Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Η επιλογή φύλου του βρέφους και η ευγονική στην κοινωνία της Αρχαίας Ελλάδας

Η ιδανική  ηλικία γάμου στην αρχαία Αθήνα ήταν τα 14 χρόνια για τα κορίτσια και τα 30 για τους άνδρες. Λογοτεχνικές μαρτυρίες όμως δηλώνουν ότι η ηλικία γάμου των γυναικών ήταν ανάμεσα στα 13 και στα 25, ενώ των ανδρών, ανάμεσα στα 17 και στα 35. Στην Αθήνα του 5ου π. Χ. αιώνα, ο ερχομός ενός παιδιού που προέκυπτε από την έγγαμη συμβίωση ενός άνδρα με μία γυναίκα, είχε σαν επακόλουθο μια σειρά από τελετουργίες, με τις οποίες τα παιδιά ενσωματώνονταν στην οικογένεια. Κάποιες από αυτές ήταν κοινές και για τα δύο φύλα, ενώ κάποιες άλλες διέφεραν. Σε περιπτώσεις που το νεογέννητο ήταν με εμφανείς αναπηρίες, ή κορίτσι που ήταν ανεπιθύμητο στην οικογένεια, καρπός παράνομης σχέσης ή παιδί σκλάβου, αμέσως μετά τη γέννησή του φρόντιζαν να απαλλαγούν από αυτό με τη λεγόμενη Έκθεση ή απόθεση, κατά την οποία το τοποθετούσαν μέσα σε μία χύτρα και το εγκατέλειπαν σε μία απόμακρη περιοχή. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η έκθεση αποτελούσε έγκλημα. Επιπλέον, αφού  το παιδί δεν είχε συνδεθεί με την πατρική εστία και δεν είχε ονομαστεί, δεν είχε θέση μέσα στο σπίτι.«…ένα γιο τον μεγαλώνει κανείς έστω και αν είναι φτωχός, όμως μία κόρη την εκθέτει κανείς έστω και αν είναι πλούσιος…». Ποσείδιππος, Ερμαφρόδιτοι Το απόσπασμα αυτό του Ποσείδιππου, που ήταν  κωμωδιογράφος και έζησε μεταξύ του 3ου και 2ου αιώνα π. Χ., μας δείχνει καθαρά την απόρριψη των νεογέννητων κοριτσιών, την οποία αναγνώριζε ο νόμος και δέχονταν η κοινωνία. Έκθεση, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, σήμαινε η  τοποθέτηση του νεογέννητου σε ένα τσουκάλι και στη συνέχεια η εγκατάλειψή του στο δρόμο, όχι όμως μακριά από το σπίτι. Τα κορίτσια ήταν τα κύρια θύματα εκθέσεων από τον ίδιο τους τον πατέρα ο οποίος είχε το δικαίωμα να τους προσφέρει τη ζωή, αλλά και την εξουσία να τα οδηγεί στο θάνατο, όταν θεωρούσε, ότι η ανατροφή τους ήταν περιττή. Όμως και τα νεογέννητα αγόρια μερικές φορές ήταν ανεπιθύμητα λόγω των οικονομικών προβλημάτων που μπορεί να είχε η οικογένεια. Τον κίνδυνο της έκθεσης δεν αντιμετώπιζαν μόνο τα νεογέννητα παιδιά που αποκτούσε ένας Αθηναίος πολίτης παράνομα, αλλά και αυτά που αποκτούσε με τη νόμιμη σύζυγό του. Είναι γεγονός, ότι η γέννηση μιας κόρης δεν ήταν τόσο καλοδεχούμενη στην ελληνική οικογένεια, όσο αυτή ενός γιου, επειδή ο γιος θεωρούνταν ο συνεχιστής του σπιτιού και ήταν ικανός να προστατεύσει την πόλη του σε περίπτωση πολέμου. Τα κορίτσια αποτελούσαν μία επένδυση πανάκριβη, γιατί εκτός από το κόστος της ανατροφής ο πατέρας είχε και την υποχρέωση της προίκας. Μία κόρη δεν ήταν ποτέ σε θέση να ανταποδώσει ό,τι είχε ξοδέψει για αυτήν η οικογένεια για να παντρευτεί, ενώ στην περίπτωση που δεν παντρευόταν θα εξακολουθούσε να είναι φορτίο για την οικονομία του σπιτιού. Πιο αποτελεσματική ήταν μια παλιά συνήθεια, η οποία ευτυχώς απαγορεύτηκε με έναν νόμο του Σόλωνα, αυτή, της πώλησης μιας κόρης από τον πατέρα της ως δούλη , όταν υπήρχε ο κίνδυνος να τη δει μια μέρα «παρθένα και ασπρομάλλα». Μέχρι τη ηλικία των επτά ετών τα παιδιά μεγάλωναν στο γυναικωνίτη. Μετά τον τοκετό, η μητέρα αναλάμβανε το θηλασμό και τη φροντίδα του παιδιού, Στα πλουσιότερα σπίτια για τις καθημερινές ανάγκες, εκτός από το θηλασμό φρόντιζε αρχικά η τροφός ή τιθήνη, και αργότερα ο παιδαγωγός. Η τροφός ήταν συνήθως μια δούλα ή φτωχή ελεύθερη γυναίκα, η οποία αναλάμβανε την καθημερινή φροντίδα του παιδιού και ήταν υπεύθυνη για τη σωματική του υγιεινή, την τροφή, την εκπαίδευση και την αυτονομία του. Ο παιδαγωγός ήταν ο έμπιστος δούλος του σπιτιού, ο οποίος συνόδευε τα αγόρια στις εξόδους τους και αργότερα στο σχολείο, τα επέβλεπε και τους μάθαινε καλούς τρόπους. Τόσο η τροφός, όσο και ο παιδαγωγός παρέμεναν κοντά στα παιδιά ακόμη και όταν αυτά μεγάλωναν. Από εκεί και πέρα ακολουθούσε τα στάδιο της εκπαίδευσης για τα αγόρια, ενώ για τα κορίτσια που δεν έπαιρναν καμιά μόρφωση έμεναν κλεισμένα στο σπίτι και ασχολούνταν με τις οικιακές εργασίες μέχρι την ώρα του γάμου τους.
Ο τοκετός στην αρχαία Ελλάδα ήταν μια διαδικασία επικίνδυνη για τη μητέρα  και για το βρέφος. Οι πιθανότητες θανάτου ήταν αυξημένες και για τους δύο και δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που η μητέρα έχανε την ζωή της στη γέννα. Η πρόοδος της Ιατρικής βοήθησε τη διαδικασία αυτή. Ο Ιπποκράτης τον 5ο π.χ. αιώνα συγγράφει ειδικά για τα γυναικολογικά και τον 2ο αιώνα μ.χ. ο Έλληνας Σωρανός ο Εφέσιος ξεχωρίζει ως ο διασημότερος γυναικολόγος στη Ρώμη. Για μια κανονική γέννα θα έπρεπε να έχουν  ετοιμάσει: ελαιόλαδο, χλιαρό νερό, χλιαρά επιθέματα (θερμάσματα), μαλακούς σπόγγους, κομμάτια μαλλί, επιδέσμους, ένα μαξιλάρι, πράγματα για να μυρίσει η επίτοκος, το σκαμνί ή την καρέκλα της μαίας, δύο κρεβάτια και ένα κατάλληλο δωμάτιο. Το λάδι χρειάζεται για να εγχυθεί και να επαλειφθεί. Το χλιαρό νερό για να ξεπλυθούν τα διάφορα μέρη. Τα θερμάματα για να ανακουφιστούν οι πόνοι. και το μαλλί για να σκεπαστούν τα μέρη της γυναίκας. Το μαξιλάρι για να τοποθετηθεί εκεί το μωρό κάτω από την γυναίκα μέχρι να τελειώσει ο τοκετός. Πράγματα για να μυρίσει η γυναίκα και να συνέλθει, όπως μέντα, κριθάρι, μήλο, κ.α. Ο τοκετός θεωρούνταν διαδικασία που προκαλούσε πνευματική μόλυνση. Για το λόγο αυτό απαγορευόταν να πραγματοποιείται σε ιερά. Η νέα μητέρα θεωρούνταν μολυσμένη τουλάχιστον για τις δέκα πρώτες ημέρες μετά τη γέννα. Στο διάστημα αυτό ήταν περιορισμένη στο σπίτι και με ελάχιστους ανθρώπους ερχόταν σε επαφή. Το μίασμα δεν περιοριζόταν μόνο σε αυτή, αλλά σε όποιονδήποτε βοήθησε στον τοκετό ή βρισκόταν στο σπίτι την ώρα του τοκετού. Όσοι εκτέθηκαν στην μόλυνση δεν επιτρεπόταν να εισέρχονται σε ιερά ή να ασκούν τη λατρεία. Αυτή η απομόνωση των δέκα πρώτων ημερών είχε χαρακτήρα θρησκευτικό, επιπλέον όμως κάλυπτε και πρακτικές ανάγκες: τον αποκλεισμό της γυναίκας από τις δουλειές της καθημερινής ζωής και τη βιολογική προστασία της μητέρας και του βρέφους από τους κινδύνους που ελλόχευε η έκθεσή τους στον έξω κόσμο τις πρώτες αυτές κρίσιμες ημέρες. Στην Αθήνα, αμέσως μετά τη γέννηση ενός παιδιού οι γυναίκες του σπιτιού που είχαν βοηθήσει στη διαδικασία του τοκετού έπλεναν το νεογνό με καθαρό, κρύο νερό, το σπαργάνωναν και στη συνέχεια το παρουσίαζαν στον πατέρα. Στην περίπτωση που το παιδί ήταν αγόρι, κρεμούσαν στην εξώπορτα του σπιτιού ένα κλαδί από ελιά, σύμβολο των ανταμοιβών του άνδρα στον στίβο και στην πολιτική και στρατιωτική ζωή, ενώ αν ήταν κορίτσι μια μάλλινη κορδέλα, η οποία συμβόλιζε τη δεμένη με το σπίτι ζωή της γυναίκας. Την πέμπτη ή την έβδομη μέρα από τη γέννηση γίνονταν τα Αμφιδρόμια , τα οποία εκτός του ότι αποτελούσαν το βασικό τελετουργικό έθιμο που συνέδεε το νεογνό με τον οίκο όπου ανήκε, ταυτόχρονα σηματοδοτούσαν και την επίσημη αναγνώρισή του από τον πατέρα του, ο οποίος ήταν φυσικά παρών στη  διαδικασία. Κατά την τελετή όσοι είχαν μιανθεί από τον τοκετό, αφού πρώτα έπλεναν τελετουργικά τα χέρια, περιέφεραν κυκλικά-και μάλλον ελαφριά ντυμένοι-γύρω από τη φωτιά που έκαιγε στην εστία του σπιτιού το μωρό, και μετά το τοποθετούσαν καταγής ,ενώ στη συνέχεια ακολουθούσε δείπνο. Τη δέκατη μέρα μετά τη γέννηση, τη λεγόμενη δεκάτη, έδιναν στο μωρό το όνομά του, ενώ οι προσκεκλημένοι που έβλεπαν για πρώτη φορά το νεογέννητο έφερναν δώρα τα λεγόμενα γενέθλια ή οπτήρια. Στη συνέχεια, ακολουθούσε θυσία και εορταστικό δείπνο με συμπόσιο μεταξύ των συγγενών και φίλων, με σκοπό να συμβάλλει στην συνένωση των δεσμών που είχαν μεταξύ τους. Το αμέσως επόμενο και σημαντικότερο στάδιο, το οποίο δεν είχε την ίδια σπουδαιότητα και για τα δύο φύλα, αφορούσε στις τελετές, οι οποίες σηματοδοτούσαν και το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση.  Αυτές γίνονταν κάθε χρόνο, την τρίτη ημέρα της εορτής των Απατουρίων (αρχαία γιορτή, η οποία διαρκούσε τρεις μέρες και ήταν αφιερωμένη στον πανηγυρισμό της εγγραφής των παιδιών στους φρατρικούς καταλόγους) η οποία λεγόταν Κουρεώτις. Για τα αγόρια ήταν το μείον και το Κούρειον, για τα κορίτσια ήταν η γαμηλία. Το μείον ήταν θυσία που πρόσφερε ο πατέρας την επόμενη χρονιά της γέννησης του παιδιού, ενώ το κούρειον ήταν η θυσία του ζώου που συνόδευε την τελετουργική κουρά του αγοριού και συμβόλιζε τη μετάβασή του από την παιδική  ηλικία στην εφηβεία. Τέλος, η γαμηλία περιλάμβανε τη θυσία και το γεύμα που παρέθετε ο Αθηναίος που επιθυμούσε να γνωστοποιήσει στα μέλη της κοινωνίας  τον πρόσφατο γάμο του και να τους συστήσει τη γυναίκα του. Μετά από αυτό, η νύφη αναγνωριζόταν ως θυγατέρα Αθηναίου πολίτη, ενώ η αποδοχή της από την κοινωνία αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για να θεωρηθούν Αθηναίοι πολίτες τα αρσενικά παιδιά του ζεύγους.
Τον 7ο αιώνα π.Χ., η Σπάρτη είναι πλέον μοναδική ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες πόλεις-κράτη που περιβάλλονται από το Αιγαίο. Στις περισσότερες από αυτές, το κράτος έλεγχε τη ζωή των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που σε πολλούς από εμάς δεν θα ήταν ανεκτός σήμερα. Η Σπάρτη, όμως, είχε περάσει σε πολύ ακραία επίπεδα. Σε καμιά άλλη πόλη-κράτος, η κυβέρνηση δεν υπήρξε τόσο επεμβατική. Ήταν ένας έλεγχος από την κούνια μέχρι τον τάφο. Στην πραγματικότητα, ο έλεγχος του κράτους ξεκινούσε με τη γέννηση του πολίτη. Μετά τη γέννα, η πρώτη πράξη του κράτους ήταν να εξετάσουν το νεογέννητο και να κρίνουν αν είναι κατάλληλο ή όχι για να ζήσει. Σ’ αυτήν τη σκληροπυρηνική στρατιωτική κοινωνία, δεν μπορούσε να υπάρχει κάποιος που να ήταν ασθενής ή αδύναμος κρίκος. Αν κάποιο μωρό είχε κάποια ατέλεια ή αδυναμία, δεν του επέτρεπαν να ζήσει και το απέρριπταν για λόγους ευγονικής, ένας σπαρτιάτικος ευφημισμός για την εγκατάλειψη των παιδιών, που είχαν κάποιο ελάττωμα. Το παιδί το μετέφεραν σ’ έναν ιερό λόφο, όπου το άφηναν εκεί εκτεθειμένο για να πεθάνει. Τα αισθήματα των γονιών δεν έπαιζαν κανένα ρόλο. Το μόνο που είχε σημασία ήταν το όφελος του παιδιού προς το κράτος, κάτι που μπορεί να φαίνεται εξωφρενικό, αλλά ο στόχος τους ήταν να παράγουν πολεμιστές και ήταν αυτό που αναζητούσαν στα νεογέννητα. Δεν θεωρούσαν ότι ήταν καταδικαστέο το να επιλέγουν τους καλύτερους και δυνατότερους. Και τα νεογέννητα κορίτσια περνούσαν από την ίδια επιτροπή ευγονίας για να αποφασιστεί αν θα ζήσουν ή θα ριχτούν στον Καιάδα. Όσα κορίτσια επιβίωναν, εκπαιδεύονταν για να γίνουν μητέρες, ενώ τα αγόρια για να γίνουν Σπαρτιάτες πολεμιστές που θα ασκούσαν την εξουσία. Υπήρχαν αγέλες κοριτσιών, η γύμνια ήταν υποχρεωτική σε ορισμένες τελετουργίες, οι ασκήσεις του σώματος και οι αγώνες ήταν κοινοί και για τα δύο φύλα. Γενικά η ζωή της Σπαρτιάτισσας μπορεί να συσχετιστεί έμμεσα με τις περιγραφές που κάνει ο Πλάτωνας στην Πολιτεία για την γυναίκα-πολεμίστρια. Με νόμο ήταν ορισμένος ο χρόνος τέλεσης του γάμου, όταν γυναίκες και άντρες βρισκόταν στην σωματική τους ακμή και οι επαφές τους έπρεπε να γίνονται με έλεγχο των ενστίκτων τους, έτσι ώστε πάντα να επιθυμούν ο ένας τον άλλο και να είναι ο καρπός της ένωσης τους δυνατός. Επίσης μπορούμε να πούμε ότι υπήρχε ένα είδος κοινοκτημοσύνης ανδρών και γυναικών, αφού μπορούσαν να ενωθούν οι καλύτεροι μεταξύ τους με την έγκριση των συζύγων τους, για να αποκτήσουν παιδιά με θαυμαστό σώμα αλλά και ψυχικά χαρίσματα. Όσα παιδιά επιζούσαν τα εκπαίδευαν και τα διέπλαθαν για να γίνουν η πολεμική μηχανή που θα ελέγχει τους Είλωτες, τους υπόδουλους Μεσσήνιους. Όταν ένας μικρότερος πληθυσμός θέλει να υποδουλώσει έναν μεγαλύτερο, τότε κάθε Σπαρτιάτης πρέπει να είναι ποιοτικά ανώτερος έναντι 10 ή 12 Μεσσηνίων. Ο μόνος τρόπος για να πετύχει κανείς ένα τέτοιο επίπεδο στρατιωτικής αρίστευσης ήταν μέσω στρατιωτικής εκπαίδευσης από πολύ νεαρή ηλικία. Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ότι οι φιλάσθενοι δεν θα επιζούσαν καν από το μοναδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμά τους, που μετέτρεπε τα συνηθισμένα αγόρια σε φονικές μηχανές. Μόνο δυο άνθρωποι στη Σπάρτη μπορούσαν να έχουν ταφόπλακα με το όνομά τους γραμμένο πάνω σ’ αυτήν: ο ένας ήταν ο άνδρας που πέθαινε στη μάχη για τη Σπάρτη και ο άλλος ήταν η γυναίκα που πέθαινε κατά τον τοκετό, γιατί και στις δυο πράξεις θεωρείτο ότι έδινες τη ζωή σου για το κράτος. Αν το σκεφτεί αυτό κανείς για λίγα λεπτά: η γέννηση και η ανατροφή του παιδιού δεν είναι για την οικογένεια ή το άτομο, αλλά για το κράτος. Ή κατάσταση των γυναικών στην Σπάρτη κρίνεται με βάση το σκηνικό αυτού του ουσιαστικά «εχθρικού» περιβάλλοντος, όπου οι γυναίκες θεωρούντο «κατάρα για την ανθρωπότητα» και «πανούκλα χειρότερη από πυρκαγιά ή οποιαδήποτε οχιά» (Ευριπίδης). Οι αρχαίες Σπαρτιάτισσες δεν ήταν τόσο ελεύθερες όσο οι σύγχρονες γυναίκες. Οι κύριοι ρόλοι τους στην κοινωνία, ήταν της συζύγου και μητέρας. Οι πατέρες επέλεγαν τους συζύγους γι’ αυτές και δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Παρ’ όλα αυτά, απολάμβαναν τέτοιας κοινωνικής θέσης και δικαιωμάτων που ήταν «σκανδαλώδη» για το σύνολο του αρχαίου κόσμου. Η ελευθερία και κοινωνική υπόσταση των Σπαρτιατισσών άρχιζε από την γέννησή τους. Οι νόμοι της Σπάρτης απαιτούσαν τα θηλυκά βρέφη και παιδιά να έχουν την ίδια φροντίδα και ανατροφή, όπως τα αδέρφια τους, σε αντίθεση με άλλες Ελληνικές πόλεις, όπου τα κορίτσια είχαν περισσότερες πιθανότητες να «απορριφθούν» κατά τη γέννηση, καθότι τρεφόντουσαν με λιγότερο θρεπτικές τροφές από τους αδελφούς τους και δεν τους επιτρεπόταν να ασκηθούν. Επιπλέον όπως και τα αδέλφια τους, τα κορίτσια στην Σπάρτη παρακολουθούσαν δημόσιο σχολείο, αν και για μικρότερο χρονικό διάστημα από ότι τα αγόρια. Στο σχολείο είχαν τη δυνατότητα και ενθαρρύνονταν να συμμετέχουν στις αθλητικές δραστηριότητες. Αλλά όπως επισημαίνει ο Πλάτων στον Πρωταγόρα η εκπαίδευση δεν ήταν καθαρά σωματική. Στην Σπάρτη «δεν ήταν μόνο οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες που υπερηφανεύονταν για την πνευματική καλλιέργειά τους». Αυτό ήταν κάτι περισσότερο από απλή παιδεία ήταν συστηματική εκπαίδευση στη ρητορική και φιλοσοφική σκέψη. Όταν τα κορίτσια έφθαναν σε σεξουαλική ωριμότητα δεν βιαζόντουσαν να έλθουν σε γάμο, σε αντίθεση με τα κορίτσια στον υπόλοιπο αρχαίο κόσμο, τα οποία υπέφεραν ψυχολογικά και σωματικά, υφιστάμενα σωματικές βλάβες από το πρόωρο σεξ και συχνά πέθαιναν κατά την λοχεία. Αντίθετα οι Σπαρτιατικοί νόμοι ανέφεραν ρητά ότι τα κορίτσια πρέπει να παντρεύονται μόνο εφόσον ήταν σε ηλικία κατάλληλη να «απολαύσουν τον έρωτα». Η λογική ήταν απλή…..για τα νεαρά κορίτσια που δεν ήταν ακόμη έτοιμα ψυχολογικά για σεξουαλική επαφή, το σεξ αποτελούσε ουσιαστικά μια «πράξη βίας». Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτες καταδίκαζαν τη βία στο γάμο και θεωρούσαν το σεξ με παιδιά ως «πράξη βίας». Επιπλέον τα κορίτσια στην Σπάρτη δεν παντρευόντουσαν πολύ μεγαλύτερους άνδρες, πρακτική η οποία ήταν συνήθης σε άλλες Ελληνικές πόλεις. Εκτιμάται ότι οι περισσότερες γυναίκες Σπαρτιάτισσες ήταν μόνο τέσσερα έως πέντε έτη νεώτερες από τους συζύγους τους. Το δε γεγονός του ενδιαφέροντος της Σπάρτης για την γέννηση υγιών παιδιών δεν αναιρεί την προστασία των κοριτσιών από τις αρχές του γάμου. Όλοι οι γάμοι στην αρχαία Ελλάδα αποσκοπούσαν στην τεκνοποίηση, αλλά σε άλλες πόλεις οι άνδρες ήταν πρόθυμοι να αποδεχθούν τα αναπόφευκτα υψηλότερα ποσοστά θανάτου από το σεξ με νεαρά κορίτσια. Επειδή οι άρρενες πολίτες της Σπάρτης ήταν υποχρεωμένοι να αφιερώνουν τη ζωή τους στις στρατιωτικές και άλλες μορφές της δημόσιας υπηρεσίας, οι οικοδέσποινες της Σπάρτης φρόντιζαν τα κτήματα των συζύγων τους. Αυτό σήμαινε ότι οι Σπαρτιάτισσες έλεγχαν τον οικογενειακό πλούτο και στην πραγματικότητα, το σύνολο της αγροτικής οικονομίας (το εμπόριο και οι κατασκευές ήταν στην αρμοδιότητα των περίοικων). Ο Αριστοτέλης υποστήριζε ότι «οι Σπαρτιάτες διοικούνταν από τις συζύγους τους» και ανέφερε την ελευθερία των Σπαρτιατισσών ως έναν από τους δύο λόγους για τους οποίους το Σύνταγμα της Σπάρτης ήταν κατακριτέο. Όταν η σύζυγος του βασιλέα Λεωνίδα ρωτήθηκε γιατί οι Σπαρτιάτισσες ήταν οι μόνες γυναίκες στην Ελλάδα που «κυβερνούν» τους συζύγους τους, η Γοργώ απάντησε…..«επειδή είμαστε οι μόνες γυναίκες που γεννούν άνδρες». Με άλλα λόγια, μόνο οι άνδρες που είχαν την αυτοπεποίθηση να δεχθούν τις γυναίκες ως ίσες ήσαν πραγματικοί άνδρες.
Γνώριζαν οι Έλληνες από τα πιο αρχαία χρόνια ότι κατά τους εννέα μήνες της κυήσεως λαμβάνει χώρα ένας συνεχής πανίσχυρος εμποτισμός του εμβρύου στο φυσικοψυχικό περιβάλλον της μήτρας. Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία η φύση, η ποιότητα αυτού του περιβάλλοντος για την πρώτη διαπαιδαγώγηση του κυοφορουμένου ανθρώπου, καθοριστική για την μετέπειτα ζωή του. Δεν μας επιτρέπεται πια να αφήνουμε την εγκυμοσύνη χωρίς ενσυνείδητη φροντίδα. Έτσι ο Πλάτων, στους Νόμους, αφού ασχολείται με την επιλογή των αρχόντων που θα εξασφαλίσουν την ευνομία και ευδαιμονία της ιδανικής Πολιτείας του, αναφέρεται, στη συνέχεια, στους γάμους και την τεκνογονία. Μεγάλη σημασία έπρεπε να έχει για το ζεύγος να αποκτήσει σωστά παιδιά: «την των παίδων ομαλότητα». Έπρεπε να είναι αποφασισμένοι να προσφέρουν στην πόλη τα ομορφότερα και πιο εύρωστα και δυναμικά παιδιά: «ως καλλίστους και αρίστους εις δύναμιν αποδειξομένους παίδας τη πόλει». «Στο διάστημα της τεκνοποιίας πρέπει τα ζεύγη να προσέχουν να μην πράττουν ούτε νοσηρά πράγματα, ούτε βιαιότητες και αδικίες, διότι αυτά εντυπώνονται στα σώματα και τις ψυχές των παιδιών … ». «Αν η αρχή γίνει σωστά, υπάρχει η εγγύηση των θεών ότι όλα θα είναι σωστά». Γι’ αυτόν τον σκοπό άρχοντες-γυναίκες, οι «επίσκοποι επί των γάμων», θα είχαν το ζεύγος υπό την εποπτεία και καθοδήγησή τους. Στο Ζ’ βιβλίο των Νόμων, αναφερόμενο στην ανατροφή των παιδιών, που έπρεπε να μην έχουν φόβους και δειλία, αλλά ανδρεία, καλοσύνη και αρετή, ρητή γίνεται αναφορά στο ότι από πολύ νωρίς τίθενται οι βάσεις για το μελλοντικό χαρακτήρα και ότι προπαντός για τον σκοπό αυτό, «οι γυναίκες, στην διάρκεια της εγκυμοσύνης τους, έπρεπε ιδιαίτερα να προσέχουν, ώστε να μην δοκιμάζουν ούτε πολλές ηδονές ούτε λύπες, αλλά να ζουν στην περίοδο αυτή τιμώντας την, φροντίζοντας να είναι ήρεμες, χαρούμενες, με καλή διάθεση». «Η διάνοια της εγκύου πρέπει να είναι ήρεμη, γιατί, κατά την κύηση, τα παιδιά απορροφούν την ζωή από τη μητέρα, όπως τα φυτά από τη γη», μας αναφέρει ο Αριστοτέλης. Οι Αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν τόσο στενή τη σχέση της Γαίας και αργότερα της Δήμητρας (Δημήτηρ Γη Μήτηρ) με την ανθρώπινη Μητέρα, ώστε στις εορτές προς τιμή της Δήμητρας, τα Θεσμοφόρια, μυούσαν τις νεαρές παντρεμένες γυναίκες στον μελλοντικό μητρικό τους ρόλο. Εκείνες, αλήθεια, είχαν την ευθύνη της διατήρησης των «θεσμών»: της διατήρησης δηλαδή του κάλλους και της αρετής της ελληνικής γενιάς. Στα «Θεσμοφόρια», όπου μετείχαν μόνον παντρεμένες γυναίκες, προβλεπόταν διαδικασία κάθαρσης (την πρώτη ημέρα) με την επαφή τους με τη γη και τέλος μύηση στην «Καλλι-γένεια» (την 4η ημέρα της εορτής, δηλαδή την δημιουργία ωραίων απογόνων. Προπαντός όμως στην Πυθαγόρεια σκέψη βλέπουμε τον γάμο και την τεκνογονία άμεσα συνδεομένους με την αρμονία, ευνομία και ειρηνική διαβίωση, η οποία προσδοκάται για την πόλη και η οποία πρέπει να επαναλαμβάνει την αρμονία του Σύμπαντος Κόσμου. Ο Πυθαγόρειος Όκελλος ο Λευκανός («Περί της του παντός φύσεως»), περιγράφοντας πρώτα την γένεση και αρμονική διάταξη του κόσμου, συνεχίζει περί της γενέσεως των ανθρώπων, με συμβουλές «υγείας» και «σωφροσύνης» για τον γάμο και την τεκνοποιία, ορίζοντας ότι: «πρέπει να γίνεται με σεβασμό των ορθών νόμων», δηλ. με «σύμπραξη της σωφροσύνης και της οσιότητας» και ότι «αυτή είναι η αιτία της βιαιότητας πολλών ανθρώπων, ότι από τους πολλούς επιχειρείται τεκνοποιία με κτηνώδη και αλόγιστο τρόπο». «Δεν αρκεί να πληθαίνουν οι απόγονοι στις οικογένειες και να κατακυριεύουν τη γη, αλλά το σπουδαιότερο, πρέπει να γεννιώνται ωραίοι άνθρωποι (όχι μόνον πολλά αλλά και ωραία παιδιά πρέπει να αποκτά κάθε οίκος). Χάρις σ’ αυτό και οι πόλεις θα είναι ευνομούμενες και τους οίκους τους θα διοικήσουν με σύνεση και τους θεούς θα κάνουν φίλους τους …». 
Ο τρόπος αντιμετώπισης των ατόμων με πάσης φύσεως αναπηρίες στην Αρχαία Ελλάδα, δεν θα μπορούσε να είναι άσχετος από τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις της εποχής. Παρουσιάζουμε λοιπόν τις απόψεις δύο κορυφαίων Ελλήνων Φιλοσόφων: του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ο Πλάτωνας, δύο φορές στην Πολιτεία του, αναφέρεται στο θέμα των δύσμορφων παιδιών. Εξετάζοντας το ζήτημα της ιατρικής και της δικαιοσύνης που πρέπει να εφαρμοστούν στην «ιδανική» του κοινωνία, εκφράζει την άποψη πως αυτές προορίζονται να θεραπεύσουν όσους από τους πολίτες είναι ευφυείς στα σώματα και τις ψυχές. Ενώ όσους δεν είναι υγιείς να πεθαίνουν. Είναι λοιπόν προφανής η διάκριση που κάνει ο φιλόσοφος. Με κριτήριο την ευγονία χωρίζει τους πολίτες σε δύο κατηγορίες: σε ευφυείς και κακοφυείς ανάλογα με την εκ γενετής τους φύση (διάπλαση). Οι κακοφυείς στην ψυχή θα ξεχωρίσουν μέσα από το σύστημα εκπαίδευσης και θα τιμωρηθούν. Οι κακοφυείς στο σώμα θα αφεθούν να πεθάνουν. Το δεύτερο χωρίο είναι περισσότερο κατατοπιστικό και φαίνεται να διευρύνει το ζήτημα. Ο Πλάτωνας αφήνει να εννοηθεί ότι τα νεογέννητα θα πρέπει να να παραδίδονται σε άρχοντες οι οποίοι είναι αρμόδιοι να αποφασίζουν για την τύχη των παιδιών αυτών. Κατά τον Πλάτωνα λοιπόν η εφαρμογή αυτών των μέτρων είναι απαραίτητη, γιατί έτσι απομακρύνεται και αποκλείεται από τη ζωή της πόλης κάθε υποψήφιος πολίτης ο οποίος από τη γέννησή του παρουσιάζει κάποια «ανωμαλία». Ταυτόχρονα, στόχος είναι η προστασία του συνόλου των πολιτών από κάθε εκ γενετής δύσμορφο πολίτη, η ανατροφή του οποίου θα τάραζε την ομαλή λειτουργία της πόλης. Ενώ στο πρώτο χωρίο αναφέρεται στο θάνατο οποιουδήποτε παιδιού παρουσιάζει κάποια σωματική «ανωμαλία», στο δεύτερο χωρίο γίνεται λόγος για την απομάκρυνσή του και τοποθέτησή του σε τόπο κρυφό, ώστε κανένας να μην μπορεί να το βρει και, πιθανόν, να το αναθρέψει. Η καινοτομία όμως του Πλάτωνα στο ζήτημα αυτό δεν έγκειται στο ότι συμφωνεί με την έκθεση των δύσμορφων παιδιών, αλλά στο ότι θεωρητικοποιεί την ευγονία και τη συνδέει με την έκθεση. Εισάγει στη διαδικασία της έκθεσης μια ειδική επιτροπή, έργο της οποίας είναι η «αξιολόγηση» των νεογέννητων, μεταθέτοντας με αυτόν τον τρόπο την απόφαση για την τύχη του νεογέννητου από την οικογένεια στην κοινότητα. Η παρουσία της επιτροπής ουσιαστικά εγγυάται και εξασφαλίζει ταυτόχρονα την πραγματοποίηση ενός διπλού στόχου: αποτρέπεται η έκθεση των υγιών και η πιθανή επιβίωση των δύσμορφων παιδιών. Και ο Αριστοτέλης δεν απομακρύνεται από την ουσία της άποψης περί ευγονίας και ανάγκης έκθεσης των ανάπηρων παιδιών. Ένα από τα μέτρα που πρέπει να λάβει η πολιτεία, για να περιοριστεί ο υπερπληθυσμός, είναι και η απόθεση των παιδιών που γεννιούνται με σωματικά ελαττώματα και αναπηρίες. Αν και για το Σταγειρίτη φιλόσοφο το μέτρο αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο αντιμετώπισης του δημογραφικού προβλήματος και αποσκοπεί στον έλεγχο και τη συγκράτηση της ανεξέλεγκτης αύξησης του πληθυσμού, την οποία θεωρεί ως μια από τις σημαντικές αιτίες που προκαλούν κοινωνικές συγκρούσεις και αναταραχές, η κατηγορηματική του άποψη για την τύχη των δύσμορφων παιδιών δείχνει την πεποίθησή του για το «ανώφελο» της ύπαρξής τους και την αποδοχή του για ευγονία. Επιπλέον, όλα τα απαραίτητα μέτρα που κατά τον Αριστοτέλη χρειάζεται να λαμβάνονται για την τεκνοποίηση, αποσκοπούν σ’ αυτόν ακριβώς τον στόχο, δηλαδή την ευγονία.
Πηγή: http://peoplenews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=291:2012-12-10-12-42-00&catid=8:-a-&Itemid=47
http://schoolpress.sch.gr/istoriomnemones/η-γεννηση-των-παιδιων-στην-αρχαια-αθην/
https://www.pemptousia.gr/2014/09/archea-elliniki-filosofia-ke-evgoni/
https://epistoligr.blogspot.gr/2014/06/blog-post_2125.html
https://chilonas.com/2013/02/13/httpwp-mep1op6y-kf-2/
http://ellaas-omoiwn.blogspot.gr/2015/05/blog-post.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου