Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Απόκρυφα μυστικά χειρόγραφα : Τα χειρόγραφα της Νεκράς θάλασσας και του Χηνοβοσκιου της Αιγύπτου

Την ‘Aνοιξη του 1947 ένας νεαρός Βεδουίνος βοσκός που ονομαζόταν Μωχάμετ Αντ Ντχιμπ, ανακάλυψε μέσα σε μια σπηλιά πήλινα δοχεία. Η σπηλιά βρισκόταν κοντά στη βορειοδυτική όχθη της Νεκράς Θάλασσας, περίπου 12 χιλιόμετρα από την Ιεριχώ, κοντά στα ερείπια του Κιρμπέτ Κουμράν. Μέσα στα δοχεία υπήρχαν φύλλα από δέρμα, συσκευασμένα σε πάνινες λινές θήκες, τα οποία οι Βεδουίνοι πούλησαν σε κλεπταποδόχους της Βηθλεέμ. Ετσι ξεκινά η ανακάλυψη των χειρογράφων, που χαρακτηρίστηκε ως η σπουδαιότερη αρχαιολογική ανακάλυψη του προηγούμενου αιώνα. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, το παγκόσμιο σιωνιστικό κίνημα του Θεόδωρου Χέρτσελ είχε αναζωπυρωθεί. Το κράτος του Ισραήλ ήταν έτοιμο να δημιουργηθεί στα παλαιστινιακά εδάφη και ολόκληρη η Μέση Ανατολή βρισκόταν σε έκρυθμη κατάσταση. Οι σιωνιστές άρχισαν να αγοράζουν παλαιστινιακή γη από τους Τούρκους μεγαλοκτηματίες που την κατείχαν, διώχνοντας τους Παλαιστίνιους δουλοπάροικους των Τούρκων. Η διακυβέρνηση της Παλαιστίνης αποφασίστηκε να δοθεί στους Βρετανούς, οι οποίοι ήταν ευνοϊκά διακείμενοι στη δημιουργία του Ισραηλινού κράτους, σε αντίθεση με τους Αραβες που δεν επιθυμούσαν μια τέτοια εξέλιξη. Οι συμπλοκές που ήταν σε καθημερινή βάση, έδωσαν τη θέση τους σε πραγματικές μάχες μετά την αποχώρηση των Αγγλων, οπότε δημιουργήθηκε το Ισραηλινό κράτος, διχοτομήθηκε η Ιερουσαλήμ και ανεξαρτητοποιήθηκε το κράτος της Ιορδανίας. Μέσα σε ένα τέτοιο πολεμικό κλίμα, με την ανάμιξη μυστικών υπηρεσιών και εκκλησιαστικών αρχών, τα χειρόγραφα του Κουμράν βρήκαν το δρόμο τους προς διαφορετικούς αποδέκτες. Οι πρώτοι από αυτούς ήταν ο Σύριος Μονοφυσίτης Επίσκοπος Αθανάσιος, ο καθηγητής Σουκένικ του Εβραϊκού Πανεπιστημίου, ο καθηγητής Χάρντινγκ στην Ιορδανία και ο Ιωσήφ Σάαντ, έφορος αρχαιοτήτων της Ιερουσαλήμ. Οι δύο τελευταίοι διεξήγαγαν και την πρώτη επίσημη αρχαιολογική έρευνα στο Κουμράν, στις 15 Φεβρουαρίου του 1949. Επειτα από κινηματογραφικού τύπου εξελίξεις που ξεσήκωσαν τη φαντασία της κοινής γνώμης, από συνολικά έντεκα σπηλιές συγκεντρώθηκαν χιλιάδες αποσπάσματα, που ανήκουν σε 600 διαφορετικά κείμενα, από τα οποία τα 150 ανήκουν στα Βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Τα υπόλοιπα είναι γραμμένα στα εβραϊκά ή στα αραμαϊκά και χρησιμοποιούν κρυπτογραφικούς κώδικες, απλού τύπου. Βρέθηκε ένας σημαντικός αριθμός χειρογράφων στις 11 σπηλιές. Τα περισσότερα από αυτά δεν ήταν σε καλή κατάσταση, τόσο λόγω του χρόνου και της κακομεταχείρισης, την οποία υπέστησαν από τους Βεδουίνους, όταν τα τεμάχισαν για να κερδίσουν περισσότερα χρήματα. Η τοποθέτησή τους μέσα στα δοχεία, τυλιγμένα με λινά υφάσματα, ακολουθεί την πανάρχαια συνήθεια της «Γκνιζά», σύμφωνα με την οποία κείμενα που αναφέρουν το όνομα του Θεού δεν πρέπει να καταστρέφονται, ακόμα και αν χαρακτηρίζονταν ως αιρετικά. Η ανακάλυψη των χειρογράφων αποτέλεσε ένα σημαντικό πολιτικό ζήτημα, εξαιτίας της έκρυθμης πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε εκείνα τα χρόνια στην περιοχή. Παρά τις προσπάθειες διαφόρων, όπως ο Μητροπολίτης Αθανάσιος, να αποκομίσουν χρηματικά οφέλη, τα ξένα πανεπιστήμια δίσταζαν να τα αποκτήσουν, λόγω του ότι μπορούσαν οι περγαμηνές να χαρακτηρίζονταν ως προϊόντα αρχαιοκαπηλίας. Οι δυνάμεις που αναμετρούνταν στην περιοχή, θεωρούσαν η καθεμία πως τα χειρόγραφα της ανήκαν και επ’ ουδενί δέχονταν να πέσουν στα χέρια των αντιπάλων τους. Ταυτόχρονα, με τη γνωστή βεβιασμένη και μη τεκμηριωμένη στάση που κράτησαν τα Μέσα Ενημέρωσης, διαδόθηκε πως τα χειρόγραφα που χρονολογούνταν από τον 2ο π.Χ έως και τον 2ο μ. Χ αιώνα, περιείχαν αναφορές που απειλούσαν το οικοδόμημα του χριστιανισμού. Πιθανώς να περιείχαν εκφράσεις που, ενώ ο χριστιανισμός θεωρούσε πως πρώτος ο Ιησούς εξέφρασε, να αποδείκνυαν πως ήταν συνηθισμένες αντιλήψεις εκείνη την εποχή. Η ανάμιξη της Εκκλησίας θεωρούνταν επιβεβλημένη μετά από αυτό και το Βατικανό προσέφερε ένα σημαντικό ποσό για να αποκτήσει τμήματα των χειρογράφων, κάτι που δεν επιθυμούσαν οι επιστήμονες, αφού αν περνούσαν τα κείμενα στη δικαιοδοσία του Βατικανού, θα τους απαγορευόταν η πρόσβαση και η μελέτη τους. Από την άλλη πλευρά ο Σιωνισμός που πλέον είχε αποκτήσει με τη βία το δικό του κράτος, ήθελε τα χειρόγραφα αυτά να αποτελούν έκθεμα στο μουσείο της Ιερουσαλήμ, ενώ οι Ραβίνοι θύμιζαν πως η «Γκνιζά» περιλάμβανε κείμενα αιρετικά και τους ανησυχούσε η πιθανότητα να αποδείκνυαν τα κείμενα πως η εξουσία τους στηριζόταν σε αιρετικές απόψεις. Η κάθε πλευρά, λοιπόν, είχε τους δικούς της λόγους για να ανησυχεί και να αμφιβάλει. Θα χρειαζόταν ολόκληρο βιβλίο για να αναλύσει τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις που συνέβησαν τότε, σε μια περίοδο ήταν πλήρης πολιτικοκοινωνικών εξελίξεων. Έχουν κάτι το ανατρεπτικό τα χειρόγραφα; Δεν διέκρινα κάτι τέτοιο. Έχουν έναν σαφέστατα Μεσσιανικό και λυτρωτικό χαρακτήρα, διέπονται από δυισμό, έχουν επιρροές από την περσική μυθολογία και παράδοση, είναι έντονα εσχατολογικά και αποτελούν παραλλαγές της εβραϊκής παράδοσης. Μιλούν για έναν μεγάλο πόλεμο που θα συμβεί λίγο πριν το τέλος του κόσμου, ανάμεσα στον άρχοντα του φωτός και τον άρχοντα του σκότους, στον οποίο θα επικρατήσει ο πρώτος. Για αυτό, προτρέπει τους πιστούς να βρίσκονται σε εγρήγορση και σε διαρκή εξύμνηση του Θεού και τους συμβουλεύει να καθαρίζονται από τις αμαρτίες μέσω των εξαγνιστικών λουτρών (βάπτισμα), το οποίο από όλα τα κείμενα φαίνεται πως οι ερημίτες το θεωρούσαν εξαιρετικά σημαντικό. Η ανακάλυψη των χειρογράφων, σε αντίθεση με διάφορες προσδοκίες, δεν είναι απειλητική για κανένα δόγμα. Αποτελεί την καταγραφή των συνηθειών, των κανόνων ζωής και του τρόπου μέσα από τον οποίο ερμήνευε τις Γραφές η σέκτα εκείνη των Εσσαίων. Είναι χρήσιμες πηγές για την αναπαράσταση της εποχής λίγο πριν το Χριστό και των ρευμάτων της σκέψης που επικρατούσαν τότε, που οδήγησαν στη διαμόρφωση της χριστιανικής σκέψης και του Μεσσιανικού Δόγματος, το οποίο απέκτησε στην πορεία εθνική χροιά. Σύμφωνα με τον Φλάβιο Ιώσηπο, Ιουδαίο ιστορικό του 1ου αιώνα, η προφητεία του παγκόσμιου ηγέτη ήταν η κινητήρια δύναμη της εξέγερσης των Ιουδαίων κατά της Ρώμης, που συνέβη το 66-70 μ. Χ. Και πως θα μπορούσε να μην είναι, όταν διαβάζουμε σε ένα από αυτά τα κείμενα το εξής. «Οι ουρανοί και η γη θα υπακούσουν το Μεσσία του .Ο Κύριος θα επισκεφτεί τους Χασιντίμ και τους Τσαντικίμ(..) θα δοξάσει τους ευσεβείς στο θρόνο του ουράνιου βασιλείου, θα απελευθερώσει τους αιχμαλώτους, θα κάνει τους τυφλούς να δουν, θα εγείρει τους καταπιεσμένους(..) θα θεραπεύσει τους ασθενείς, θα αναστήσει τους νεκρούς..
Ένα ακόμη κομμάτι, 25 κομμάτια, προστέθηκε στο παζλ των χαμένων Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας, τα οποία βρέθηκαν πριν λίγα χρόνια και παραπέμπουν σε προ-Βιβλικό κείμενο, ηλικίας άνω των 2.000 χρόνων. Ερευνητές ανακοίνωσαν ότι βγήκαν στο φως άλλα 25 κομμάτια από τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, τα οποία συμπλήρωσαν σημαντικά έγγραφα, αποσαφηνίζοντας το νόημά τους σε ικανό ποσοστό. Όπως ανακοινώθηκε, τα κομμάτια αφορούν τα βιβλία Έξοδος, Γένεσις, Λευιτικό, Δευτερονόμιο, Σαμουήλ, Ρουθ, Βασιλιάδες, Μικά, Νεεμίας, Ιερεμίας, Ιωήλ, ο Ιησούς του Ναυή, Κριτές, Παροιμίες, Αριθμοί, Ψαλμοί, Ιεζεκιήλ και Ιωνάς. Οι ανασκαφές στις σπηλιές του Κουμράν συνεχίζονται, ενώ, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, το κομμάτι από το βιβλίο του Νεεμία είναι το πρώτο, κάτι που σημαίνει ότι προστέθηκε ένα ακόμη στη λίστα των ευρημάτων.
Μια ενδεικτική επιλογή των ευρημάτων του Κουμράν φιλοξενούσε το 1999 το Μουσείο Ρωμαϊκών και Γερμανικών Αρχαιοτήτων στην Κολονία. Η προσεκτική παρατήρησή τους τιθασεύει τη φαντασία και μας επιτρέπει την κατάδυση στη ζωή και στις δοξασίες μιας θρησκόληπτης ομάδας εβραίων αναχωρητών. Υπήρξαν μανιώδεις γραφείς. Στην Κολονία εκτίθεται ένα μικροσκοπικό μελανοδοχείο που βρέθηκε στα ερείπια του οικισμού μέσα σε ένα δωμάτιο με ένα μακρόστενο τραπέζι. Κατά πάσαν πιθανότητα ήταν το αντιγραφικό εργαστήριο της κοινότητας, από το οποίο προέρχονται τα χειρόγραφα στις γύρω σπηλιές. Τα έκρυψαν εκεί μέσα σε πήλινα πιθάρια για να τα διασώσουν από τους Ρωμαίους επιδρομείς. Οι ευλαβείς Εσσαίοι όμως είχαν και άλλες έγνοιες. Εξελίχθηκαν σε δεινούς αγγειοπλάστες και εφευρέτες των πιάτων μιας χρήσεως, επειδή τους απαγορευόταν να χρησιμοποιήσουν δεύτερη φορά τη μολυσμένη από κρέας ή γάλα πήλινη γαβάθα τους. Αλλά και το θαυμάσιο ηλιακό τους ρολόι εξαιρετικής ακριβείας διασώθηκε ως σήμερα. Βάσει των κανόνων, αλίμονο στους ευσεβείς που δεν αφιέρωναν αυστηρά τουλάχιστον το ένα τρίτο της ημέρας και το ένα τρίτο της νύχτας στον στοχασμό επί των κειμένων της Τορά. Το πιο εντυπωσιακό έκθεμα της Κολονίας είναι αναμφίβολα ένα απόσπασμα σε μέγεθος εικοσάρικου από τον λεγόμενο Πολεμικό Κύλινδρο. Ο «Κύριος της Δικαιοσύνης» οδηγεί τους «Υιούς του Φωτός» στην αποφασιστική μάχη εναντίον των «Υιών του Σκότους». Η εβραϊκή διαθέτει ως γνωστόν ψηφία μόνο για τα σύμφωνα, τα δε φωνήεντα δηλώνονται με στίγματα πάνω ή κάτω από τα σύμφωνα. Το πολεμικό απόσπασμα του Κουμράν όμως στερείται στιγμάτων και εδώ αρχίζει η δουλειά του ερμηνευτικού καλειδοσκοπίου. Το κείμενο ενδέχεται να εννοεί ότι ο αρχηγός της κοινότητας φονεύει τους εχθρούς, ενδέχεται όμως να σημαίνει και το ακριβώς αντίθετο, ότι φονεύεται δηλαδή από τους εχθρούς, με τη συντριπτική συνέπεια η χριστιανική ιδέα του πάσχοντος μεσσία να εμφανίζεται ήδη στη φιλολογία των Εσσαίων του Κουμράν. Εμμεση βοήθεια υπέρ της πρώτης εκδοχής βρίσκουμε στα υπόλοιπα κείμενα της κοινότητας, όπου δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη για ένα μεσσία που να αφίσταται από την κλασική εβραϊκή παράδοση του τιμωρού. Δύο ακόμη λαμπρά δείγματα από τη βιβλιοθήκη του Κουμράν: το χειρόγραφο του Λευιτικού με πολλές ορθότερες γραφές από το ως σήμερα γνωστό κείμενο και το χειρόγραφο των Ψαλμών, μήκους ενάμισι μέτρου, που μας αποκάλυψε για πρώτη φορά το εβραϊκό πρωτότυπο τριών ψαλμών. Ως σήμερα ήταν γνωστοί μόνο στην ελληνική και στη συριακή τους μετάφραση. Έστω και αν δεν εκτίθενται στην Κολονία, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι στην έβδομη σπηλιά του Κουμράν βρέθηκαν αποκλειστικά και μόνο ελληνικά χειρόγραφα, δεδομένο που κάνει πολλούς ερευνητές να πιστεύουν ότι εκεί κατοικούσε ο καθηγητής ελληνικών της κοινότητας. Ενα μάλιστα μικροσκοπικό απόσπασμα προκάλεσε σάλο, επειδή ταυτίστηκε με το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, με συνέπεια η συγγραφή του να χρονολογηθεί πριν από το 68 μ.Χ. και να θεωρηθεί έτσι η πιο αυθεντική μαρτυρία για τον βίο και την πολιτεία του Ιησού. Τελικά έγκυροι κλασικοί φιλόλογοι με τη βοήθεια κομπιούτερ απέδειξαν ότι το λιλιπούτειο χωρίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι κείμενο του Θουκυδίδη ή ακόμη και του Ομήρου. Του χρόνου ολοκληρώνεται η έκδοση όλων των χειρογράφων και αποσπασμάτων του Κουμράν, οπότε η έρευνα θα περάσει στο δεύτερο στάδιο, στη γλωσσική και θεολογική επεξεργασία των πολύτιμων αυτών κειμένων από τους πιο φειδωλούς σε γραπτές μαρτυρίες αιώνες. Ανατρεπτικά συμπεράσματα για την ιστορία της εβραϊκής και της χριστιανικής θρησκείας δεν αναμένονται πλέον. Αλλά και χωρίς αυτά, τα χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης διατηρούν τη γοητεία τους γιατί μας μεταφέρουν σε μια ιστορική εποχή, σε ένα πνευματικό κλίμα, μέσα από το οποίο αναπήδησε τελικά και ο χριστιανισμός.
Τον Σεπτέμβρη του 1947 ο γάλλος ιστορικός Ζαν Ντορές μετέβη στην Αίγυπτο για μια σύντομη αποστολή που του είχε ανατεθεί. Κατά την παραμονή του στο Κάιρο, του δόθηκε η ευκαιρία να έρθει σε επαφή με τις συλλογές του Κοπτικού Μουσείου. Σε ανύποπτο χρόνο, ο διευθυντής του μουσείου Τόγκο Μίνα παρουσίασε στον Ζαν Ντορές ένα ογκώδες πακέτο, μέσα στο οποίο βρισκόταν ένα δερμάτινο κάλυμμα βιβλίου, που περιείχε μερικές σελίδες παπύρου οι οποίες ήταν γεμάτες από μεγάλα και όμορφα κοπτικά γράμματα, πιθανότατα του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ. Ο Ζαν Ντορές αναγνώρισε ότι επρόκειτο για γνωστικά κείμενα, ένα εκ των οποίων έφερε τον τίτλο του Ιερού Βιβλίου του Μεγάλου Αοράτου Πνεύματος, ενώ ένα άλλο τον τίτλο του Απόκρυφου του Ιωάννου. Οι Τόγκο Μίνα και Ζαν Ντορές αμέσως ανέλαβαν να βάλουν τα φύλλα στη σωστή σειρά. Μετά από αυτή την εργασία έγιναν διακριτά πέντε έργα, από τα οποία τα δύο αποτελούσαν νέες εκδοχές του Κώδικα του Βερολίνου, που αποτελούσε ένα σύνολο αρχαίων χειρογράφων τα οποία είχαν ήδη ανακαλυφθεί και περίμεναν την πλήρη ερμηνεία τους.Τα εν λόγω κείμενα έφτασαν στα χέρια του Τόγκο Μίνα, όταν ένας έμπορος έργων τέχνης τα είχε προσφέρει σε έναν Κόπτη ακαδημαϊκό στο Κάιρο, τον Δρ. Τζ. Σόμπι, ο οποίος έστειλε τον έμπορο έργων τέχνης στο Κοπτικό Μουσείο. Έχοντας την άδεια του Τόγκο Μίνα, ο Ζαν Ντορές γνωστοποίησε τα κείμενα στον αιγυπτιολόγο Κανόν Ετιέν Ντριοτόν και στον καθηγητή Πουέκ. Εν τω μεταξύ, υπήρχαν φήμες, που είχαν διαδοθεί από καλά πληροφορημένους ανθρώπους, για μία ανακάλυψη χειρογράφων στο χωριό Χάμρα-Ντουμ, στα βόρεια του Λούξορ. Τελικά παρουσιάστηκε απτή απόδειξη, διότι ο συλλέκτης αρχαιοτήτων, Άλμπερτ Έιντ, είχε αποκτήσει κάποιες σελίδες, οι οποίες παρουσίαζαν ομοιότητες με αυτές του Κοπτικού Μουσείου. Επρόκειτο για κοπτικά έργα, και συγκεκριμένα για ένα Ευαγγέλιον της Αληθείας, ένα Λόγο στον Ρηγίνο για την Ανάσταση και κάποιες ακόμα άγνωστες πραγματείες. Τα χειρόγραφα βρέθηκαν θαμμένα σε έναν κεραμικό αμφορέα κοντά στην τοποθεσία της αρχαίας πόλης του Χηνοβοσκείου, στους πρόποδες του βουνού Τζαμπάλ αλ-Ταρίφ. Η ανακάλυψη έγινε το 1945. Αν και η ακριβής θέση όπου βρέθηκαν τα χειρόγραφα, δεν έχει εντοπιστεί, οι ειδικοί συγκλίνουν στο ότι ήταν θαμμένα σε έναν τάφο μακριά από τα μοναστήρια της γύρω περιοχής, σε ένα νεκροταφείο το οποίο κατά τα φαινόμενα δεν χρησιμοποιούσαν πλέον οι χριστιανοί.Στις 11 και 12 Ιανουαρίου του 1948, έγινε η ανακοίνωση από τον αιγυπτιακό Τύπο σχετικά με τα αποκτήματα του Κοπτικού Μουσείου. Ο Ζαν Ντορές και ο καθηγητής Πουέκ έστειλαν μια αναφορά στην Ακαδημία Επιγραφών και Γραμμάτων για τον κώδικα του μουσείου και για τον κώδικα του Άλμπερτ Έιντ, ενώ ο Τόγκο Μίνα δημοσίευσε τις ίδιες πληροφορίες στο Ινστιτούτο της Αιγύπτου. Την ίδια ώρα ανακαλύπτονταν και κάποια άλλα χειρόγραφα, που είχαν παραμείνει κρυμμένα γιατί δεν θεωρήθηκαν σημαντικά και έμειναν στο Κάιρο. Μετά την εκτίμηση του ως άνω κώδικα του Κοπτικού Μουσείου, κάποιο πρόσωπο κατάλαβε τη σημασία τους και τα αγόρασε στο σύνολό τους. Αυτό το πρόσωπο έστειλε ορισμένες φωτογραφίες των χειρογράφων στον Ζαν Ντορές, ζητώντας τη συμβουλή του. Ο τελευταίος απαρίθμησε περί τα σαράντα καινούργια έργα, με τίτλους όπως η Αποκάλυψη του Αδάμ στον υιό του Σηθ, το Ευαγγέλιον του Θωμά και μία Παράφρασις του Σημ. Σιγά σιγά αποκαλυπτόταν η ιερή βιβλιοθήκη μιας αρχαίας αίρεσης. Η ιδιοκτήτρια των χειρογράφων, κάποια δεσποινίς Ντατάρι, την άνοιξη του 1949 παρέδωσε ολόκληρη τη συλλογή των εγγράφων στον Τόγκο Μίνα, ο οποίος συνέστησε στο Συμβούλιο του Κοπτικού Μουσείου να την αποκτήσει. Το Συμβούλιο εξουσιοδότησε τον Ζαν Ντορές να συντάξει μια ειδική αναφορά – απογραφή των εγγράφων, που προσυπέγραψαν και οι Κανόν Ντριοτόν και Τόγκο Μίνα. Έτσι, το Συμβούλιο αποφάσισε να αποκτήσει τα χειρόγραφα και έκανε τις απαραίτητες ενέργειες για να πάρει από την Αιγυπτιακή κυβέρνηση ένα ποσό ικανοποιητικό για να δελεάσει τη δεσποινίδα Ντατάρι. Μετά την απογραφή και με άκρα μυστικότητα τα χειρόγραφα τοποθετήθηκαν σε ένα ταξιδιωτικό σάκο και αποτέθηκαν στην φροντίδα του Κανόν Ντριοτόν. Χάρη στη συγκατάθεση των Αιγυπτιακών αρχών, οι πρώτες σελίδες μιας κριτικής έκδοσης του πρώτου κώδικα δόθηκαν για εκτύπωση στο Εθνικό Τυπογραφείο του Παρισιού.Τον Οκτώβριο του 1949 πέθανε ο Τόγκο Μίνα, ενώ ένα ανολοκλήρωτο αλλά πολύτιμο χειρόγραφο που βρισκόταν στην κατοχή του Άλμπερτ Έιντ διέφυγε στην Ευρώπη και βρέθηκε στην κατοχή του Ινστιτούτου Γιουνγκ της Ζυρίχης. Το καλοκαίρι του 1952 ο σάκος όπου φυλασσόταν τα χειρόγραφα, πήρε τον δρόμο από την Υπηρεσία Αρχαιοτήτων προς το Κοπτικό Μουσείο, όπου είχε διοριστεί διευθυντής ο Δρ. Παχόρ Λαμπίμπ. Προηγουμένως, η δεσποινίς Ντατάρι, θεωρώντας ότι είχε εξαπατηθεί, είχε προβεί σε μήνυση εναντίον της αιγυπτιακής κυβέρνησης. Τον Οκτώβριο του 1956 συστάθηκε μια επιτροπή από ειδικούς για να επιμεληθεί την έκδοση των χειρογράφων. Ένα από τα έργα του λεγόμενου κώδικα Μπιντ, που έγινε γνωστός ως «Κώδικας Γιουνγκ», και συγκεκριμένα το Ευαγγέλιον της Αληθείας κατέστη δυνατό να εκδοθεί, ενώ και άλλα έργα εκδόθηκαν από άλλους συγγραφείς, αν και η ελλιπής δημοσιοποίηση των αρχών γύρω από το περιεχόμενο των χειρογράφων, επέτρεψαν την παραπληροφόρηση σε πολλές από αυτές της εκδόσεις. Συνεπώς, πολλές από τις θεωρίες που αναπτύχθηκαν δεν επρόκειτο να αντέξουν ως την πλήρη αποκάλυψη των όσων περιέχονται στα χειρόγραφα.
Το σύνολο των χειρογράφων του Χηνοβοσκιου έχει έκταση 1200 σελίδων και φυλάσσεται στο Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου. Ανάμεσα στα έργα που περιλαμβάνει η συλλογή το σημαντικότερο όλων, αλλά και αυτό που προκάλεσε τις περισσότερες συζητήσεις και διαφωνίες, είναι αναμφισβήτητα το Κατά Θωμάν ευαγγέλιο, τα απόκρυφα λόγια του Ιησού που υποτίθεται ότι κατέγραψε ο Απόστολος Θωμάς. Στο ευαγγέλιο αυτό, βλέπουμε έναν εκδικητικό Ιησού, ο οποίος παιδί ακόμα, εκμεταλλευόμενος τις «θεϊκές» του δυνάμεις, σκορπίζει τον θάνατο στο διάβα του ακόμη και για ασήμαντη αφορμή. Ο Ιησούς του Θωμά, διαφέρει αρκετά απ' αυτόν των Ευαγγελίων της Καινής Διαθήκης, ενώ κάποιες από τις -υποτιθέμενες- ρήσεις του, επιφέρουν έναν επιπλέον πονοκέφαλο για την Εκκλησία π.χ. «Εάν νηστεύετε, θα φέρετε αμαρτίες πάνω σας, εάν προσεύχεστε, θα καταραστείτε και εάν δώσετε ελεημοσύνη, θα καταστρέψετε το πνεύμα σας...». Αξίζει να σημειωθεί, πως στο ευαγγέλιο τού Θωμά, τα «θαύματα» τού Ιησού που περιγράφονται στα «κανονικά» Ευαγγέλια, απουσιάζουν. Προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα, το χριστεπώνυμο πλήρωμα, είναι βέβαιο πως θα σκανδαλιστεί με το «Ευαγγέλιο της Μαρίας» και το «Ευαγγέλιο του Φιλίππου», καθώς σ' αυτά αφήνονται υπόνοιες, πως Ιησούς και Μαρία Μαγδαληνή, είχαν κάτι παραπάνω από μια σχέση δασκάλου και μαθήτριας. Φυσικά, η εκδοχή που αναφέρεται στα κείμενα αυτά, σύμφωνα με την οποία ο Ιησούς δεν πέθανε στον σταυρό (ακρογωνιαίος λίθος της χριστιανικής θρησκείας, μαζί βεβαίως με την «ανάσταση», πάνω στα οποία επικεντρώνονται τα «κανονικά» Ευαγγέλια), είναι επόμενο ότι επιφέρει επιπλέον τριγμούς στο χριστιανικό οικοδόμημα. Η Εκκλησία έχει απορρίψει αυτά τ' «απόκρυφα» κείμενα, ως «αποκυήματα φαντασίας», λες και η φαντασία και τα μυθολογήματα δεν είναι τα βασικά συστατικά και των «κανονικών» κειμένων. Πολιτικά προβλήματα και προσωπικές αντιζηλίες προκάλεσαν, δυστυχώς, πολυάριθμες καθυστερήσεις στην έκδοση των κειμένων. Τελικά, μετά από δεκαετίες μια συνολική μετάφραση στα Αγγλικά όλων των χειρογράφων και των κειμένων τους έγινε προσιτή στο παγκόσμιο κοινό χάρη στις προσπάθειες του James Robinson. Μια φωτογραφική αναπαραγωγή των φύλλων των παπύρων είναι επίσης διαθέσιμη. Από το 1975 άρχισε να εμφανίζεται σταδιακά μια ενδεκάτομη πλήρης κριτική έκδοση των κωδίκων με τον τίτλο The Coptic Gnostic Library. Εξήντα τόσα χρόνια μετά την πολύ σημαντική αυτή ανακάλυψη η συζήτηση για τα χειρόγραφα του Ναγκ Χαμαντί συνεχίζεται με αμείωτη ένταση τόσο σε καθαρά επιστημονικούς όσο και σε θρησκευτικούς κύκλους. Δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού για πρώτη φορά περιήλθαν στα χέρια μας θρησκευτικά κείμενα που ήταν πριν άγνωστα ή γνωστά με αποσπασματικό και έμμεσο τρόπο. Τα χειρόγραφα περιλαμβάνουν πενήντα δύο κείμενα, από τα οποία έξι είναι επαναλήψεις άλλων κειμένων της συλλογής. Από τα υπόλοιπα σαράντα έξι, τα έξι ήταν ήδη γνωστά από παλαιότερα. Συνεπώς, τα πρωτότυπα κείμενα που περιέχει η συλλογή είναι σαράντα. Για τρία από τα σαράντα αυτά έργα διαθέταμε ήδη αποσπάσματα από άλλες πηγές, αλλά αυτά τα αποσπάσματα ήταν τόσο μικρά, ώστε δεν ήταν δυνατόν να καταλάβουμε με βεβαιότητα από ποια έργα προέρχονται μέχρι την ανακάλυψη της συλλογής του Ναγκ Χαμαντί.  Δέκα από αυτές τις πραγματείες σώζονται σε κακή κατάσταση και συχνά είναι αδύνατο να εξάγουμε το ακριβές νόημα του κειμένου ή να παρακολουθήσουμε την ανάπτυξη της σκέψης του συγγραφέα. Ο Robinson εκτιμά ότι το αρχικό σύνολο των σελίδων των κωδίκων ήταν 1239 φύλλα, από τα οποία σώζονται ολικώς ή μερικώς τα 1156. Έχουν διατηρηθεί τα καλύμματα των κωδίκων Ι-ΧΙ, τα οποία έχουν επενδυθεί εσωτερικά με χρησιμοποιημένους παπύρους, για να δίνουν την εντύπωση σκληρού εξωφύλλου. Η μελέτη αυτών των χρησιμοποιημένων παπύρων έδειξε ότι αποτελούν επιστολές ή έγγραφα οικονομικού χαρακτήρα. Τα ονόματα, οι τοποθεσίες και οι χρονολογικές αναφορές που εμπεριέχονται σ’ αυτούς βοήθησαν στη χρονολόγηση της συλλογής στα μέσα του 4ου αιώνα. Βεβαίως τα δεκατρία χειρόγραφα της συλλογής είναι αντίγραφα παλαιότερων κειμένων, ορισμένα από τα οποία πιστεύουμε ότι συντέθηκαν το 2ο αιώνα. H γλώσσα των κειμένων είναι η Κοπτική, ύστερη μορφή της Αιγυπτιακής. Χρησιμοποιούνται δύο διάλεκτοι αυτής της γλώσσας: η Σαχιδική για το μεγαλύτερο μέρος των κωδίκων και η Υπακμιμική για τους κώδικες Ι, Χ, ΧΙ. Μολονότι όλη η συλλογή είναι γραμμένη στην Κοπτική, το μεγαλύτερο μέρος των ειδικών θεωρούν ότι τα πρωτότυπα των έργων ήταν συνθεμένα στην Ελληνική. Δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτούς που έκαναν την πρώτη μετάφραση στην Κοπτική, γι’ αυτούς που έγραψαν τα συγκεκριμένα αντίτυπα ή γι’ αυτούς που τα έθαψαν. Τα χειρόγραφα βρέθηκαν πολύ κοντά στη μονή του Αγίου Παχωμίου και σύμφωνα με τον Robinson τα έκρυψαν εκεί στα τέλη του 4ου αιώνα κάποιοι μοναχοί με γνωστικές τάσεις, ύστερα από τη διαταγή του Κυρίλλου Αλεξανδρείας για τη συγκέντρωση και καταστροφή όλων των αιρετικών κειμένων. Η συλλογή περιέχει πλήθος λογοτεχνικών ειδών. Κάποια είναι τυπικά γνωστικά, ενώ άλλα μιμούνται τη χριστιανική και μη χριστιανική γραμματεία. Ορισμένες από τις πραγματείες δεν μπορούν εύκολα να καταταχθούν σε ένα συγκεκριμένο είδος.
Γενικά έχουμε τα παρακάτω είδη κειμένων: Ευαγγέλια: από τα 4 κείμενα που φέρουν τον τίτλο «ευαγγέλιο» (Ευαγγέλιο της Αλήθειας, Κατά Θωμάν ευαγγέλιο, Κατά Φίλιππον, Ευαγγέλιο των Αιγυπτίων) κανένα δεν αντιστοιχεί με το είδος κειμένων που γνωρίζουμε ως ευαγγέλιο από την Καινή Διαθήκη. Το πιο σημαντικό από αυτά είναι το Κατά Θωμάν. Αποκαλύψεις: Αποκάλυψη Παύλου, Αποκάλυψη Πέτρου, Αποκάλυψη Αδάμ, Α΄ και Β΄ Αποκάλυψη Ιακώβου. Εδώ μπορεί να ενταχθεί και ο Ασκληπιός 21-29, η Υπόσταση των Αρχόντων, η Παράφραση του Σημ. Το πιο σημαντικό από αυτά τα κείμενα είναι η Αποκάλυψη Αδάμ, στην οποία η μελλοντική ιστορία της Γνώσης αποκαλύπτεται στον Αδάμ και μεταβιβάζεται από αυτόν στο γιο του Σηθ. Αυτό το έργο θεωρείται από αρκετούς ότι εμπεριέχει έναν μη χριστιανικό Γνωστικισμό. Πράξεις: Πράξεις Πέτρου και των Δώδεκα Αποστόλων. Ακόμη ένα κείμενο που έχει τον τίτλο Επιστολή Πέτρου προς Φίλιππον μοιάζει με τις γνωστές Πράξεις της Καινής Διαθήκης. Επιστολές: ορισμένα από τα έργα της συλλογής, όπως η Πραγματεία για την Ανάσταση και ο Εύγνωστος, αναφέρονται μερικές φορές ως επιστολές, γιατί απευθύνονται προς μαθητές από κάποιον διδάσκαλο. Εντούτοις, έχουν μεγαλύτερες ομοιότητες με τις καθαυτό πραγματείες της συλλογής. Κανένα έργο της συλλογής δε μιμείται τις επιστολές του Παύλου. Διάλογοι: μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές γνωστικών κειμένων είναι οι διάλογοι μεταξύ του Ιησού και των μαθητών, στους οποίους υποτίθεται ότι αποκαλύπτονται μυστικές διδασκαλίες. Εδώ ανήκουν η Σοφία του Ιησού Χριστού και ο Διάλογος του Σωτήρος. Απόκρυφα: η λέξη «απόκρυφον» χρησιμοποιείται στον τίτλο δύο έργων της συλλογής, το Απόκρυφο του Ιακώβου και το Απόκρυφο του Ιωάννη. Στην πραγματικότητα τα δύο έργα μπορούν να ενταχθούν στις αποκαλύψεις. Θεωρητικές πραγματείες: η σημαντικότερη από αυτές είναι το Περί της του κόσμου αρχής. Εδώ μπορεί να ενταχθεί και ένα άλλο σημαντικό έργο, ο Εύγνωστος. Σοφιολογικές πραγματείες: Οι διδαχές του Σιλουανού, Οι ρήσεις του Σέξτου. Το δεύτερο έργο είναι κοπτική μετάφραση ενός γνωστού κειμένου που σώζεται και στα Ελληνικά, τα Λατινικά και ορισμένες άλλες γλώσσες. Αποκαλυπτικές πραγματείες: σ’ αυτές συνήθως κάποιος αποκαλύπτει μυστικά σε α΄ πρόσωπο. Μερικές φορές αυτό το άτομο είναι γυναίκα (Κεραυνός, Τέλειος Νους, Τριμορφική Πρωτέννοια). Προσευχές: υπάρχουν δείγματα και χριστιανικών και μη χριστιανικών προσευχών. Εδώ ανήκουν λ.χ. η Προσευχή του αποστόλου Παύλου, η Προσευχή της Ευχαριστίας και Οι τρεις στήλες του Σηθ. Τα χειρόγραφα του Ναγκ Χαμαντί, πέρα από την προφανή αξία τους για τον ιστορικό της κοπτικής παλαιογραφίας και γλωσσολογίας, αποτελούν και μια από τις σημαντικότερες διαθέσιμες πηγές για την ιστορία της φιλοσοφίας και θεολογίας του πρώιμου Χριστιανισμού και του Γνωστικισμού. Εντούτοις, η ανάλυσή τους και η κατάταξή τους είναι δύσκολη, επειδή πρόκειται για κείμενα που διαφέρουν πολύ μεταξύ τους στη μορφή, το περιεχόμενο και τη θεολογία, ενώ δε μας είναι γνωστοί με απόλυτη βεβαιότητα ούτε οι συγγραφείς τους, ούτε οι περιστάσεις ή οι συνθήκες δημιουργίας των πρωτοτύπων, αλλά ούτε και ο τόπος και χρόνος μετάφρασής τους στην Κοπτική και η συλλογή τους σε ένα σώμα κειμένων. Από την άλλη μπορούν να θεωρηθούν ως η πιο καθοριστική υπάρχουσα πηγή για τη μελέτη της απαρχής του Γνωστικισμού καθώς και για την προσπάθεια καθορισμού της καταγωγής του και της σχέσης του με τον κυρίως Χριστιανισμό. Η μελέτη αυτών των κειμένων κατέδειξε πόσο δύσκολο είναι να δώσουμε έναν ακριβή ορισμό του Γνωστικισμού, ενώ δημιούργησε αμφιβολίες στην πρόσφατη έρευνα για το κατά πόσον ο Γνωστικισμός μπορεί να θεωρηθεί ως ενιαίο πνευματικό κίνημα, ακόμη και για το αν ο Γνωστικισμός αποτέλεσε ποτέ μια πραγματικότητα ή αν είναι μια κατασκευασμένη έννοια που οι σύγχρονοι θεολόγοι επινόησαν με βάση τους Πατέρες της Εκκλησίας. Ο πρώτος μελετητής της συλλογής, ο Doresse, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα κείμενα ανήκουν κυρίως στη μορφή του Γνωστικισμού που είναι γνωστός ως Σηθιανικός Γνωστικισμός. Νεότερες έρευνες του Wisse έδειξαν ότι στην πραγματικότητα κανένα από τα κείμενα δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στις περιγραφές του Σηθιανικού Γνωστικισμού που δίνουν οι Πατέρες. Εντούτοις, η αδυναμία μας να αντιστοιχήσουμε κάθε λεπτομέρεια του Γνωστικισμού των κειμένων της συλλογής με τη μαρτυρία των Πατέρων δεν είναι παράξενη, γιατί υπήρχε μεγάλη ποικιλία γνωστικών συστημάτων. Επιπλέον, μολονότι είναι αληθές ότι ένα μέρος των πραγματειών της συλλογής δεν μπορεί να ενταχθεί ακριβώς σε κάποιο από τα γνωστικά συστήματα του 2ου και 3ου αιώνα, εντούτοις ένας αριθμός από αυτά δείχνουν ξεκάθαρες αντιστοιχίες. Ο κώδικας Ι, το Κατά Φίλιππον ευαγγέλιο και η Αποκάλυψη Ιακώβου φαίνονται να ανήκουν στο Βαλεντινιανό Γνωστικισμό. Το Απόκρυφο του Ιωάννη συνδέεται με το Σηθιανικό Γνωστικισμό. Άλλα κείμενα έχουν ταυτιστεί με άλλες γνωστικές ομάδες, αλλά η έρευνα δε φαίνεται να έχει καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα σ’ αυτό το πεδίο. Οι δυσκολίες επιτείνονται από το γεγονός ότι πολλά από αυτά τα έργα φαίνεται να αποτελούν συμπιλήματα από προγενέστερα ανεξάρτητα μεταξύ τους κείμενα, γεγονός που εξηγεί ως ένα βαθμό τη δυσκολία κατάταξής τους στις γνωστές από τα πατερικά αντιαιρετικά έργα σχολές.  Κάποια από τα κείμενα φαίνεται να έχουν υποστεί ένα είδος «εκχριστιανισμού» (Σοφία του Ιησού Χριστού, Εύγνωστος, Τριμορφική Πρωτέννοια), ενώ άλλα στέκονται κοντά σε μεσοπλατωνικές παραδόσεις. Μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της συλλογής ήταν η ύπαρξη ανάμεσα στα γνωστικά έργα και μη γνωστικών κειμένων, όπως ένα χωρίο από την Πολιτεία του Πλάτωνα και Οι ρήσεις του Σέξτου, μια σειρά ηθικών ρήσεων που αποδίδονταν στο φιλόσοφο Σέξτο. Ο κώδικας VI περιλαμβάνει μια άτιτλη πραγματεία γνωστή ως Πραγματεία για την Ογδοάδα και την Εννεάδα, την Προσευχή της Ευχαριστίας και ένα μακρύ απόσπασμα από κάποιο έργο με τον τίτλο Τέλειος Λόγος. Τα δύο τελευταία κείμενα περιλαμβάνονται εν μέρει και στην περίφημη ερμητική συλλογή Ασκληπιός, ενώ το πρώτο αποτελεί μια πρωτότυπη ερμητική πραγματεία.  Πώς, όμως, τέτοια κείμενα έφτασαν να συμπεριληφθούν σε μια κατά βάση γνωστική συλλογή πραγματειών; Η απάντηση φαίνεται ότι σχετίζεται με τη γνωστική μέθοδο ερμηνείας. Σύμφωνα με αυτήν η αλήθεια υπάρχει σε δύο επίπεδα. Στο κυριολεκτικό επίπεδο η αλήθεια είναι προσιτή σε όλους, αλλά στο βαθύτερο επίπεδο, το αλληγορικό, υπάρχουν αλήθειες που μόνο ο Γνωστικός μπορεί να εννοήσει. Έτσι, κείμενα που ανήκουν σε διαφορετικές παραδόσεις (Πλατωνισμός, Ερμητισμός, Σέξτος, Σιλουανός) επιδέχονται μια βαθύτερη, γνωστική, ερμηνεία. Στα κείμενα του Ναγκ Χαμαντί ανακαλύπτει κανείς ένα εξαιρετικά σύνθετο μυθολογικό σύστημα. Παρέχει το χάρτη ενός λαβυρίνθου μέσω του οποίου μπορεί δυνητικά ο αναγνώστης να κατανοήσει τις μυστικές αλήθειες της σωτηρίας που μεταβιβάζονταν μεταξύ των πρώτων Γνωστικών. Πράγματι η μυθική ουσία, που παραμένει κρυμμένη από όσους βρίσκονται έξω από τον χριστιανικό Γνωστικισμό, είναι ταυτόχρονα και μία από τις συναρπαστικότερες πτυχές του Γνωστικισμού, συνολικά θεωρούμενου. Ως θρησκευτικό σύστημα δεν παραχωρεί τον εαυτό του στα κατασκευάσματα της συστηματικής θεολογίας. Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι μάλλον ο Γνωστικισμός γίνεται κατανοητός μέσω της ατραπού του μύθου. Οι διαδικασίες σχηματισμού στο μυθολογικό κόσμο του Γνωστικισμού ξεκλείδωσαν τα κλειστά συστήματα επικοινωνίας τους και παρείχαν μια νέα κατανόηση του εαυτού και της σωτηρίας του. Εξαιτίας των σύνθετων διαστρωματώσεων του μύθου, η ερμηνεία της γνωστικής μυθολογίας απαιτεί συχνά την επιλογή και ερμηνεία μιας ιδιαίτερης πτυχής του συστήματος μάλλον, παρά μια γενικευμένη θεώρηση του μύθου στο σύνολό του, στρεφόμενος σε κεντρικά αρχέτυπα του μύθου, όπως είναι η Δημιουργία και η Εύα, ή μάλλον το ρόλο της Εύας στη Δημιουργία του κόσμου των Γνωστικών. Έχει εκφραστεί ενίοτε η άποψη πως «η αφθονία των γνωστικών μύθων ξεκινά από μια και μοναδική πηγή, το εδάφιο της Γένεσης 1-3». Οι ιστορίες του Αδάμ και της Εύας γοήτευσαν τους γνωστικούς Χριστιανούς, πιθανώς εξαιτίας του γεγονότος ότι τούτος ο κεντρικός μύθος επιδέχεται πολλαπλών αλληγορικών ερμηνειών. Οι μύθοι που ασχολούνται με την προέλευση του ανθρώπου ή του συνόλου της δημιουργίας ερμηνεύουν πληρέστερα για τους Γνωστικούς, γιατί οδηγήθηκε ο άνθρωπος στην κατάσταση της Πτώσης. «Είναι περισσότερο θέμα κατανόησης και ανάπλασης του αρχικού δράματος, της αρχικής κατάστασης που προκάλεσε την άνοδο, την καθιέρωση και τον θρίαμβο του κακού, ενός κακού που έχει αποκτήσει πλέον οντολογική ανθεκτικότητα και ουσία. Με αυτόν τον τρόπο ο μύθος προσαρτά τη λειτουργία της σωτηρίας. Περιγράφει το δρόμο της σωτηρίας υπενθυμίζοντας στον Γνωστικό την αληθινή του προέλευση και δείχνοντάς του πώς να ξεφύγει από τον κόσμο. Αλλά προ πάντων, όπως όλοι οι μύθοι άλλωστε, ο μύθος των Γνωστικών είναι ουσιαστικά μια ιστορία για την προέλευση του κόσμου. Εκεί βρίσκεται το κλειδί όλων όσων νομίζει κανείς ότι κατέχει».
Πηγή: http://scholeio.blogspot.gr/2014/12/blog-post_36.html
http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2012/06/blog-post_930.html
http://www.metafysiko.gr/?p=1357


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου