Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Η κατάκτηση της βυζαντινής Κεντρικής Ιταλίας από τούς Λογγοβάρδους

Το 717 μ.Χ. ανέβηκε στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης ο Λέων Γ' ο Ίσαυρος (717-741). Αυτός, αφού αντιμετώπισε την επίθεση των Αράβων στην Κωνσταντινούπολη (717-718) θέλησε να απλώσει το αυτοκρατορικό του χέρι στην εκκλησιαστική περιουσία. Ως συνεργούς του είχε την αριστοκρατία της Κωνσταντινούπολης, αλλά και τις μεγάλες γαιοκτητικές στρατιωτικές οικογένειες της Μ. Ασίας, όσους δηλ. τον είχαν βοηθήσει στην άνοδό του στην εξουσία και θα ωφελούνταν από την οικειοποίηση των θησαυρών και των κτημάτων των εκκλησιών. Η σθεναρή αντίσταση της Εκκλησίας, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Επισκόπων, μοναχών, αλλά και του απλού πιστού λαού, δεν επέτρεψαν την άμεση εφαρμογή των μέτρων. Γι' αυτό ο αυτοκράτορας και οι σύμβουλοί του συνέλαβαν ένα έμμεσο σχέδιο για τον διχασμό της Εκκλησίας και την ευκολότερη καθυπόταξή της. Το 726 μ.Χ. ο Λέοντας εξέδωσε διάταγμα, με το οποίο απαγόρευσε την προσκύνηση των ιερών εικόνων, διέταξε την άμεση αποκαθήλωσή τους από τους ναούς, την καταστροφή τους και επέβαλε ποινές σε όσους δεν υπάκουαν. Έτσι έριξε την αυτοκρατορία σε μια περιπέτεια, την αίρεση της Εικονομαχίας, για ενάμισι περίπου αιώνα, με συνέπειες σε όλα τα επίπεδα του δημόσιου και ιδιωτικού, πολιτικού και εκκλησιαστικού βίου. Οι συνέπειες της πολιτικής του δεν μπορούσαν ν' αφήσουν ανεπηρέαστη την Ιταλία, καθώς οι εκεί Βυζαντινές επαρχίες αποτελούσαν οργανικό κομμάτι της αυτοκρατορίας. Την εποχή αυτή η Β. Ιταλία βρισκόταν στα χέρια των Λογγοβάρδων. Βασιλιάς τους ήταν ο Λιουτπράνδος (712-744), ο οποίος είχε ένα ανέφικτο όραμα, να ενώσει την Ιταλία, υπό το σκήπτρο του. Για να το πετύχει, όμως χρειαζόταν ηρεμία στα βόρεια σύνορά του με τους Βαυαρούς και τους Φράγκους. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής συνεργάστηκε με τον Κάρολο Μαρτέλο το 725 μ.Χ. σε μια κοινή εκστρατεία κατά των Βαυαρών, με αντάλλαγμα την ουδετερότητα του στα τεκταινόμενα στην Ιταλία και όχι εδαφικά οφέλη. Επίσης παντρεύτηκε την Βαυαρή πριγκίπισσα Γκουντρούδη, ενώ ο Κάρολος την αδελφή της Σουαναχίλδη, κι έτσι οι δυο τους έγιναν συγγενής εξ αγχιστείας. Μεταξύ των εδαφών του και των εδαφών του εξαρχάτου της Ραβέννας παρεμβάλλονταν δυο ημιαυτόνομα δουκάτα, του Σπολέτο και του Βενεβέντο, τα οποία αναγνώριζαν τον Λιουτπράνδο ως επικυρίαρχο. Το εξαρχάτο της Ραβέννας  ήταν Βυζαντινό αυτοκρατορικό έδαφος, στο οποίο, όμως ο Ιουστινιανός είχε επιτρέψει έναν βαθμό αυτοτέλειας, αυτοδιοίκησης, όπως και στο εξαρχάτο της Καρχηδόνας. Η επαρχία αυτή μπορούσε να αξιοποιεί τους δικούς της πόρους για την αντιμετώπιση των κινδύνων που την απειλούσαν. Η μόνη πραγματική επέμβαση της Κωνσταντινούπολης ήταν η αποστολή του Έξαρχου, ώστε η πολιτική του εξαρχάτου να βρίσκεται σε συμφωνία με την αυτοκρατορική πολιτική. Στον διοίκηση της Ραβέννας υπαγόταν ονομαστικά και η Εκκλησία της Ρώμης. Η άσκηση, λοιπόν ημι-αυτόνομης πολιτικής ήταν επιτρεπτή στην Ιταλία από την εποχή της απελευθέρωσής της από τον Ιουστινιανό και όχι φιλοδοξία των παπών του Η' αιώνα, όπως αρέσκονται να βλέπουν οι Φράγκοι. Η οικονομική πολιτική του Λέοντα για την Ιταλία είχε δύο σκέλη. Το πρώτο ήταν η απόδοση των φόρων του εξαρχάτου στην Κωνσταντινούπολη και το δεύτερο η εκκλησιαστική περιουσία του Πατριαρχείου της Ρώμης. Το Πατριαρχείο κατείχε πολύτιμη ιδιοκτησία στην Καλαβρία, Σικελία και άλλες επαρχίες, τις οποίες ο Λέων αργότερα αφαίρεσε από την δικαιοδοσία της Ρώμης και τις υπήγαγε στην δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης. Τα μέτρα αυτά προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση του λαού που προσέτρεξε σε βοήθεια του ποιμενάρχη του και όπως αναφέρει ο ίδιος καθηγητής θα είχαν αναδείξει νέο αυτοκράτορα αν δεν τους σταματούσε ο Γρηγόριος Β'. Εξ' αυτού του γεγονότος, υποστηρίζει, ότι «ήταν, παρ' όλα αυτά, ένας πιστός υπήκοος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και, αν και οργάνωσε αντίσταση, ούτε για μια στιγμή δεν είχε ως πρόθεση να κάνει επανάσταση». Ακολούθησε το διάταγμα του Λέοντα το 726 μ.Χ. και η επιστολή του πάπα κατά της αιρετικής στάσης του αυτοκράτορα, όπως προείπαμε.Η αναταραχή που προκλήθηκε στις Βυζαντινές επαρχίες τις Ιταλίας από την πολιτική του Λέοντα επέτρεψε στον Λιουτπράνδο να επιτεθεί με επιτυχία στην Ραβέννα και να καταλάβει την Κλάσση, το λιμάνι της πόλης. Επίσης κατέλαβε τις πόλεις Feronianum, Mons Bellius, Buxeta, Persiceta, Bononia, και τις πόλεις της Αιμιλίας, τις λεγόμενες Πεντάπολη και Auximum. Την ίδια εποχή ο Βυζαντινός Έξαρχος Παύλος δολοφονήθηκε από δυνάμεις που υποστήριζαν την πολιτική του Πάπα, με τον οποίο είχαν συμμαχήσει και τα δουκάτα του Σπολέτο και του Βενεβέντο της Ιταλίας. Ο νέος, Βυζαντινός απεσταλμένος από την Κωνσταντινούπολη, Έξαρχος Ευτύχιος, αμα τη αφίξει του στην Ραβέννα διέταξε την σύλληψη ή κατ' άλλους την δολοφονία του Πάπα, αλλά η διαταγή του έπεσε στο κενό. Στην συνέχεια στράφηκε για βοήθεια στον Λιουτπράνδο. Αυτός βάδισε προς την Ρώμη, υπέταξε καθ' οδόν το δουκάτο του Σπολέτο και στρατοπέδευσε έξω από την «αιώνια πόλη». Ο Ρωμαίος ποντίφικας εξήλθε προς συνάντησή του και λέγεται ότι ο Λιουτπράνδος γονάτισε ενώπιον του αλταρίου του Αγίου Αποστόλου Πέτρου και κατέθεσε τα εμβλήματα και τα όπλα του. Σκοπός του ήταν να επέμβει διαμεσολαβητικά για την αποκατάσταση της Εξαρχίας και της ειρήνης στην Ρώμη, όπερ και έπραξε. Με την μεσολάβησή του η πλευρά του πάπα δέχθηκε τον Ευτύχιο ως Έξαρχο, και αυτός απέσυρε τις εντολές του για καταστροφή των ιερών εικόνων. Τώρα, ίσως φαίνεται παράξενο, ότι ο Λογγοβάρδος βασιλιάς μεσολαβεί για υποθέσεις της αυτοκρατορίας. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, ότι ο Λιουτπράνδος και ο λαός του την εποχή αυτή είναι ορθόδοξοι και τρέφουν μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπο του Επισκόπου Ρώμης. Βλέπουμε κάποιες φορές τον Λιουτπράνδο να αποδίδει ολόκληρες πόλεις στον πάπα, τις οποίες είχε πρόσφατα καταλάβει. Έπειτα η πολιτική του ήταν να εμφανίζεται ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων στην Ιταλία, όχι κάνοντας πάντα πόλεμο, αλλά και διαπραγματεύσεις. Ο Γρηγόριος ο Β' πέθανε το 731 και ποτέ στην ποιμαντορία του δεν έδρασε ενάντια στα συμφέροντα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αντίθετα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να κρατήσει εν ζωή το Εξαρχάτο. Διαβάζουμε από μια επιστολή του στον Δόγη (δούκα) Ούρσο της Βενετίας, ότι όταν οι Λογγοβάρδοι πάτησαν το πόδι τους στην Ραβέννα, και ο έξαρχος κατέφυγε εκεί (η Βενετία ήταν αυτοκρατορική πόλη), ο Γρηγόριος τον παρότρυνε να παραμείνει πιστός σ' αυτόν (τον Έξαρχο) και να συνεργαστεί μαζί του, ώστε να επαναφέρουν την Ραβέννα στην κυριαρχία του Βυζαντινού αυτοκράτορα, κάτι που έγινε. Επίσης εξαγόρασε την ελευθερία πόλεων, όπως το κάστρο Sutri στα περίχωρα της Ρώμης. Ο διάδοχός του Γρηγόριος Γ' (Σύριος στην καταγωγή) ανέβηκε στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης από την πλειοψηφία του λαού της πόλης. Αυτός συγκάλεσε σύνοδο την 1η Νοεμβρίου του 731 μ.Χ. στην οποία μετείχαν 93 επίσκοποι του Πατριαρχείου στην Ρώμη, μεταξύ τους και οι Αρχιεπίσκοποι Αντώνιος του Γκράντο και Ιωάννης της Ραβέννα. Στην σύνοδο αυτή αναθεμάτισαν τους εικονομάχους. Σε απάντηση ο αυτοκράτορας Λέοντας Γ' αφαίρεσε τις επαρχίες Σικελίας, Καλαβρίας και Βροτίου από το Πατριαρχείο Ρώμης, τις υπήγαγε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, του οποίου τον Πατριάρχη Γερμανό είχε αντικαταστήσει με τον δικό του Αναστάσιο. Το 737 μ.Χ. ο Λιουτπράνδος ανανέωσε τις επιθέσεις του εναντίον των Βυζαντινών επαρχιών. Για άλλη μια φορά οι δούκες του Σπολέτο και Βενεβέντο συμμάχησαν με την Ρώμη και το Εξαρχάτο για να τον αντιμετωπίσουν. Το ιστορικό αυτής της συμμαχίας ξεκίνησε λίγο πριν, όταν ο Ρώμης εξαγόρασε το οχυρό Gallese από τον Θρασαμούνδο, δούκα του Σπολέτο, ενδιάμεσο σταθμό επικοινωνίας Ρώμης-Ραβέννας. Ο Λιουτπράνδος κατατρόπωσε τον Θρασαμούνδο και ο δεύτερος κατέφυγε στην προστασία του πάπα. Ο Λιουτπράνδος απαίτησε την παράδοση του Σπολετάνου δούκα αλλά ο Γρηγόριος αρνήθηκε. Ο Λογγοβάρδος βασιλιάς επιτέθηκε και κατέλαβε τέσσερεις πόλεις στα περίχωρα της Ρώμης, τις Ameria, Horta, Polimartium και Blera. Την εποχή αυτή τοποθετούνται οι επιστολές του Γρηγορίου στον Κάρολο Μαρτέλο και τον καλούν σε βοήθεια. Ο Φράγκος ηγεμόνας απαξίωσε ν' απαντήσει. Ορισμένα εγχειρίδια ιστορίας της εποχής μιλούν για άρνηση του Καρόλου, αλλά αυτό δεν έχει διαπιστωθεί, καθώς δεν υπάρχουν πουθενά επιστολές με την απάντησή του. Ακόμα και στον Codex Carolinus, μοναδικό έγγραφο που περιέχει τις επιστολές του πάπα, απάντηση από τον Κάρολο δεν υπάρχει. Μέχρι το τέλος του 740 μ.Χ. οι Βυζαντινές δυνάμεις κατάφεραν να διώξουν τους Λογγοβάρδους από την περιοχή τους και να απελευθερώσουν το δουκάτο του Σπολέτου. Αποκατέστησαν, μάλιστα, και τον Θρασαμούνδο στο πρότερο αξίωμά του ως δούκα. Δυστυχώς, αυτός δεν τήρησε την υπόσχεσή του και δεν απέδωσε τις τέσσερεις πόλεις στους Βυζαντινούς. Ο Λιουτπράνδος με τη σειρά του συμμάχησε με το δουκάτο του Βενεβέντο, σε μια προσπάθεια να προσεταιριστεί τώρα ευκαιριακά και τους συμμάχους των Βενεβεντίνων, Βυζαντινούς. Μέσα σ' αυτό το μπλέξιμο πέθανε ο πάπας Γρηγόριος Γ' τον Δεκέμβριο του 741 μ.Χ. Την ίδια χρονιά πέθαναν οι Λέοντας Γ' (18 Ιουνίου) και Κάρολος Μαρτέλος (22 Οκτωμβρίου). Στην θέση του Γρηγορίου ανέβηκε ο Ζαχαρίας Α'. Αυτός ήρθε σε συνεννόηση με τον Λιουτπράνδο και μαζί επιτέθηκαν στον Θρασαμούνδο. Ο τελευταίος παραδόθηκε χωρίς όρους. Το δουκάτο επανήλθε στην επικυριαρχία των Λογγοβάρδων, ενώ οι τέσσερεις πόλεις επιστράφηκαν στους Βυζαντινούς. Τον επόμενο χρόνο ο Λιουτπράνδος επιτέθηκε στην Ραβέννα. Ο πάπας Ζαχαρίας άφησε την Ρώμη και κατευθύνθηκε στον Λιουτπράνδο. Μετά από επιτυχημένες συνομιλίες κατάφερε να τον πείσει να εγκαταλείψει την εκστρατεία. Οι ενέργειές του επισκόπου Ρώμης έσωσαν για άλλη μια φορά το Βυζαντινό Εξαρχάτο, τις κτήσεις δηλαδή τις αυτοκρατορίας στην Ιταλία. Από την πλευρά της Φραγκίας, πέρα από τις Άλπεις, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Γνωρίζουμε ότι από τον θάνατο του Θεοδέριχου Δ' το 737 μ.Χ. δεν ανέβηκε κάποιος βασιλιάς στον φράγκικο θρόνο μέχρι τον θάνατο του Καρόλου το 741 μ.Χ. Οι τίτλοι που κατείχε ήταν μαγιορδόμος και δούκας των Φράγκων. Συνεπώς το «subregulo» των επιστολών είναι είτε κολακευτική φράση άνευ ουσίας και περιεχομένου είτε προσπάθεια χειρισμού κάποιας επιθυμίας του Καρόλου από τον Πάπα. Όπως και να χει, αν η πρόθεση της Ρώμης ήταν να ζητήσει την βοήθεια των Φράγκων για την αντιμετώπιση του Λογγοβαρδικού κινδύνου, αυτό το έπραξε μέσα στα πλαίσια της πολιτικής της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Προσπάθησε δηλ. να στρέψει τον ένα βάρβαρο εναντίον του άλλου, όπως έπρατταν χρόνια οι Ρωμαίοι και θα συνέχιζαν να πράττουν. Από αυτό δεν τεκμαίρεται στροφή των Ρωμαίων ποντίφικων προς τους Φράγκους. Αντίθετα έχουμε τις επιστολές τους, τις οποίες χρονολογούν με βάση την βασιλεία στην Κωνσταντινούπολη. Για παράδειγμα η επιστολή του Γρηγορίου του Β', με την οποία αναθέτει την ιεραποστολή στον Βονιφάτιο (επ.12, 719) «Εδόθη 1η Μαίου τον τρίτο χρόνο της βασιλείας του ευσεβεστάτου εν Κυρίω Αύγουστου  Λέοντα, εκ Θεού εστεμμένου μεγάλου αυτοκράτορα, κατά τον τρίτο χρόνο της υπατίας του, τη δευτέρα της ινδίκτου»107, αλλά και μετά το διάταγμα του 726 μ.Χ. στην επιτολή 26 στον Άγιο Βονιφάτιο χρονολογεί ο ίδιος Πάπας « Εδόθη 10η των Καλένδων Δεκεμβρίου, τον δέκατο χρόνο της βασιλείας του ευσεβεστάτου εν Κυρίω Αυγούστου Λέοντα, εκ Θεού εστεμμένου μεγάλου αυτοκράτορα, κατά τον δέκατο χρόνο της βασιλείας του, και τον έβδομο χρόνο του Κωνσταντίνου, υιού του μεγάλου αυτοκράτορα, την δεκάτη της ινδίκτου»108. Σ' αυτήν την επιστολή αναφέρεται και ο Κωνσταντίνος Ε' ο Κοπρώνυμος. Ο πάπας Γρηγόριος ο Γ' στην επιστολή(45) του στον Άγιο Βονιφάτιο τον Οκτώβριο του 739 κλείνει ως εξής: « Εδόθη 4η των Καλένδων Νοεμβρίου τον εικοστό τρίτο χρόνο της βασιλείας του ευσεβεστάτου εν Κυρίω Αυγούστου Λέοντα, εκ Θεού εστεμμένου μεγάλου αυτοκράτορα, κατά τον εικοστό τρίτο χρόνο της υπατίας του και τον εικοστό χρόνο του Κωνσταντίνου, υιού του μεγάλου αυτοκράτορα, την ογδόη της ινδίκτου»109. Και για να τελειώνουμε, στην απάντηση(51) του πάπα Ζαχαρία στον Άγιο Βονιφάτιο τον Απρίλιο του 743, έχουμε ίδιο τρόπο χρονολόγησης: «Εδόθη στις Καλένδες Απριλίου, τον εικοστό τέταρτο χρόνο της βασιλείας του ευσεβεστάτου εν Κυρίω αυτοκράτορα Κωνστανίνου, εκ Θεού εστεμμένου, κατά τον δεύτερο χρόνο της υπατίας του, την δεκάτη της ινδίκτου». Πουθενά σ' αυτά δεν μπορούμε να στηρίξουμε επανάσταση, αποσκίρτηση ή αυτονόμηση της πολιτικής των Ρωμαίων επισκόπων Ρώμης, ούτε στροφή προς τους Φράγκους, αλλά αντίθετα πίστη στο ποίμνιό τους, στο κράτος και την βασιλεία των Ρωμαίων, και επιτυχημένες ενέργειες, κατά το δυνατόν για την στήριξη της ανεξαρτησίας των επαρχιών και αντίσταση στους βάρβαρους κατακτητές. Αποσκίρτηση της Αγίας Έδρας από το Κωνσταντινοπολίτικο κέντρο είχαμε μετά το 1009 μ.Χ. όταν στον θρόνο της Ρώμης κάθισαν Γερμανοί πάπες και έστρεψαν τον οίακα της δυτικής εκκλησίας από την Ρωμανία στην Φραγκία. Την στροφή τους αυτή ανήγγειλαν και τυπικά το 1054 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη με τον καρδινάλιο Ουμβέρτο και το κατάπτυστο εκείνο έγγραφο (πιττάκιο) που κατέθεσε στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας. Ο πάπας Ζαχαρίας απεβίωσε το 752 μ.Χ. και στην θέση του ανήλθε ο Στέφανος Β' (ή κατ' άλλους Γ'). Ένα χρόνο πριν οι Λογγοβάρδοι είχαν καταλάβει την Ραβέννα και πίεζαν ασφυκτικά την Ρώμη. Ο διάδοχος του Λιουτπράνδου, Ράτσης ύστερα από συνάντησή του με τον Ζαχαρία κλείστηκε σε μοναστήρι και την θέση του έλαβε ο αδελφός του Αϊστούλφος. Η Ραβέννα έπεσε σχεδόν χωρίς αντίσταση και ο τελευταίος Βυζαντινός Έξαρχος Ευτύχιος κατέφυγε στην Σικελία. Στην Κωνσταντινούπολη βασίλευε ο Κωνσταντίνος Ε' ο Κοπρώνυμος και απασχολημένος, όπως ήταν με Σαρακηνούς και Βούλγαρους, αδυνατούσε να προσφέρει άμεσα βοήθεια στην Ιταλία. Γι' αυτό εξουσιοδότησε τον πάπα Στέφανο να έρθει σε άμεση συνεννόηση με τους παλιούς συμμάχους της αυτοκρατορίας τους Φράγκους. Ο πάπας ταξίδευσε αυτοπροσώπως στο Πόντιον το 753 μ.Χ. Μαζί του ταξίδευε και ο Καρλομάννος, μοναχός πια. Πρόβλημα δημιουργεί ο σκοπός για τον οποίο ο Καρλομάννος ακολούθησε τον πάπα σε αυτό του το ταξίδι. Τα annals regni Francorum , στην πρώτη τους μορφή καταγράφουν την αντίθεση του Καρλομάννου σε μια ενδεχόμενη εκστρατεία του Πεπίνου στην Ιταλία. Ο συγγραφέας της αναθεωρημένης του έκδοσης (μέσα του Θ' αι.), για να απαλύνει τις εντυπώσεις, αναφέρει ότι πραγματοποίησε αυτό ταξίδι, λόγω υπακοής στον ηγούμενό του και δεν αντιτίθονταν ο ίδιος. Όπως και να ‘χει αναρωτιόμαστε για ποιον λόγο ο πάπας Στέφανος έφερε μαζί του τον αδελφό του Πεπίνου, πρόσωπο με έντονη επιρροή, όπως φαίνεται, την στιγμή που αυτός θα μπορούσε να του ανατρέψει τα σχέδια και όχι να τον βοηθήσει. Αυτός αναφέρει, ότι η γέννηση του γιου του Πεπίνου Καρλομάγνου στις 2 Απριλίου του 748 (ένα χρόνο μετά την αποταγή του Καρλομάννου) στάθηκε η αιτία για ν' αλλάξουν τα σχέδια του πατέρα του. Έτσι, αυτός παρέκαμψε την νόμιμη διαδοχή των Μεροβίγγειων και παραμέρισε τον γιο του Καρλομάννου, Drogo. Στην συνέχεια έστειλε επιστολή στον πάπα Ζαχαρία, στην οποία εντέλλονταν να κρατήσει τον αδελφό του στην Ρώμη, προφανώς για να μην επιστρέψει στην Φραγκία και του χαλάσει τα σχέδια. Συνεπώς ο Ρώμης Ζαχαρίας είχε προσφέρει δύο εκδουλεύσεις στον Πεπίνο, η πρώτη που κράτησε τον Καρλομάννο στην Ιταλία (αυτό ίσως εξηγεί το γιατί αυτός δεν μόνασε στο μοναστήρι που ο ίδιος ίδρυσε) και η δεύτερη η αποδοχή της μεταβίβασης της βασιλείας.
Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/A8E59C7A.el.aspx

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου