Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Η ιστορία του μεσαιωνικού κράτους των Χαζάρων της Ρωσίας, οι σχέσεις με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η σημερινή φυλή των Χαζαρα του Αφγανιστάν

Οι Χάζαροι ή Χαζάροι ήταν ένας ημινομαδικός τουρκικός λαός, που δημιούργησε την ισχυρότερη αυτοκρατορία της Δυτικής στέπας, τη Χαζαρία, από τα τέλη του 7ου μέχρι το 10ο αιώνα μ.Χ.. Πάνω στις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες μεταξύ Βόρειας Ευρώπης και Νοτιοδυτικής Ασία, η Χαζαρία έγινε ένα από τα κύρια κέντρα εμπορίου του μεσαιωνικού κόσμου, κυριαρχώντας στο δυτικό τμήμα του Δρόμου του Μεταξιού και έπαιξε βασικό εμπορικό ρόλο ως σταυροδρόμι μεταξύ Κίνας, Μέσης Ανατολής και Ευρωπαϊκής Ρωσίας. Επί τρεις περίπου αιώνες (650-965) οι Χάζαροι κυριαρχούσαν στην τεράστια έκταση που εκτείνεται από τις στέπες του Βόλγα και του Ντον μέχρι την ανατολική Κριμαία και το βόρειο Καύκασο. Έπαψαν να υπάρχουν γύρω στον 11ο - 12ο αιώνα. Βρίσκονταν συγκεντρωμένοι δυτικά και βόρεια της Κασπίας Θάλασσας, κυρίως στο βόρειο Καύκασο και την ευρασιατική στέπα. Πέραν της τουρανικής καταγωγής τους, η ακριβής προέλευσή τους δεν είναι εξακριβωμένη. Προήλθαν από την ανάμιξη τουρκομογγολικών φύλων με απομεινάρια των Ούννων και τοπικά φύλα Σκυθών, Σαρματων και Αλανων της ΒΔ Κασπίας. Το όνομά τους προέρχεται από την αρχαία τουρκική ρίζα «qaz-» που σημαίνει «περιπλανώμαι». Η Χαζαρία λειτούργησε επί μακρόν ως κράτος-ουδέτερη ζώνη μεταξύ αφ' ενός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αφ' ετέρου τόσο των νομάδων των βόρειων στεπών, όσο και της Αραβικής αυτοκρατορίας του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών, αφού λειτούργησε ως εντολοδόχος του Βυζαντίου κατά της Περσικής Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών μέχρι την ισλαμική κατάκτηση. Η συμμαχία διαλύθηκε γύρω στα 900 μ.Χ., καθώς οι Βυζαντινοί άρχισαν να ενθαρρύνουν τους Αλανούς του Καυκάσου να επιτεθούν στη Χαζαρία και να αδυνατίσουν τις θέσεις της στην Κριμαία και τον Καύκασο, επιδιώκοντας να πετύχουν συμμαχία με την ανερχόμενη δύναμη των Ρως στα βόρεια της Χαζαρίας, που φιλοδοξούσε να τους προσηλυτίσει στο Χριστιανισμό. Μεταξύ 965 και 969 ο ηγεμόνας των Ρως του Κιέβου Σβιάτοσλαβ Α΄ του Κιέβου κατέλαβε την πρωτεύουσα Ατίλ και κατέλυσε το κράτος των Χαζάρων. Στις αρχές του 8ου αιώνα οι Χάζαροι βασιλιάδες και σημαντικό κομμάτι της αριστοκρατίας προσηλυτίστηκαν στον Ιουδαϊσμό, ενώ ο λαός ήταν πολυθρησκευτικός, ένα μωσαϊκό ειδωλολατρών, Μουσουλμάνων, Εβραίων και Χριστιανών, και πολυεθνικός. Μια σύγχρονη θεωρία, ότι ο πυρήνας των Ασκεναζιτών Εβραίων της Βόρειας Ευρώπης προέκυψε από μια υποθετική διασπορά Χαζάρων Εβραίων, αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό από ορισμένους μελετητές και ερευνητές, αλλά υποστηρίζεται από άλλους.
Δύο νέα νομαδικά κράτη γεννήθηκαν στη Δύση, η συνομοσπονδία της Παλιάς Μεγάλης Βουλγαρίας, υπό τον Κουμπράτ, ηγέτη της φυλής Ντουολού, και η υποσυνομοσπονδία Νουσίμπι, που αποτελείτο επίσης από πέντε φυλές. Οι Ντουολού προσέβαλαν τους Αβάρους στην περιοχή Ποταμού Κουμπάν, Θάλασσας του Αζόφ. Το Χαζαρικό Χαγανάτο εδραιώθηκε ακόμα δυτικότερα, υπό μία δυναστεία των Ασίνα. Μετά από μια συντριπτική νίκη επί των φυλών το 657, η Κινέζικη επικυριαρχία επιβλήθηκε στην Ανατολή μετά από μια εκκαθαριστική επιχείρηση το 659, αλλά οι δύο ομοσπονδίες Βουλγάρων και Χαζάρων πολέμησαν για την κυριαρχία στις δυτικές στέπες, και με την επικράτηση των τελευταίων, οι πρώτοι είτε υπέκυψαν στην κυριαρχία των Χαζάρων, είτε, υπό τον Ασπαρούχ, γιο του Κουρμπάτ, μετακινήθηκαν ακόμη δυτικότερα περνώντας το Δούναβη, για να θέσουν τα θεμέλια του πρώτου Βουλγαρικού κράτους στα Βαλκάνια (679). Έτσι το Χαγανάτο των Χαζάρων σχηματίσθηκε από τα ερείπια της νομαδικής αυτοκρατορίας, που διαλύθηκε υπό την πίεση των στρατιών της δυναστείας Τανγκ στα ανατολικά, κάπου μεταξύ 630 - 650. Μετά την κατάκτηση της περιοχής του Κάτω Βόλγα στην Ανατολή και μιας έκτασης προς τα δυτικά μεταξύ Δούναβη και Δνείπερου και την υποταγή των Ονογούρων - Πρωτοβουλγάρων, στα 670, εμφανίζεται ένα σωστά οργανωμένο Χαζαρικό Χαγανάτο, γινόμενο το δυτικότερο διάδοχο κρατος του Χαγανάτου των Γκεκτούρκων, μετά τη διάλυσή του. Η γλώσσα της ομοσπονδίας Ονογούρων - Πρωτοβουλγάρων έμελλε να γίνει η lingua franca της Χαζαρίας, καθώς αυτή εξελίχθηκε σε αυτό που ο Λεβ Γκουμίλεφ ονόμασε μία ΄Ατλαντίδα της στέπας΄. Το υψηλό κύρος που αυτή η αυτοκρατορία απέκτησε στο βορρά πιστοποιείται από τη ΄Φαρσνάμα΄ (1100) του Ιμπν Αλ Μπαλίς, που αναφέρει ότι ο Σάχης των Σασσανιδών Χοσρόης Α΄ Ανουσιρβάν θεωρούσε τρεις θρόνους σε ίση μοίρα με το δικό του, της Κίνας, του Βυζαντίου, και των Χαζάρων. Ο μύθος θέτοντας το Χαζάρο χαγάνο σε θρόνο ίσου κύρους με τους βασιλιάδες των άλλων δύο υπερδυνάμεων, μαρτυρεί τη φήμη που είχαν αποκτήσει οι Χάζαροι από την αρχαία εποχή. Η Χαζαρία ανέπτυξε δύο αξιοσημείωτους θεσμούς : τη δυαδική βασιλεία, χαρακτηριστικό Τουρκικό νομαδικό θεσμό, αποτελούμενη από ένα 'σαντ/μπακ΄ και ένα ΄χαγάνο΄ και ένα ιερό Χαγανάτο. Σε Αραβικές πηγές ο κατώτερος βασιλιάς ονομαζόταν ΄ίσα΄ και ο ανώτερος ΄Χάζαρ χαγάν΄, με τον πρώτο να διαχειρίζεται τόσο τις κρατικές και κοινωνικές υποθέσεις, όσο και τη διοίκηση του στρατού, ενώ ο ρόλος του ανώτερου βασιλιά ήταν τιμητικός, μην επιβάλλοντας υπακοή. Επιλεγόταν από το Χαζαρικό οίκο των ευγενών σε μια ιεροτελεστία στραγγαλισμού, όπου ο υποψήφιος σχεδόν στραγγαλίζεται μέχρι να δηλώσει τον αριθμό των ετών, που επιθυμούσε να βασιλεύσει, μετά την παρέλευση των οποίων εκτελείτο. Ο αντιβασιλέας μπορούσε να παρουσιαστεί στον απομονωμένο ανώτερο βασιλιά μόνο με εξαιρετικό τελετουργικό, πλησιάζοντας με γυμνά πόδια, γονατίζοντας στη σκόνη και κατόπιν ανάβοντας ένα κομμάτι ξύλου σαν καθαρτήριο πυρ και περιμένοντας ταπεινά και ήρεμα να προσκληθεί. Τα κυβερνώντα στρώματα, όπως εκείνα των Τσιγκισιδών που ανήκαν στη Χρυσή Ορδή, ήταν μια σχετικά μικρή ομάδα που διέφερε εθνοτικά και γλωσσικά από τους υποτελείς της λαούς. Ηταν οι Αλανοί και Ογουρικές Τουρκικές φυλές, που πλειοψηφούσαν μέσα στη Χαζαρία. Οι Χάζαροι Χαγάνοι, ενώ έπαιρναν συζύγους και παλλακίδες από τους υποτελείς λαούς, προστατεύονταν από ένα σώμα φρουρών από τη Χορασμία, ονόματι Ουρσίγια. Αλλά σε αντίθεση με πολλά άλλα γειτονικά κράτη προσλάμβαναν στρατιώτες (μισθοφόρους). Οι Χαζαρικές στρατιές υπό το Χαγάνο Μπεκ διοικούνταν από υφισταμένους του αξιωματικούς, γνωστούς ως ΄ταρκάν΄. Όταν ο μπεκ απέστελλε ένα εκστρατευτικό σώμα, δεν έπρεπε να υποχωρήσουν υπό οιεσδήποτε συνθήκες. Αν είχαν ηττηθεί, όποιος επέστρεφε εκτελείτο. 25 ως 28 διαφορετικές εθνικές ομάδες αποτελούσαν τον πληθυσμό του Χαζαρικού Χαγανάτου, πέραν από την εθνική ελίτ. Η κυβερνώσα ελίτ συνίστατο από εννέα φυλές, και οι ίδιες εθνικά ετερογενείς, απλωμένες ίσως σε εννέα επαρχίες ή πριγκιπάτα, που καθένα τους αντιστοιχούσε σε μια φυλή. Με όρους κάστας ή τάξης υπήρχε μια διάκριση, φυλετική ή κοινωνική, ανάμεσα στους ΄Λευκούς Χαζάρους΄ (ακ-Χαζάρ) και ΄Μαύρους Χαζάρους΄ (καρά-Χαζάρ). Οι Χάζαροι περιγράφονται από τις πρώτες Αραβικές πηγές ότι είχαν λευκή επιδερμίδα, μπλε μάτια και κοκκινωπά μαλλιά.
Η εισαγωγή και εξαγωγή ξένων εμπορευμάτων και τα εισοδήματα που προέρχονταν από τη φορολόγηση της διέλευσής τους ήταν βασικό γνώρισμα της οικονομίας των Χαζάρων, παρήγαν επίσης προϊόντα από κύστεις ψαριών. Ξεχωρίζοντας ανάμεσα στα νομαδικά κράτη της στέπας, το Χαζαρικό Χαγανάτο ανέπτυξε μια αυτάρκη εγχώρια οικονομία, συνδυασμό παραδοσιακής κτηνοτροφίας, που επέτρεπε την εξαγωγή προβάτων και βοοειδών, εκτεταμένης γεωργίας, άφθονης χρήσης των αλιευτικών αποθεμάτων του Βόλγα, μαζί με βιοτεχνία, με διαφοροποίηση σε επικερδείς αποδόσεις από τη φορολόγηση του διεθνούς εμπορίου, δεδομένου του καίριου ελέγχου τους των κύριων εμπορικών δρόμων. Οι Χάζαροι αποτελούσαν τον ένα από τους δύο βασικούς προμηθευτές σκλάβων στη Μουσουλμανική αγοράς, εφοδιάζοντάς τη με αιχμαλωτισμένους Σλάβους και ιθαγενείς της Βόρειας Ευρασίας. Τα κέρδη από αυτό τους έδιναν τη δυνατότητα να διατηρούν μόνιμο στρατό Μουσουλμάνων στρατιωτών από τη Χορεσμία. Ο προσηλυτισμός φυλών της στέπας ή της περιφέρειάς της σε μια παγκόσμια θρησκεία είναι φαινόμενο αρκετά βεβαιωμένο και ο προσηλυτισμός των Χαζάρων στον Ιουδαϊσμό, αν και ασυνήθης, δεν ήταν μοναδικός. Στα νότια των Χαζάρων τόσο το Ισλάμ όσο και ο Βυζαντινός Χριστιανισμός προσηλύτιζαν μεγάλες δυνάμεις. Εβραίοι τόσο από τον Ισλαμικό κόσμο όσο και από το Βυζάντιο είχαν μεταναστεύσει στη Χαζαρία σε περιόδους διωγμών επί Ηράκλειου, Ιουστινιανού Β´ , Λέοντος Γ΄ και Ρωμανού Λεκαπηνού. Κάποια στιγμή μεταξύ 740 και 920 οι Χάζαροι βασιλιάδες και ευγενείς φαίνεται να είχαν προσηλυτιστεί στον Ιουδαϊσμό, ίσως εν μέρει, υποστηρίζεται, για να αποκρούσει τις ανταγωνιστικές πιέσεις από Άραβες και Βυζαντινούς να δεχθούν ή το Ισλάμ ή την Ορθοδοξία. Ο Αχμάντ ιμπν Φαλντάν (Άραβας περιηγητής) βασιζόμενος στην αποστολή του εκ μέρους του Χαλίφη της Βαγδάτης στους Πρωτοβούλγαρους του Βόλγα ανέφερε επίσης ότι ΄΄ο πυρήνας του κράτους, οι Χάζαροι, ήταν ΄΄εξεβράϊσμένοι΄΄, όπως υπογραμμίζεται από τον Εβραίο μελετητή Γιακούμπ Κιρκισανί γύρω στα 937. Ο προσηλυτισμός φαίνεται να είχε συμβεί σε ένα περιβάλλον προστριβών, που απέρρεαν από την εντατικοποίηση της Βυζαντινής ιεραποστολικής δραστηριότητας από την Κριμαία μέχρι τον Καύκασο και τις Αραβικές προσπάθειες να αποσπάσουν τον έλεγχο του δεύτερου τον 8ο αιώνα, και μια επανάσταση των Κάβαρων που καταπνίγηκε, γύρω στα μέσα του 9ου αιώνα εν μέρει επηρεάσθηκε από την άρνησή τους να δεχθούν τον Ιουδαϊσμό. Ο προσηλυτισμός ως μια αργή διαδικασία τριών σταδίων, που συμφωνεί με το μοντέλο του Ρίτσαρντ Ητον της συγκριτικής ΄΄ένταξης΄΄, της σταδιακής ΄΄αναγνώρισης΄΄ και τελικά της ΄΄εκτόπισης΄΄ της παλιότερης παράδοσης.
Η Βυζαντινή διπλωματική πολιτική προς τους λαούς της στέπας συνίστατο γενικά στην ενθάρρυνσή τους να πολεμούν μεταξύ τους. Μία συντονισμένη Βυζαντινοτουρκική επιχείρηση παραβίασε τις πύλες της Κασπίας και λεηλάτησε το Ντερμπέντ (στο Νταγκεστάν) το 627. Κατόπιν πολιόρκησαν μαζί την Τιφλίδα, όπου οι Βυζαντινοί χρησιμοποίησαν ελκόμενους καταπέλτες για να παραβιάσουν τα τείχη, από τους πρώτους που χρησιμοποιήθηκαν από τους Βυζαντινούς. Μετά την εκστρατεία αναφέρεται ότι ο Τονγκ Γιαγκμπού, με κάποια ίσως υπερβολή, άφησε πίσω του 40.000 στρατό με τον Ηράκλειο. Αν και κατά καιρούς ταυτίζονται με τους Χαζάρους, η ταύτιση με τους Γκεκτούρκους είναι πιθανότερη, αφού οι Χάζαροι απλώς προήλθαν από αυτή την ομάδα, μετά τον κατακερματισμό της μετά το 630. Η Περσία των Σασσανιδών δεν συνήλθε ποτέ από την καταστροφική ήττα από αυτή την εισβολή.
Από τη στιγμή που εμφανίσθηκαν οι Χάζαροι, οι Βυζαντινοί άρχισαν να σχηματίζουν με αυτούς συμμαχίες, δυναστικές και στρατιωτικές. Το 695 ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας του Ηράκλειου, Ιουστινιανός Β΄, ο Ρινότμητος, αφού ακρωτηριάσθηκε και εκθρονίστηκε, εξορίσθηκε στη Χερσώνα της Κριμαίας, όπου διοικούσε ένας Χάζαρος κυβερνήτης. Διέφυγε στο Χαζαρικό έδαφος το 704 ή 705 και του δόθηκε άσυλο από το χαγάνο που του έδωσε την αδελφή του σε γάμο, αποδεχόμενος πρόταση του Ιουστινιανού. Η Χαζάρα σύζυγος άλλαξε το όνομά της σε Θεοδώρα. Ο Βυζαντινός σφετεριστής Τιβέριος Γ΄ δωροδόκησε για να σκοτώσει τον Ιουστινιανό. Προειδοποιημένος από την Θεοδώρα ο Ιουστινιανός διέφυγε. Κατέφυγε στη Βουλγαρία της οποίας ο φύλαρχος Τέρβελ τον βοήθησε να ανακτήσει το θρόνο. Μετά την παλινόρθωσή του, έστειλε να φέρουν τη Θεοδώρα. Εκείνη στέφθηκε Αυγούστα. Μετά από δεκαετίες ο Λέων Γ΄ (βασίλεψε 717-741) έκανε μια παρόμοια συμμαχία για να συντονίσουν τη στρατηγική τους εναντίον ενός κοινού εχθρού, των Αράβων. Εστειλε πρεσβεία στο Χάζαρο χαγάνο Μπιχάρ και πάντρεψε το γιο του, το μέλλοντα Κωνσταντίνο Ε΄ (βασίλεψε 741-775), με την κόρη του Μπιχάρ, πριγκίπισσα που αναφέρεται ως Τζιτζάκ, το 732. Αφού προσηλυτίσθηκε στο Χριστιανισμό πήρε το όνομα Ειρήνη. Ο Κωνσταντίνος και η Ειρήνη είχαν ένα γιο, το μέλλοντα Λέοντα Δ΄ (775-780) , που στη συνέχεια έφερε το προσωνύμιο "ο Χάζαρος". Ο Λέων πέθανε υπό μυστηριώδεις συνθήκες μετά τη γέννηση, από την Αθηναία σύζυγό του, του γιου του, Κωνσταντίνου ΣΤ΄ , που το μεγαλύτερο διάστημα συμβασίλεψε με τη χήρα μητέρα του. Αποδείχθηκε αντιδημοφιλής και ο θάνατός του τερμάτισε το δυναστικό δεσμό των Χαζάρων με το Βυζαντινό θρόνο. Ήδη τον 8 ο αιώνα οι Χάζαροι κυριαρχούσαν στην Κριμαία (650-950) και ακόμη επεξέτειναν την επιρροή τους στη Βυζαντινή χερσόνησο της Χερσώνας, μέχρι που αποσπάστηκε ξανά το 10ο αιώνα. Οι Χάζαροι και οι Φαργάνοι μισθοφόροι αποτελούσαν τμήμα της αυτοκρατορικής Βυζαντινής ΄Εταιρείας σωματοφυλακής, μετά τη δημιουργία της το 840, θέση που μπορούσε να αγοραστεί με 3 κιλά χρυσού.
Κατά τον 7ο και 8ο αιώνα οι Χάζαροι διεξήγαγαν μια σειρά πολέμων κατά του
Χαλιφάτου των Ομεϋαδών και του διαδόχου του των Αββασιδών. Ο πρώτος Αραβοχαζαρικός πόλεμος άρχισε κατά την πρώτη φάση της Μουσουλμανικής επέκτασης. Το 640 οι Μουσουλμανικές δυνάμεις είχαν φτάσει στην Αρμενία και το 642 εξαπέλυσαν την πρώτη τους επιδρομή στον Καύκασο υπό τον Αμπντ αρ-Ραχμάν ιμπν Ραμπιάχ. Το 652 οι αραβικές δυνάμεις προχώρησαν μέχρι τη Χαζαρική πρωτεύουσα Μπαλανιάρ, αλλά ηττήθηκαν και υπέστησαν βαριές απώλειες. Ο Δεύτερος Αραβοχαζαρικός Πόλεμος άρχισε με μια σειρά επιδρομών στον Καύκασο στις αρχές του 8ου αιώνα. Η σύγκρουση κλιμακώθηκε το 722 με την εισβολή 30.000 Χαζάρων στην Αρμενία, που κατήγαγαν συντριπτική νίκη. Ο χαλίφης Γιαζίντ Β΄ απάντησε στέλνοντας στα βόρεια στρατό 25.000 Αράβων, απωθώντας τους Χαζάρους στον Καύκασο, ανακαταλαμβάνοντας το Ντερμπέντ πύλη Καυκάσου και προελαύνοντας στο Μπαλανιάρ. Οι Άραβες διέσπασαν την άμυνα των Χαζάρων και κατέλαβαν την πόλη, οι περισσότεροι κάτοικοί της σκοτώθηκαν ή έγιναν σκλάβοι και λίγοι μόνο κατάφεραν να διαφύγουν προς τα βόρεια. Παρά την επιτυχία τους οι Άραβες δεν είχαν ακόμη νικήσει το Χαζαρικό στρατό και αποσύρθηκαν νότια του Καυκάσου. Ο πόλεμος μεταξύ Αράβων και χαζάρων σταμάτησε για πάνω από δύο δεκαετίες, μετά το 737. Οι Αραβικές επιδρομές συνεχίστηκαν μέχρι το 741 αλλά ο έλεγχός τους της περιοχής ήταν περιορισμένος γιατί η διατήρηση μιας μεγάλης φρουράς στο Ντερμπέντ εξαντλούσε περισσότερο τον ήδη ταλαιπωρημένο στρατό. Γρήγορα ξέσπασε ένας τρίτος Μουσουλμανικός εμφύλιος πόλεμος, που κατέληξε στην Επανάσταση των Αββασιδών και την πτώση της δυναστείας των Ομεϋαδών το 750. Το 758 ο Αββασίδης Χαλίφης αλ-Μανσούρ προσπάθησε να ενισχύσει τις διπλωματικές σχέσεις με τους Χαζάρους, επιβάλλοντας στο Γιαζίντ ιμπν Ουσαίντ αλ-Σουλάμι, έναν από τους στρατηγούς του και στρατιωτικό διοικητή της Αρμενίας να πάρει νύφη από το βασιλικό οίκο των Χαζάρων. Ο Γιαζίντ παντρεύτηκε μια κόρη του Χαζάρου Χαγάνου Μπαγκατούρ, αλλά πέθανε αναπάντεχα. Οι ακόλουθοί της επέστρεψαν στην πατρίδα, πεπεισμένοι ότι κάποια Αραβική φατρία την είχε δηλητηριάσει και ο πατέρας της εξοργίστηκε. Ο Χάζαρος στρατηγός Ρας Ταρκάν εισέβαλε νότια του Καυκάσου το 762-764, καταστρέφοντας την Αλβανία, την Αρμενία και την Ιβηρία και καταλαμβάνοντας την Τυφλίδα. Στη συνέχεια οι σχέσεις μεταξύ των Χαζάρων και των Αββασιδών έγιναν όλο και πιο εγκάρδιες, καθώς η εξωτερική πολιτική των τελευταίων ήταν λιγότερο επεκτατική από εκείνη των Ομεϋαδών και διερράγησαν μόνο από μια σειρά επιδρομών το 799, λόγω πάλι μιας αποτυχημένης συμμαχίας διά γάμου.
Από τον 9ο αιώνα ομάδες Βαράγγων Ρως, αναπτύσσοντας ένα ισχυρό πολεμικό-εμπορικό σύστημα, άρχισαν να κατεβαίνουν προς τα νότια στους υδάτινους δρόμους που ελέγχονταν από τους Χαζάρους και το προτεκτοράτο τους, την Βουλγαρία του Βόλγα, εν μέρει σε αναζήτηση του Αραβικού ασημιού που εισέρρεε προς βορράν από τις εμπορικές ζώνες των Χαζάρων και των Βουλγάρων του Βόλγα και εν μέρει για να εμπορευθούν γούνες και προϊόντα από σίδερο. Τα βόρεια εμπορικά πλοία που περνούσαν από το Ατίλ φορολογούνταν με τη δεκάτη, καθώς βρίσκονταν στη Βυζαντινή Χερσώνα. Η παρουσία τους πιθανόν να οδήγησε στη δημιουργία ενός κράτους των Ρως, πείθοντας τους Σλάβους, τους Μεριανούς και τους Τσύντους για να προστατεύσουν τα κοινά τους συμφέροντα έναντι της ληστρικής φορολογίας των Χαζάρων. Συχνά οι συμμαχίες άλλαζαν. Το Βυζάντιο, όταν απειλείτο από τους Βάραγγες Ρως επιδρομείς, βοηθούσε τη Χαζαρία και κατά καιρούς η Χαζαρία επέτρεπε στους βόρειους να περνούν από τα εδάφη της με αντάλλαγμα μερίδα από τα λάφυρα. Από τις αρχές του 10ου αιώνα οι Χάζαροι βρέθηκαν να πολεμούν σε πολλά μέτωπα, καθώς οι νομαδικές επιδρομές εντάθηκαν από εξεγέρσεις πρώην υποτακτικών και εισβολές από πρώην συμμάχους. Η Χαζαρική ειρήνη εγκλωβίστηκε μεταξύ των Πετσενέγων της στέπας και της ενδυνάμωσης μιας αναδυόμενης δύναμης των Ρως στο βορρά, που υπονόμευαν την παραποτάμια αυτοκρατορία της Χαζαρίας. Οι Χάζαροι είχαν αρχικά επιτρέψει στους Ρως να χρησιμοποιούν τον εμπορικό δρομο του Βόλγα και να κάνουν επιδρομές προς τα νότια. Σύμφωνα με τον αλ-Μασούντι ο χαγάνος λέγεται ότι έδωσε τη συγκατάθεσή του υπό την προϋπόθεση οι Ρως να του δώσουν τα μισά λάφυρα. Το 913 όμως, δύο χρόνια αφού το Βυζάντιο είχε συνάψει συνθήκη ειρήνης με τους Ρως (911), μια επιδρομή των Βαράγγων, με την ανοχή των Χαζάρων, σε Αραβικά εδάφη, οδήγησε σε αίτημα προς το Χαζαρικό θρόνο της Χορεσμιακής Ισλαμικής φρουράς να προβεί σε αντίποινα κατά του κύριου όγκου των Ρως κατά την επιστροφή τους. Σκοπός ήταν να εκδικηθούν τις βιαιότητες που η λεηλασία των Ρως είχε επιφέρει στους ομοθρήσκους τους Μουσουλμάνους. Η δύναμη των Ρως καταδιώχθηκε και εσφάγη. Οι Χάζαροι ηγέτες απέκλεισαν για τους Ρώσους το πέρασμα κατάντι του Βόλγα, πυροδοτώντας πόλεμο. Οι πολέμαρχοι των Ρως ξεκίνησαν αρκετούς πολέμους κατά του Χαζαρικού Χαγανάτου και επέδραμαν μέχρι την Κασπία Θάλασσα. Η Χαζαρική συμμαχία με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία άρχισε να καταρρέει στις αρχές του 10ου αιώνα. Βυζαντινές και Χαζαρικές δυνάμεις ενδέχεται να συγκρούστηκαν στην Κριμαία. Οι Βυζαντινοί την ίδια περίοδο άρχισαν να επιδιώκουν συμμαχίες με τους Πετσενέγκους και τους Ρως, με διάφορους βαθμούς επιτυχίας. Ο Σβιατοσλάβ Α΄ κατόρθωσε τελικά να καταστρέψει την αυτοκρατορική εξουσία των Χαζάρων τη δεκαετία του 960 με μια κυκλωτική κίνηση, που κύρίευσε τα Χαζαρικά φρούρια Σαρκέλ και Ταματάρκα, έφτασε μέχρι τους Καυκασιανούς Τσερκέζους/Κιρκάσιους και κατόπιν πίσω στο Κίεβο. Το Σακέλ έπεσε το 965 με την πρωτεύουσα Ατίλ να ακολουθεί το 968 ή 969. Παρ' όλα αυτά η Χαζαρία άφησε τα σημάδια της στα ανερχόμενα κράτη και σε μερικές από τις παραδόσεις και τους θεσμούς της. Πολύ παλιότερα η Τζιτζάκ, η Χαζάρα σύζυγος του Λέοντος Γ΄, εισήγαγε στη Βυζαντινή αυλή τη συνήθεια της ιππασίας των νομαδικών Χαζάρων και το χαρακτηριστικό καφτάνι, το τζιτζάκιον, που υιοθετήθηκε ως επίσημο στοιχείο της αυτοκρατορικής ενδυμασίας. Το κανονικό ιεραρχικό σύστημα διαδοχής των ΄κλιμάκων΄ στο Μεγάλο Πριγκιπάτο του Κιέβου είχε πρότυπό του αναμφισβήτητα Χαζαρικούς θεσμούς, μέσω του παραδείγματος του Χαγανάτου των Ρώς. Το Χαζαρικό κράτος ήταν το μόνο Εβραϊκό κράτος που δημιουργήθηκε μεταξύ της Καταστροφής της Ιερουσαλήμ (67-70 μ.Χ.) και της ίδρυσης του Ισραήλ (1948) και το παράδειγμά του διέγειρε μεσσιανικές προσδοκίες. Χαζαρικές κοινότητες διατηρούντο εδω κι εκεί. Πολλοί Χάζαροι μισθοφόροι υπηρετούσαν στους στρατούς του Ισλαμικού Χαλιφάτου και άλλων κρατών. Εγγραφα από τη μεσαιωνική Κωνσταντινούπολη κάνουν λόγο για μια Χαζάρικη κοινότητα αναμειγμένη με τους Εβραίους του προαστίου του Πέρα και Χάζαροι έμποροι δραστηριοποιούνταν τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στην Αλεξάνδρεια το 12ο αιώνα. Μια δημοφιλής, αλλά με ακαδημαϊκούς όρους μειοψηφική, θέση υποστηρίζει ότι ο Χαζάρικος Εβραϊκός πληθυσμός μετακινήθηκε σε μια βόρεια διασπορά και είχε σημαντική επίπτωση στη δημιουργία των Ασκεναζιτών Εβραίων. Με αυτή τη θέση συνδέεται η άποψη ότι η γραμματική των Γίντις περιέχει Χαζαρικό υπόστρωμα.
Οι σιίτες Χαζάρα είναι φυλή του Αφγανιστάν (επί του πληθυσμού είναι 10%) και είναι κόκκινο πανί για τους σουνίτες Ταλιμπάν. Έτσι, πολλοί από αυτούς παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς, καθώς, όπως αναφέρουν, στον τόπο τους βρίσκονται σε μόνιμο κίνδυνο. Στην συντριπτική τους πλειονότητα οι Αφγανοί πρόσφυγες δηλώνουν πως θέλουν να φύγουν από την Ελλάδα, είτε με προορισμό συγκεκριμένη χώρα, είτε για οποιαδήποτε άλλη. «Το χαρτί του ασύλου θα μας δώσει την ευκαιρία να φύγουμε για άλλες χώρες, αφού στην Ελλάδα είναι αδύνατο να ζήσουμε, η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για μας, η οικονομική κατάσταση δεν είναι καλή για να βρούμε δουλειά και επιπλέον μας κυνηγούν», λένε. Ως και 2 εκατ. Χαζάρα ζουν στο Ιράν, οι περισσότεροι ως παράνομοι μετανάστες. Από αυτή τη «δεξαμενή», οι ιρανοί Φρουροί της Επανάστασης έχουν στρατολογήσει χιλιάδες για να τους στείλουν στη Συρία τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Τους υποσχέθηκαν μηνιαίο μισθό 700 δολαρίων. Τους έστειλαν σε μια στρατιωτική βάση κοντά στην Τεχεράνη για να εκπαιδευτούν στα Καλάσνικοφ. Ντυμένους με πολιτικά, τους πήγαν στη Δαμασκό με εμπορική πτήση. «Συνταξιδεύαμε με οικογένειες. Κανείς δεν έπρεπε να δει ότι ήμασταν στρατιώτες» είπε. Στη Δαμασκό, τους υποδέχθηκαν δύο ιρανοί αξιωματικοί. Δύο διοικητές των ανταρτών, που πολέμησαν στην ίδια μάχη με τον Μουράντ αλλά από την αντίπαλη πλευρά, λένε ότι οι Αφγανοί είναι σαν μηχανές. «Είναι ανυποχώρητοι, τρέχουν πιο γρήγορα από εμάς και συνεχίζουν να πυροβολούν ακόμη και περικυκλωμένοι. Αλλά μόλις χάσουν επαφή με τον ασύρματο με τον διοικητή τους, πανικοβάλλονται» . Ο Αμπού Χασαναΐν, ένας από τους δύο διοικητές των ανταρτών που πολέμησαν εκείνη τη νύχτα, λέει: «Δεν είχε κανένα νόημα για τους Αφγανούς να συνεχίζουν να πολεμούν. Αλλά δεν παραδίδονταν. Γι'αυτό ανατινάξαμε όλο το κτίριο». Μόνο ο Μουράντ και άλλος ένας επέζησαν. Οι Χαζάρα έχουν μογγολικά χαρακτηριστικά. Κατοικούν στο κεντρικό Αφγανισταν. Μιλάνε περσική γλώσσα και είναι μουσουλμάνοι σιίτες. Κατάγονται από μεσαιωνικές φρουρές Μογγολων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή και αναμείχθηκαν με μεσογειακές γυναίκες της περιοχής.
Πηγή: http://www.tovima.gr/world/article/?aid=704086

http://www.protothema.gr/greece/article/91109/perimenoyn-politiko-asylo-gia-na-fygoyn-apo-thn-ellada-/

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Χάζαροι







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου