Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Η ιστορία των νησιών του Βορείου Αιγαίου κατά την Βυζαντινή περίοδο και τον Μεσαίωνα

Το Θέμα Αιγαίου Πελάγους ήταν βυζαντινή επαρχία στα βόρεια του Αιγαίου Πελάγους η οποία δημιουργήθηκε στα μέσα του 9ου αιώνα. Ήταν ένα από τα τρία ναυτικά θέματα της αυτοκρατορίας και χρησίμευε, κυρίως, στην προμήθεια του βυζαντινού ναυτικού με πλοία και στρατό, αν και χρησίμευε επίσης και ως πολιτική διοικητική περιφέρεια. Οι καταβολές του θέματος βρίσκονται στην επαρχία των νησιών κατά την ύστερη αρχαιότητα που περιελάμβανε τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους άνω της Τενέδου. Ο όρος του « Αιγαίου Πελάγους » κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του στις πηγές ως διοικητική περιφέρεια στις αρχές του 8ου αιώνα. Από στρατιωτικής άποψης, τα νησιά βρίσκονταν υπό την διοίκηση του σώματος των Καραβισιάνων και στη συνέχεια του θέματος των Κιβυρραιωτών. Μετά τα τέλη του 8ου αιώνα , δύο ναυτικές διοικήσεις έκαναν την εμφάνισή τους στην περιοχή του Αιγαίου Πελάγους: ο δρουγγάριος του Αιγαίου Πελάγους, ο οποίος ήλεγχε το βόρειο τμήμα, καθώς και ο δρουγγάριος της Δωδεκανήσου (ονομασία που αναφέρεται στις Κυκλάδες) ή του Κόλπου, υπεύθυνος του νότιου τμήματος. Η πρώτη ναυτική διοίκηση, η οποίο στην πορεία εξελίχθηκε στο Θέμα Αιγαίου Πελάγους, περιελάμβανε τα βόρεια νησιά του Αιγαίου, καθώς και τα Δαρδανέλλια και τα νότια παράλια της Προποντίδας, ενώ η δεύτερη μετατράπηκε στην πορεία στο θέμα της Σάμου. Το θέμα του Αιγαίου Πελάγους δημιουργήθηκε το 843. Κατέστη ένα κανονικό θέμα με πολιτικές, φορολογικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, ενώ υποδιαιρούνταν σε τούρμες και βάνδα . Εντός των Δαρδανελλίων και της Προποντίδας, ο δρουγγάριος και αργότερα ο στρατηγός μοιράζονταν την εξουσία τους με τον κόμη του θέματος του Οψικίου . Όπως συνέβαινε και στην περίπτωση του θέματος της Σάμου, ο κόμης του Οψικίου ήταν, ενδεχομένως, υπεύθυνος και για την τοπική πολιτική διοίκηση και άμυνα, ενώ το θέμα του Αιγαίου Πελάγους ήταν μονάχα υπεύθυνο για τον εξοπλισμό των πλοίων. Η ιδέα αυτή φαίνεται να ενισχύεται από το γεγονός ότι οι κάτοικοι του θέματος του Οψικίου, και κυρίως οι Σλάβοι, χρησίμευαν ως στρατιώτες του ναυτικού κατά τον 10ο αιώνα. Τα κυριότερα νησιά του θέματος ήταν η Λέσβος (η πρωτεύουσα του θέματος), η Λήμνος, η Ίμβρος , η Τένεδος και η Χίος (προτού ενσωματωθεί στο θέμα της Σάμου), οι Σποράδες και οι Κυκλάδες. Οι Κυκλάδες πιθανώς ενσωματώθηκαν εντός του θέματος του Αιγαίου όταν η ναυτική διοίκηση Δωδεκανήσου/Κόλπου διαιρέθηκε και το θέμα της Σάμου δημιουργήθηκε στα τέλη του 9ου αιώνα. Το 911, οι δυνάμεις του θέματος υπολογίζονταν σε 2.610 ναύτες και 400 στρατιώτες του ναυτικού. Η επαρχία κατάφερε να επιβιώσει μέχρι και τις αρχές του 11ου αιώνα, όταν και ξεκίνησε η διαίρεσή του σε μικρότερες διοικήσεις. Ως εκ τούτου, οι Κυκλάδες και οι Σποράδες , η Χίος και η περιοχή της Άβυδου διέθεταν, πλέον, δικό τους στρατηγό. Το θέμα του Αιγαίου κατέστη μια απλή πολιτική επαρχία, η οποία περιελάμβανε αποκλειστικά τα παράλια της Προποντίδας, καθώς και τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Στα τέλη του 12ου αιώνα, τα υπολείμματα του πρώην θεματικού στόλου ενσωματώθηκαν στο ενοποιημένο αυτοκρατορικό ναυτικό με έδρα την Κωνσταντινούπολη, διοικητής του οποίου ήταν ο Μέγας Δουξ. Στη συνέχεια, κατά τον 12ο αιώνα, το θέμα του Αιγαίου φαίνεται να συγχωνεύτηκε με το θέμα του Οψικίου, κάτι που επιβεβαιώνεται από σχετική αναφορά στο Partitio terrarum imperii Romaniae το 1204. Οι δυτικοί κατακτητές της Κωνσταντινούπολης προχώρησαν στον διαμερισμό των προηγούμενων εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μεταξύ τους με μαθηματική ακρίβεια: Ένα τέταρτο κατανεμήθηκε στον Αυτοκράτορα, τρία όγδοα δόθηκαν στη Βενετία ως αμοιβή για τη μεταφορά, τις προμήθειες και τη ναυτική υποστήριξη και τα υπόλοιπα τρία όγδοα επρόκειτο να διανεμηθούν μεταξύ των Λατίνων ιπποτών ως τιμάρια. Η ίδια η Κωνσταντινούπολη μοιράστηκε εξίσου μεταξύ του Αυτοκράτορα και των Βενετών. Στην πραγματικότητα οι Λατίνοι δεν ήλεγχαν ολόκληρη την περιοχή που διεκδικούσαν επειδή υπήρχαν θύλακες αντίστασης με επικεφαλής βυζαντινούς ή τοπικούς αξιωματούχους. Από την πρώτη επίσημη και καταγεγραμμένη μοιρασιά το φθινόπωρο του 1204 μ.Χ. προέκυψαν 2 μεγάλες σφαίρες επιρροής: των Βενετών, που αποδείχτηκε η μακροβιότερη και διέθετε την αόρατη συνοχή του εμπορίου, και των Φράγκων, που όμως ήταν κατακερματισμένοι και δίχως ουσιαστικά πολιτική στήριξη από τις πατρίδες τους. Η βενετοκρατία στον ελλαδικό χώρο ξεκινά στις 13 Απριλίου του 1204 όταν κατακτήθηκε η Κωνσταντινούπολη από τους Βενετούς και φράγκους ιππότες στην διάρκεια της 4ης σταυροφορίας. Οι Βενετοί πήραν στην κατοχή τους νευραλγικά σημεία και εμπορικούς σταθμούς και λιμάνια στα Βαλκάνια ανάμεσα στα οποία ήταν: το Δυρράχιο, τα Επτάνησα, η Ναύπακτος, η Πύλος, η Μεθώνη, η Κορώνη, η Πάτρα, η Κόρινθος, το Άργος, το Ναύπλιο, η Κρήτη, η Κάρπαθος και η Κάσος, η Αστυπάλαια, οι Κυκλάδες, η Αθήνα, η Εύβοια, η Τένεδος, η Καλλίπολης, η Ραιδεστός. Επίσης τα 3/8 της Κωνσταντινούπολης και της Αγίας Σοφίας. Αργότερα στις κτήσεις αυτές προστέθηκε και η Κύπρος το 1489 δημιουργώντας την πρώτη αποικιακή «αυτοκρατορία» του Μεσαίωνα. Ο Οίκος των Γκαττιλούζι (Gattilusio), εξελληνισμένα οι Γατελούζοι ή Κατελούζοι, υπήρξε ισχυρή οικογένεια πατρικίων της Γένοβας της Ιταλίας. Έγιναν άρχοντες της Λέσβου, Λήμνου, Αίνου Θράκης, Σαμοθράκης, Θάσου και Φώκαιας. Η οικογένεια έδωσε τέσσερις γενιές ηγεμόνων της Λέσβου. 1η γενιά: To 1354 ο Φραντσέσκο Α΄ Γκαττιλούζιο βοήθησε τον Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο να ανακαταλάβει τον θρόνο του από τον Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνό . Το επόμενο έτος ο Ιωάννης Ε' τον ενύμφευσε με την αδελφή του Ειρήνη (Μαρία) και του έδωσε τη Λέσβο ως κληρονομική ηγεμονία. Από εκεί, οι Γκαττιλούζι εξάπλωσαν την ισχύ τους και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου ιδρύοντας αποικίες. Με συνοικέσια συνδέθηκαν οικογενειακά με την βυζαντινή αυτοκρατορία και με ευγενικούς χριστιανικούς οίκους στον χώρο της Μεσογείου. Έχασαν τελικά την επιρροή τους και τα υπάρχοντά τους με την επέκταση των Τούρκων στην Μικρά Ασία και στο Αιγαίο. Ο γενάρχης Φραντσέσκο Α΄, ηγεμών Λέσβου (1355-84) και η Μαρία Παλαιολογίνα μαζί με τα παιδιά τους Αντρόνικο και Ντομένικο σκοτώθηκαν σε σεισμό το 1384. 2η γενιά: Διαδέχθηκε τον πατέρα του ο τρίτος υιός Φραντσέσκο Β' ως ηγεμών της Λέσβου (1384-1404) που είχε τέκνα: 3η γενιά: Τζάκοπο, ηγεμών της Λέσβου (1403/4-28), Ντορίνο Α' , ηγεμών της Λέσβου (1428-55), Παλαμέντε, ηγεμών της Αίνου (1409-55), πατέρας του Ντορίνο Β' ηγεμόνος Αίνου. Ιρένε, σύζυγος του Ιωάννη Ζ' Παλαιολόγο, Ελένα, σύζυγος του Στεφάν Λαζάρεβιτς, ηγεμόνα της Σερβίας. Ο 1ος υιός Τζάκοπο νυμφεύτηκε την Μπόνα Γκριμάλντι και η κόρη τους παντρεύτηκε τον Νικολό Κρίσπο, άρχοντα της Σύρου. Τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Ντορίνο Α' που η σύζυγός του Οριέττα Ντόρια αμύνθηκε γενναία και έσωσε το κάστρο της Μήθυμνας στη Λέσβο κατά την πολιορκία του τo 1450 από τους Τούρκους. Ο Ντορίνο και η Οριέττα είχαν τα εξής τέκνα: 4η γενιά: Φραντσέσκο Γ' κύριος Θάσου, Ντομένικο , ηγεμών της Λέσβου (1455-58), Νικολό, ηγεμών της Λέσβου (1458-62), Τζινέβρα, σύζυγος του Τζάκομο Β΄ Κρίσπο, δούκα της Νάξου (του Αρχιπελάγους), Κατερίνα, σύζυγος του Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, Μαρία, σύζυγος Αλεξάνδρου Μεγάλου Κομνηνού, υιού Αλεξίου Δ' αυτοκράτορος Τραπεζούντος. Ο τελευταίος προσπάθησε ανεπιτυχώς να αντισταθεί κατά την πολιορκία του κάστρου της Μυτιλήνης από τους Τούρκους, οι οποίοι τελικά κατέλαβαν την πόλη μαζί με όλο το νησί (άλωση Μυτιλήνης, 1462). Οι Βυζαντινοί ήταν οι επόμενοι κυρίαρχοι του νησιού της Σαμοθράκης μετα τους Ρωμαίους μέχρι το 1204. Στο νησί εξορίστηκε, κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας, και πέθανε ο χρονογράφος και άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας Θεοφάνης ο ομολογητής (760-817μ.Χ.). Αργότερα ήρθαν ως κυρίαρχοι οι Ενετοί και μετά η Γενουάτικη οικογένεια των Γατελούζων το 1355. Τα Γενουάτικα οχυρά παραμένουν, μάλιστα ο "Πύργος των Γκατιλούζι" αποτελεί ένα ακόμη πολύ σημαντικό μνημείο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέκτησε τη Σαμοθράκη το 1457 μ.χ. Στα αυτοκρατορικά Ρωμαϊκά χρόνια η Θάσος δέχεται και καλλιεργεί την αυτοκρατορική λατρεία και ευεργετείται από τους αυτοκράτορες, ιδιαίτερα τον Αδριανό και γνωρίζει ευημερία τουλάχιστον μέχρι την καταστροφική επιδρομή των Ερούλων το 267-270 μ.Χ. Η πόλη θα συνέρθει από την καταστροφή και θα ξανακτιστεί. Με τον ερχομό του Χριστιανισμού, μετά την καθιέρωσή του ως επίσημης θρησκείας της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, χτίζονται στο νησί πολλές εκκλησίες, αλλά και πολυτελείς κατοικίες. Νέο και οριστικό πλήγμα επέρχεται στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. με τις επιδρομές των Σλάβων. Η πόλη κοντά στο λιμάνι εγκαταλείπεται και οι κάτοικοι καταφεύγουν στα υψώματα της Ακρόπολης. Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για την τύχη του νησιού κατά τον Μεσαίωνα. Τον 13ο αιώνα μ.Χ. βρίσκεται στην δικαιοδοσία των Βυζαντινών. Στα μέσα του 14ου αιώνα πέφτει στα χέρια Τούρκων πειρατών και το 1357 το ανακτούν δύο βυζαντινοί άρχοντες, ο Ιωάννης και ο Αλέξιος. Το 1414, ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος δωρίζει το νησί στον Γενοβέζο Jacomo Gattilusi, ενώ στους επόμενους αιώνες βρίσκεται πότε στα χέρια των Τούρκων και πότε των Βενετών. Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής εποχής, η Σκύρος ανήκε στο θέμα Αιγαίου. Το 1204, η Σκύρος, μαζί με τις υπόλοιπες Σποράδες, πέρασε στην κατοχή των αδελφών Γκίζη, του Ιερεμία Γκίζη. Το 1538 κατελήφθη από τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα και έγινε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το νησί απέκτησε προνόμια και δεν είχε τουρκική φρουρά, αλλά υπέφερε από τις επιδρομές πειρατών, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί του να καταφύγουν στο Κάστρο. Για τη Βυζαντινή περίοδο στην Σκιάθο δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Το 758 μ.Χ. επί αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου , στο λιμάνι της Σκιάθου ήταν αγκυροβολημένος ο Βυζαντινός στόλος οποίος έσπευσε να βοηθήσει την Θεσσαλονίκη που επρόκειτο να της επιτεθούν οι Βούλγαροι και οι Σλάβοι. Είναι γνωστό πάντως πως το νησί υπέφερε πολύ από επιδρομές πειρατών. Το φαινόμενο της πειρατείας συνεχίστηκε τόσο κατά τη διάρκεια της σύντομης Βενετοκρατίας, όσο και στην Τουρκοκρατία. Το 1207 οι αδελφοί Γκύζη κατέλαβαν το νησί και έχτισαν το Μπούρτζι, ένα μικρό ενετικό φρούριο- παρόμοιο με το Μπούρτζι στο Ναύπλιο- σε ένα νησάκι ακριβώς έξω από την πόλη της Σκιάθου, για να προστατεύσουν την πρωτεύουσα από τους πειρατές. Οι αδελφοί Γκύζι και οι διάδοχοί τους εξουσίαζαν τα νησιά την περίοδο 1204 -1276, έως ότου ο Βυζαντινός στόλος τους έδιωξε από τις Βόρειες Σποράδες. Το φρούριο Μπούρτζι απεδείχθη αναποτελεσματικό για την προστασία του πληθυσμού από τις πειρατικές επιδρομές και, στα μέσα του 14ου αιώνα, οι κάτοικοι εγκατέλειψαν τη βυζαντινή πολίχνη και εγκαταστάθηκαν σε ένα φυσικό οχυρό στο βόρειο τμήμα του νησιού, που το τείχισαν. Το Κάστρο αυτό ιδρύθηκε περί τα μέσα του 14ου αιώνα. Τον 4ο αιώνα επίσκοπος Σκοπέλου ήταν ο Άγιος Ρηγίνος, ο οποίος σήμερα είναι πολιούχος άγιος της Σκοπέλου. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το νησί ανήκε στην οικογένεια Γκίζη. Μετά τη λεηλασία της από τον Μπαρμπαρόσα το 1538, υποδουλώθηκε από τους Τούρκους. Δεν υπάρχει καμία σχεδόν πληροφορία για την ιστορία της Ίκου της Αλοννησου έως την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) . Τότε η Αλόννησος, όπως και τα γειτονικά νησιά, περιήλθε στην κατοχή των Φράγκων, ενώ, μαζί με τη Σκόπελο, αποτέλεσε φέουδο εναλλασσόμενων κατακτητών. Τελικά, το 1538 ο οθωμανικός στόλος υπό τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα επέβαλε την οθωμανική κυριαρχία στο νησί.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Οίκος_των_Γκαττιλούζι

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λατινοκρατία

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Βενετοκρατία_στον_ελλαδικό_χώρο

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αλόννησος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σκόπελος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σκιάθος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σκύρος

http://tgotn.blogspot.com/2014/12/blog-post_97.html?m=1

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σαμοθράκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου