Τρεις είναι οι μεγάλοι κατακλυσμοί που αναφέρονται στην ελληνική Μυθολογία. Ο Κατακλυσμός του Ωγύγη ή Ωγύγιος κατακλυσμός, ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνος και ο Κατακλυσμός του Δάρδανου. Οι δύο πρώτοι, σύμφωνα με τον Ησίοδο, έδωσαν τέλος σε δύο γένη του Ανθρώπου μετά το «χρύσεον γένος» των θεών. Με τον Ωγύγιο κατακλυσμό τελείωσε το «αργύρεον γένος» («ασημένιο γένος»), ενώ ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνος έδωσε τέλος στο «χάλκειον γένος», δηλαδή το «γένος του χαλκού» (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι 109, 127 και 143), οπότε δημιουργήθηκε το «ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον γένος» (Έργα και Ημέραι 159). Ο Ωγύγιος κατακλυσμός πήρε την ονομασία του από τον βασιλιά Ώγυγο ή Ωγύγη, και ήταν τόσο καταστροφικός που–σύμφωνα με τη μυθολογική μας παράδοση– άφησε την Αττική χωρίς βασιλιά μέχρι την εποχή του Κέκροπος. Ο Πλάτων στους Νόμους του, υπολογίζει πως η πλημμύρα συνέβη 10.000 χρόνια πριν από την εποχή του: «μυριάκις μύρια ἔτη διελάνθανεν» (Nόμοι, 677e)], δηλαδή αντίστοιχα γύρω στο 9500 π.Χ. Σύμφωνα με τη Μυθολογία μας ο Ωγύγιος κατακλυσμός συνέβη όταν στο Άργος βασίλευε ο Φορωνεύς, γιος του Ίναχου. Ο Ώγυγος ή Ωγύγης, που ανέφερα παραπάνω, ήταν γιος του θεού Ποσειδώνος. Το όνομα Ωγύγης και Ωγύγιος είναι άγνωστης ετυμολογίας, ωστόσο λόγω του πανάρχαιου Κατακλυσμού, θεωρείται συνώνυμο με τις λέξεις «αρχέγονο», «πρωταρχικός» ή «πανάρχαιος». Ο Ωγύγης θεωρείται σαν ένας από τους αρχέγονους βασιλείς στην Αρχαία Ελλάδα, ιδιαιτέρως στη Βοιωτία. Η μορφή του χάνεται στην αχλύ του μύθου. Ωστόσο θεωρείται ως ο βασιλιάς των Εκτενών, των αυτοχθόνων (προκατακλυσμιαίων) και πρώτων κατοίκων της Βοιωτίας. Ίδρυσε την πόλη Ωγυγία (πιθανότατα τη μετέπειτα Θήβα) και έγινε ο πρώτος βασιλιάς της. Αρκετοί αρχαίοι Έλληνες ποιητές αναφέρονται στους Θηβαίους ως «Ὠγυγίδαι». Κατά μία άλλη εκδοχή ο Ωγύγης ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Αττικής. Ο Παυσανίας ο περιηγητής, αναφερόμενος στην Βοιωτία, τον 5ο αιώνα π.Χ., αναφέρει ότι ήταν βασιλιάς των Εκτήνων, των αυτοχθόνων, προκατακλυσμιαίων και πρώτων κατοίκων της Βοιωτίας. Διάφοροι ερευνητές πιστεύουν ότι τότε καταποντίστηκαν οι πόλεις της Αθήνας και της Ελευσίνας στις όχθες της λίμνης της Κωπαΐδας που υπερχείλισε. Σύμφωνα με τον Παυσανία, τούτο συνέβη επειδή ο Κηφισός ποταμός πλημμύρισε και έπνιξε την Αττική και την Βοιωτία [Βοιωτικά 5. 1 και 8, Σχόλ. Απόλλων. 3. 1177 κ.ά.]. Επί της βασιλείας του Ωγύγη έγινε ο πρώτος από τους τρεις μεγάλους κατακλυσμούς της ελληνικής Μυθολογίας, που από το όνομά του καλείται Ωγύγιος κατακλυσμός. Διάφοροι ερευνητές πιστεύουν ότι τότε καταποντίστηκαν οι πόλεις της Αθήνας και της Ελευσίνας στις όχθες της λίμνης της Κωπαΐδας που υπερχείλισε. Ο Πλάτων, όπως είδαμε ήδη, προτείνει, ότι -σε αντίστοιχες ημερομηνίες- ο κατακλυσμός αυτός έγινε το 9.500 π.Χ.
Ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνος συνέβη όταν βασίλευε στη Φθία ο Δευκαλίων, γιος του Προμηθέα και της Ησιόνης. Ο Προμηθέας συμβούλεψε τον γιο του να κατασκευάσει μια λάρνακα (κιβωτό), επειδή ο Δίας είχε αποφασίσει να καταστρέψει το διεφθαρμένο ανθρώπινο γένος. Η πλημμύρα που προκλήθηκε από τον Δία κάλυψε ολόκληρο τον κόσμο και αφάνισε το ανθρώπινο είδος εκτός από τον Δευκαλίωνα και τη γυναίκα του, την Πύρρα, από τους οποίους ξαναδημιουργήθηκε το τέταρτο γένος των ανθρώπων, που ονομάστηκε, όπως είδαμε, «το θείο γένος των ηρώων» («ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον γένος»). Ας δούμε, όμως, αναλυτικά και κατά σειρά, τι αναφέρει η Μυθολογία μας. Στη βαθιά αρχαιότητα, ο Λυκάων, όπως λέγει η μυθολογική παράδοση, ήταν ικανός, δίκαιος και ευσεβής βασιλεύς της Πελασγίας. Φαίνεται όμως ότι κάτι δεν «κατάλαβε» καλά με τη νέα θρησκεία των Αχαιών και μάλλον δημιούργησε μια αίρεση, εκείνη του «Λυκαίου Διός», με ανθρωποθυσίες. Η λατρεία αυτή πιθανότατα αντιστοιχούσε στον αρχέγονο λυκόμορφο αγροτικό θεό των Πελασγών. Ο Ζευς έδρασε κεραυνοβόλα και «επισκέφθηκε» τον Λυκάονα προκειμένου να τον πείσει για την παντοδυναμία του – αυτό ακριβώς δείχνει –κατά την άποψή μου– την προσπάθεια των Αχαιών να εδραιώσουν τη δική τους λατρεία στους Πελασγούς. Ο βασιλιάς και οι γιοι του ασέβησαν προς το πρόσωπο του θεού, δίνοντάς του να φάει ανθρώπινο κρέας, του Νύκτιμου του μεγαλύτερου από τους πενήντα αδελφούς, που τον σκότωσαν και τον τεμάχισαν σερβίροντας ψητό το κρέας του για να διαπιστώσουν την παντογνωσία του Διός. Εξοργισμένος ο Δίας επανασύνδεσε τα μέλη του Νύκτιμου, τον ανέστησε και τον ανέβασε στον θρόνο της Πελασγίας την ίδια εποχή που έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος, ενώ όλους τους άλλους για να τους τιμωρήσει τους κατακεραύνωσε ή τους μετέτρεψε σε λύκους.
Όπως είδαμε παραπάνω ο Δίας επισκέφτηκε τον Λυκάονα, έγιναν τα γεγονότα που διηγήθηκα και εξοργισμένος ο θεός τους μετέτρεψε όλους σε λύκους, ανέστησε τον Νύκτιμο και αποφάσισε να εξαφανίσει το κτηνώδες γένος των ανθρώπων με κατακλυσμό (χάλκινο γένος ανθρώπων). Τότε, ο Προμηθεύς, όπως ανέφερα παραπάνω, ενημέρωσε αμέσως τον γιο του από την Ησιόνη, τον βασιλιά της Φθίας Δευκαλίωνα, για τις προθέσεις του Δία συμβουλεύοντάς τον να φτιάξει μια λάρνακα (κιβωτό), να τη γεμίσει με εφόδια και ζώα και να μείνει μέσα σ’ αυτή μαζί με τη γυναίκα του Πύρρα, την κόρη του Επιμηθέως. Πράγματι, ο Δίας έστειλε κατακλυσμιαία βροχή ούτως ώστε να αφανίσει όλους τους ανθρώπου. Αυτός είναι ο γνωστός Κατακλυσμός του Δευκαλίωνος, από τον οποίο τελικά, όταν σταμάτησαν οι κατακλυσμιαίες βροχές μετά από εννιά ημέρες και εννιά νύκτες, η λάρνακά τους προσάραξε στον Παρνασσό. Έτσι, σύμφωνα με τον μύθο, σώθηκαν μόνο ο Δευκαλίων και η Πύρρα, οι οποίοι, όπως θα δούμε παρακάτω, δημιούργησαν τον «λαό» των Ελλήνων. Το ζευγάρι, κατά μία εκδοχή, πήγε στο Μαντείο των Δελφών, όπου ο χρησμός της Θέμιδας, τους συμβούλεψε να «ρίπτουν όπισθέν τους τα οστά της μητρός των» ή ομοίως το βασιλικό ζεύγος έκανε θυσία στον Φύξιο Δία και ήταν ίδια η συμβουλή του που τη διαβίβασε στο ζευγάρι ο Ερμής. Ο Δευκαλίων κατάλαβε ότι ως μητέρα τους ο χρησμός εννοούσε τη Γη και τότε άρχισαν να ρίχνουν πίσω τους λάας (= πέτρες)– αφού αυτές 1. Λας = λίθος, πέτρα εξού λαός, λατομείο, λαλούδι (= κάστρο) κλπ. προέρχονταν από τα σπλάχνα της μάνας Γης. Από τους λίθους που έριπταν δημιουργήθηκε ο «λαός», το γένος των ηρώων, που έζησαν και έδρασαν μαζί με τους θεούς: «καὶ Διὸς εἰπόντος ὑπὲρ κεφαλῆς ἔβαλλεν αἴρων λίθους, καὶ οὓς μὲν ἔβαλε Δευκαλίων, ἄνδρες ἐγένοντο, οὓς δὲ Πύρρα, γυναῖκες. ὅθεν καὶ λαοὶ μεταφορικῶς ὠνομάσθησαν ἀπὸ τοῦ λᾶας ὁ λίθος». Στο «γένος των ηρώων», λοιπόν, όσες πέτρες έριχνε πίσω του ο Δευκαλίων γίνονταν άντρες και όσες πέτρες έριχνε η Πύρρα γίνονταν γυναίκες. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε ξανά η Ανθρωπότητα. Ο Δευκαλίων και η Πύρρα, εκτός από τον λαό που δημιούργησαν, απέκτησαν και έξι παιδιά, τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα, τον Ορεσθέα, την Πρωτογένεια, την Πανδώρα τη νεότερη και τη νύμφη Θυία (Αιθυία). Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, από την πρώτη πέτρα που πέταξε ο Δευκαλίων γεννήθηκε ο Έλληνας, ο γενάρχης των Ελλήνων.
Ο Κατακλυσμός του Δάρδανου οφείλει την ονομασία στον ομώνυμο βασιλιά, ο οποίος ζούσε στην Αρκαδία, όπου βασίλευε μαζί με τον αδελφό του τον Ίασο ή Ιασίωνα. Σύμφωνα με τον ιστορικό Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα (60-7 π.Χ.), τόσο ο Δάρδανος όσο και ο Ίασος ήταν γιοι του Δία και της Πλειάδας Ηλέκτρας, θυγατέρας του Άτλαντα. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς συνεχίζει λέγοντας ότι ο Δάρδανος έφυγε από την άγονη γη της Αρκαδίας, μετά από έναν μεγάλο κατακλυσμό, με μεγάλο στόλο προς το βορειοανατολικό Αιγαίο Πέλαγος προκειμένου να ιδρύσει εκεί μία αποικία. Πραγματικά, μετά τον ομώνυμο κατακλυσμό, το έδαφος πλημμύρισε και οι επιζώντες, που ζούσαν στα βουνά, τα οποία είχαν μετατραπεί σε νησιά, χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: Η πρώτη παρέμεινε στην Αρκαδία, με το Δείμα, τον γιο του Δάρδανου, ως βασιλιά. Η δεύτερη με αρχηγό τον Δάρδανο αναχώρησε με μεγάλο στόλο προς το βόρειο Αιγαίο καταλήγοντας τελικά στο νησί Σαμοθράκη. Εκεί ο Ίασος κεραυνοβολήθηκε από τον Δία όταν προσπάθησε να συνευρεθεί με τη θεά Δήμητρα. Τελικά, ο Δάρδανος και ο λαός του βρήκαν τη γη της Σαμοθράκης φτωχή, εγκατέλειψαν το νησί και πέρασαν στη Μικρά Ασία, στη μετέπειτα Τρωάδα. Η μυθολογική μας παράδοση αναφέρει ότι εκεί ο Δάρδανοςφοβούμενος για έναν νέο κατακλυσμό– δεν έχτισε καμιά πόλη, αλλά περιπλανιόταν για τα επόμενα πενήντα χρόνια στην περιοχή που από αυτόν ονομάστηκε Δαρδανία. Τελικά, ο εγγονός του, ο Τρώας, δημιούργησε εκεί μια πόλη, η οποία από αυτόν ονομάστηκε Τροία. Πραγματικά, όλες οι αρχαίες καταγραφές συμφωνούν ότι ο Δάρδανος ήλθε στην Τρωάδα από τη Σαμοθράκη και εκεί τον καλωσόρισε ο βασιλιάς Τεύκρος, γιος του ποταμού Σκαμάνδρου και της νύμφης Ιδαίας, από τον οποίο η μεν χώρα ονομάζονταν Τευκρίς και οι κάτοικοι Τεύκροι. Ο Τεύκρος έδωσε στον Δάρδανο, αφού είχε πεθάνει η πρώτη γυναίκα του η Χρύση, ως σύζυγο, την κόρη του Βάττεια ή Βατέα από την οποία ο Δάρδανος, κατά μία εκδοχή, απέκτησε δυο γιους τον Ίλον, (ή σύμφωνα με άλλον μύθο τον Τρώα), και τον Εριχθόνιο.
Σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, ο κατακλυσμός του Δάρδανου ήταν ο παλιότερος από όλους. Ο Διόδωρος μεταφέρει μια παράδοση των κατοίκων της Σαμοθράκης, ενώ ο Δάρδανος ήταν μυθικός βασιλιάς της Αρκαδίας, που έζησε στα χρόνια μετά τον κατακλυσμό. Ο Διόδωρος δίνει μια περιγραφή του φαινομένου και συγκεκριμένα αναφέρει ότι τα νερά ήρθαν από του Εύξεινο Πόντο, υπερχειλίζοντας αρχικά τις Κυάνεες Πέτρες (Βόσπορος), προς την Προποντίδα και στη συνέχεια προς το βορειοανατολικό Αιγαίο.
Πηγή :
Θεοδοσίου Στράτος, «Αστρομυθολογία-Ο αστρονομικός αποσυμβολισμός των μύθων των Ελλήνων και των άλλων αρχαίων λαών στις αστρικές εποχές του Ταύρου, του Κριού και των Ιχθύων», Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα, Μάιος 2021.
https://www.in.gr/2025/04/25/greece/texniti-noimosyni-o-talos-os-paradeigma-proimis-rompotikis-stin-arxaia-ellada/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου