Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Οι Αρβανίτισσες της Ελλάδας : Οι Αμαζόνες του θρύλου ανάμεσα στους σημερινούς Έλληνες

Στα αρβανιτοχώρια της Βοιωτίας συναντάμε την πυρηνική, την πολυπυρηνική διευρυμένη οικογένεια και την οικογένεια-κορμό. Η πολυπυρηνική οικογένεια όμως σε άλλα χωριά αποδιοργανώθηκε νωρίτερα, γύρω στο 1920 (συμπίπτει με τη διανομή των κτημάτων της Κωπαΐδας μετά την αποξήρανσή της), αλλού αργότερα, μεταξύ του 1920 και του 1940, ή πολύ αργότερα, μεταξύ του 1940 και του 1960.
Η πολυπυρηνική οικογένεια, η μεγάλη οικογένεια (φαμίλjε ε μάδε) ή το ασκέρι, όπως την ονόμαζαν στην περιοχή μεταφορικά, ακολουθούσε το γνωστό κύκλο ανάπτυξης που εμφανίζεται και αλλού, ο οποίος άρχιζε με το γάμο των παιδιών. Τα θηλυκά αποχωρούσαν συνήθως με το γάμο και εγκαθίσταντο στο σπίτι των πεθερικών τους. Τα αρσενικά έφερναν τις νύφες στο πατρικό σπίτι. Οι γάμοι γίνονταν και εδώ με τη σειρά γέννησης, αλλά με τις μικρότερες αδελφές να προηγούνται από τους αδελφούς ανάλογα με τη σειρά ηλικίας. Στην περίπτωση που δεν υπήρχαν αρσενικά παιδιά αλλά μόνο θηλυκά, οι γονείς έφερναν σώγαμπρο στην οικογένεια, που κληρονομούσε το σπίτι και την περιουσία των πεθερικών. Συχνά ο σώγαμπρος έπαιρνε και το παρωνύμιο (παρατσούκλι) του πεθερού του. Η ιεραρχία στην οικογένεια έδινε και εδώ το προβάδισμα στα αρσενικά και ηλικιωμένα μέλη. Αρχηγός της κάθετης πολυπυρηνικής οικογένειας ήταν ο πατέρας, αλλά μετά το θάνατό του την οριζόντια αδελφική πολυπυρηνική οικογένεια διηύθυνε ο μεγάλος αδελφός. Τα δύο αυτά πρόσωπα έκαναν τον καταμερισμό των κτηνοτροφικών, γεωργικών και άλλων εργασιών στα μέλη της οικογένειας και είχαν την ευθύνη της επιχείρησης. Η πιο ηλικιωμένη γυναίκα (μητέρα, γιαγιά, πρώτη συννυφάδα) έκανε τον καταμερισμό εργασιών μέσα στο νοικοκυριό. Οι γυναίκες βοηθούσαν και στα ζώα και στα κτήματα αλλά δεν έπρεπε να «κάνουν αλέτρι». Έσκαβαν μόνο με την τσάπα. Οι Αρβανίτες προτιμούσαν τα αγόρια, όπως λένε, «για να φυλάνε τα ζώα με τους γκράδες». Ο παντρεμένες γυναίκες και σε αυτά τα χωριά ήταν γνωστές με τα ανδρωνυμικά τους, π.χ. Μήτσαινα, Μητσέλιε. Τα τελευταία χρόνια η πολυπυρηνική οικογένεια μπορούσε να διαιρεθεί και πριν από το θάνατο του πατέρα. Σε μια τέτοια περίπτωση οι γονείς κρατούσαν στο σπίτι έναν παντρεμένο γιο, συνήθως τον τελευταίο (αποσπόρι), για να τους γηροκομήσει (οικογένεια-κορμός). Στο γιο που έμενε μαζί τους άφηναν το σπίτι και το μεγαλύτερο μερίδιο της περιουσίας, που περιλάμβανε μερίδιο ανάλογο με εκείνο που έπαιρναν οι άλλοι αδελφοί επαυξημένο με αυτό που κρατούσαν οι γονείς για το γηροκόμι (πjες ε πλέικτετ).
Στους Αρβανίτες της Βοιωτίας είναι σε χρήση και δύο άλλοι όροι: το «γκιρί» (συγγενείς) και το «τάνετε» (οι δικοί). Το γκιρί δηλώνει τους αμφιπλευρικούς συγγενείς αλλά αρχικά περιοριζόταν μόνο στους μητροπλευρικούς. Γκιρί (από το «γκίου») σημαίνει γυναικείο στήθος και κατ’ επέκταση συγγένεια από γάλα ή από γυναίκες. Ο όρος υποδηλώνει κάποιο υπόλειμμα μητρογραμμικής καταγωγής (residual matriliny). Πάντως το γκιρί δεν το χρησιμοποιούν στην ίδια έκταση σε όλα τα αρβανιτοχώρια. Στα αρβανιτοχώρια κατά κανόνα επικρατεί τοπική ενδογαμία, μεγαλύτερη στα ορεινά μέρη και λιγότερο αυστηρή στα πεδινά. Στα ορεινά χωριά η ενδογαμία κυμαίνεται από 80 έως 95%. Οι κάτοικοι σχολιάζοντας αυτή την πρακτική δηλώνουν ότι οι «πρώτοι» (οι καλοί) παντρεύονται μέσα στο χωριό. Οι «δεύτεροι» δε βρίσκουν γυναίκα από το χωριό και παντρεύονται έξω. Λένε τη γνωστή παροιμία: «Παπούτσι από τον τόπο σου και ας είν’ και μπαλωμένο» (κεπούτσ να βεντι λjε τε γιε τε δε αρνουάρι) ή «πέρα από το ποτάμι να μην περάσει ούτε πέτρα του χωριού» (τέντρε λjούμι μος τίχενι εδέ γκουρ να τε κατούντιτ). Και εδώ, όπως και στην υπόλοιπη αγροτική Ελλάδα, δε θεωρούνται ευοίωνοι οι γάμοι με ανταλλαγές νυφάδων. Οι νύφες πρέπει να ακολουθούν πάντα την ίδια κατεύθυνση. Ένα σόι δηλαδή πρέπει να παίρνει νύφες από ένα άλλο, αλλά όχι και να του δίνει (επιστρέφει). Αυτό δείχνει και την πατροπλευρικότητα των σογιών. 
Οι γαμήλιες παροχές συνίστανται κυρίως στην προίκα (πρικ) και στα προικιά/ρουχισμό (άρμετ, λίνjατ) της νύφης. H προίκα ήταν κυρίως χρήματα, κτήματα και σπανιότερα οικόπεδο ή σπίτι. Τελευταία έδιναν και διαμερίσματα στις πόλεις. Υπήρχαν όμως και γαμήλιες παροχές από την πλευρά του γαμπρού προς τη νύφη και τους γονείς της. Σημαντικότερη ήταν η προγαμιαία δωρεά, στα αρβανίτικα «ργκέρντετε», «γκενταρί», η οποία συνίστατο κυρίως σε κοσμήματα, φλουριά, γιορντάνια, αλυσίδες, στολίδια μαλλιών (θέκτε), αλλά και στη σεγκούνα και την μπόλια (κεφαλόδεσμος) κ.λπ., σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νύφης.
Οι Αρβανίτισσες (η γυναίκα στα αρβανίτικα λέγεται γκρουα) αποτελούν βασικό πυλώνα της αρβανίτικης κοινότητας στην Ελλάδα, διακρινόμενες ιστορικά για την εργατικότητα, τη δυναμική παρουσία τους στην αγροτική και οικογενειακή ζωή, και τη συμβολή τους στη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας. Σκληρά εργαζόμενες στα χωράφια, την κτηνοτροφία και τις οικιακές εργασίες. Κεντρικός ρόλος στη συνοχή της οικογένειας και την ανατροφή των παιδιών με αυστηρές ηθικές αρχές. Σημαντικός φορέας μετάδοσης της αρβανίτικης διαλέκτου και των προφορικών παραδόσεων. Συμμετοχή στα κοινοτικά δρώμενα, τα πανηγύρια και τα παραδοσιακά τραγούδια. Σκληρές, αλλά δυναμικές γυναίκες και με το γνωστό αρβανίτικο πείσμα, με μία γλώσσα που χάνεται. Ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία των Αρβανιτών, έχουν οι γυναίκες, που με τον σκληρό και περιπαιχτικό τους τρόπο, κατάφερναν κι έβαζαν στη θέση τους άντρες. Σαν μητριαρχική κοινωνία, οι θέση τους ήταν σχεδόν ίση με των αντρών και ακόμα και το «δυνατό» φύλο αποδέχεται ότι στην τελική, αυτές έκαναν το κουμάντο. Σκληρές, εργατικές, περιπαιχτικές, με υπομονή, χρυσοχέρες και με χιούμορ, οι αρβανίτισσες.
Οι Σουλιώτες ήταν γενναίοι και είχαν πάθος για την ελευθερία. Περιφρονούσαν τους δειλούς και τις συζύγους τους. Τηρούσαν τις συμφωνίες τους και τιμωρούσαν με θάνατο όσους παρέβαιναν ηθικές αρχές. Άλλα χαρακτηριστικά τους ήταν η φιλοπατρία, η αφιλοχρηματία και η μεγαλοψυχία προς τους ηττημένους. Δεν έκοβαν τα μαλλιά τους, φορούσαν φουστανέλα και στο στήθος ασημένια στολίδια (τσαπράζια). Τα φορέματα των γυναικών ήταν κεντητά. Το πιο διαδεδομένο μουσικό όργανο στο Σούλι ήταν ο ταμπουράς. Ζούσαν από τα λίγα γεωργικά προϊόντα της περιοχής τους, την κτηνοτροφία και από τα λάφυρα των επιδρομών τους στα χωριά της Θεσπρωτίας, που τα υποχρέωναν να πληρώνουν φόρους σε χρήμα και σε είδος. Οι κάτοικοι των 70 αυτών χωριών ονομάζονταν Παρασουλιώτες. Για να μην ενοχλούνται από τον σουλτάνο, οι Σουλιώτες πλήρωναν φόρους τόσο για τους ίδιους όσο και για τους Παρασουλιώτες. Ιδιάζουσα περίπτωση αποτελούν οι Σουλιώτισσες. Από αυτές εξαρτιόταν απόλυτα η βιολογική επιβίωση του γένους, αλλά και η αύξηση της πολεμικής και υλικής δύναμης και περιουσίας της οικογένειας εφόσον, βέβαια, έφερνε στον κόσμο αρσενικά παιδιά. Σουλιώτες και Σουλιώτισσες, όμως, δε δυσανασχετούσαν αν έφερναν στον κόσμο κορίτσια, όπως συνέβαινε σε άλλες περιοχές την εποχή εκείνη. Θεωρούσαν τις γυναίκες άξιες να φέρουν εις πέρας ακόμα και τις πιο δύσκολες καταστάσεις και τους έδειχναν απόλυτη εμπιστοσύνη ακόμα και σε πολεμικά θέματα. Πράγματι, οι γυναίκες έπαιρναν τις κρίσιμες αποφάσεις για λογαριασμό των αντρών. Στην περίπτωση, για παράδειγμα, διαμάχης ανάμεσα σε δύο άντρες οι αντίπαλοι ζητούσαν τη γνώμη μιας γυναίκας, η οποία και γινόταν δεκτή από όλους. Στην περίπτωση, όμως, διαμάχης ανάμεσα σε δύο γυναίκες κανένας άντρας δεν επενέβαινε, από φόβο μήπως πάνω στη σύγχυση κάποια γυναίκα σκοτωνόταν, καθώς αυτό συνιστούσε φοβερό έγκλημα και επιφύλασσε βαριά τιμωρία για τον φονιά.
Οι Σουλιώτισσες λοιπόν ξεχώρισαν και στον αγώνα, καθώς πέρα από το νοικοκυριό, έπαιρναν όλες μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου ο ρόλος τους ήταν σε πρώτη φάση, εφεδρικός και βοηθητικός. Οταν όμως οι περιστάσεις το απαιτούσαν, οι γυναικείες εφεδρείες ρίχνονταν στη μάχη, άλλοτε κατρακυλώντας βράχους πάνω στον εχθρό, άλλοτε ορμώντας μπροστά με το σπαθί στο χέρι.
Συσχετίζοντας πάντα την εθνοτική ομάδα τους με τους αρχαίους Δωριείς, στο βαθμό που έχουν επηρεαστεί από τα δημοσιεύματα του Μπίρη, αναφέρουν ως χαρακτηριστικά της ομάδας τους: τη σκληρότητα, τον αγέλαστο χαρακτήρα (δωρικό ύφος), τον πατριωτισμό, τη συντηρητική ψυχοσύνθεση (πίστη στα πατροπαράδοτα), ότι είναι μισόξενοι, το σεβασμό προς τους γέροντες, τη λιτότητα κ.λπ. Από άποψη ιδιαίτερων συμπεριφορών: την μπέσα (λόγος), την εκδίκηση του αίματος, την πίστη στη βλαμιά (αδελφοποιία), τη ζωοκλοπή και τις απαγωγές γυναικών. Μάλιστα, στα χωριά του Ελικώνα αναφέρεται ότι οι κοπέλες δεν ήθελαν να παντρευτούν νέους που δεν είχαν κάνει πολλές κλεψιές. Επίσης τονίζεται ο δεισιδαίμων σε υπερβολικό βαθμό χαρακτήρας τους.
Πηγή : 
http://boeotia.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=12803
https://www.iefimerida.gr/politismos/oi-arbanites-sta-bilia-attikis
https://www.ekirikas.com/gynaikes-ipeirotisses/
https://www.protothema.gr/stories/article/1619806/oi-souliotes-kai-i-katagogi-tous-oi-fares-pou-katoikisan-sta-horia-tou-souliou-oi-sugrouseis-me-ton-ali-pasa/AMP/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου