Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Η άγνωστη Κατοχή (1915-1918) : Οι Αγγλογάλλοι εισβολείς στην διχασμένη Ελλάδα κατά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο

Στις αρχές του 1915, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία άρχισαν να σχεδιάζουν επίθεση στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, σαν αντιστάθμισμα στην ακινησία του Δυτικού Μετώπου. Σε αυτό το πλαίσιο, στις 11 Ιανουαρίου 1915 η Μεγάλη Βρετανία πρότεινε για πρώτη φορά «πολύ σπουδαίες εδαφικές παραχωρήσεις στα παράλια της Μικράς Ασίας», ως αντάλλαγμα για την παροχή βοήθειας από την Ελλάδα στη Σερβία. Όταν τον Φεβρουάριο ξεκίνησαν ναυτικές επιχειρήσεις των Αγγλογάλλων στα Δαρδανέλια, ο Βενιζέλος πρότεινε τη συμμετοχή της Ελλάδας με ένα σώμα στρατού. Στις 17 Φεβρουαρίου παρουσίασε στον βασιλέα Κωνσταντίνο τις θέσεις του σε αναλυτικό υπόμνημα. Εκείνος συμφώνησε, εφόσον η Entente προσκαλούσε την Ελλάδα. Μόλις το πληροφορήθηκε όμως ο Ιωάννης Μεταξάς, τότε ουσιαστικός αρχηγός του Επιτελείου, υπέβαλε την παραίτησή του μαζί με ένα υπόμνημα όπου εξηγούσε τους λόγους διαφωνίας του. Εκεί ο Μεταξάς εξηγούσε γιατί πίστευε ότι θα αποτύγχανε η συμμαχική επιχείρηση στα Δαρδανέλια, ενώ παράλληλα επεσήμαινε ότι αυτή θα προκαλούσε βουλγαρική επίθεση στη Μακεδονία, που θα αντιμετωπιζόταν από την Ελλάδα με μειωμένες δυνάμεις. Ακολούθησε συμβούλιο του Στέμματος, όπου ο Βενιζέλος παρουσίασε αναθεωρημένη πρόταση για τη συμμετοχή της Ελλάδας, με μία μόνο μεραρχία, στις επιχειρήσεις στα Δαρδανέλια. Παρά το γεγονός ότι οι πρώην πρωθυπουργοί που συμμετείχαν στο συμβούλιο υποστήριξαν την αποδοχή της πρότασης του Βενιζέλου, την επομένη, 21 Φεβρουαρίου, ο Κωνσταντίνος τελικά διαφώνησε, οδηγώντας τον Βενιζέλο σε παραίτηση. 
H 18η Νοεμβρίου 1916, αποτελεί κομβιικής σημασίας ημέρα σε ένα από τα πιο μελάνα συμβάντα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, τον Εθνικό Διχασμό, που έπληξε για δεκαετίες την Ελλάδα. Την ημέρα εκείνη, ξεσπούν τα λεγόμενα Νοεμβριανά, οι επιθέσεις δηλαδή των αντιβενιζελικών οπαδών του βασιλιά Κωνσταντίνου ενάντια στους οπαδούς και φίλους του μέχρι πρότινος πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου και του κόμματος των Φιλελευθέρων, με αφορμή την απόβαση γαλλικών στρατευμάτων στον Πειραιά και την Αθήνα. Οι δυνάμεις της Αντάντ μόνο με σταυρωμένα τα χέρια δεν έμειναν, προχωρώντας πάντως, από την πλευρά τους, σε μία ακραιφνώς παρεμβατική πολιτική στα εσωτερικά μιας τρίτης χώρας. Με τη σύμφωνη γνώμη του Ελευθέριου Βενιζέλου, αποβιβάζουν στρατεύματά τους στη Βόρεια Ελλάδα και βλέποντας πως ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος και οι προσφιλείς σε αυτόν κυβερνήσεις στηρίζουν έμπρακτα τις αντίπαλες Κεντρικές Δυνάμεις του εν εξελίξει Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, απαιτούν, μεταξύ άλλων, γενική αποστράτευση και παράδοση μέρους του οπλισμού του ελληνικού στρατού, καθώς και διενέργεια εκλογών. Οι ενέργειες της Ανταντ ως προς τον αφοπλισμό των ελληνικών δυνάμεων «είχαν την σφραγίδα της προκλητικότητας και επιπολαιότητος, αι οποίαι εις την προκειμένην περίστασιν έφθασαν μέχρι ευηθείας». Στις 18 Νοεμβρίου, χιλιάδες άνδρες του γαλλικού στρατού αποβιβάζονται στο Φάληρο και τον Πειραιά και προωθούνται σε πολλά σημεία της Αθήνας. Όπως αναφέρει στο βιβλίο του «1915, Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΑΣΜΟΣ» ο ιστορικός Γιώργος Μαυρογορδάτος, «επρόκειτο να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας ως ‘ειρηνική επίδειξη’, χωρίς να περιμένουν αντίσταση, μετά από τις προσωπικές συνεννοήσεις του Κωνσταντίνου με τον [ναύαρχο] Φουρνέ. Αιφνιδιάστηκαν, όμως, και αποκρούστηκαν, με πολλές απώλειες (62 νεκρούς και 170 τραυματίες), από πολλαπλάσιες ελληνικές δυνάμεις τακτικού στρατούς και Επιστράτων». Ο γαλλικός στόλος προχωρά σε σύντομο βομβαρδισμό της Αθήνας και τελικά επέρχεται συμφωνία μεταξύ Κωνσταντίνου και Αντάντ.
Οι Ελληνες είχαν διχαστεί σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς. Στους δεύτερους τον βασικό πυρήνα αποτελούσαν οι φιλοβασιλικοί. Μετείχαν, όμως, και άλλοι, πολιτικοί και διανοούμενοι, οι οποίοι διαφωνούσαν με την εθνική πολιτική του Βενιζέλου. Πρωταγωνιστικό ρόλο θα παίξει ο Ιων Δραγούμης, ο οποίος διαφωνούσε με την «πολιτική των προσθηκών», δηλαδή την τμηματική απελευθέρωση των κατεχομένων από τους Τούρκους εδαφών της Ελλάδας. Ο Δραγούμης οραματιζόταν την «ένωση της φυλής, την απελευθέρωση ολοκλήρου του ελληνισμού και τη συγκρότηση ενός μεγάλου ελληνικού κράτους που θα συμπεριλάβει ολόκληρο το έθνος». Ο πατριωτικός ελληνοκεντρισμός του, σε συνδυασμό με τον ρομαντισμό και τον ηρωισμό, έχουν στοιχειοθετήσει μία «προσωπικὴ μυθολογία» όπως έγραφε ο Οδυσσέας Ελύτης, περιγράφοντας τη συναρπαστική προσωπικότητα: ο Δραγούμης –κατά τον Ελύτη –υπήρξε «ἀριστοκράτης», από αυτούς που «κατακτοῦν μὲ τὸ σπαθί τους τὶς ἰδιότητες ποὺ συνεπάγεται» η λέξη, γλυκοαίματος καὶ θανάσιμα μισητός, ἄνθρωπος τῶν σαλονιῶν καὶ τῶν κομιτάτων, δημοτικιστὴς καὶ γόνος καθαρολόγων, σεμνὸς καὶ ἐρωτιάρης, ἐχθρὸς τῆς μικρῆς καὶ ἐντίμου Ἑλλάδος ἀλλ’ ἀδελφικὸς φίλος τοῦ βασιλέως, μακρὰν μέχρι θανάτου ἀπὸ τὸν Ἐλευθέριο Βενιζέλο καὶ ὀραματιστὴς μιᾶς ἄλλου εἴδους μεγάλης Ἑλλάδας. Αὐτὲς ὅλες οἱ πέρλες, δὲ συνθέτουν μόνον ἕνα μυστηριῶδες ὄνομα, παρὰ γεννοῦν μία προσωπικὴ μυθολογία, ποὺ μὲ γέμιζε γοητεία σ’ ὅλη τὴν πρώτη μου νεότητα.
Παρά την επανένωση της Ελλάδας κάτω από την κυβέρνηση Βενιζέλου, ο στρατός της τελευταίας παρέμεινε μέχρι τέλους κάτω από ξένη στρατιωτική διοίκηση. «Τόσον η Ανωτάτη όσον και αι Ανώτεραι Διοικήσεις του μακεδονικού μετώπου ενησκούντο μέχρι πέρατος των επιχειρήσεων υπό ξένων ηγητόρων», παραδέχεται η επίσημη στρατιωτική ιστορία της περιόδου (ΔΙΣ 1958, σ.xi), ενώ ακόμη πιο καυστικές είναι οι παρατηρήσεις ενός Ιταλού διπλωμάτη της εποχής..
Η καθημερινότητα της «συμμαχικής» κατοχής, αν και σαφώς ηπιότερη από τη μεταγενέστερη ναζιστική, υπήρξε βαθιά καταπιεστική για το ντόπιο πληθυσμό. Για τους επικεφαλής της «Στρατιάς της Ανατολής», όπως ονομάστηκε το πολυεθνικό σώμα που κατέλαβε τη Βόρεια Ελλάδα, η εκστρατεία είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός αποικιακού πολέμου. Στα απομνημονεύματά του, ο Σαράιγ τη συγκρίνει ρητά με «τις προηγούμενες αποικιακές εξορμήσεις μας», εξηγώντας πως ένας υφιστάμενός του στρατηγός «έκανε ή ήθελε να κάνει αυτό που είχε δει να κάνουν ή είχε κάνει ο ίδιος στη Μαδαγασκάρη, την Κίνα και αλλού» (Sarrail 1920, σ.18). Εξίσου εύγλωττη ήταν η ανάθεση της εκθρόνισης του Κωνσταντίνου σ’ έναν Γάλλο γερουσιαστή (Σαρλ Ζονάρ) με δεκαετή προϋπηρεσία ως γενικός διοικητής της Αλγερίας. «Τα μέτρα, τα οποία ελάμβαναν τα ξένα στρατεύματα, δήθεν διά την ασφάλειάν των, ήσαν εχθρικά προς τον τόπον συνήθως». Σποραδικές λεπτομέρειες για όσα τράβηξαν οι κάτοικοι της «ουδέτερης ζώνης» μετά την κατάργηση των τοπικών ελληνικών αρχών αντλούμε από τον οικείο φάκελο των αρχείων του Υπ.Εξ.
«Ολοι οι ως ύποπτοι καταγγελλόμενοι κάτοικοι των περί την ουδετέραν ζώνην χωρίων, συλλαμβανόμενοι, καταδικάζονται εις πολλάς ημέρας εις την ποινήν της επ’ ώμου, δίκην υποζυγίων, μεταφοράς των παρά τον ποταμόν δρυίνων δοκών εις το Διοικητήριον», καταγγέλλουν χαρακτηριστικά στον πρωθυπουργό Σπυρίδωνα Λάμπρο πέντε βουλευτές του Νομού Κοζάνης (17.1.1917). Ο αστυνομικός διοικητής Γρεβενών πληροφορεί πάλι τις ίδιες μέρες την Αθήνα ότι «συνελήφθησαν οικογένειαι διαφόρων πολιτών και εξυλοκοπήθησαν διότι εγκατέλειψαν τας εστίας των οι άνδρες και τα τέκνα των», ότι τα αποικιακά στρατεύματα («Μαύροι») των Γρεβενών «προσέβαλον 6 γυναίκας άς είχον φυλακίσει διότι άνδρες και τέκνα των απεσύρθησαν εντεύθεν ουδετέρας ζώνης», ότι στην επίμαχη ζώνη πραγματοποιείται «αγρία επίταξις κτηνών μικρών και μεγάλων, αποστελλομένων εις Κοζάνην» κι ότι οι Γάλλοι ιππείς που στάλθηκαν στις 25.1.1917 στο χωριό Μεγάλο Σειρήνι για να συλλάβουν τον εκεί δάσκαλο «ήρπασαν δέκα βόας και 150 όρνιθας μη πληρώσαντες αξίαν, εξυλοκόπησαν χωρικούς και παρέλαβον Ελληνα και Μουσουλμάνον παρέδρους χωρίου μη παραδώσαντας αυτοίς 400 κιλά αραβοσίτου άτινα Γάλλος διοικητής εζήτησεν»· η εικόνα συμπληρώνεται από την πληροφορία ότι στη γειτονική Ροδοσνίτσα «μετά Γάλλων συνέπραττε και διδάσκαλος χωρίου Εμμ. Ρογδάκης εκ Κρήτης».
Δεν λείπουν κι αιματηρότερα περιστατικά: «Σήμερον κάτοικοι χωρίου Ζυγόστι επιχειρούντες εισέλθωσιν εις Γρεβενά προς προμήθειαν αναγκαιούντων επυροβολήθησαν υπό μαύρων, πληγωθέντος ενός εις τον μηρόν». Παρόμοιες αυθαιρεσίες καταγγέλλονται και στη Νότια Ελλάδα, μετά την επανένωση της χώρας.
Αλλά και στη Μυτιλήνη, όπου ένας πολίτης κατηγορούμενος για τον φόνο Γάλλου δεκανέα «απολογούμενος ανέφερεν ότι 4 Γάλλοι στρατιώται εν μέθη διατελούντες εισήλθον εις το οινοπωλείον του, θραύοντες τα σκεύη του και εξυβρίζοντες αυτόν, και ότι ηναγκάσθη τότε να πυροβολήση προς εκφοβισμόν», ο κυβερνητικός αντιπρόσωπος ενημερώνει τον Οκτώβριο του 1917 το πρωθυπουργικό γραφείο ότι τις σχετικές ανακρίσεις ανέλαβαν οι γαλλικές υπηρεσίες, «απαγορεύσασαι πάσαν ανάμιξιν εις τας ημετέρας Αστυνομικάς αρχάς» και ξεκαθαρίζοντας πως οι ίδιες «θα δικάσουν τον ένοχον», ενώ η νομαρχία διαβίβασε απλά στον Γάλλο διοικητή «την λύπην της διά τον φόνον». Ο τελευταίος δήλωνε άλλωστε «ότι ουχί μόνον δεν αναγνωρίζει ημετέραν στρατιωτικήν Διοίκησιν νήσου, αλλά θεωρεί ταύτην ιεραρχικώς εξαρτωμένην υπ’ αυτού», απαιτώντας να ορίζει μέχρι και τα ατομικά υπηρεσιακά καθήκοντα του ντόπιου προσωπικού. Η ίδια λογική επικρατούσε σε όλο το μήκος και πλάτος της κατεχόμενης ζώνης. Στη Φλώρινα, λ.χ., ο Ελληνας αστυνομικός διοικητής έβλεπε τους υφισταμένους του να δέχονται εντολές όχι από τον ίδιο αλλά από τον επικεφαλής της γαλλικής «μυστικής αστυνομίας» (Sûreté), ονόματι Κινέ, που αποτελούσε κυριολεκτικά κράτος εν κράτει (Ν. Πλατής προς Αρχηγείον Χωροφυλακής, Φλώρινα 5.10.1916, αρ.22). Οπως διαβάζουμε δε σε πρόσφατη μονογραφία, «από το 1915 μέχρι το 1918 η γαλλική αντικατασκοπεία λειτουργούσε σε κάθε χωριό» της Δυτικής Μακεδονίας· στα μέτρα της Sûreté κατά των «φιλοβούλγαρων» περιλαμβάνονταν «συνοπτικές εκτελέσεις, ξυλοδαρμοί μέχρι θανάτου, εμπρησμοί χωριών [και] καταναγκαστικά έργα» (Αλέξανδρος Δάγκας, «Ο χαφιές», Αθήνα 1995, σ.29).
Αντίσταση προέβαλε μόνον η Απείρανθος της Νάξου, οι απείθαρχοι κάτοικοι της οποίας, οπλισμένοι με δυναμίτες, αρνήθηκαν ν’ αναγνωρίσουν τον Βενιζέλο κι αντιπρότειναν να παραμείνουν αυτόνομοι απ’ οποιασδήποτε κυβέρνηση (σ.405).
Τη συμμόρφωσή τους ανέλαβε ένα βενιζελικό στρατιωτικό απόσπασμα που έπνιξε στο αίμα το χωριό με πολυβόλα και ξιφολόγχες (5.1.1917), σκοτώνοντας 32 κατοίκους, τραυματίζοντας 44 και φυλακίζοντας άλλους 120 ώσπου να υπογράψουν δήλωση προσχώρησης στην «Εθνική Αμυνα». Χιλιάδες Έλληνες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, έχουν προσληφθεί στην υπηρεσία του Βρετανικού Στρατού ως εργάτες και μουλαράδες. Το σπάσιμο της πέτρας για τις αδιάκοπες επιδιορθώσεις όλων αυτών των καινούργιων και εντατικά χρησιμοποιούμενων δρόμων που έχουμε σπείρει στη μακεδονική έρημο γίνεται από εργατικά χέρια πολιτών, οι οποίοι πληρώνονται από τρία μέχρι εφτά φράγκα την ημέρα (η υψηλότερη αμοιβή είναι για τους επιστάτες), τρέφονται και κοιμούνται σε μεγάλους καταυλισμούς υπό την εποπτεία Βρετανών αξιωματικών που μιλούν τα τοπικά ιδιώματα. Όπως οδηγείς, κάθε ένα ή δυο μίλια συναντάς κι από τις δυο μεριές του δρόμου μια μαύρη φράντζα από αυτούς τους χωριάτες, πρόσφυγες ή ντόπιους, απ’ όλες τις φυλές των Βαλκανίων, Σέρβους, Τούρκους, Βούλγαρους (αν και ελληνικών φρονημάτων), την ανάμικτη ράτσα που αυτοαποκαλούνται «Μακεδόνες», Κουτσόβλαχους και Έλληνες. Γκριζομάλλες γιαγιάδες με παντελόνια σφυροκοπάνε ευσυνείδητα την πέτρα, πλάι σε νεαρούς με παχουλά (και πολύ βρόμικα) γυμνά πόδια που πελεκάνε με την ίδια ζωηράδα. Οι άντρες και τ’ αγόρια (τόσο δουλευτάρικα αγόρια δεν έχω ξαναδεί σε άλλο μέρος του κόσμου) κάνουν τη βαρύτερη δουλειά με το καροτσάκι, όλοι υπό τον καλοσυνάτο αλλά άγρυπνο έλεγχο ενός Άγγλου λοχία, που η γνωριμία του με τις βαλκανικές γλώσσες φτάνει μέχρι το «Χάιντε» -ένα γενικό επιφώνημα παρακίνησης- αλλά ο οποίος δίνει διαταγές χρησιμοποιώντας τη φράση «Χάι, Τζόνι» και συνεχίζοντας με εκφραστική παντομίμα.
Κάπως έτσι, στην ήδη πολυπολιτισμική, Θεσσαλονίκη για ένα διάστημα τριών τουλάχιστον ετών ακούγονταν μερικές δεκάδες γλώσσες. Γιατί πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι στους στρατούς των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων περιλαμβάνονταν και πολλά αποικιακά στρατεύματα, όπως π.χ. Σενεγαλέζοι, Ζουάβοι (Βορειοαφρικανοί) και Ανναμίτες (Βιετναμέζοι) στον γαλλικό και Ινδοί (αλλά και Καναδοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί) στον βρετανικό. Η παρουσία τόσων δεκάδων χιλιάδων αντρών οδήγησε και στη δημιουργία πολλών υποδομών για την εξυπηρέτηση του εφοδιασμού, της τροφοδοσίας αλλά και… της ψυχαγωγίας τους: από το τραινάκι της παραλίας, που συνέδεε το λιμάνι με τα στρατόπεδα στη Μίκρα, ως τη σιδηροδρομική σύνδεση Αρσακλί (Πανοράματος) – Σταυρού μέσω των στενών της Ρεντίνας αλλά και μια κανονική «μπουρδελοπολιτεία», τη μεγαλύτερη στα Βαλκάνια που είχε στηθεί στον βούρκο της Μπάρας, όπου ακόμα και μετά το τέλος του πολέμου υπήρχαν πάνω από χίλιες πόρνες.
Οι διαθέσεις του πληθυσμού απέναντι στην πολύχρωμη αυτή Στρατιά της Ανατολής υπό τον στρατηγό Μωρίς Σαράιγ, ήταν αντίστοιχα πολυποίκιλη. Δεν βρήκαμε κάτι σχετικά με τη στάση των, αρκετών ακόμα, μουσουλμάνων της πόλης, αλλά μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι θα ήταν άκρως επιφυλακτική (καθώς μάλιστα η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ήδη ταχθεί στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων), με εξαίρεση ίσως τους μουσουλμάνους των βρετανικών και γαλλικών αποικιακών στρατευμάτων. Αξιοσημείωτη είναι η αλλαγή που θα παρατηρηθεί στην πλειοψηφία του εβραϊκού πληθυσμού υπό την επίδραση του σιωνιστικού κινήματος, το οποίο γνωρίζει ταχεία ανάπτυξη μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο ελληνικό κράτος. Τα αρχικά φιλογερμανικά αισθήματα θα μεταστραφούν βαθμιαία σε φιλοαντατικά, ιδιαίτερα μετά τη δήλωση Μπάλφουρ «υπέρ της εγκαθίδρυσης εβραϊκής εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό στην Παλαιστίνη». Για τις τάσεις του ελληνικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης έχουμε τις γλαφυρές περιγραφές του Τομανά. «Τους ιταλούς δεν τους συμπαθούσαν, επειδή η γλώσσα τους έμοιαζε με των εβραίων και έκαναν τις εμπορικές δοσοληψίες τους με τους εβραίους […] Τους γάλλους […] δεν τους πολυσυμπαθούσαν, επειδή τους θεωρούσαν δημοκρατικούς και γυναικάδες», ας μην ξεχνάμε πως στις εκλογές του 1915 στη Θεσσαλονίκη επικράτησαν οι φιλοβασιλικοί του Γούναρη (με τους οποίους είχε συνεργαστεί εκλογικά κι η Φεντερασιόν). «Τους εγγλέζους», από την άλλη, «κυριολεκτικά τους λάτρευαν και τους είχαν όλους για λόρδους. Ήταν όλοι καλά παιδιά, σέβονταν τις γυναίκες και ήταν βολικοί: τους μεθούσαν, τους έκλεβαν και τους παρατούσαν μισόγυμνους στον δρόμο». Όσον αφορά, τώρα, τα «εξωτικά» αποικιακά στρατεύματα, για τους Ανναμίτες θεωρούσαν ότι έτρωγαν ποντίκια (επειδή τους είχε ανατεθεί η συγκέντρωση και εξόντωση των τρωκτικών για να μην εξαπλωθούν επιδημίες), ενώ τους «σενεγαλέζους τούς έτρεμαν, γιατί κυκλοφορούσε η φήμη ότι άρπαζαν τα παιδάκια, τα έσφαζαν και τα έψηναν στον φούρνο με πατάτες».
Πηγή : 
https://alterthess.gr/apovivazontai-oi-dynameis-tis-antant-1915/
https://left.gr/news/i-alli-katohi
https://sarantakos.wordpress.com/2009/11/25/makedometopo/
https://www.tanea.gr/2018/07/26/greece/o-ethnikos-dixasmos-kai-o-romantikos-aristokratis/
https://www.in.gr/2025/11/18/istoriko-arxeio/noemvriana-pos-ekselixthikan-ta-gegonota-pou-theriepsan-ton-ethniko-dixasmo/
https://www.protagon.gr/themata/gia-21-fev-ethnikos-dixasmos-i-arxi-44343088140

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου