Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Οι αρχαίες ελληνικές αποικίες της Κυρηναϊκής στην Λιβύη

Στην ελληνική μυθολογία η Κυρήνη ήταν μία Νύμφη και η επώνυμη ηρωίδα της πόλεως Κυρήνης. Κατά την αρχαιότερη πηγή, η Κυρήνη ήταν κόρη του Λαπίθη βασιλιά Υψέως. Ως αδελφή της Κυρήνης αναφέρεται η Λάρισα. Στην αρχή η Κυρήνη ζούσε στο Πήλιο ως κυνηγός και φύλακας των κοπαδιών του πατέρα της. Μια μέρα ο θεός Απόλλων είδε την Κυρήνη να νικά ένα λιοντάρι που είχε επιτεθεί στα πρόβατα του πατέρα της. Ο θεός θαύμασε το θάρρος της και έτσι την πήρε και την οδήγησε (μετά από συμβουλή του Κενταύρου Χείρωνα) στη Λιβύη πάνω σε χρυσό άρμα. Από τότε η Κυρήνη έγινε κυρίαρχος της χώρας. Εκεί γέννησε (από τον Απόλλωνα) τον σημαντικό γονιμικό θεό Αρισταίο. Ο Σχολιαστής του Απολλωνίου (Β 498) γράφει ότι κατά τον Φερεκύδη και τον Άρατο η Κυρήνη έφθασε στη Λιβύη πάνω σε κύκνους (που έλκουν συνήθως το άρμα του Απόλλωνα). Μια άλλη εκδοχή του μύθου συναντάται στους Κυρηναίους συγγραφείς των ελληνιστικών χρόνων. Ο Ακέσανδρος π.χ. και ο Καλλίμαχοςαναφέρουν ότι η Κυρήνη οδηγήθηκε στη Λιβύη την περίοδο της βασιλείας του Ευρυπύλου, που είχε υποσχεθεί τον θρόνο του σε όποιον θα σκότωνε ένα λιοντάρι που ρήμαζε τη χώρα. Η Κυρήνη εξόντωσε το λιοντάρι και έτσι πήρε τη βασιλεία. Στη συνέχεια, γέννησε από τον Απόλλωνα τον Αρισταίο και τον Αντούχο. Οι παραπάνω συμφωνούν ότι ο Απόλλων έφερε την Κυρήνη στη Λιβύη. Αλλά ο Μνασέας υποστηρίζει ότι η Κυρήνη ταξίδεψε στην Αφρική με δική της πρωτοβουλία. Παραστάσεις της Κυρήνης σώζονται στο αέτωμα του «Θησαυρού των Κυρηναίων» στην Ολυμπία. Σε ανάγλυφο των ρωμαϊκών χρόνων από τον ναό του Απόλλωνα στην Κυρήνη, η Νύμφη εικονίζεται με δωρικό χιτώνα να σφίγγει με το αριστερό χέρι της ένα λιοντάρι. Επίσης απεικονίζεται και σε ένα μικρό άγαλμα που σώθηκε από τον ίδιο ναό. Η Κυρήνη στην αρχαιότητα ήταν ελληνική αποικία στη Βόρεια Αφρική. Ιδρύθηκε το 630 π.Χ. από τους Θηραίους, ενώ πήρε το όνομα της από την πηγή Κύρη, που ήταν αφιερωμένη στο θεό Απόλλωνα. Ο οικιστής και γενάρχης των Βαττιαδών σύμφωνα με τις περισσότερες ιστορικές πηγές ήταν από τη Θήρα, γιος ενός άρχοντα, του Πολύμνηστου, και μιας πριγκίπισας από την Κρήτη, της Φρονίμης. Η τελευταία ήταν κόρη του Ετέαρχου, βασιλιά της Οαξού, αλλά διώχθηκε από αυτόν (με παραίνεση της μητρυιάς της) και κατέληξε παλλακίδα του Πολύμνηστου στη Θήρα. Ζούσε με αυτόν, παντρεύτηκαν και απέκτησαν τον Βάττο, που όμως είχε πρόβλημα στην ομιλία του εκ γενετής. Ίσως το πραγματικό του όνομα να ήταν διαφορετικό -βάττος σήμαινε τραυλός. Πάντως γύρω στο 639 ή 638 ύστερα από δύο -ίσως και τρεις- χρησμούς του Μαντείου των Δελφών στάλθηκε ως οικιστής στη Λιβύη. Όπως δείχνουν όλες οι πηγές, δεν το έκανε πρόθυμα -το αποφάσισε ο λαός ή ο βασιλιάς της Θήρας, είτε επειδή κάποιος έπρεπε να αναλάβει την δύσκολη αποστολή της αποίκησης είτε επειδή ο Βάττος ήταν πολιτικά ανεπιθύμητος. Ο Βάττος έφτασε στη βόρεια Αφρική μετά από πολλές ταλαιπωρίες και απογοητευμένος από όσα βρήκε προσπάθησε να ξαναγυρίσει στη Θήρα -κάτι που όμως δεν του επιτράπηκε. Εγκαταστάθηκε τελικά με λίγους συντοπίτες του στην Κυρηναϊκή και ίδρυσε την Κυρήνη, στην οποία βασίλεψε μέχρι το θάνατό του, περί το 600 π.Χ.
Γρήγορα αναπτύχθηκε η πόλη της Κυρήνης κι εξελίχτηκε σε κέντρο του ελληνικού πολιτισμού στη Βόρεια Αφρική, ενώ αποτελούσε επίσης μεγάλο εμπορικό κέντρο. Τον 3ο αιώνα π.Χ., στην πόλη ιδρύθηκε η φιλοσοφική Σχολή της Κυρήνης από τον Αρίστιππο, μαθητή του Σωκράτη. Η πόλη, που βρίσκεται στην κοιλάδα Jebel Akhdar, έδωσε στην ανατολική περιοχή της Λιβύης το όνομα Κυρηναϊκή, το οποίο παρέμεινε μέχρι σήμερα. Η Κυρήνη αποτελεί από το 1982 Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Η Κυρήνη ιδρύθηκε ως αποικία των Ελλήνων της Θήρας, κάτι που αναφέρεται στο τέταρτο βιβλίο της Ιστορίας του Ηρόδοτου. Υπήρξε η κύρια πόλη της αρχαίας Λιβύης και διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με ελληνικές πόλεις. Μετά το 460 π.Χ. έγινε δημοκρατία και μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου έγινε τμήμα της δυναστείας των Πτολεμαίων. Ο Οφέλλας κατέκτησε την πόλη από τον Πτολεμαίο και μετά το θάνατο του, ο γιος του Πτολεμαίου, Μάγας, πήρε την εξουσία της περιοχής. Το 276 π.Χ. ανακηρύχθηκε βασιλιάς και ανεξαρτητοποίησε την πόλη, αλλά μετά το θάνατό του η Κυρήνη επανήλθε στον έλεγχο της Αιγύπτου των Πτολεμαίων. Η Κυρηναϊκή έγινε τμήμα της Αυτοκρατορίας των Πτολεμαίων με βάση την Αλεξάνδρεια και έγινε ρωμαϊκή επαρχία το 96 π.Χ. και οριστικά το 74 π.Χ.. Επί διακυβέρνησης του δικτάτορα Σύλλα, ο πληθυσμός της Κυρήνης χωριζόταν σε 4 τάξεις: τους πολίτες, τους αγρότες, τους αλλοδαπούς και τους Εβραίους (οι τελευταίοι αποτελούσαν μεινότητα). Οι εντάσεις μεταξύ του ελληνικού και του Εβραϊκού πληθυσμού οδήγησαν σε βίαιες ταραχές, οι οποίες αποδεκάτισαν τον πληθυσμό της Λιβύης. Η σταδιακή πτώση της Κυρήνης ξεκίνησε με την παρακμή της πόλης ως εμπορικό κέντρο, εφόσον είχε να ανταγωνιστεί την Καρχηδόνα και την Αλεξάνδρεια. Το λιμάνι της πόλης, η Απολλωνία, αποτελούσε σημαντικό αστικό κέντρο μέχρι την καταστροφή της από σεισμό το 262, οπότε και άρχισε να παρακμάζει, παρά την αποκατάσταση των ζημιών και την ανακατασκευή της από τον Αυτοκράτορα Κλαύδιο. Η οικονομική κατάρρευση, πλήθος φυσικών καταστροφών κι άλλος ένας σεισμός το 365 δεν άφησαν ελπίδες ανάκαμψης της πόλης, η οποία τελικά κατακτήθηκε από τους Άραβες το 643. Στην πόλη σώζονται αρχαία μνημεία, όπως ο ναός του Απόλλωνα (7ος αιώνας π.Χ.), ο ναός της Δήμητρας και ένας ναός του Δία, ο οποίος καταστράφηκε μερικώς μετά από εντολή τουΜουαμάρ Καντάφι το 1978. Υπάρχουν ακόμη τα ερείπια του ναού της Εκάτης και τωνΔιόσκουρων, καθώς επίσης και το αρχαίο νεκροταφείο με σημαντικά μνημεία και επιτύμβιες στήλες. Κοντά στη Κυρήνη, βρέθηκε και το άγαλμα της αναδυόμενης Αφροδίτης, απομίμηση παλιότερου της ελληνιστικής εποχής, το οποίο εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο τηςΡώμης. Το 2005, Ιταλοί αρχαιολόγοι από το Πανεπιστήμιο του Ουρμπίνο ανακάλυψαν 76 άθικτα ρωμαϊκά αγάλματα του 2ου αιώνα, τα οποία εντοπίστηκαν κάτω από ένα βοηθητικό τείχος ναού, που είχε γκρεμιστεί στο σεισμό του 375. Οι Κυρηναϊκοί φιλόσοφοι ήταν Ελληνική φιλοσοφική σχολή, που ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. από τον Αρίστιππο τον Κυρηναίο. Μέλη της ήταν ο Θεόδωρος ο άθεος, ο Αννίκερις ο Κυρηναίος, η Αρήτη, ο Ηγησίας ο Πεισιθάνατος και ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος. Οι Κυρηναϊκοί θεωρούσαν ως υπέρτατο αγαθό τις ηδονές των αισθήσεων και έβαζαν το ατομικό συμφέρον πάνω από το κοινωνικό, σταδιακά όμως άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να εγκαταλείπουν πλέον τον ηδονισμό, τον τροποποιούσαν ή τον θεωρούσαν αδύνατο. Ο Ηγησίας μάλιστα έφτασε σε μια απαισιόδοξη βιοθεωρία. Η διάρκεια της σχολής δεν προχωρά πέρα από τους αλεξανδρινούς χρόνους, καθώς στο εξής κέρδιζε έδαφος η Επικούρεια φιλοσοφία, η οποία τοποθετούσε πάνω σε άλλες βάσεις την ηδονή και την ανθρώπινη ευτυχία.
Πηγη: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κυρήνη_(μυθολογία)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κυρήνη
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κυρηναϊκοί_φιλόσοφοι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου