Οι Άγγλοι ήταν η μεγάλη ναυτική δύναμη της εποχής. Ενδιαφέρονταν κυρίως για το προτεκτοράτο τους στο Ιόνιο Πέλαγος, τα Επτάνησα. Ήθελαν να διατηρήσουν ειρηνικές σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία καθώς οι εμπορικοί δρόμοι της Ασίας ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί για το αγγλικό εμπόριο (Ινδία). Υποστήριζαν την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επειδή φοβούνταν την προώθηση των Ρώσων προς τη Μεσόγειο και την αναβίωση της γαλλικής επιρροής στην Ανατολή. Επομένως έπρεπε ο ρωσικός επεκτατισμός να αναχαιτιστεί και να ματαιωθεί πιθανή γαλλορωσική συμμαχία. Η Αγγλία είχε κοινοβουλευτισμό, φιλελεύθερους θεσμούς, διακήρυσσε την αρχή των εθνοτήτων αλλά μόνο όταν δεν θίγονταν τα συμφέροντά της. Τα δύο πρώτα χρόνια του αγώνα η ευρωπαϊκή απολυταρχία καταδίκασε την ελληνική επανάσταση και στη βάση των αποφάσεων των δύο Συνεδρίων (Λάυμπαχ – Βερόνα) συνεργάστηκε ανοικτά, βάρβαρα και απροσχημάτιστα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι ναυτικές δυνάμεις Αγγλίας-Γαλλίας- Αυστρίας μετέφεραν εφόδια και έσπαγαν τους αποκλεισμούς των Ελλήνων στα πολιορκημένα κάστρα, οι πρόξενοί τους είχαν τεθεί στην υπηρεσία της Πύλης με αποστολή να συλλέγουν πληροφορίες υπέρ των Τούρκων. Ο αρμοστής των Επτανήσων Maitland έδινε καταφύγιο στα τούρκικα καράβια και δεν δεχόταν τους πληγωμένους Έλληνες, τους αμάχους και τα γυναικόπαιδα που ζητούσαν καταφύγιο στα Επτάνησα.
Η Αγγλία ήταν η καλύτερα ενημερωμένη Δύναμη καθώς είχε φροντίσει από τις πρώτες μέρες της επανάστασης να συλλέγει και την παραμικρή πληροφορία. Παρακολουθούσαν την αλληλογραφία, είχαν στα λοιμοκαθαρτήρια των Επτανήσων κατασκοπευτικούς σταθμούς των Μυστικών Υπηρεσιών του Λονδίνου, χρησιμοποιούσαν τους υπαλλήλους των προξενείων και τη ναυτική μοίρα που κινούνταν στο Αιγαίο για συλλογή ειδήσεων και πληροφοριών. Παρακολουθούσαν και γνώριζαν τις αδυναμίες, τις συγκρούσεις, τους ανταγωνισμούς, τις διαφορές, τα πάθη, τις σκέψεις και τα σχέδια των πρωταγωνιστών πολιτικών και στρατιωτικών. Σχεδίαζαν και ακολουθούσαν καλομελετημένη, ρεαλιστική πολιτική μακράς πνοής για τα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια στην ανατολική Μεσόγειο. Στις 25 Μαρτίου 1825 αναγνώρισε τον ελληνικό θαλάσσιο αποκλεισμό και οι αρχές των Ιονίων που με επικεφαλής τον Άγγλο αρμοστή Τομ Μέηλαντ (τον περιβόητο Σουλτάν Θωμά όπως τον αποκαλούσε ειρωνικά ο ζακυνθινός λαός) είχαν συμπεριφερθεί στο παρελθόν σκληρότατα κατά των Ελλήνων επαναστατών, διατάχθηκαν τώρα να συμπεριφέρονται απέναντί τους σαν σε εμπολέμους.
Ο ιστορικός Δ. Φωτιάδης κρίνοντας τα δυο πρώτα δάνεια σημειώνει: «Οι οικονομικές αλυσίδες, όπου από αυτές ποτέ δεν γλιτώσαμε, είχανε δέσει τον τόπο μας πριν ακόμη αποκτήσει τη λευτεριά του. Και όμως η Βουλή της κυβέρνησης Κουντουριώτη δέχτηκε με μεγάλες εκδηλώσεις χαράς την είδηση της συνομολόγησης του δανείου, όπως της χάριζε τη βεβαιότητα ότι θα κέρδιζε τον εμφύλιο σπαραγμό. Σωστά ειπώθηκε πως με την προοπτική της διανομής του πρώτου δανείου τερματίστηκε ο πρώτος εμφύλιος και με την προοπτική του δευτέρου αρχίζει ο δεύτερος. Όταν πήρε τέλος και ο δεύτερος εμφύλιος κι έπεσε το Μεσολόγγι και παραιτήθηκε ο Κουντουριώτης και σχηματίστηκε η κυβέρνηση Ζαΐμη βρέθηκαν στο ταμείο του κράτους όλα και όλα 60 γρόσια!». Η επιτροπή της Ζακύνθου είχε ετοιμάσει κείμενο-έκκληση για την εγκαθίδρυση αγγλικού προτεκτοράτου στην Ελλάδα. Το κείμενο συγκέντρωσε τις υπογραφές σχεδόν όλων των πολιτικών, στρατιωτικών και ναυτικών αρχηγών άμεσα. Σε διάστημα μιας εβδομάδας η αίτηση προστασίας ή «Πράξις Υποταγής» (Act of Submission) είχε εγκριθεί και από το Βουλευτικό και από το Νομοτελεστικό (1 Αυγούστου 1825). Λίγοι ήταν αυτοί που δεν την ενέκριναν και αντέδρασαν στα σχέδια του Μαυροκορδάτου, όπως οι Κουντουριώτης και Κωλέττης, ο Δημ. Υψηλάντης, ο Γκούρας και ο Νικηταράς. Η Αγγλία, όμως, μέσω του G. Ganning, δεν έκανε αποδεκτή την «Πράξιν υποταγής». Δικαιωμένος από την εξέλιξη των γεγονότων βγήκε και ο Δημήτριος Υψηλάντης ο οποίος αρνούμενος να υπογράψει το κείμενο της «Πράξεως» είχε πει: «Έχομε πάρα πολύ ακριβά αγορασμένην την ελευθερίαν μας ώστε να την χαρίσωμεν τόσον φθηνά εις τον τυχόντα».
Για τη μάχη του Ανάλατου έχουν γραφτεί πολλά, σχεδόν πουθενά όμως δεν αναφέρεται πού βρίσκεται ο Ανάλατος και πώς πήρε το όνομά του. Ας δούμε τι γράφει ο Κώστας Η. Μπίρης στο βιβλίο του «ΑΙ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ». «Παλαιά τοπωνυμία, περιληπτική πολλών άλλων, καλύπτουσα κυρίως την περιοχήν της Νέας Σμύρνης και του Αγίου Σώστη. Οι γηγενείς Αθηναίοι κτηματίαι της περιοχής ταύτης συντηρούν την παράδοσιν, ότι προήλθεν η τοπωνυμία από το πηγάδι των Αγίων Θεοδώρων, του οποίου το νερό ήταν γλυκύ (ανάλατον), εν αντιθέσει προς τα άλλα της γειτονικής περιοχής του Βουρλοποτάμου, των οποίων ήτο υφάλμυρον, λόγω της γειτνιάσεως της θαλάσσης. Ενδεικτικό δε είναι, ότι εις παλαιοτέρους χρόνους η τοπωνυμία εξεφέρετο με τον ουδέτερον τύπον Ανάλατο». Ήδη στην Ελλάδα είχαν φτάσει οι Βρετανοί Τσορτς και Κόχραν που είχαν αναλάβει ηγετικές θέσεις στο ελληνικό στράτευμα. Το βράδυ της 22ας Απριλίου 1827, ενώ ο Καραϊσκάκης ψυχορραγούσε στη γολέτα του Τσορτς και ήταν φανερό σε όλους ότι ο θάνατός του ήταν ζητήματα λίγων ωρών, όλοι οι Έλληνες οπλαρχηγοί ήταν θλιμμένοι. Ο Κόχραν ωστόσο θεώρησε σωστό να γίνει η επίθεση και για τον σκοπό αυτό κάλεσε τους οπλαρχηγούς σε σύσκεψη για να τους τονίσει ότι η επιχείρηση θα διεξαγόταν κανονικά, όπως είχε αποφασιστεί αρχικά. Επρόκειτο για σοβαρότατο λάθος, καθώς ο Βρετανός δεν έλαβε υπόψη του την απογοήτευση των Ελλήνων οπλαρχηγών και στρατιωτών, η οποία θα τους στερούσε την ορμή και την αποφασιστικότητά τους, δύο βασικά πλεονεκτήματα.
Στη σύσκεψη δεν πήγαν όλοι οι οπλαρχηγοί. Ο Κόχραν ρώτησε όσους ήταν παρόντες, αν ήταν έτοιμοι για την προγραμματισμένη επίθεση. Κανείς δεν απάντησε. Μερικοί συζητούσαν μεταξύ τους αν ήταν σκόπιμο να επιτεθούν, με το ηθικό των στρατιωτών καταρρακωμένο και μήπως ήταν φρόνιμο να περιμένουν λίγες μέρες για να συνέλθουν οι άνδρες τους. Τελικά πήρε τον λόγο ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, που απάντησε στον Κόχραν ότι η θλίψη που είχαν όλοι από τον διαφαινόμενο θάνατο του Καραϊσκάκη ήταν πολύ μεγάλη και κανείς δεν ήταν πρόθυμος να πάει στις Αλυκές (τοποθεσία κοντά στους Τρεις Πύργους), απ’ όπου θα ξεκινούσε η επίθεση προς την Ακρόπολη. Ο Κόχραν έγινε έξαλλος και απείλησε ότι θα φύγει από την Ελλάδα, καθώς οι οπλαρχηγοί δεν τηρούσαν όσα είχαν συμφωνηθεί. Τότε παρενέβησαν ο Τσορτς και ο Μαυροκορδάτος (παρών και στη μάχη του Πέτα θυμίζουμε), ο οποίος επηρέαζε τους Σουλιώτες. Με το σαθρό επιχείρημα ότι αν αποχωρούσε ο Κόχραν, θα ήταν η μεγαλύτερη απώλεια για τον Αγώνα υποσχέθηκαν ότι θα αναλάβουν να τον μεταπείσουν. Ο πολυδιαφημισμένος Κόχραν έλαβε 57.000 λίρες για να έρθει στην Ελλάδα και απέτυχε παταγωδώς σχεδόν παντού (πλην της ναυμαχίας της Ιτέας – Αγκάλης το 1827).
Ας επιστρέψουμε όμως στο 1827 και στους Κόχραν και Τσορτς (ή Τσερτς πιο σωστά). Στις 23 Απριλίου, ο Τσορτς πήγε από το πλοίο του στη σκηνή του Βάσσου Μαυροβουνιώτη και κάλεσε εκεί τους Έλληνες οπλαρχηγούς. Τους ζήτησε να επιτεθούν εναντίον της Ακρόπολης. Τότε ο Γιαννούσης Πανομάρας δήλωσε εκ μέρους των στρατευμάτων του Κερατσινίου και του Πειραιά ότι ήταν έτοιμος μαζί με άλλους οπλαρχηγούς να μεταβούν στους Τρεις Πύργους, αν αρνούνταν όσοι είχαν αρχικά προσδιοριστεί γι΄ αυτόν τον σκοπό. Αυτό έκανε και άλλους, ανάμεσά τους και τους Σουλιώτες να δεχτούν να πάρουν μέρος στην επιχείρηση όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Αρχηγός της φάλαγγας που θα ξεκινούσε από τους Τρεις Πύργους ορίστηκε ο Τσορτς και οδηγός για την κατάληψη των κατάλληλων θέσεων ο Μακρυγιάννης, καθώς γνώριζε τις διάφορες τοποθεσίες. Το άλλο σώμα που είχε μείνει στον Πειραιά ήταν ουσιαστικά ακέφαλο, καθώς δεν υπήρχαν σε αυτό στρατιώτες παρά μόνο οι οπλαρχηγοί… Ο Τσορτς και ο Κόχραν παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα από τη φρεγάτα «Ελλάς». Ο Κόχραν πρότεινε να επιβιβαστούν γρήγορα στα πλοία όσοι Έλληνες βρίσκονταν στην ακτή, με τον σχηματισμό ενός είδους πλωτής γέφυρας με σειρά εφαπτόμενων λέμβων από την παραλία μέχρι τα καράβια. Του τονίστηκε όμως ότι αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο γιατί οι Έλληνες δεν ήταν εξασκημένοι σε τέτοιες ενέργειες και πολλές λέμβοι υπήρχε κίνδυνος να ανατραπούν.
Η μεταφορά τελικά έγινε με πολλές λέμβους και γρήγορη κωπηλασία. Στη μάχη του Ανάλατου σκοτώθηκαν περισσότεροι από 1.000 Έλληνες, ανάμεσά τους και μερικοί σπουδαίοι οπλαρχηγοί. Λάμπρος Βέικος, Ιωάννης Νοταράς, Γ. Δράκος, Γ. Τζαβέλλας, Χ. Ιγγλέσης, Ι. Μήτσας, Ε. Καλλέργης, Συμεών Ζαχαρίτσας, Κώστας Τζαβέλλας, Φώτος Φωτομάρας, Νούτσος Τσάτσος, Φώτος Βέικος, Πάσχος Κοσμάς, Κίτσος Κοσμάς, Χρήστος Μπέκας, Γιάννης Μπάλας, Χρήστος Τσίτης, Ν. Αγοναρίδης, Ν. Ποταμιάνος, Ζήνων Ισαυρίδης, Άνθιμος Σιναϊδης, Δ. Κουρμούλης, Ε. Ρουστικιανός, Ε. Βαλιάνης, Ν. Ζερβουδάκης, Φραγκιάς, Μιχαήλ Σκλαβουνάκης, Ε. Δαρατσάνος, Γ. Καλαμαράς και Θ. Νικηφοράκης. Από τους φιλέλληνες σκοτώθηκαν οι Ντελαρντουί και Λεφέβρ. Ο Γ. Δράκος μεταφέρθηκε στη Χαλκίδα όπου αργότερα σκοτώθηκε ή αυτοκτόνησε σύμφωνα με άλλη εκδοχή. Ο Δ. Καλλέργης, του οποίου οι Τούρκοι έκοψαν τα αφτιά, ελευθερώθηκε αφού οι οικείοι του πλήρωσαν ως λύτρα 70.000 γρόσια. Οι αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους ο Τσελεπής Αιγινήτης και οι φιλέλληνες ήταν 150 και θανατώθηκαν όλοι μετά από διαταγή του Κιουταχή. Τα δέρματα από τα κεφάλια τους και πλήθος από κομμένα αφτιά στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη ως τεκμήριο της μεγάλης τουρκικής νίκης. Ξεχωριστή και απίστευτη είναι η ιστορία του Τούσια Μπότσαρη, ξαδέλφου του Μάρκου. Αν και διασώθηκε στη διάρκεια της μάχης, βλέποντας την πλήρη καταστροφή είπε: «Δεν θέλω να σωθώ μαζί σας αλλά να χαθώ με τους δικούς μου». Όρμησε με το άλογό του σ’ ένα εχθρικό σώμα και σκοτώθηκε...Δεν ήταν όμως μόνο οι Έλληνες που είχαν σημαντικές απώλειες, αλλά και οι Τούρκοι. Ιδιαίτερα στα οχυρώματα των Σουλιωτών και του Ιγγλέση οι νεκροί από τουρκικής πλευράς ήταν πολλοί. Μάλιστα σκοτώθηκε και ο αρχηγός του τουρκικού ιππικού, ενώ τραυματίστηκε κι ο Κιουταχής που είχε πλησιάσει πολύ κοντά στο πεδίο της μάχης.
Όσοι από τους Έλληνες κατόρθωσαν να επιβιβαστούν στα πλοία, γιατί κάποιοι σκοτώθηκαν από τους Τούρκους πριν προλάβουν να φτάσουν σ’ αυτά ή πνίγηκαν, μεταφέρθηκαν σε κακή κατάσταση στον Πειραιά. Όσοι ήταν από τα γειτονικά μέρη επέστρεψαν σ’ αυτά είτε με τους αρχηγούς τους, είτε μόνοι τους σε ομάδες. Οι Πετμεζαίοι επέστρεψαν με τους άνδρες τους στην Πελοπόννησο, αφού έδωσαν μάχη στους Μύλους της Ελευσίνας με τους Τούρκους οι οποίοι τους κατείχαν. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, κατείχε το Μετόχι, αλλά εκτοπίστηκε προς τον Ελαιώνα, ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης είχε συγκεντρώσει τους άνδρες του στο Φάληρο και ο Πανομάρας κατόρθωσε να κρατήσει το μοναστήρι, αλλά λόγω του πανικού που προκλήθηκε και των απωλειών από τη βαριά ήττα, στις 27 Απριλίου, στα λίγα παραθαλάσσια οχυρώματα του Πειραιά και στο Φάληρο υπήρχαν μόλις 3.500 άνδρες.
Αυτοί απόμειναν από τους 10.000 που είχαν συγκεντρωθεί πριν λίγες μέρες. Φυσικά, ήταν αδύνατο πλέον να γίνει οποιαδήποτε σύγκρουση με τους Τούρκους.
Από τη μάχη του Ανάλατου και ύστερα, οι Έλληνες συνέχιζαν να καταδιώκονται από μανία φυγής. Κανένας Ρουμελιώτης οπλαρχηγός δεν ήθελε να αναλάβει το βάρος της αρχηγίας. Προτάθηκε να καταλάβει τη θέση ένας εκ των Κώστα Μπότσαρη και Κίτσου Τζαβέλα αλλά αμφότεροι αρνήθηκαν. Μάλιστα η πρόταση αυτή λέγεται ότι έγινε εντός μιας σπηλιάς της Καστέλλας (πιθανότατα και εντός του αρχαίου Σηραγγείου) όπου είχε εγκαταστήσει το «στρατηγείο» του ο Κώστας Μπότσαρης, ενώ έξω από αυτό είχαν στρατοπεδεύσει οι διασωθέντες Σουλιώτες. Τελικώς συμφώνησαν, να διοικεί προσωρινά ο Τζαβέλας το στρατόπεδο του Πειραιά, αφού κανείς άλλος δεν φάνηκε ικανότερός του.
Η μάχη του Ανάλατου έκρινε οριστικά όχι μόνο την τύχη των πολιορκημένων στην Ακρόπολη, αλλά και την Επανάσταση στην Ανατολική Στερεά. Ο Καραϊσκάκης, ο μόνος που μπορούσε να συγκροτεί στρατό από διασκορπισμένες δυνάμεις και να πετυχαίνει θριάμβους ήταν νεκρός από τις 4 π.μ. της 23ης Απριλίου 1827. Ο Κιουταχής είχε σπεύσει να αναγγείλει στην Πύλη τον θάνατό του ως πολύ ευχάριστο γεγονός. Αλλά και οι Τουρκαλβανοί φώναζαν στους φρουρούς των ελληνικών θέσεων: «Ώρε ο Καραϊσκάκης ο γιος της καλόγριας πέθανε. Όλοι να βάλετε μαύρα γιατί άλλον σαν κι αυτόν δεν έχετε». Η μάχη του Ανάλατου ήταν ίσως η πλέον καταστροφική για τους Έλληνες. Η απόφαση και η ακατανόητη επιμονή, του Κόχραν κυρίως, αλλά και του Τσορτς να δώσουν τη μάχη λίγο μετά τον (περίεργο) θάνατο του Καραϊσκάκη με την ψυχολογία των Ελλήνων στο ναδίρ, ήταν τραγική. Έχουν γραφτεί διάφορα γι’ αυτή την απόφαση, που εστιάζουν κυρίως στο γεγονός ότι οι Άγγλοι δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση τότε (1827), το όποιο ελληνικό κράτος θα δημιουργείτο (είτε ανεξάρτητο, είτε με κάποιας μορφής αυτονομία), να περιλαμβάνει τη Στερεά Ελλάδα, παρά μόνο την Πελοπόννησο, τα γύρω νησιά και τις Κυκλάδες. Αυτός ήταν ο στόχος των Άγγλων: “Η Ελλάδα ανεξάρτητη μεν, μέχρι τον Ισθμό δε”. Ο Κόχραν τον πέτυχε. Η μόνη του επιτυχία ήταν μια καταδρομική επιχείρηση κατά μοίρας Τουρκοαιγυπτίων ανοικτά της Ηλείας. Πήγαιναν εφόδια στην Τουρκοκρατούμενη Πάτρα… Εννοείται ότι πήρε τα εφόδια. Μετά από αυτό, αφού είχε προπληρωθεί τον μισθό του Ναυάρχου, την κοπάνησε για την Αγγλία.
Πρέπει να ήταν ο μεγαλύτερος απατεώνας που αποβιβάστηκε ποτέ. Ήταν η εποχή που η Αγγλική πολιτική άλλαζε και έγινε στόχος τους να γίνει η Ελλάδα μια δική τους αποικία χρέους, αλλά ανεξάρτητη από τον Σουλτάνο.
Πηγή :
https://www.mixanitouxronou.gr/i-epiki-machi-ton-soylioton-stin-athina-otan-oloi-etrechan-na-sothoyn-emeinan-statheroi-kai-antimetopisan-toys-toyrkoys/
https://www.protothema.gr/stories/article/1444460/i-mahi-tou-analatou-h-megaluteri-itta-ton-ellinon-o-thanatos-tou-karaiskaki-kai-o-rolos-ton-agglon/
https://nafpliooldphotos.gr/index.php/%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C/3033-lordos-koxran-o-megalyteros-apateon-pou-perase-apo-t-anapli
https://www.e-prologos.gr/%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CF%82-%CE%B4/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου