Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Η διαχρονική παρουσία των Ελλήνων και του πολιτισμού στην Λιβύη

Το μακρύ ταξίδι των Ελλήνων στην Κυρηναϊκή . .Αναζητώντας την «ελληνική» Λιβύη θα κατευθυνθούμεανατολικά προς την Κυρηναϊκή.Ο θρύλος κάνει λόγο για τον χρησμό του Μαντείου των Δελφών,που ώθησε αποίκους από τη Θήρα (Σαντορίνη) να μεταναστεύσουν στη Βόρεια Αφρική.Εκεί το 631 π.Χ.ίδρυσαν την πόλη Κυρήνη.Μέσα σε 200 χρόνια οι Ελληνες κατάφεραν να αναπτύξουν ακόμη τέσσερις παραθαλάσσιες πόλεις: Ταύχειρα(Τόκρα),
Πτολεμαΐς (Τολμέιτα),Εσπερίδες (Βεγγάζη) και Απολλώνια (ως λιμάνι της Κυρήνης).Οι ημιαυτόνομες αυτές πόλεις έγιναν γνωστές ως Πεντάπολις.Αργότερα κατά την οθωμανική περίοδο αρκετοί Ελληνες- χριστιανοί και μουσουλμάνοι- βρήκαν καταφύγιο στη Λιβύη,αλλά και από τα Δωδεκάνησα,τα σφουγγαράδικα καράβια με τους βουτηχτάδες ξεκινούσαν πάντα την άνοιξη για σφουγγάρια στις πλούσιες θάλασσες της Κυρηναϊκής, έτσι ώστε αρκετοί Ελληνες επέλεγαν να μείνουν εκεί και να δημιουργήσουν πλούσιες κοινότητες,
ασχολούμενοι με το εμπόριο,τη ναυτιλία και την σπογγαλιεία. «Το δωμάτιο του σαλονιού ήταν μεγάλο και το σαλόνι “κλασικό”,θα λέγαμε,και μαρτυρούσε σχετική οικονομική άνεση,ιδιαίτερα άμα τοσύγκρινες με το τριώροφο σπίτι που φαινόταν μισοτελειωμένο.
Μεγάλοι καναπέδες και τραπεζάκια,τοαπαραίτητο “σύνθετο” με τα γυαλικά,ένα γύρω μαξιλάρες,ενώ στους τοίχους κάποια κάδρα και στο κέντρο ένας πίνακας με κεντημένους
 στίχους από το Κοράνι.Οι δύο μεγάλες πολυθρόνες ήταν τοποθετημένες στο βάθος του σαλονιού.Στη μια καθόταν η γιαγιά:γύρωστα εξήντα,σοβαρή,αρχοντική, αυστηρή αλλά συνάμα γλυκιά και προστατευτική.Στην άλλη,η νεαρή εγγονή.Ομορφη με τη φρεσκάδα των δεκαέξι χρόνων,χαρούμενη αλλά και λίγο ανήσυχη,μια και σε λίγο θα αρραβωνιαζόταν. - Ιντα κάμνετε επαέ;μου είπε η γιαγιά κρητικά,αφού με καλωσόρισε. Βρισκόμαστε στη μικρή πόλη Σούσα,το σύγχρονο κομμάτι της αρχαίας Απολλώνιας της Λιβύης.Ο Ισμίτ, τρίτης γενιάς Κρητικός,με έχει προσκαλέσει σπίτι του στα αρραβωνιάσματα της νεαρής του κόρης...». Στην Κυρήνη, την πόλη της θεσσαλής νύμφη. Η ομορφότερη όμως πόλη της Κυρηναϊκής είναι η Κυρήνη. Ηταν η πρώτη που το 631 π.Χ. ίδρυσαν οι Θηραίοι. Οταν έπειτα από περιπέτειες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή αυτή, της έδωσαν το όνομα Κυρήνη προς τιμήν της θεσσαλής νύμφης που ερωτεύτηκε ο Απόλλωνας όταν την είδε να παλεύει με λιοντάρι στα βουνά της Πίνδου. Η Κυρήνη την περίοδο της ακμής της έγινε σημαντικό τελετουργικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο, με σημαντικό Ιερό του Απόλλωνα και ονομαστές Ιατρική Σχολή και
 Φιλοσοφική, με ιδρυτή τον Αρίστιππο. Το 75 π.Χ. έγινε σπουδαία ρωμαϊκή πρωτεύουσα και το 533 μ.Χ. ο στρατηγός Βελισάριος την κατέλαβε στο όνομα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Η Κυρήνη, που είναι η πιο ολοκληρωμένη αρχαία ελληνική πόλη, από το 1982 αποτελεί μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της UΝΕSCΟ. Τα αρχαία μνημεία που σώζονται και πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφθείτε είναι το Γυμνάσιο και ηΠαλαίστρα , η Αγορά στην καρδιά της αρχαίας Κυρήνης με τονναό της Ηρας, το Ιερό Δήμητρας και Κόρης, το Ναυτικό Μνημείο που ίδρυσαν οι Πτολεμαίοι τον 3ο αιώνα π.Χ. με τη Νίκη να στέκεται στην πλώρη πλοίου, ακολουθούμενη από δύο δελφίνια και την τρίαινα που κρατάει ο Ποσειδώνας, το αρχαίο θέατρο. Το συγκρότημα του Ιερού του Απόλλωνα περιλαμβάνει την ιερή πηγή, θησαυροφυλάκιο, ναούς, λουτρά, τον ναό της Αρτέμιδος και τον μεγαλοπρεπή ναό του Απόλλωνα. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται ο ναός του Δία, ένα από τα σημαντικότερα οικοδομήματα της πόλης που αντανακλά την ακμή του 5ου αιώνα π.Χ. Λιμάνι της Κυρήνης η Απολλώνια, της οποίας τα ερείπια εκτείνονται περίπου ένα χιλιόμετρο ανατολικά από το παραθαλάσσιο αρχαίο θέατρο. Τα περισσότερα κτίσματα που έχουν ανασκαφεί χρονολογούνται από τη βυζαντινή περίοδο όπου ήταν γνωστή ως η «πόλη των εκκλησιών» καθώς την κοσμούσαν πέντε εκκλησίες. Η γνωστή ως Ανατολική Εκκλησία ήταν η μεγαλύτερη στην Κυρηναϊκή, κτισμένη με τεράστιες κολόνες από μάρμαρο της Πάρου και της Εύβοιας και στρωμένη με γρανιτένιες πλάκες από την Αίγυπτο. Οπως ανέφερε ο ξεναγός, σε αυτήν την πόλη ο Βελισάριος γνώρισε τη χορεύτρια Θεοδώρα, η οποία έγινε ερωμένη του και τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη, όπου την παρουσίασε στον Ιουστινιανό ο οποίος την ερωτεύτηκεκαι η συνέχεια είναι γνωστή σε όλους. Το 1897, την περίοδο του Ελληνοτουρκικού Πολέμου στην Κρήτη, μια από τις ομάδες μουσουλμάνων Κρητικών που εγκατέλειψαν το νησί βρήκε καταφύγιο στη Λιβύη και έκτισε τη μικρή πόλη Σούσα, δίπλα από τα ερείπια της αρχαίας Απολλώνιας. Σήμερα οι μεγαλύτεροι μιλούν αρκετά καλά την ελληνική γλώσσα με κρητικό ιδίωμα και διατηρούν κάποια από τα έθιμα, ενώ τα νέα παιδιά μόλις που καταλαβαίνουν κάποιες λέξεις. Στην είσοδο του τριώροφου σπιτιού του Ισμίτ μάς υποδέχθηκαν τα νεαρά κορίτσια, κρατώντας μεγάλα κουτιά με γλυκά κεράσματα. Οι άντρες της παρέας πέρασαν με τους άλλους καλεσμένους στο ισόγειο, ενώ οι γυναίκες οδηγήθηκαν στον επάνω όροφο όπου συγκεντρώνονταν οι γυναίκες συγγενείς και οι φίλες της οικογένειας. Αφού βγάλαμε τα παπούτσια, καθήσαμε σε χαμηλές μαξιλάρες γύρω από το μεγάλο δωμάτιο, ενώ στο κέντρο υπήρχαν δύο πολυθρόνες: μια για τη γιαγιά της οικογένειας και μια για τη δεκαεξάχρονη που αρραβωνιαζόταν. Ολες οι γυναίκες φορούσαν τα καλύτερα φορέματά τους και κοσμήματα ενώ κάποιες είχαν μαζί και τα μικρά παιδιά τους. Αφού νεαρά κορίτσια μάς κέρασαν και πάλι γλυκά και αραβικό καφέ, άρχισε ο χορός. Καθεμιά κοπέλα ζωνόταν ένα μαντίλι στην περιφέρειά της και λικνιζόταν στη ρυθμική μουσική προκειμένου οι πεθερές να διαλέξουν- όπως μου εξήγησαν- τις μελλοντικές νύφες. Στη συνέχεια έφτασαν τα δώρα της πεθεράς στη νύφη που ήταν και θεία της δεκαεξάχρονης, αφού συνηθίζουν να παντρεύονται τα πρώτα εξαδέρφια. Τα δώρα ήταν ρούχα, παπούτσια και καλλυντικά, που υποδέχτηκαν οι γυναίκες με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις. Στη συνέχεια η πεθερά έβγαλε τα κοσμήματα και αφού τα έδειξε στην ομήγυρη που χαιρέτησε με ενθουσιασμό, τα «κρέμασε» στη νύφη και μετά της πέρασε στο δάχτυλο το δαχτυλίδι των αρραβώνων. Εκεί τραγουδήσαμε και κρητικά τραγούδια του αρραβώνα, ακολουθούμενα από αυθόρμητα χειροκροτήματα. Οταν ρώτησα αν θα ανέβει επάνω και ο γαμπρός για τον αρραβώνα, μου απάντησαν: «Οοοϊ, ο γαμπρός δεν χρειάζεται! Επαέ τον αρραβώνα κάνει η πεθερά!». Φεύγοντας από το σπίτι οι γυναίκες μάς αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν. Καμιά τους δεν έχει έρθει στην Ελλάδα, και όμως την αγαπούν και μιλούν τη γλώσσα των παππούδων τους. Εύχονταν μέσα από την ψυχή τους να ξανανταμώσουμε. Μακάρι... 
Πηγή: http://www.tovima.gr/world/article/?aid=354008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου