Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Η ιστορία της Κύπρου κατα την Ρωμαϊκή Εποχή και την Βυζαντινή περίοδο

Το 58 π.Χ το νησί της Κύπρου περιέρχεται στην κατοχή των Ρωμαίων μετά από μια ασήμαντη αφορμή: ο υπασπιστής του Καίσαρα αιχμαλωτίζεται από πειρατές αλλά ο Πτολεμαίος αρνείται να καταβάλει λύτρα. Η πραγματική αιτία όμως είναι η κατάληψη του νησιού και η αξιοποίηση του εύφορου εδάφους και πλούσιου υπεδάφους του νησιού. Προσαρτημένη αρχικά στην επαρχία της Κιλικίας λόγω των εμφυλίων πολέμων θα επανέλθει στο πτολεμαϊκό κράτος (47 π.Χ). Το 43 π.Χ πέρασε στα χέρια των Ρωμαίων και το 36 και 34 παραχωρήθηκε σε Πτολεμαίους για να περάσει οριστικά στη Ρώμη το 30 π.Χ. To 27 π.Χ η Κύπρος αποσυνδέθηκε από την Κιλικία και αποτέλεσε ανεξάρτητη αυτοκρατορική επαρχία, αλλά το 22 π.Χ. αποτέλεσε δημόσια (συγκλητική) επαρχία. Επί Διοκλητιανού έγινε επαρχία της διοικήσεως της Ανατολής. Φορολογικές καταχρήσεις σε βάρος του πληθυσμού συνέβησαν από τους Ρωμαίους διοικητές ενώ οι κάτοικοί της εξαναγκάσθηκαν σε υποχρεωτικό δανεισμό (53-51 π.Χ). Στους αυτοκρατορικούς χρόνους δεν παρατηρούνται σημαντικές κρίσεις, όμως στα 116/117 μ.Χ. ξεσηκώνονται οι Ιουδαίοι της Κύπρου και εξοντώνουν τον ελληνορωμαϊκό πληθυσμό της Σαλαμίνας. Το 269 μ. Χ. επιτίθενται οι Γότθοι στο νησί. Φυσικές καταστροφές και σεισμοί που σημειώθηκαν στο νησί στα 18, 17, 15, π.Χ και στα 76/77 μ.Χ. αλλά και ανομβρία και λιμός στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. Υπήρχαν τέσσερις δικαστικές διοικήσεις στο νησί. Η μόνη ιδιοκτησία των Ρωμαίων ήταν τα μεταλλεία του νησιού. Σημαντικός σταθμός της περιόδου είναι και η διάδοση του Χριστιανισμού: ο Απόστολος Παύλος με τον Σαλαμίνιο Βαρνάβα, τον ιδρυτή της αυτοκέφαλης εκκλησίας της Κύπρου, περιέρχονται τις Κυπριακές πόλεις και κηρύττουν τη νέα θρησκεία. Στην Πάφο ασπάζεται τη νέα πίστη ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος, παρά την αντίδραση του εβραίου μάγου Ελίμα. Ο πληθυσμός του νησιού στη Ρωμαϊκή περίοδο ήταν αρκετά μεγαλύτερος από οποιαδήποτε προηγούμενη ή και μεταγενέστερη περίοδο. Το Φοινικικό στοιχείο υποχώρησε και λόγω του εξελληνισμού του. Το Ιουδαϊκό στοιχείο ενισχύει την παρουσία του μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων και οι σχέσεις του με τους γηγενείς Έλληνες δεν ήταν πάντα αρμονικές. Οι Ρωμαίοι είναι ολιγαριθμώτεροι όλων. Η Κύπρος ήταν και τότε διαμετακομιστικός σταθμός για την άσκηση του εμπορίου. Το κοινό των Κυπρίων θεσμός που πρωτοσυστάθηκε στα χρόνια των Πτολεμαίων εξακολουθεί να υφίσταται με έδρα του την Πάφο με περιορισμένη όμως την πολιτική δραστηριότητά του. Η Κύπρος υπό την Ρωμαϊκή κατοχή διατήρησε τους πολιτειακούς θεσμούς της με μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας σε σχέση με την προηγούμενη Πτολεμαϊκή περίοδο την πιο συγκεντρωτική. Στις αρχές του 4ου αι. η Κύπρος ευημερεί αλλά οι σεισμοί του 332 μ.Χ. και του 342 μ.Χ. ισοπεδώνουν μεγάλα αστικά κέντρα (Σαλαμίνα,Πάφος) και κατ'εξοχήν νήσος γεωργική λόγω της παρατεταμένης ανομβρίας επλήγη από λιμό. Ο Κωνστάντιος ανοικοδομεί την Σαλαμίνα όχι όμως και την Πάφο μέχρι τότε πρωτεύουσα του νησιού επειδή η δεύτερη ήταν πόλη ειδωλολατρική. Στο β' μισό του 4ου αι. η Κύπρος ξαναβρίσκει την ευημερία της όπως φαίνεται από την ανέγερση μεγαλόπρεπων βασιλικών (Πάφος, Κούριο, Σαλαμίνα, Σόλους), αλλά και από τα πλήρη δραστηριότητας ναυπηγεία του νησιού. Το πέρασμα της Αγίας Ελένης από το νησί τόνωσε τον Χριστιανισμό στο νησί αλλά και τον πληθυσμό του: Η Σαλαμίς-Κωνσταντία έγινε η νέα πρωτεύουσα του νησιού και έδρα του αρχιεπισκόπου. Η μετάβαση από την ειδωλολατρεία στον Χριστιανισμό είναι ομαλή και παρουσιάζεται οργανωμένος τον 4ο αι.: αντιπροσωπεύεται η τοπική Εκκλησία στην Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας, και στη Σύνοδο της Σερδικής. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος έστειλε κυβερνήτη του νησιού τον Καλόκαιρο για να βοηθήσει στην ανοικοδόμηση του νησιού μετά τον σεισμό του 332, εκείνος στασίασε και αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητος κυβερνήτης της Κύπρου αλλά η εξέγερσή του κατεστάλη. Κατά την αναδιοργάνωση των επαρχιών από τον Ιουστιανό το 535 η Κύπρος αποσπάται από τη δικαιοδοσία του κόμητος της Ανατολής και περιήλθε με άλλες επαρχίες στη διοικητική αρμοδιότητα του quaestoris iustiniani exercitus, που είχε έδρα την Οδησσό. Η Κύπρος απέκτησε εκκλησιαστική αυτοκεφαλία, όταν η Γ Οικουμενική Σύνοδος απέρριψε την αξίωση του Πατριαρχείου Αντιοχείας να υποτάξει την Εκκλησία της Κύπρου και δικαστικά υπήχθη απευθείας στην Βυζαντινή πρωτεύουσα. Πλήρωνε στρατιωτικούς φόρους ίσους με άλλες μεγάλες περιοχές της αυτοκρατορίας κάτι που μαρτυρεί την οικονομική ακμή του νησιού. Τον 7ο αι.σημειώνονται Αραβικές επιδρομές, με πρώτη εκείνη του 649 μ.Χ., οπότε λεηλατήθηκε η πρωτεύουσα του νησιού αλλά οι Άραβες αποσύρθηκαν μετά την άφιξη των Βυζαντινών. Ακολούθησε εκείνη του 654 με εγκατάσταση 12.000 ανδρών στο νησί. Η πολύ περιορισμένη εγκατάσταση Αράβων εποίκων δεν μετέβαλε τον εθνολογικό χαρακτήρα του νησιού. Το 659 αποσύρονται για να επανέλθουν το 670-680. Το 688 συνθήκη ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Άραβες μεταβάλει το νησί σε αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη και οι δύο πλευρές μοιράζονται τα έσοδα του νησιού. Τρία χρόνια μετά ο Ιουστινιανός Β' αιχμαλώτισε τους Άραβες του νησιού. Έτσι το νησί δεχόταν περιοδικά επιδρομές από τους Άραβες κάθε φορά που υπήρχε η υποψία της παραβίασης της ουδετερότητας των Κυπρίων απέναντι σε Βυζαντινούς και Άραβες, όπως το 743 μ.Χ. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος Α΄ ο Μακεδονας έκανε την Κύπρο Θέμα. Η προθυμία των Κυπρίων να δεχθούν τη βυζαντινή κυριαρχία εξαρτιόταν στην περίοδο 726 -843 περισσότερο από τη στάση των εκάστοτε αυτοκρατόρων απέναντι στις εικόνες αν κρίνουμε τη αδιάπτωτη εικονολατρία τους. Το 911 πραγματοποιείται νέα Αραβική επιδρομή. Οι εκάστοτε βυζαντινοί αυτοκράτορες της περιόδου αυτής επιχειρούν να μειώσουν την εξουσία του αρχιεπισκόπου Κύπρου διά της Προχειρήσεως, όμως στις φάσεις της ουδετεροποίησης που διέρχεται το νησί ασκούν κοσμική εξουσία δυνάμει και των προνομίων του αυτοκράτορα Ζήνωνα (488 μ.Χ). Η γεωργία και η κτηνοτροφία συνιστούν βασικό κορμό της τοπικής οικονομίας, μαζί με ναυτιλία και εμπόριο αλλά και ορυχεία χαλκού και αργύρου. Το 1092 ο διοικητής της Κύπρου Ραψομάτης συνεννοούμενος με το διοικητή της Κρήτης Καρύκη, επαναστατεί ταυτόχρονα και ανακηρύσσεται ανεξάρτητος δεσπότης του νησιού. Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός έστειλε τον Ιωάννη Δούκα και κατέπνιξε την εξέγερση. Η βυζαντινή περίοδος της Ιστορίας της Κύπρου τερματίζεται με μια ακόμη αποσχιστική ενέργεια, το 1185, και την κατάληψη του νησιού από το Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο το βασιλιά της Αγγλίας, το 1191. Το 1185 έφτασε στην Κύπρο ο Ισαάκιος Κομνηνός, γόνος της ίδιας οικογένειας των Κομνηνών αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Με πλαστά, όπως αναφέρεται, έγγραφα, κατέλαβε την εξουσία ως κυβερνήτης του νησιού και αμέσως μετά ανακήρυξε τον εαυτό του ως ανεξάρτητο μονάρχη και ηγεμόνα της Κύπρου. Ο Ισαάκιος ήταν ανεψιός του αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143-1180). Είχε διοριστεί το 1185 στρατιωτικός διοικητής της Ταρσού της Κιλικίας (Μικρά Ασία, απέναντι από την Κύπρο), όπου απέτυχε σε στρατιωτική επιχείρηση κατά των Αρμενίων και πιάστηκε αιχμάλωτος. Με λύτρα που καταβλήθηκαν από τους Κυπρίους, με τη συγκατάθεση του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Α' (1183-1185), αφέθηκε ελεύθερος. Αντί τότε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, όπως είχε διαταχτεί, ήρθε στην Κύπρο με μικρή δύναμη μισθοφόρων που είχε στρατολογήσει και κατέλαβε την εξουσία στο νησί. Το Βυζάντιο, αντιδρώντας στη στατιστική ενέργεια του Ισαακίου, έστειλε εναντίον του στρατιωτική δύναμη από 70 πλοία το 1186. Με βοήθεια από τη Σικελία, ο Ισαάκιος απέκρουσε το βυζαντινό στράτευμα και σταθεροποίησε τη θέση του ως ανεξάρτητος ηγεμόνας της Κύπρου. Όχι όμως για πολύ. Κυβέρνησε το νησί τυραννικά για λίγα μόνο χρόνια, μέχρι το 1191. Ο άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος, που βρισκόταν στη ζωή αυτή ακριβώς την περίοδο, σε ένα κείμενό του (επιστολή) με τίτλο "Περί των κατά την χώραν Κύπρου σκαιών" , αφηγείται με δραματικό τρόπο τα γεγονότα. Αναφερόμενος στη διακυβέρνηση του νησιού από τον Ισαάκιο, που αυτοαποκαλούνταν "βασιλεύς" της Κύπρου, ο άγιος Νεόφυτος αναφέρει ότι αυτός "εκάκωσε την χώραν" , "διήρπασε τους βίους των πλουσίων", τυράννησε δε τους άρχοντες, ακόμη και τους φίλους του, "ώστε πάντας εν αμηχανία διάγειν". Το 1191, στο πλαίσιο της τρίτης σταυροφορίας προς τους Αγίους Τόπους, πέρασε από την Κύπρο ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος (το χαρακτηρισμό "Λεοντόκαρδος" τον κέρδισε λίγο αργότερα στους Αγίους Τόπους όπου απέτυχε). Αφού δεν κατόρθωσε να συνεννοηθεί με τον Ισαάκιο, ο Ριχάρδος τον πολέμησε, τον νίκησε, τον κυνήγησε και τελικά τον συνέλαβε και αιχμάλωτο. Έτσι η Κύπρος περιήλθε στην κατοχή του Άγγλου βασιλιά. Ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατακτά την Κύπρο το 1191 αλλά μεταβίβασε τον πολιτικό της έλεγχο στους Ναΐτες οι οποίοι φορολόγησαν δυσβάστακτα τους κατοίκους της και προκάλεσαν το 1192 την εξέγερση των Κυπρίων εναντίον τους η οποία καταπνίγηκε. Οι Ναΐτες αποχωρούν και το νησί παραχωρείται στον Γκυ των Λουζινιάν ο οποίος ενδυνάμωσε το λατινογενές-καθολικό στοιχείο και θεμελίωσε τους νέους οικονομικούς και κοινωνικούς θεσμούς του νέου καθεστώτος (παραχώρηση γης και αστικών και στρατιωτικών προνομίων). Ο διάδοχός του Αμάλριχος κατοχύρωσε τη νομική υπόσταση του βασιλείου της Κύπρου στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της εποχής του. Δεν έλειψαν και οι αντιδράσεις κατά των κατακτητών στην περίοδο της βασιλείας του (ανταρσία Κανάκη). Στα χρόνια του Ερρίκου Α΄ της Κύπρου εσωτερικά θέματα του βασιλείου έδωσαν την ευκαιρία στον Φρειδερίκο Β΄ να καταλάβει την Κύπρο για σύντομο διάστημα. Η θέση του βασιλείου της Κύπρου τα επόμενα χρόνια κατέστη επισφαλέστερη λόγω της απώλειας κτήσεων των Σταυροφόρων: ήταν το μοναδικό προγεφύρωμα του δυτικού κόσμου στην Ανατολή. Επί Ούγου Δ΄ και Πέτρου Α΄ το βασίλειο διανύει την πιο ένδειξη φάση του από άποψη πολιτική και οικονομική: και οι δύο ηγεμόνες παρέμειναν πιστοί στην Σταυροφορική ιδεολογία των προκατόχων τους. Ακολουθεί περίοδος εσωτερικών δυναστικών ερίδων που οξύνεται από την διαμάχη μεταξύ Γενουατών και Βενετών. Πράγματι οι Γενουάτες κατέλαβαν σημαντικά κέντρα του νησιού με σκοπό τη μονοπώληση του κυπριακού εμπορίου και προχώρησαν σε συμμαχία με το σουλτάνο της Αιγύπτου (1426) που την κατέλαβε. Η επόμενη περίοδος σημαδεύεται από τη σύγκρουση ανάμεσα στον Ιάκωβο Β' της Κύπρου και την Καρλόττα. Τελικά ο πρώτος κατίσχυσε και αποδείχθηκε ο πιο δυναμικός βασιλιάς από την εποχή του Πέτρου Α΄ της Κύπρου. Η Ελένη Παλαιολογίνα (1428 - 11 Απριλίου 1458) ήταν σύζυγος του βασιλιά του φραγκικού Βασιλείου της Κύπρου Ιωάννη Β' . Το Φεβρουάριο του 1441 ο βασιλιάς παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Ελένη, κόρη του Θεοδώρου Β' , δεσπότη του Μορέα από τον οίκο των Παλαιολόγων , στο ναό της Αγίας Σοφίας στη Λευκωσία. Η Βασίλισσα ενίσχυσε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, που κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας αντιμετώπιζε πολλούς περιορισμούς. Η Ελένη με την επιρροή της κατόρθωσε να περιορίσει τις αρνητικές πρόνοιες της "Βούλλας" του Πάπα που εκδόθηκε το 1260. Θεωρείται ως η ιδρύτρια ναού αφιερωμένου στην Παναγία γνωστού σήμερα ως εκκλησία Παναγίας Χρυσαλινιώτισσας. Μετά τον θάνατο του Ιάκωβου Β' της Κύπρου η Βενετή σύζυγός του Αικατερίνη Κορνάρο της Κύπρου υπό την πίεση της βενετικής εξουσίας παραχώρησε το Βασίλειο στη Βενετία στις 26 Φεβρουαρίου 1489. Η συνύπαρξη των δύο εκκλησιαστικών θεσμών, του λατινικού και του τοπικού ορθοδόξου αποτελούσε μόνιμο και ακανθώδες πρόβλημα σε όλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας: ο λατινικός κλήρος επεδίωξε την πλήρη εκκλησιαστική αφομοίωση του ορθόδοξου πληθυσμού και επακόλουθα την επέμβαση της εθνολογικής ταυτότητάς του. Η λατινική Εκκλησία της Κύπρου συστήθηκε σαν αντάλλαγμα στην παπική αναγνώριση του Αμάλριχου. Η τοπική ορθόδοξη Εκκλησία βρέθηκε σε μειονεκτική θέση μετά την μετάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Νίκαια: μείωση αριθμού επισκόπων, μεταθέσεις εκκλ. εδρών,επιβολή λατινικών εθίμων, φυλακίσεις, βασανιστήρια). Σε όλα αυτά το ορθόδοξο ποίμνιο δεν έμεινε αργό αλλά αντιδρούσε δυναμικά κατά κάθε μορφής επιβολή. Ως προς την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του πληθυσμού, το φράγκικο καθεστώς εκμεταλλευόταν υλικά τον πληθυσμό: η άρχουσα τάξη των γηγενών εξέλιπε και την υποκατέστησε η Υψηλή Αυλή-ασκεί εκτελεστική εξουσία (συνέλευση ευγενών φεουδαρχών με βασιλιά, η εξουσία του οποίου αυξομειωνόταν αναλόγως την συγκυρία). Η Κάτω Αυλή είχε ρόλο εκδικαστικό και δικονομικό. Η όλη δομή της διοίκησης ήταν στρατιωτική καθώς η η φεουδαρχική σχέση συγκροτούσε τη στρατιωτική δύναμη. Ο ελληνικός πληθυσμός διακρινόταν σε δουλοπάροικους, σε απελεύθερους ή Περπυριάριους και τη μικροαστική τάξη. Και επί Βενετοκρατίας το νησί διατήρησε τους προηγούμενους φεουδαρχικούς του θεσμούς. Η Κύπρος υπήχθη στην πολιτική και νομοθετική εξουσία της Συγκλήτου και του Μεγάλου Συμβούλιο. Μια τριανδρία αποτελούμενη από τον τοποτηρητή και δύο συμβούλους με έδρα τη Λευκωσία, ήταν αυτή που αποτελούσε την ανώτατη αρχή, η οποία ασκούσε και δικαστικά καθήκοντα. Ο καπιτάνος της Αμμοχώστου ήταν ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής του νησιού, αλλά και με διοικητικά και δικαστικά καθήκοντα για την ίδια πόλη. Επίσης υπήρχε και το Μεγάλο Συμβούλιο αποτελούμενο από ευγενείς. Ο γενικός προβλέπτης είχε έκτακτα στρατιωτικά καθήκοντα. Ο στρατός δεν πρέπει να ξεπερνούσε τους 350-400 κι έφτασε τους 800 άνδρες και με 2000 μισθοφόρους. Στο τέλος της περιόδου είχαν στρατολογηθεί και 5000 ντόπιοι. Όσον αφορά τον πληθυσμό του νησιού στο τέλος της Βενετοκρατίας διπλασιάστηκε σε σχέση με την αρχή της: από 106.000 ανήλθε σε 200.000. Την οικονομία του νησιού ενίσχυαν το μονοπώλιο των αλυκών, και τα αγροτικά προϊόντα: γενικά δεν είχε την ακμή που είχε σε προηγούμενη περίοδο επειδή η Κύπρος δεν συνιστούσε οικονομικό αυτοσκοπό για τους Βενετούς. Η Βενετική εξουσία επιθυμούσε από την αρχή την αντικατάσταση της γαλλικής φεουδαρχικής τάξεως προκειμένου να αποκτήσει κοινωνικό έρεισμα. Στην πλειοψηφία του τη δημογραφική βάση του ελληνικού πληθυσμού αποτελούσε το αγροτικό στοιχείο (πάροικοι και ελεύθεροι γεωργοί) που ενταγμένο στο φεουδαρχικό σύστημα οδηγούνταν στην οικονομική του εξαθλίωση. Οι συνθήκες κατοχής εκκόλαψαν το εθνικό και κοινωνικοπολιτικό κίνημα του Διασσωρίνου, στα 1560, οποίος μετά την μυστική επικοινωνία του με τους Οθωμανούς συνελήφθη και θανατώθηκε. Οι σχέσεις της Βενετοκρατούμενης Κύπρου με τους Αιγύπτιους Μαμελούκους από τους οποίους ήθελαν να χειραφετηθούν γνωρίζουν διακυμάνσεις χωρίς όμως να κατακτηθούν από τους δεύτερους. Η άνοδος της Οθωμανικής δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο αποτέλεσε τον νέο υπολογίσιμο παράγοντα για την Κύπρο η οποία εκτός των διπλωματικών μεθόδων μετήλθε και στρατιωτικών όταν διαπίστωσε πως οι Οθωμανοί γίνονταν ιδιαιτέρως απειλητικοί (επιδρομή Λεμεσού 1539). Η αρχική ανισότητα μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων εξελίχθηκε σε ειρηνική συνύπαρξη για τις δυο κοινότητες.
Πηγή: http://www.hellenica.de/Griechenland/Zypern/Ges/GR/KyprosFrankokratia.html

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ελένη_Παλαιολογίνα_(1428-1458)

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ιστορία_της_Κύπρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου