Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Οι Τσαμηδες στην κατεχόμενη Ήπειρο και πατριωτική δράση των ανταρτών του ΕΔΕΣ του Ν. Ζερβα

Ο εξισλαμισμός στην Ήπειρο άρχισε επί Οθωμανού σουλτάνου Μουράτ Β', εξηπλώθη δε επικινδύνως μετά την ήττα του Σκεντέρμπεη, οπότε οι μεγάλοι κτηματίες ηναγκάσθησαν να εξισλαμισθούν για να διατηρήσουν τα τιμάριά τους, αξιωθέντες τού τίτλου «μπέηδες» κατά κληρονομιά. «Τούτους κάτω από ψυχολογικό εξαναγκασμό εμιμήθησαν και οι πτωχοί κολλήγοι». Τη σκληρότερη τυραννία όμως υπέστη ή Ήπειρος, κατά τον Ν. Πατσέλη, μετά τον θάνατο τού Σκεντέρμπεη, «διότι εφ’ όσον χρόνον εμάχετο ούτος προς το Οθωμανικόν Κράτος, ή Ήπειρος συνεμμάχει μαζύ του. Διά τούτο μετά τον θάνατόν του, οι Οθωμανοί την μετεχειρίσθησαν απανθρώπως, αναγκάσαντες τον πληθυσμών εις εξισλαμισμόν. »Ο ισλαμισμός των Χριστιανών λέγει, ιδίως εις την καλουμένην σήμερον Β. Ήπειρον, έκαμε τας μεγαλυτέρας προόδους, όταν ό Γ. Καστριώτης, ηρνήθη την πίστι του εις τον Σουλτάνο και την μουσουλμανικήν θρησκείαν». «Η διπλή αυτή αποστασία, προσθέτει εξ άλλου ό Καντεμίρ, ηρέθησεν τόσον τον Αμουράτ, ώστε ούτος μετέτρεψεν όλας τας χριστιανικάς εκκλησίας τής χώρας των Αρβανιτών και ίνα κάμη όσα ηδύνατο εξιλαστήρια θύματα προς ικανοποίησιν τού Μωάμεθ, διέταξε επί ποινή θανάτου να περιτμηθούν όλοι οι Ηπειρώται. Ή μέθοδος αύτη, τονίζει, είχεν αναριθμήτους νεοφωτίστους. Ολόκληρος δε ή χώρα εις ολίγον διάστημα εμυήθη εις την μωαμεθανικήν πίστιν. Εξαίρεσιν απετέλεσαν εις τον προσηλυτισμόν εκείνον οι καθολικοί Αλβανοί (Μιρδίται) και το τμήμα το οποίον επεκτείνεται από την Οχρίδα προς Βορράν έως την Χειμάρραν προς Νότον, το οποίον διετήρησεν την ελληνικότητά του, κατά μέγα μέρος δε και την γλώσσαν, παρά την επίμονη αντίδρασι των αλβανικών φυλών». Ομαδικοί εξισλαμισμοί στην Ήπειρο παρουσιάζονται και μετά το 1640 και εδεκάτισαν τον ελληνικόν πληθυσμών πού μέχρι τότε πλεόναζε απόλυτα έναντι των Αλβανών και Τούρκων με αναλογία ένα προς δέκα. Ο Eton ανεβίβαζε τούς Έλληνας στα 4)5 τού πληθυσμού, οι δε Πουκεβίλ και Λήκ στα 9)10. Την αναλογία αυτή δε δέχεται και ό Αραβαντινός, που αντλεί τις πληροφορίες του από τον Κουβαρά. Αυτός είναι ό λόγος διά τον οποίον οι Τούρκοι τής Ηπείρου θεωρούνται «Ρωμηογυρισμένοι ή Ρωμηογυρίσματα». Κατά τον Πουκεβίλ μάλιστα «Οι Μωαμεθανοί τής Ηπείρου είναι Έλληνες περιτετμημένοι». «Μικρόν μετά την άλωσιν, γράφει ό Κων. Παπαρρηγόπουλος, το πλήθος εξισλαμισθέντων Χριστιανών ήτο τοσούτον, ώστε ή διδασκαλία τού νέου θρησκεύματος δεν επρόφθανε να γίνη εις τούς νεοφωτίστους, ώστε ήρχιζαν να μη τηρώνται αυστηρώς αι διατάξεις αυτού. Ο δε Μωάμεθ Β’ ηναγκάσθη (1474) δηλ. δέκα Χρόνια μετά την κατάρρευσι Σκεντέρμπεη να επιβάλη δι’ αυτοκρατορικού ορισμού την αυστηράν τήρησιν των διατάξεων». Κατά το χρονικό των Τσαραπλανών, γραμμένο το 1848 «και σαν επάρθηκε ή πόλις ή βασιλεύουσα εις τούς χρόνους 1453, τότε αγρίεψαν οι Τούρκοι κατεπάνω τα των Χριστιανών και έστειλαν ορισμούς και εχαλούσαν τας εκκλησίας και τα κάστρα και έγιναν μεγάλες ταραχές και κλαυθμός ανεκδιήγητος, έως δύο χρόνους έστειλαν παρηγορίαν σε τούτα τα μέρη και έτσι ησύχασαν και εκάθησαν ό καθένας εις τον τόπον του, όστις θέλει ας στοχασθή τα επάνω Φραστανά, Διπαλίτσα, Αβαρίτσανη, Λαχανόκαστρον και ολούθε, όπού ωσάν έφυγαν δεν ματαγύρισαν οπίσω, ηύρεν ό καθένας τόπον όπου τού άρεσε και έμειναν». Τα λεγόμενα όπως τού χρονικού τούτου, πιστεύομε πώς δεν έχουν καμιά απολύτως σχέσι με την άλωσι τής Κων/πόλεως, αλλά εναρμονίζονται απολύτως με τα γραφόμενα τού Καντεμίρ, ό οποίος φαίνεται να είναι πλησιέστερος προς την πραγματικότητα και ανάγονται στα μετά την κατάρρευσι Σκεντέρμπεη. Γιατί ή κατάκτησι τής Ηπείρου Αλβανίας ήταν ολοκληρωμένη 23 ολόκληρα χρόνια προ τής Αλώσεως, με την κατάληψι των Ιωαννίνων το 1430, και συμπίπτει με την επανάστασι Καστριώτη μετά την αποτυχία τής οποίας εδραιωμένος πια ό Μωαμεθανισμός εκακουργούσε αχαλίνωτος. Εξ άλλου προκειμένου περί εξισλαμισμών των νεωτέρων χρόνων, ό μητροπολίτης Βελεγράδων Αλεξούδης, γράφει: Περί το 1735-1840, φαίνεται πώς το πλείστον μέρος των κατοίκων Αυλώνος, Βερατίου και των περιχώρων «αποταξάμενον τη Ιερά χριστιανική τού ανατολικού δόγματος θρησκεία». Ο δε Γ. Δημητρίου μάς πληροφορεί ειδικώτερα: «Όλη ή επαρχία τής Χειμάρρας, ως επί το πλείστον από τη μεριά τής θάλασσας απέναντι τής Κερκύρας, κατοικείται από τούς λεγομένους Τουρκοχριστιανούς ή μισοτούρκους και μισοχριστιανούς. Πιο μέσα δε προς την ενδοχώρα υπάρχουν άλλες μεγαλύτερες πόλεις, όπως ή Νίβιτσα, Λυκορώσια, Αγ. Βασίλειος κλπ. πού κατοικούν Χριστιανοί ή Έλληνες». Ο Ιωάν. Λαμπρίδης τέλος, λέγει τα εξής: «Η κατά τα έτη 1785—1740 αλλαγή τής πατρώας θρησκείας παρά τού πλείστου μέρους τής Αυλώνος και Μπερατίου εν τω τμήματι Μουζακιάς μάλιστα συνετέλεσε τα μέγιστα προς περιστολήν τού χριστιανικού στοιχείου ενθάδε ιδίως. Επιγραφαί δε ελληνικαί επί λίθων πολλαχού μετηνεγμένων και εντειχισμένων και ελληνικά νομίσματα, μαρτυρούν την αρχαίαν λαμπρότητα τής περιοχής ταύτης». «Οι εγκυρότεροι ιστορικοί και γεωγράφοι τής Ηπείρου, τονίζει επιγραμματικά ό Ν. Πατσέλης (ανωτ.), επί μακρά έτη εις τα Ιωάννινα πρόξενοι, όπως ό Eton (1780-1798), ό Πουκεβίλ (1806-1819) και Λήκ (1805-1822), όλοι ομολογούν, ότι από την ιστορία, τα ήθη, την γλώσσαν και τον εθνικόν χαρακτήρα, φαίνεται, ότι οι Μωαμεθανοί και Τουρκαλβανοί τής Ηπείρου, αρχικώς ήσαν Έλληνες οι οποίοι εξώμοσαν… »Από τον Αμβρακικόν όθεν κόλπον μέχρι και πέραν τού Σκούμπι ποταμού, Έλληνες είναι από αρχαιοτάτων χρόνων αυτόχθονες και γηγενείς και όχι άποικοι ούτε ξένοι παρεπίδημοι. Εις την Ήπειρον δεν έχομεν «Γραικομανίαν», όπως μερικοί αργυρώνητοι και ανιστόρητοι επαναλαμβάνουν, αλλά βαθέως ερριζωμένην γνησίαν ελληνικήν ψυχήν, την οποίαν ουδείς εισβολεύς δύναται να σβύση, όπως απέδειξεν ή ανδρεία αντίστασις του πληθυσμού εις τον απαίσιον εισβολέα τής 28- 10- 1940 και έδωσεν αφορμήν εις την επαρχίαν αυτήν να γράψη μιαν από τας ενδοξωτέρας σελίδας της».
Τσαμουριά ονομάζεται η περιοχή εκείνη της Ηπείρου, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής ανάμεσα στις εκβολές του ποταμού Αχέροντα και μέχρι το Βουθρωτό και ανατολικά μέχρι τους πρόποδες του όρους Ολύτσικας (Τόμαρος). Η περιοχή ταυτίζεται με τη Θεσπρωτία και ένα  μικρό της τμήμα  ανήκει σήμερα στην Αλβανία με κέντρο την κωμόπολη Κονίσπολη. Για την προέλευση της ονομασίας υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η περισσότερο ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα φαίνεται να είναι η εκδοχή που κάνει λόγο για παραφθορά του ονόματος του ποταμού Θύαμις (Καλαμάς), με παραφθορά του με την πάροδο του χρόνου: Θύαμις, Θυάμις, Τσ(ι)άμης, δηλ. ο κάτοικος που βρίσκεται κοντά στον Θύαμη ποταμό, την Θυαμυρία, την Τσ(ι)αμουριά.
Στο θέμα των Τσάμηδων ενδιαφέρουσα προσέγγιση είναι της Λέκτορος Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ Ελευθερίας Κ. Μαντά, η οποία κατάφερε να προσεγγίσει ένα σύνθετο και ευαίσθητο θέμα με προσοχή, συστηματικότητα και χαμηλούς τόνους. Κατά την Μαντά, οι Τσάμηδες ήταν ένας παραδοσιακός αγροτικός, συμπαγής και κλειστός πληθυσμός που για συγκυριακούς λόγους εξαιρέθηκε της ανταλλαγής του 1922. H συμβίωσή τους με το χριστιανικό στοιχείο της περιοχής υπήρξε εξαρχής προβληματική: η πολιτισμική διαφοροποίηση, οι κτηματικές διαφορές και η στάση του ελληνικού κράτους απέναντί τους, ενίσχυσαν την καχυποψία τους και επέτρεψαν τη δράση εξτρεμιστικών αλυτρωτικών στοιχείων στην Αλβανία. Πάνω εκεί βασίστηκε και η Ιταλία για να θέσει τσαμικό θέμα και να δικαιολογήσει την εισβολή του 1940. Είναι δεδομένο από τις ιστορικές μαρτυρίες των κατοίκων της Θεσπρωτίας ότι οι Τσάμηδες ποτέ δεν αισθάνθηκαν Έλληνες. Και όταν κατά την Ιταλική επίθεση της 28 Οκτωβρίου ο Ελληνικός Στρατός υποχώρησε στο Νότιο Τομέα, οι Τσάμηδες αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή του Ιταλικού Στρατού. Με γιορτές και πανηγύρια ύψωσαν στο Μαργαρίτι την Αλβανική σημαία. Με την αντεπίθεση του Ελληνικού Στρατού και την υποχώρηση των Ιταλών οι ένοπλοι Τσάμηδες, πυροβολώντας από τα νώτα τα προελαύνοντα Ελληνικά τμήματα, προξένησαν πολλά θύματα εις αυτά. Για τα διαπραχθέντα αδικήματα από τους Τσάμηδες κατά την διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων το Ελληνικό Κράτος έδειξε μεγαλοψυχία και γενναιοφροσύνη. Κατά την Κατοχή τάχθηκαν ανεπιφύλακτα όλοι στο πλευρό του Ιταλικού Στρατού Κατοχής, με την ελπίδα, ότι θα αποσπάσουν την συγκατάθεση της Ιταλικής Κυβερνήσεως για ενσωμάτωση της Θεσπρωτίας στο Αλβανικό Κράτος. Στα τρία χρόνια της Κατοχής οι Τσάμηδες βοηθούσαν με ένοπλα τμήματα τα Ιταλικά κι αργότερα τα Γερμανικά στρατεύματα στις επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων ανταρτών. Προέβησαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα σε ανομολόγητα εγκλήματα κατά του χριστιανικού στοιχείου της περιοχής. Οι αναρίθμητοι φόνοι, οι βιασμοί των γυναικών, οι πυρπολήσεις των σπιτιών, η κλοπή ολοκλήρων ποιμνίων και άλλων κινητών πραγμάτων, ήταν συνηθισμένες πράξεις. Μεταξύ άλλων φόνευσαν και το Νομάρχη Θεσπρωτίας. Στις 29-9-1943, ύστερα από την απόφαση της Τσάμικης ηγεσίας, της Μιντζιλισί Ινταρέ, αποφασίζεται ο “αποκεφαλισμός” της Ελληνικής ηγεσίας της περιοχής. Επιλεκτικά, συλλαμβάνονται πενήντα δύο Έλληνες και δεμένοι οδηγούνται ενάμισι χιλιόμετρο έξω από την Παραμυθιά, στον Αη Γιώργη, με συνοδεία πενήντα Τσάμηδων και δεκαπέντε Γερμανών. Ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός γλυτώνει τρεις και εκτελούνται οι υπόλοιποι σαράντα εννιά. Παπάς, γιατρός, Γυμνασιάρχης, Σχολάρχης, Δήμαρχος, καθηγητές, δάσκαλοι, επιχειρηματίες, αγρότες, έπεσαν τραγουδώντας το “Γέρο Δήμο” και το “Έχε γεια”. Την ίδια μέρα της εκτέλεσης μπαίνει στην Παραμυθιά ο καινούργιος Δεσπότης Δωρόθεος, παρόλο που ο Πρόεδρος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Ελβετός Μπίκελ, τον προέτρεπε να μη πάει. Κανένας Χριστιανός δεν παραβρέθηκε στην υποδοχή. Παντού τρόμος θανάτου. Ο Δεσπότης, τριαντάχρονος τότε, μόνο με το Διάκο του, πηγαίνει κατ’ ευθείαν στον Γερμανό φρούραρχο, τον πείθει και αφήνει ελεύθερους τους πεντακόσιους Χριστιανούς, κρατούμενους Παραμυθιώτες και την επομένη, με συνοδεία δύο Γερμανούς στρατιώτες παίρνει και πέντε χριστιανούς, πηγαίνει στον τόπο της θυσίας και ενταφιάζει τους σαράντα εννιά άταφους μάρτυρες. Η υποχώρηση των Ιταλών και η επιστροφή των Ελλήνων κατοίκων έθεσε σε κίνηση μια δυναμική αντεκδικήσεων που κατέληξε στην εκδίωξη των Τσάμηδων το 1944, από τις ανταρτικές ομάδες του ΕΔΕΣ, που κυριαρχούσαν στην περιοχή, ίσως και με μη προβλεπόμενο και νόμιμο τρόπο θα λέγαμε. Η Ιταλική, αρχικά, και η Γερμανική Κατοχή συνοδεύτηκαν από βία. Οι ηγέτες των Τσάμηδων αποδεδειγμένα συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές, καθ’ όλη την διάρκεια της κατοχής και συμμετείχαν σε διώξεις, λεηλασίες, καταστροφές, καταδόσεις και μαζικές εκτελέσεις, η πιο γνωστή από τις οποίες υπήρξε η εκτέλεση 49 επιφανών κατοίκων (προκρίτων) της Παραμυθιάς, τον Σεπτέμβριο 1943, γεγονός που συγκλόνισε και στιγμάτισε την συνείδηση των Ελλήνων κατοίκων και έθεσε τους Τσάμηδες εκτός της Ελληνικής κοινωνίας της Θεσπρωτίας. Αυτό το γεγονός, το μίσος και την απέχθεια του τοπικού πληθυσμού εκμεταλλεύτηκαν οι τοπικοί ηγέτες του ΕΔΕΣ, καταγόμενοι από την ευρύτερη περιοχή, οι οποίοι έδρασαν με υπερβάλλοντα ενθουσιασμό και με πρωτοβουλίες που αγνοούσε η ηγεσία του ΕΔΕΣ, πλην όμως δεν το απέτρεψε. Παρόλο που ο ΕΔΕΣ ήταν μια αποκεντρωμένη οργάνωση όπου, αντίθετα με το EAM, η κεντρική διοίκηση δύσκολα έλεγχε τους τοπικούς οπλαρχηγούς, τίποτε δεν δείχνει ότι η ηγεσία του είχε την παραμικρή (και πραγματική) διάθεση να τους συγκρατήσει. Η κοινωνική-τοπική-ιστορική-πολιτική συγκυρία τον Σεπτέμβριο του 1944 επέτρεπε την «τελική λύση» του τσαμικού ζητήματος στην περιοχή της Θεσπρωτίας. Με την εκδίωξη των Τσάμηδων από την περιοχή της Θεσπρωτίας, οι περιουσίες των διαμοιράστηκαν δια κλήρου στους Έλληνες κατοίκους. Από πληροφοριοδότης και οργανωτής της πολιτικο-στρατιωτικής δραστηριότητας των μουσουλμάνων Τσάμηδων στη Θεσπρωτία, ο Nuri Dino γίνεται διοικητής του ομώνυμου τάγματος στο Αργυρόκαστρο για να εμπλακεί τελικά σε υποθέσεις μαύρης αγοράς, όπως τον κατηγορεί ο ομοϊδεάτης ανταγωνιστής του, νομάρχης Αργυροκάστρου. Παρόλα αυτά οι σχέσεις του με τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση της Ηπείρου θα παραμείνουν μέχρι το τέλος στενές.
Τον Ιούνιο του 1944, η φαντασίωση της ένωσης της Θεσπρωτίας με τη Μεγάλη Αλβανία, όπως την είχε υποσχεθεί ο Χίτλερ, βρίσκεται προς το τέλος της. Και ο Nuri Dino το γνωρίζει. Η αποστολή του τώρα είναι να υπερασπιστεί τη de facto εξουσία των μουσουλμάνων Τσάμηδων στην περιοχή αυτή κάτω από στρατιωτικά αντίξοες έως δραματικές για εκείνον συνθήκες. Η εξουσία των Τσάμηδων απειλείται ευθέως από τον ΕΔΕΣ και τις συμμαχικές δυνάμεις, οι οποίες επιδιώκουν τον πλήρη έλεγχο των θεσπρωτικών ακτών και τη δημιουργία εκτεταμένου προγεφυρώματος για εφοδιασμό της ελληνικής αντίστασης, προκειμένου να οργανωθούν οι δολιοφθορές στις αποχωρούσες γερμανικές δυνάμεις. Αυτό που καταφέρνει ο ηγέτης της μουσουλμανικής μειονότητας, παρά την πίεση που δέχονται οι δυνάμεις του, είναι να οργανώσει και να πετύχει το καλοκαίρι του 1944 την εκκένωση της περιοχής νοτίως του Καλαμά με ελάχιστες απώλειες. Οι συμμαχικές δυνάμεις και ο Ζέρβας παρέχουν συνειδητά τον αναγκαίο χρόνο για την επιχείρηση αυτή, η οποία στην πρώτη της φάση δεν ήταν αναίμακτη, καθώς ήταν αδύνατον να ελεγχθούν από πράξεις αυτοδικίας και αντεκδίκησης οι μαχητές των στρατιωτικών μονάδων του Ζέρβα στην περιοχή, και ειδικά εκείνοι που η ίδια η ζωή τους είχε σημαδευτεί επί τέσσερα χρόνια από τη κατοχική βία των ενόπλων Μουσουλμάνων της Θεσπρωτίας και των οποίων αγαπημένα πρόσωπα είχαν δολοφονηθεί από αυτούς. Σε σύγκριση πάντως με τα αιματηρά επεισόδια με θύματα (εθνοτικά) Γερμανούς και άλλους πρόσφυγες που καταγράφηκαν κατά την προέλαση του κόκκινου στρατού τους τελευταίους μήνες των συγκρούσεων στο ανατολικό μέτωπο, τα βίαια επεισόδια εναντίον αμάχων Μουσουλμάνων στην Παραμυθιά, το Καρβουνάρι, την Πάργα και τους Φιλιάτες, το καλοκαίρι και το Φθινόπωρο του 1944, ήταν εξαιρετικά περιορισμένα, και αυτό επειδή τελικά ο Ζέρβας μπόρεσε να επιβάλει την αναγκαία πειθαρχία για την περιφρούρηση του συγκεντρωμένου σε διάφορα ασφαλή σημεία άμαχου μουσουλμανικού πληθυσμού.
Η εκκένωση του συνόλου σχεδόν του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας με εξαίρεση τους λίγους μουσουλμάνους μαχητές που ήταν ενταγμένοι στο αντάρτικο του ΕΔΕΣ κυρίως από το χωριό Κόντρα της Γκρόπας ήταν, ίσως, μια από τις λίγες ρεαλιστικές αποφάσεις που πήρε ο Nuri Dino όταν δεν μπορούσε πλέον παρά να παραδεχτεί ότι το σενάριο του αλυτρωτισμού είχε ακυρωθεί οριστικά. Η τραγωδία, όμως, της υπόθεσης αυτής δεν βρίσκεται στην αυτοκαταστροφική πορεία της ηγεσίας των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, αλλά στο ότι η ηγεσία αυτή, χωρίς να συναντήσει στο εσωτερικό της μειονότητας τους φραγμούς και τις αντιστάσεις που θα περίμενε κανείς, κατάφερε και παγίδευσε το σύνολο σχεδόν των ομοεθνών της να συμμετάσχουν στην υλοποίηση της αλβανικής μεγάλης ιδέας, να υπολογίσουν σε λάθος σύμμαχο για την πραγμάτωση της ένωσης της Θεσπρωτίας με την Αλβανία και τελικά να οδηγηθούν αναγκαστικά στον ξεριζωμό, στα πλαίσια μιας εθνοκάθαρσης εξ αντανακλάσεως, παρόμοια με εκείνες που σημειώθηκαν με γερμανικούς πληθυσμούς σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης με την προέλαση του σοβιετικού στρατού. Ότι ο ξεριζωμός ήταν το πιο αναίμακτο σενάριο, αν η συμμαχία με τη Wehrmacht κατέρρεε, το γνώριζε, όπως αποδεικνύεται από τη μελέτη των γερμανικών στρατιωτικών αρχείων, η ηγεσία της μειονότητας από πολύ νωρίς. Αποφάσισε όμως να αναλάβει το ρίσκο και να παίξει με συνέπεια το χαρτί του αλυτρωτισμού, μιλώντας στα μέλη της μειονότητας μέχρι τα τελευταία για «νίκη» και για «απελευθέρωση» της Θεσπρωτίας. Η ηγετική ομάδα των μουσουλμάνων Τσάμηδων έπαιξε κυριολεκτικά με τη φωτιά και έχασε.
Πηγή: http://www.paramythia-online.gr/tsamides.htm
http://www.elkosmos.gr/i-omadiki-exislamismi-stin-ipiro-ke-vorio-ipiro/
http://www.liberal.gr/arthro/56848/amyna--diplomatia/2016/tsamides-kai-Tsamouria---i-istoriki-alitheia.html

http://eoeaedes.blogspot.is/2015/05/blog-post.html?m=1

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου