είναι η γεωργία, ότι το πλέον καλό, το πλέον αγαθό, το πλέον ευχάριστο είναι να δημιουργεί κανείς το βιός του από την γεωργία "κάλλιστόν  τε καί άριστον και  ήδιστον από γεωργίας τον βίον ποιείσθαι", και τέλος, ότι η γεωργία παρέχει στη πόλη πολίτες άριστους και μυαλωμένους  "πολίτας αρίστους καί ευνουστάτους παρέχεσθαι τω κοινώ" . Και ο μεγάλος Αριστοτέλης, εις επίρρωσιν των τελευταίων, λέει στα Πολιτικά του: η καλλίτερη πολιτεία είναι η γεωργική, εκεί δηλαδή που οι περισσότεροι ζουν από την γεωργία και την κτηνοτροφία  "βέλτιστος γάρ δήμος ο γεωργικός εστιν, όπου ζει  το πλήθος από γεωργίας ή νομής" . Και καταλήγουμε με μία διάσημη φράση, και πάλιν του Αριστοτέλους, η οποία θα έπρεπε να υπάρχει ως προμετωπίδα σε όλες τις ανώτατες και ανώτερες  γεωπονικές  ή γεωργικές σχολές τις Χώρας: "Πασών των επιστημών μήτηρ τε καί τροφός Γεωργία εστί."
Στις πρώτες αρχές της, η ρωμαϊκή κοινωνία ήταν καθαρά αγροτική και στηριζόταν στη συνοχή της οικογένειας, που ήταν πατριαρχική. Οι πάντες όφειλαν τυφλή υπακοή στον πατέρα-αφέντη, κι αυτός είχε κάτω από την αυστηρή επίβλεψή του τους πάντες και τα πάντα: τη σύζυγο, τα παιδιά, τους υπηρέτες, τα ζωντανά και τα σπαρτά. Καλός άνθρωπος για τους Ρωμαίους σήμαινε καλός νοικοκύρης· και ο καλός νοικοκύρης έπρεπε πάνω απ᾽ όλα να διακρίνεται από πνεύμα οικονομίας. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό σήμαινε ότι τα έξοδα δεν ήταν περισσότερα από τα έσοδα και όλοι είχαν ακριβώς ό,τι χρειάζονταν για να ζουν με αξιοπρέπεια· στη χειρότερη περίπτωση σήμαινε απλώς τσιγκουνιά. Απόδειξη γι᾽ αυτό στο βιβλίο που έγραψε ένας πολύ σημαντικός Ρωμαίος. Έζησε από το 234 μέχρι το 149 π.Χ., τον λέγανε Κάτωνα, κουρευόταν και χαμογελούσε σπάνια, αλλά ήταν έντιμος και τον εμπιστεύονταν όλοι οι συμπολίτες του. Το βιβλίο του είχε για θέμα τη διαχείριση του νοικοκυριού και κυρίως τα καθήκοντα του γεωργού στη διάρκεια του χρόνου. Γράφει, λοιπόν, ο γερο-Κάτωνας ότι ένας καλός νοικοκύρης πρέπει να φροντίζει έγκαιρα τις εποχιακές γεωργικές εργασίες, να κάνει τακτική συντήρηση στα γεωργικά του εργαλεία για να τα διατηρεί σε καλή κατάσταση και να μην κάνει περιττά έξοδα για πράγματα, αλλά και για πρόσωπα, που είναι άχρηστα: Αν οι δούλοι αρρωστήσουν, αυτό σημαίνει ότι έτρωγαν περισσότερο από όσο έπρεπε. Τα γερασμένα βόδια, το παλιό αλέτρι, τα παλιά εργαλεία, ο γερασμένος και ο άρρωστος δούλος πρέπει να πουλιούνται. Ο αφέντης του σπιτιού πρέπει γενικά να πουλάει και όχι να αγοράζει. Δεν ξέρουμε αν το βιβλίο του Κάτωνα έγινε «μπεστ σέλερ»· αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι παλιοί Ρωμαίοι θα συμφωνούσαν λίγο πολύ με αυτές τις απόψεις, όχι τόσο επειδή ήταν σκληροί και απάνθρωποι αλλά μάλλον επειδή αγαπούσαν τις πρακτικές λύσεις. Αυτό το πρακτικό πνεύμα το καλλιεργούσαν από τα πρώτα κιόλας μαθητικά τους χρόνια. Ο Οράτιος, ένας πολύ σημαντικός ρωμαίος ποιητής, αφηγείται το ακόλουθο στιγμιότυπο: σε μια τάξη του δημοτικού τα παιδιά μαθαίνουν πρόσθεση και αφαίρεση· ο δάσκαλος βάζει ασκήσεις και ενθουσιάζεται όταν ακούει τις σωστές απαντήσεις. «Μπράβο, παιδιά!» λέει. «Μεθαύριο που θα μεγαλώσετε θα γίνετε σωστοί νοικοκύρηδες.» Ο Κάτωνας θα συμφωνούσε απόλυτα: Οι πρόγονοί μας δεν είχαν σε καμιά εκτίμηση την ποίηση, και όποιον ασχολούνταν μ᾽ αυτήν τον χαρακτήριζαν τσαρλατάνο και αγύρτη. Τάδε έφη ο γερο-Κάτωνας. Οι Ρωμαίοι τηρούσαν ευλαβικά τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων τους. Βαθμιαία η κοινωνία τους διαμόρφωσε ένα σύνολο αξιών και αρχών που, όπως ήθελαν να πιστεύουν οι ίδιοι, χαρακτήριζε το ρωμαϊκό έθνος από παλιά. Τέτοιες αρετές ήταν, για παράδειγμα, η σοβαρότητα της συμπεριφοράς, η κοινωνική ευπρέπεια, ο λιτός τρόπος ζωής και ο σεβασμός τόσο για την οικογένεια όσο και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Οι Ρωμαίοι είναι οι μόνοι που διαφημίζουν τόσο επίμονα τα εθνικά τους προσόντα και οι μόνοι που χρησιμοποιούν τόσο συστηματικά τα προγονικά «ήθη και έθιμα» ως το σημαντικότερο παιδαγωγικό μέσο. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιας αυτοδιαφήμισης μας δίνει ο Κικέρωνας, μεγάλος ρήτορας και πολιτικός: Ποιος άλλος λαός έδειξε τέτοια σοβαρότητα συμπεριφοράς, τέτοια σταθερότητα χαρακτήρα, τέτοιο ηρωισμό, τέτοια χρηστότητα ήθους, τέτοια εντιμότητα; Ποιοι διέπρεψαν τόσο σε κάθε είδος αρετής ώστε να μπορούν να συγκριθούν με τους πατεράδες μας; Φυσικά ο Κικέρωνας δεν περιμένει απάντηση ή, μάλλον, η μόνη απάντηση που περιμένει είναι: «κανείς άλλος». Αξίζει τόσο παίνεμα το σπίτι που παινεύει ο Κικέρωνας; Η αλήθεια είναι ότι ανάμεσα στις διάφορες εθνικές ομάδες που κατοικούσαν στην ιταλική χερσόνησο οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που κατάφεραν να επιβάλουν σταδιακά τη στρατιωτική και πολιτική κυριαρχία τους, να ενώσουν όλη την Ιταλία κάτω από την ηγεμονία τους και στη συνέχεια να επεκταθούν όχι μόνο σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου αλλά και σε πολλές βορειότερες περιοχές της Ευρώπης. Πώς και γιατί απέκτησε τέτοια δύναμη η μικρή και κλειστή γεωργική κοινωνία που αρχικά ήταν περιορισμένη στο Λάτιο, μια περιοχή της κεντρικής Ιταλίας που είχε για πρωτεύουσα της τη Ρώμη; Η απάντηση που θα έδιναν ο γερο-Κάτωνας, ο Κικέρωνας, αλλά και οι περισσότεροι απλοί Ρωμαίοι είναι: επειδή το ρωμαϊκό έθνος διατήρησε τις αρχές και τις αξίες των παλιών Ρωμαίων. Την ίδια απάντηση φαίνεται να δίνουν και πολλοί σύγχρονοί μας μελετητές της ρωμαϊκής ιστορίας. Και αν τόσοι πολλοί συμφωνούν, τότε ένα μέρος τουλάχιστο της αλήθειας πρέπει να βρίσκεται πράγματι σ᾽ αυτή την απάντηση.
Ο Πόπλιος Βεργίλιος Μάρων (Publius Vergilius Maro, 70 π.Χ. - 19 π.Χ.), ο οποίος αποκαλείται συνήθως Βεργίλιος, ήταν αρχαίος Ρωμαίος ποιητής της περιόδου του Οκταβιανού Αύγουστου. Το σημαντικότερο ίσως έργο του, η Αινειάδα, θεωρείται το σπουδαιότερο έπος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Βεργίλιος γεννήθηκε στο χωριό Andes (Βιρτζίλιο (Virgilio)), κοντά στην πόλη Μάντοβα της βόρειας Ιταλίας. Οι γονείς του ήταν ταπεινής καταγωγής, χωρικοί, ωστόσο φρόντισαν να λάβει την καλύτερη δυνατή μόρφωση. Μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών εκπαιδεύεται στην Κρεμόνα και αργότερα στέλνεται στο Μιλάνο για ευρύτερες σπουδές. Την εποχή αυτή δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική και λατινική φιλολογία. Σε ηλικία 18 ετών βρίσκεται στη Ρώμη όπου σκόπευε αρχικά να σπουδάσει ρητορική, ιατρική και αστρονομία. Σύντομα το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στη φιλοσοφία και για τον λόγο αυτό επισκέπτεται τη Νάπολη όπου γίνεται μαθητής του επικούρειου φιλοσόφου Σείρωνα. Παράλληλα διδάσκεται και ελληνικά. Την ίδια εποχή ο Βιργίλιος ξεκινά να γράφει τα πρώτα του ποιήματα και σταδιακά αφοσιώνεται ολοένα και περισσότερο στην ποίηση. Κατά τον Μεσαίωνα ο Βιργίλιος απέκτησε στην Ευρώπη τη φήμη μάντη και το όνομα του συνδέθηκε με μαγικές πρακτικές. Από την άλλη η Αινειάδα διδασκόταν στα σχολεία ως βασικό λατινικό κείμενο και ο ίδιος ο Βιργίλιος θεωρούνταν προφήτης του χριστιανισμού , με βάση μία αναφορά του έργου του σε ένα αναμενόμενο παιδί που θα αλλάξει τον κόσμο.
Τα Γεωργικά είναι διδακτικό ποίημα του Βιργιλίου γραμμένο μεταξύ 37 π.Χ. και
30 π.Χ. στην Καμπανία της Ιταλίας σε τέσσερα βιβλία εξάμετρων . Το πρώτο βιβλίο ασχολείται με την καλλιέργεια και τον καιρό, το δεύτερο με τη δενδροκομία, κυρίως τη φροντίδα με τις ελιές και τ΄ αμπέλια, το τρίτο με την κτηνοτροφία και το τέταρτο με τη μελισσοκομία. Για την συγγραφή αυτού του ποιήματος τον είχε προτρέψει ο Μαικήνας που του φέρθηκε με πολλή γενναιότητα εξασφαλίζοντας ακόμα και την αγρέπαυλη που του παραχώρησε ο Οκταβιανός Αύγουστος. Ο ίδιος ο Οκταβιανός είχε δείξει ενδιαφέρον γιατί αντιμετώπιζε το πρόβλημα της εγκατάστασης των παλαιμάχων στη γη ώστε να τους καθησυχάσει, να διαθρέψει τις πόλεις και να διασώσει το κράτος με το αγροτικό μόχθο. Ο Βιργίλιος προσδίδει στο διδακτικό περιεχόμενο των Γεωργικών του μεγάλη ποιητική χάρη, τονίζοντας το θέμα της μάχης του ανθρώπου με τα στοιχεία της φύσης, παρέχοντας ένα είδος προσωπικής ζωής στις φυσικές διαδικασίες, δείχνοντας αγάπη στα και προσθέτοντας μυθολογικές και άλλες παραπομπές.Ομιλεί για τις ασθένειες τω ζώων και της θεραπείας τους. Περιγράφει τα κοινά κατοικίδιοι ζώα με κατανόηση και συμπάθεια. Δεν παύει να θαυμάζει την απλότητα των ενστίκτων τους, τη δύναμη των παθών τους, την τελειότητα της μορφής τους. Εξιδανικεύει την αγροτική ζωή, αλλά δεν αγνοεί τις κακουχίες και τις περιπέτειες, το καταπονητικό μόχθο, την αδιάκοπη πάλη εναντίον των εντόμων, την τυραννική αγωνία της ξηρασίας και των καταιγίδων. Παρά ταύτα, labor omnia vincit (ο μόχθος νικά τα πάντα). Ο Βιργίλιος δανείζεται από τον Ησίοδο (Έργα και Ημέραι), τον Άρατο τον Κώο, τον Κάτωνα τον πρεσβύτερo (De Agricultura), τον Ουάρρωνα (Marcus Terentius), αλλά μεταμορφώνει την τραχεία τους πεζογραφία και τις ασταθείς τους γραμμές σε λεπτότατους σμιλευμένους στίχους. Καλύπτει τους διάφορους κλάδους της γεωργίας, την ποικιλία και την περιποίηση των εδαφών, τις εποχές για την σπορά και την ωρίμανση, την καλλιέργεια της ελιάς και της αμπέλου, την κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία. Ο Τζον Ντράιντεν που μετέφρασε μεταξύ των άλλων και τα «Γεωργικά» το θεωρεί μαζί με το De rerum natura του Λουκρητίου «το καλύτερο ποίημα του καλύτερου ποιητή».
Πηγή: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/rome/page_002.html?prev=true
http://www.arcadians.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=87:aq&catid=84
http://gastronomion.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html
http://oxigon.blogspot.gr/2014/10/blog-post_16.html
https://ellas2.wordpress.com/2012/08/13/η-διατροφή-στη-mινωϊκή-εποχή/
http://www.econews.gr/2016/06/17/georgia-europi-ellada-130865/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Βιργίλιος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γεωργικά

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ησίοδος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Έργα_και_Ημέραι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου