Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Ο Μέγας Αλέξανδρος στην Μικρά Ασία - Οι μάχες, οι πολιορκίες και οι θρύλοι

Το 335 π.Χ. έστειλε τον Παρμενίωνα για να εξασφαλίσει το πέρασμα της Προποντίδας. Την άνοιξη του 334 π.Χ., αφήνοντας πίσω του τοποτηρητή της Μακεδονίας τον Αντίπατρο, πέρασε τον Ελλήσποντο με στρατό 30.000 πεζών και 5.000 και πλέον ιππέων, ενώ ο στόλος του απαρτιζόταν από 160 πλοία. Οι προμήθειες έφταναν για 30 μέρες και οι οικονομικοί πόροι ανέρχονταν περίπου στα 70 χρυσά τάλαντα. Η στρατιωτική δύναμη ήταν ομολογουμένως μικρή σε σχέση με τα σχέδια του Αλεξάνδρου. Οι Πέρσες, με την απέραντη αυτοκρατορία τους που περιελάμβανε πολλούς λαούς και φυλές, θα μπορούσαν να αντιπαρατάξουν πολύ μεγαλύτερο στρατό, αλλά ο Αλέξανδρος βασιζόταν στην ταχύτητα και την τόλμη καθώς και στις καλά εκπαιδευμένες και εξοπλισμένες μακεδονικές φάλαγγες του και το βαρύ ιππικό των Εταίρων. Η μακεδονική φάλαγγα αποτελούνταν από πεζέταιρους οπλισμένους με σάρισα, δόρυ μήκους 6 μέτρων, πιθανόν επινόηση του Φιλίππου Β'. Το ιππικό επάνδρωναν οι ευγενείς, οι Εταίροι όπως ονομάζονταν. Το στρατό συμπλήρωναν σώματα ακοντιστών, τοξοτών και πελταστών. Μολονότι τον πυρήνα του στρατού αποτελούσαν οι Μακεδόνες, στις γραμμές του περιλαμβάνονταν πολεμιστές από ελληνικές πόλεις-κράτη και από τα βασίλεια της Μικράς Ασίας. Αυτή την ετερογενή δύναμη ένωναν οι δεσμοί πειθαρχίας, εκπαίδευσης και οργάνωσης, αλλά και η αφοσίωση που ενέπνεε ο Αλέξανδρος. Οι επικεφαλής του στρατού του ήταν όλοι Μακεδόνες. Δεύτερος στην τάξη στρατηγός μετά από αυτόν ήταν ο Παρμενίων, παλιός συμπολεμιστής του πατέρα του. Ακολουθούσαν οι γιοί του Παρμενίωνα, Φιλώτας και Νικάνωρ, ο Αμύντας, ο Περδίκκας, ο Κρατερός, ο Πτολεμαίος, και ο Μελέαγρος. Διοικητής των Ελλήνων συμμάχων ήταν ο Αντίγονος, και των μισθοφόρων ο Μένανδρος. Ο Αλέξανδρος ως ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής, διαχειρίστηκε πολύ αποτελεσματικά τη στρατιωτική οργάνωση, κινητοποίηση, και την άμεση δράση των στρατιωτικών δυνάμεων. Ένα από τα αξιώματά του ήταν: βάδιζε χωριστά και πολέμα ενωμένος. Ύστερα από μια σκληρή πορεία μέσω της Θράκης, ο Μέγας Αλέξανδρος πέρασε χωρίς δυσκολία τον Ελλήσποντο. Οι Πέρσες τον άφησαν να περάσει το στενό χωρίς να φέρουνε καμιά αντίσταση. Έτσι βρέθηκε στα ακρογιάλια της Ιωνίας, εκεί που βρίσκονται σήμερα τα δυτικά παράλια της Τουρκίας. Αμέσως μετά την απόβαση του στρατού, τέλεσε θυσίες και επισκέφτηκε την Τροία. Ο Αλέξανδρος οδήγησε το στρατό του στον ποταμό Γρανικό, όπου περίμεναν για να δώσουν μάχη οι περσικές δυνάμεις οδηγούμενες από τους τοπικούς σατράπες και τον Μέμνονα τον Ρόδιο. Ως μάχη του Γρανικού εννοείται η πρώτη σύγκρουση του εκστρατευτικού σώματος του Αλέξανδρου Γ' Μακεδόνα (του Μεγάλου Αλεξάνδρου) που δόθηκε παρά τον Γρανικό ποταμό το 334 π.Χ. με συγκεντρωμένη στρατιωτική δύναμη της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών (των Περσών) γύρω από τη Ζέλεια της Φρυγίας στον Ελλήσποντο, με στρατηγό τον Αρσίτη, τον σατράπη της Φρυγίας και πολλούς επιφανείς Πέρσες, όπως ο Σπιθριδάτης, ο σατράπης της Λυδίαςκαι της Ιωνίας, ο Φαρνάκης, ο αδελφός της γυναίκας του Δαρείου, ο Ατιζύης, ο Μιθριδάτης, και άλλοι. Η τελική έκβαση της μάχης αυτής και η νίκη του Αλέξανδρου παρείχε στρατηγικής σημασίας πλεονέκτημα για την προέλαση του μακεδονικού σώματος και των Ελλήνων συμμάχων του στη Μικρά Ασία. Από τους Μακεδόνες κατά την πρώτη επίθεση σκοτώθηκαν είκοσι πέντε σύμμαχοι. Ο Αλέξανδρος ανέθεσε στον Λύσιππο, τον μόνο γλύπτη που είχε το δικαίωμα να κάνει και τη δική του προτομή, να τους φτιάξει χάλκινες προτομές, οι οποίες στήθηκαν στο Δίον. Σκοτώθηκαν ακόμη περίπου εξήντα ιππείς και τριάντα πεζοί. Ο Αλέξανδρος τους έθαψε την επόμενη μέρα με τα όπλα τους και άλλα κτερίσματα. Απάλλαξε ακόμη τους γονείς και τα παιδιά τους, που βρίσκονταν στην πατρίδα, από τους φόρους για τη γη και την περιουσία τους, καθώς και από άλλες προσωπικές υπηρεσίες. Φρόντισε ιδιαίτερα τους πληγωμένους• τους επισκέφτηκε όλους, εξέτασε τα τραύματά τους, τούς ρώτησε πού πληγώθηκαν και τους άφησε να διηγηθούν τα κατορθώματά τους και να περηφανευτούν για αυτά. Έθαψε ακόμα τους αρχηγούς των Περσών και τους έλληνες μισθοφόρους, που πολέμησαν στο πλευρό των βαρβάρων. Όσους απ’ αυτούς έπιασε αιχμαλώτους τους έστειλε αλυσοδεμένους στη Μακεδονία σε καταναγκαστικά έργα, γιατί όντας Έλληνες και παραβιάζοντας τις κοινές αποφάσεις των Ελλήνων πολέμησαν στο πλευρό των βαρβάρων. Ακόμη, έστειλε στην Αθήνα τριακόσιες περσικές πανοπλίες ως αφιέρωμα στην Ακρόπολη. Διέταξε μάλιστα να γραφεί το παρακάτω επίγραμμα: «Αλέξανδρος ο Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασία κατοικούντων
». Ως πολιορκία της Αλικαρνασσού εννοείται η πολιορκία και άλωση της πόλης της Αλικαρνασσού, στη διάρκεια της εκστρατείας του Αλέξανδρου Γ' του Μακεδόνα στην αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών κατά των Περσών, κατά το έτος 334 π.χ. Την πόλη κυβερνούσε ο Οροντοβάτης, γαμπρός του σφετεριστή του θρόνου από την αδελφή του Άδα, του Πιξώδαρου, άλλοτε σύμμαχου των Μακεδόνων, έως τον θάνατο του Φιλίππου, ο οποίος αναζητούσε την πλήρη ανεξαρτησία του από την περσική αρχή. Η νόμιμη βασίλισσα Άδα, αποσυρμένη στα Άλινδα, ορεινό οχυρό, ήταν η πρώτη που έσπευσε να υποσχεθεί βοήθεια στον Αλέξανδρο βεβαιώνοντας πως θα του έφερνε ως συμμάχους όλους τους δυσαρεστημένους ισχυρούς της Καρίας. Εντέλει προσφέρθηκε να τον υιοθετήσει ως εγγύηση για για την πίστη της. Ο Αλέξανδρος ως αντάλλαγμα της υποσχέθηκε την αποκατάσταση στον θρόνο και της επέτρεψε να κρατήσει το φρούριο των Αλίνδων. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να προστρέξουν οι Κάρες άρχοντες να του παραδοθούν, προσφέροντάς του χρυσά στέμματααπαλλάσσοντάς τον ουσιαστικά από το πρόβλημα της διασποράς του στρατού σε επιχειρήσεις καθυπόταξης των πολλών και διαφορετικών φρουρίων της Καρίας. Επιθεωρώντας τα φρούρια με τους υπερασπιστές που άφησε πίσω του Μέμνων, ο Αλέξανδρος έκρινε πως δεν άξιζε τον κόπο να ασχοληθεί περισσότερο. Εγκατέστησε στην πόλη 3.000 μισθοφόρους με τον Πτολεμαίο και 200 ιππείς, προκειμένου να καμφθούν όσοι θύλακες αντίστασης ευρίσκονταν στην περιοχή -κάτι που απαίτησε έναν ολόκληρο χρόνο. Σε αυτή τη δύσκολη στρατηγική νίκη ο Αλέξανδρος περιόρισε σημαντικά τον περσικό στόλο στα παράλια της Μ. Ασίας, ενίσχυσε τους θύλακες της ελληνικής παρουσίας στην Καρία και μάλιστα χωρίς τη βοήθεια του στόλου που μόλις είχε διαλύσει. Ο Διόδωρος πίστευε πως η διάλυση του στόλου ήταν τέχνασμα του Αλέξανδρου για να εξαναγκάσει τους Μακεδόνες να πολεμήσουν γενναία. Επίσης, η διάλυση των υπολειμμάτων του στρατού του Γρανικού, επέτρεψε τη διάσπαση του στρατεύματος σε δύο διοικήσεις και τη διμέτωπη διείσδυση αφενός του Παρμενίωνα προς τις Σάρδεις -κατόπιν στη Φρυγία- και του Αλέξανδρου νοτιοανατολικά της Αλικαρνασσού, για την κατάκτηση της Λυκίας, της Παμφυλίας και της Πισιδίας. Ολοκληρώνοντας και τούτο το δύσκολο έργο που του εξασφάλιζε τη μόνιμη διαμονή στους κατακτημένους αυτούς τόπους και τη σταθερή οργάνωση των πληθυσμών τους, στράφηκε βόρεια και έφθασε στο Γόρδιο κοντά στον ποταμό Σαγγάριο, όπου επρόκειτο να συναντηθεί με τον Παρμενίωνα. Πάνω από τριάντα πόλεις της Λυκίας παραδόθηκαν, ενώ κατακτήθηκε και η Παμφυλία. Διαμέσου των υψιπέδων της Πισιδίας και της Φρυγίας, ο Αλέξανδρος έφτασε στο Γόρδιο, όπου έλυσε το Γόρδιο δεσμό. Σύμφωνα με τον τότε θρύλο, όποιος έκανε κάτι τέτοιο, θα κατακτούσε ολόκληρη την Ασία. Πέρασε το χειμώνα παρακολουθώντας τις κινήσεις των Περσών και ετοιμάζοντας τις δυνάμεις του για νέα εξόρμηση. Στις ιωνικές πόλεις που κατέκτησε, κατάργησε τα ολιγαρχικά και τυραννικά πολιτεύματα που είχαν επιβάλει οι Πέρσες και εγκατέστησε δημοκρατίες, καταργώντας παράλληλα τη βαριά φορολογία. Ένα πράγμα για το οποίο έμεινε στην ιστορία ο Αλέξανδρος ο Γ” ο Μακεδών, ο Μέγας Αλέξανδρος , είναι η λύση του Γόρδιου δεσμού και η φράση “ό τι δεν μπορεί να λυθεί, μπορεί να κοπεί! ”. Η φράση “ό τι δεν μπορεί να λυθεί , μπορεί να κοπεί”, όπως την αναφέρει ο Αρριανός, είναι, βέβαια, η πιο δημοφιλής , θα πρέπει όμως να αναφέρουμε και την εκδοχή του Αριστόβουλου που συμμετείχε στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου , έζησε από κοντά τα γεγονότα και υπήρξε πιθανώς αυτόπτης μάρτυρας ,που υποστηρίζει πως ο Μέγας Αλέξανδρος δεν έκοψε τον δεσμό του ζυγού της άμαξας του βασιλιά Γορδίου με το ξίφος του, αλλά αφαίρεσε το μεγάλο ξύλινο καρφί που τον συγκρατούσε, έλυσε τον δεσμό αφαιρώντας τον πείρο από το τιμόνι του άρματος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, και με όποιον τρόπο και αν τον έλυσε , ο συμβολισμός και το μήνυμα είναι το ίδιο. Ο γόρδιος δεσμός συμβολίζει καθετί που είναι δύσκολο και δυσεπίλυτο, κάθε πρόβλημα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε είτε στην προσωπική είτε στην επαγγελματική είτε στην πολιτική ζωή. Όσον αφορά στον τρόπο επίλυσης του προβλήματος και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, σε κάθε περίπτωση ο συμβολισμός παραμένει ο ίδιος: το σπαθί συμβολίζει την αποφασιστικότητα και την τόλμη, και η αφαίρεση απλώς του ξύλινου καρφιού την ευφυία του Αλεξάνδρου. Τι έκανε , λοιπόν, και τι πέτυχε ο Μέγας Αλέξανδρος: Πρώτον, δεν δαπάνησε  πολύ χρόνο με το συγκεκριμένο πρόβλημα, δεν κάθισε να χρονοτριβεί κάτι που και από το τον βασικό σου στόχο σε απομακρύνει, και ψυχοφθόρο(απώλεια δυνάμεων σωματικών και ψυχικών) και ψυχαναγκαστικό είναι να κάνεις κύκλους γύρω από το ίδιο πράγμα , ξανά και ξανά , και λύση να μην βρίσκεις. Έτσι, λοιπόν, αφού το εξέτασε για λίγο , όσο χρόνο  χρειαζόταν κατά την κρίση  του  και με την έμφυτη οξυδέρκειά του ,το αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα και το έλυσε γρήγορα και εύκολα. Και έτσι, λένε, επιβεβαιώθηκε ο χρησμός που ήθελε  αυτόν που θα έλυνε το γόρδιο δεσμό κυρίαρχο της Ασίας. Επιβεβαιώθηκε ,γιατί όποιος ξέρει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα γρήγορα και αποφασιστικά, δείχνει ότι είναι ικανός ηγέτης, ότι μπορεί να οδηγήσει τον λαό του, το στράτευμά του εν προκειμένω, στο στόχο του ,παίρνοντας τις σωστές αποφάσεις. Επιπλέον, πέτυχε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των στρατιωτών του , που πείστηκαν με τον τρόπο αυτό για τις ικανότητες του ηγέτη τους και τον ακολούθησαν στο τολμηρό εγχείρημά του. Την άνοιξη του 333 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς κατέλαβε την Καππαδοκία, και προωθήθηκε προς τις Κιλίκιες πύλες. Παρέμεινε όμως στην Ταρσό μέχρι τον Οκτώβριο για να αναρρώσει από μια βαριά ασθένεια. Για να εξασφαλίσει την κυριαρχία στη θάλασσα ξεκίνησε πορεία προς την Φοινίκη όπου ήταν η βάση του ναυτικού των Περσών. Ο Δαρείος συγκέντρωσε τεράστιες δυνάμεις στην Βαβυλώνα, με διοικητή τον ίδιο, και κινήθηκε προς την Κιλικία εναντίον του Αλέξανδρου. Ο Αλέξανδρος διέβη τις Κιλίκιες πύλες για να συναντήσει τον Δαρείο, ο οποίος όμως κατάφερε να φέρει τον στρατό του στα νώτα του Αλέξανδρου. Η μάχη δόθηκε στην αμμώδη πεδιάδα της Ισσού. Ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να ανοίξει ρήγμα στην παράταξη του περσικού στρατού, και το ιππικό του με επικεφαλής τον ίδιο πραγματοποίησε πλευρική επίθεση και βρέθηκε στα νώτα του Δαρείου. Ο Δαρείος τράπηκε σε φυγή αφήνοντας στα χέρια του νικητή τη σκηνή, τη μητέρα, τη σύζυγό του και πολλά λάφυρα. Σε ανάμνηση της νίκης του, ο Μέγας Αλέξανδρος ίδρυσε την Αλεξάνδρεια της Ισσού, την Νικόπολη (στο εσωτερικό), καθώς και τα οχυρά Ημαθία και Βοττιαίο δήμο και την κρήνη Ολυμπιάδα στην περιοχή που ιδρύθηκε η Αντιόχεια 30 χρόνια μετά. Μετά τη νίκη του στην Ισσό, η προέλαση συνεχίστηκε με κατάληψη της Άραδου, Βύβλου καιΣιδώνας. Τα φοινικικά, ροδιακά και κυπριακά πλοία μπήκαν πλέον υπό τις διαταγές του Αλέξανδρου, και έτσι εξασφάλισε τα νώτα του και τον έλεγχο όλης της ανατολικής Μεσογείου. 
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_ο_Μέγας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάχη_του_Γρανικού#.CE.A3.CF.85.CE.BD.CE.AD.CF.80.CE.B5.CE.B9.CE.B5.CF.82
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πολιορκία_της_Αλικαρνασσού
http://www.cna.gr/authors/athida/o-megas-aleksandros-kai-o-gordios-desmos/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_ο_Μέγας#.CE.9C.CE.B9.CE.BA.CF.81.CE.AC_.CE.91.CF.83.CE.AF.CE.B1

Ελληνική Γαστρονομία - Οι πίτσες και τα σουβλάκια στην προϊστορική και Αρχαία Ελλάδα

Η ιστορία της πίτσας ξεκινά από την αρχαιότητα, μερικοί την τοποθετούν στην νεολιθική εποχή. Μερικές χιλιάδες χρόνια πριν ο άνθρωπος ασχοληθεί με την γεωργία, μάζευε τους σπόρους του σιταριού και μετά τους άλεθε και τρέφονταν με αυτούς. Στην συνέχεια ανακάλυψε ότι μπορούσε να ζυμώσει με νερό τον αλεσμένο σπόρο και να τον ψήσει σε καυτές πέτρες. Το επόμενο βήμα έγινε όταν ανακαλύφθηκε η αρχή του φουσκώματος της ζύμης και εφευρέθηκε ο πρώτος φούρνος. Οι άνθρωποι που το έκαναν αυτό άνοιξαν τον δρόμο για την κατάκτηση του ψωμιού, της πίτας και της πίτσας. Αυτά τα ψωμιά μερικές φορές ήταν εμπλουτισμένα με ελιές, μέλι, σταφίδες, κλπ. Κατά τα ιστορικά χρόνια, οι Ετρούσκοι ετοιμάζανε τις πίτες σε πιάτα και επάνω τοποθετούσαν το κυρίως φαγητό και στην συνέχεια το τρώγανε μαζί. Οι Έλληνες αντίθετα ανέπτυξαν μια σημαντική παράδοση στην προετοιμασία των πιτών: εκτός από τις ειδικές κριθαρένιες πίτες τα λεγόμενα αχίλλεια, υπήρχε επίσης η μάζα, μια μεγάλη πίτα που αποτελούνταν από μια ζύμη από κριθαρένιο αλεύρι με νερό και κρασί και η πλακους, μια στρόγγυλη πίτα με τυρί, η οποία στην Αθήνα είχε μεγάλη επιτυχία. Επίσης στην αρχαία Ρώμη μιλάνε για μία μεγάλη ποικιλία από πίτες: καρυκευμένες με ελαιόλαδο, λαχανικά και μέλι, με τυρί και σκόρδο, με πράσα και ρεβίθια, κλπ. Γύρω στο 1000 μ.χ.  στην βυζαντινή Νάπολι μιλάνε για το lagano και την picea: πρόκειται για ένα στρόγγυλο ζυμάρι καλυμμένο με διάφορα υλικά και ψημένο στον φούρνο. Τον 17ο αιώνα αρχίζουν να χρησιμοποιούν τον όρο πίτσα για να δείξουν την κλασσική πίτσα που γνωρίζουμε και επίσης άλλους τύπους πίτας γεμιστές ή καρυκευμένες. Πρέπει όμως να περιμένουμε τον 18ο αιώνα για να έχουμε την πρώτη πίτσα με ντομάτα. Όπως και να'χει όμως η ημερομηνία σύμβολο της πίτσας είναι όταν ανακαλύφθηκε η πίτσα μαργαρίτα το 1889. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε το επεισόδιο από το οποίο πήρε το όνομά της, αυτή η πίτσα. Το 1889 ο βασιλιάς Ουμπέρτο Α΄ με την βασίλισσα Μαργαρίτα επισκέφτηκαν την Νάπολι. Η βασίλισσα ήταν περίεργη για την πίτσα που δεν είχε φάει ποτέ αλλά είχε ακούσει για αυτή∙ έτσι κάλεσε στο παλάτι τον πιο διάσημο παρασκευαστή πίτσας στην Νάπολι. Ο παρασκευαστής ετοίμασε μερικές πίτσες ανάμεσα στις οποίες μία με μοτσαρέλλα, ντομάτα και βασιλικό δηλ. τα χρώματα της ιταλικής σημαίας ∙ αυτή η πίτσα ενθουσίασε ιδιαίτερα την βασίλισσα Μαργαρίτα και έτσι ο παρασκευαστής της πίτσας της έδωσε το όνομα μαργαρίτα προς τιμήν της βασίλισσας. Στις μέρες μας η πίτσα είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο ως αυθεντικός αντιπρόσωπος της γαστρονομικής ιταλικής κουλτούρας, συνώνυμο της μεσογειακής διατροφής. Τι έτρωγαν οι Ελληνες το 1.600 π.Χ.; Ο αρχαιολόγος Χρίστος Ντούμας αφήνει για λίγο στην άκρη τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στο Ακρωτήρι της Θήρας και μιλά για τις νοστιμιές που απολάμβαναν οι πρόγονοί μας 3.500 χρόνια πριν, σε μια απολαυστική κουβέντα με την Ευάννα Βενάρδου (Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 9 Μαΐου 2014).... «Βρήκαμε πολλά κατάλοιπα καρπών, μέσα σε δοχεία που φυλάσσονταν στα σπίτια. Καθώς έπεσε η τέφρα απανθρακώθηκαν και έτσι διατηρήθηκαν», εξηγεί ο Χρ. Ντούμας. «Οι καρποί αυτοί ήταν προϊόντα καλλιεργειών -γι” αυτό και έχουμε γνώσεις για τις καλλιέργειες εκείνης της εποχής. Βρήκαμε φάβα, φακές, κριθάρι-, σε ένα μάλιστα πιθάρι γεμάτο τέφρα βρήκαμε αποτυπώματα αμύγδαλων. Εντοπίσαμε επίσης πολλά κουκούτσια ελιών θρυμματισμένα, άρα μιλάμε για παραγωγή λαδιού. Βρήκαμε και ένα πιθάρι με σαλιγκάρια, αν και τα συγκεκριμένα ήταν εισαγωγής! Επρόκειτο για κρητικά σαλιγκάρια». Βρήκαν όμως και πάρα πολλούς σπόρους από σύκα: «Αυτή ήταν η ζάχαρή τους. Και βέβαια, το σύκο ήταν το καθαρτικό τους!» (χαμογελάει).... «Μέσα σε πιθάρια εντοπίσαμε αποξηραμένα ψάρια και κόκαλα ψαριών. Μάλιστα, καθώς σκάβαμε σε βαθιά στρώματα για τα θεμέλια των στύλων του στεγάστρου, βρήκαμε γάρον (garum κατά τους Ρωμαίους). Πρόκειται για μια πάστα από ψάρι, λιχουδιά για τους Ρωμαίους. Η αριστοκρατία απολάμβανε το καλύτερο μέρος του ψαριού, ενώ η «πλέμπα» και ο στρατός χρησιμοποιούσαν τα κεφάλια, τις ουρές, τα πτερύγια. Βρήκαμε ένα τέτοιο πιθαράκι και επρόκειτο για σημαντική ανακάλυψη μιας και απέδειξε ότι 1.500 χρόνια πριν τους Ρωμαίους, το έφτιαχναν στη Θήρα. Είναι βέβαια χαρακτηριστικό ενός λαού που ζει με και από τη θάλασσα…»... «Βρήκαμε άφθονα κόκαλα από αιγοπρόβατα (που αποτελεί βασικό είδος κτηνοτροφίας και σήμερα στα νησιά), ελάχιστα βοοειδή (στα νησιά δεν μπορούν να εκθρέψουν μεγάλα ζώα) και πολύ λίγο κυνήγι (κουνέλια, αποδημητικά πουλιά). Βρήκαμε όμως πάρα πολλά κατάλοιπα από αχινούς, αχιβάδες, κυδώνια και άλλα παρεμφερή θαλασσινά».... «Ξέρουμε πως είχαν τριποδικές χύτρες -που σημαίνει ότι, αν μη τι άλλο, έβραζαν. Γιαχνί πάντως δεν νομίζω πως έφτιαχναν, αφού δεν είχαν ντομάτες. Σήμερα μπορεί να μιλάμε για τα περίφημα σαντορινιά ντοματάκια, όμως οι ντομάτες μας ήρθαν από την Αμερική! Βρήκαμε επίσης ταψιά και φορητά τριποδικά φουρνάκια: φωτιά από πάνω, φωτιά από κάτω και ταψάκι με καπάκι και πορτούλα. Ενα είδος γάστρας με πόδια».... «Οι Κρατευτές: πάνω τους έψηναν σουβλάκια. Είχαν εγκοπές αλλά και τρυπούλες για να κυκλοφορεί ο αέρας και να μην σβήνουν τα κάρβουνα. Ηταν πολύ εργονομικοί. Στην άκρη τους είχαν το σχήμα κεφαλής κριαριού. Και εξσφάλιζαν και ένα υγιεινό ψήσιμο, αφού το λίπος έπεφτε».... " Το σουβλάκι κατάγεται από το Αιγαίο. Οι Τούρκοι ήρθαν το 1453 μ.Χ. Κάποτε είχα μια κουβέντα με έναν διαπρεπή Τούρκο αρχαιολόγο, τον ελληνιστή Εκρέμ Ακουργκάλ. Και του έλεγα ότι έχουμε δανειστεί κι εμείς πολλά από την τουρκική κουζίνα. Φερνοντάς του ως παράδειγμα τον κεφτέ. Και μου λέει: «Είστε αφελής. Οι Τούρκοι όταν ήρθαν εδώ ήταν νομάδες. Δεν είχαν κουζίνα. Απλώς υιοθέτησαν τη βυζαντινή κουζίνα. Ας μην κοροϊδευόμαστε: η λέξη «κεφτές» δεν είναι τούρκικη. Είναι η βυζαντινή λέξη «κοπτόν κρέας…». Και πράγματι, θυμάμαι ακόμα τη μαμά μου και τη γιαγιά μου να κόβουν γρήγορα και σταυρωτά το κρέας με δύο κοφτερά μαχαίρια κάνοντας το κιμά!».... Υπάρχουν σκόρπια ευρήματα και από τη νεολιθική εποχή (5η και 4η χιλιετία π.Χ.) σε Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη. Ομως στο Ακρωτήρι, χάρη στο ηφαίστειο, πρώτη φορά βρέθηκαν τόσο πολλά μαζεμένα -και τόσο καλά διατηρημένα. Σκεφθείτε πως στις λάβες της Σαντορίνης υπάρχουν εγκλείσματα φυτών όπως τα φοινικόδεντρα ή οι ελιές που χρονολογούνται 60.000 χρόνια πριν από σήμερα. Και αποκαλύπτουν ένα κλίμα που δεν διαφέρει από το σημερινό. Στα πρώιμα ιστορικά χρόνια, την 5η, 4η ή 3η χιλιετία π.Χ., οι άνθρωποι άρχισαν να καλλιεργούν την ίδια αυτή άγρια χλωρίδα». Η περίφημη μεσογειακή διατροφή έχει πολύ μακρινές ρίζες τελικά…... 
Πηγή: http://www.mare-e-monti.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=87&Itemid=110&lang=el
http://www.mixanitouxronou.gr/stin-santorini-prin-apo-6500-chronia-eftiachnan-souvlaki-kalamaki-ke-magirevan-me-gastres-psaria-thalassina-ke-ospria-ta-agapimena-piata/

Οι προϊστορικοί Έλληνες στο μυστηριώδες νησί του Πάσχα στον Ειρηνικό Ωκεανό

Το Νησί του Πάσχα βρίσκεται στο Νότιο Ειρηνικό, μεταξύ της Χιλής και της Ταϊτής. Διαμορφωμένο από μία σειρά ηφαιστειακών εκρήξεων, ήταν κατοικήσιμο μόνο από πουλιά και λιβελλούλες της θάλασσας για εκατομμύρια χρόνια. Οι απότομες πλαγιές του, κάποτε εθεάθησαν με μεγάλη ικανοποίηση από μια κουρασμένη ομάδα πολυνησιακών ναυτικών. Γιατί αυτοί οι ναυτικοί εγκατέλειψαν την αρχική τους χώρα, για πόσο καιρό έμειναν στο νησί του Πάσχα, ή γιατί έφυγαν τόσο απότομα, είναι μερικές ερωτήσεις στις οποίες δεν θα έχουμε ποτέ την απάντηση. Το νησί του Πάσχα είναι ένα από τα πιο απομονωμένα κατοικημένα νησιά στον κόσμο. ο νησί ονομάζεται από τους σημερινούς ντόπιους κατοίκους, ως "Ράπα Νούι" (Rapa Nui), το οποίο σημαίνει στην γλώσσα τους "Μεγάλο Νησί". Βρίσκεται περίπου 3.700 χλμ δυτικά από τις δυτικές ακτές της Νοτίου Αμερικής (Χιλή), και 3.200 χλμ νοτιοανατολικά από την Γαλλική Πολυνησία. Έχει τριγωνικό σχήμα, έτσι όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα, και έχει τρεις κρατήρες από ηφαίστεια, έναν σε κάθε άκρη του. Το όνομά του (Νησί του Πάσχα ή Easter Island στα Αγγλικά), το έχει πάρει από το γεγονός, ότι ανακαλύφθηκε εκ νέου, από τους Ευρωπαίους (και πιο συγκεκριμένα από έναν Ολλανδό καπετάνιο ονόματι Ρόγκεβεν), την Κυριακή του Πάσχα το 1722. Οι κάτοικοι του Ράπα Νούι, ταξιδέψανε από αλλά νησιά της Πολυνησίας μέσα σε διπλά μεγάλα ξύλινα κανό. Σύμφωνα με την προφορική ιστορία του νησιού, ένα άτομο ονομαζόμενο Χότου Ματούα, ήταν ο πρώτος κάτοικος του νησιού. Οι αρχαιολόγοι είναι σίγουροι, ότι οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού έφτασαν σε αυτό, το 400 με 800 μ.Χ. Οι ιεραπόστολοι έκαναν την περισσότερη ζημία στην ιστορία του νησιού, ακόμα και από τους περουβιανούς εμπόρους σκλάβων, οι οποίοι σκλάβωσαν και εμπορεύτηκαν τους περισσότερους από τους κατοίκους του νησιού. Οι ιεραπόστολοι είναι αυτοί που προχώρησαν στην καταστροφή όλων των ξύλινων γλυπτών, θρησκευτικών χειροποίητων αντικειμένων και επιπλέον αρκετών επιγραφών γνωστών ως Rongo - Rongo, οι οποίες αποτελούσαν ένα αρχείο της χαμένης γλώσσας του Rapa Nui. Έτσι λίγες από αυτές τις επιγραφές σώζονται σήμερα, τόσες που κανένας δεν είναι σε θέση να τις αποκρυπτογραφήσει. Οι πρώτοι άποικοι βρήκαν ένα πλούσιο σε βλάστηση νησί, γεμάτο με γιγαντιαίους φοίνικες, που χρησιμοποίησαν για να φτιάξουν τις βάρκες και τα σπίτια τους. Διάφορες κοινότητες διαμορφώθηκαν καθώς ο πληθυσμός αυξανότανε και διάφορα πληθυσμιακά κέντρα δημιουργήθηκαν σε διάφορες περιοχές του νησιού. Ένα πράγμα τους έδενε όλους μαζί, η κατασκευή αγαλμάτων τα οποία ονομάζονται "Μοάη" (Moai) και η λατρεία που διαμόρφωσαν γύρω από αυτά. Είναι ασαφές γιατί οι κάτοικοι του νησιού του Πάσχα κατασκεύαζαν αγάλματα σε τέτοιο μεγάλο βαθμό. Το πως κατασκευάζονταν, είναι σχεδόν γνωστό. Κάθε άγαλμα φτιαχνότανε στο λατομείο. Η μαλακή ηφαιστειακή τέφρα ήταν τέλειο υλικό για τη γλυπτική αγαλμάτων. Χρησιμοποιούσανε μία σκληρότερη ηφαιστειακή πέτρα, για να σκαλίσουν το άγαλμα στον βράχο. Τελικά όταν ένα άγαλμα τελείωνε, αποκόπτονταν από τον βράχο και το μετακινούσανε προσεκτικά χρησιμοποιώντας τους γιγαντιαίους κορμούς των φοινίκων για να τα κυλούνε στο έδαφος. Στοιχείο της δυσκολίας της μετακίνησης των αγαλμάτων, είναι τα κατά μήκος των αρχαίων μονοπατιών σπασμένα και εγκαταλελειμμένα αγάλματα. Πρόσφατες προσομοιώσεις υπολογιστών έχουν εμφανίσει ότι ένα μέσο άγαλμα θα μπορούσε να μετακινηθεί από το λατομείο σε απόσταση 10 χιλιομέτρων, σε λιγότερο από 5 ημέρες, χρησιμοποιώντας περίπου 70 άτομα. Οι θεωρία αυτή, τέθηκε πρόσφατα σε δοκιμή σε ένα επιτυχές πείραμα για να μετακινήσουν ένα αντίγραφο αγάλματος. Μόλις γινότανε η μετακίνηση, το άγαλμα τοποθετούνταν επάνω σε μεγάλες πλατφόρμες, με μία απίστευτη ακρίβεια στις συναρμολογήσεις των πετρών. Για δεκαετίες, ο ανταγωνισμός για να χτιστεί το μεγαλύτερο και καλύτερο άγαλμα ανέβαινε. Ο πολιτισμός είχε φθάσει στο αποκορύφωμά του. Και έπειτα κάτι πήγε τρομερά στραβά... Αν ρωτήσετε τους σημερινούς κατοίκους του νησιού, σχετικά με την ονομασία των αγαλμάτων, θα σας απαντήσουν ότι στην γλώσσα τους τα ονομάζουν: mata kita rane. Για να βρείτε ποιο είναι το περίεργο της υπόθεσης, εσείς το μόνο που έχετε να κάνετε, είναι να δείτε τι ομοιότητες έχει αυτή η ονομασία, με την ελληνική φράση:Μάτια κοιτάνε ουρανό. Δηλαδή: Τα μάτια που κοιτάνε τον ουρανό. Οι πρώτοι σύγχρονοι άποικοι όταν ανακάλυψαν το νησί, αναρωτήθηκαν πώς κάποιος θα μπορούσε να έχει επιζήσει σε μια τέτοια περιοχή χωρίς ούτε ένα δέντρο. Πράγματι, αυτό ήταν ένα μυστήριο έως ότου τα πρόσφατα δείγματα που λήφθηκαν από τους κρατήρες, έδειξαν ότι το νησί ήταν δασώδες με γιγαντιαίους φοίνικες, οι οποίοι τώρα έχουν εκλείψει. Τα δέντρα κόπηκαν για ξυλεία, για τα σπίτια, για φωτιά, και τελικά για κυλίνδρους και μοχλούς για να κινήσουν τα αγάλματα. Με την απώλεια των δασών, το έδαφος άρχισε να διαβρώνεται. Οι καλλιέργειες άρχισαν να αποτυγχάνουν και οι κάτοικοι ξεκίνησαν έναν εμφύλιο πόλεμο για τα λιγοστά αγαθά που έμειναν. Πιθανόν οι νικητές να έτρωγαν τους νεκρούς εχθρούς τους για να κερδίσουν δύναμη, τα κόκαλα που βρίσκονται στο νησί φανερώνουν τα στοιχεία αυτού του κανιβαλισμού. Ο πολιτισμός και η κοινότητες του νησιού, που είχαν αναπτυχθεί επί 300 συνεχόμενα χρόνια, κατέρρευσαν. Δεν υπήρχε κανένα ξύλο στο νησί για να φτιάξουν βάρκες διαφυγής. Οι λίγοι επιζώντες του εμφύλιου πολέμου, άρχισαν να παίρνουν τα απομεινάρια του πολιτισμού τους και να δραπετεύουν. Ένα πράγμα άφησαν πίσω, τα αγάλματα. Οι κάτοικοι του Νησιού του Πάσχα, είχαν έντονα την ιδέα ότι ζούσαν σε έναν κλειστό κόσμο, έναν κόσμο χωρίς διαφυγή. Ήταν αποκλεισμένοι στο νησί τους, αναγκασμένοι να ζήσουν τη ζωή τους σε αυτό το μικτό τριγωνικό κομμάτι γης. Η ιδέα αυτή του κλειστού κόσμου ήταν αυτό που για πολλούς αιώνες έλλειπε από εμάς τους Ευρωπαίους. Πάντα υπήρχε ένα μέρος που δεν είχε εξερευνηθεί ακόμα, και πάντα υπήρχε ένα μέρος όπου μπορούσαμε να πάμε, να κατακτήσουμε και να αποικίσουμε. Τα Μεσογειακά παράλια και η Μέση Ανατολή για τους Έλληνες, η Γαλατία και η Γερμανία για τους Ρωμαίους, η Δυτική Ευρώπη για τους μεταναστεύοντες γερμανικούς λαούς, οι Άγιοι Τόποι για τους μεσαιωνικούς σταυροφόρους, ο Νέος Κόσμος για τις Ευρωπαϊκές Αυτοκρατορίες. Το νησί του Πάσχα βρίσκεται στο Νότιο Ειρηνικό, μεταξύ Χιλής και Ταϊτής. Όταν εξιστόρησαν το παρελθόν τους, οι ντόπιοι κάτοικοι (ανάμεσά τους και λευκοί) επιβεβαίωσαν ότι ήταν απόγονοι του θεού Ήλα-Τίκι και του Ρόγγου (Παντελή Ιωαννίδη: Η Άγνωστη Προϊστορία των Ελλήνων). Το πρώτο συνθετικό του πρώτου ονόματος παραπέμπει στον Βήλο-Ήλο-Κρόνο (οι Βαβυλώνιοι αποκαλούσαν τον Κρόνο ως Βήλο) και το δεύτερο συνθετικό σε κάποιον θεό της Μέσης Αμερικής. Το δεύτερο όνομα «Ρόγγου» παραπέμπει στον Ρα=Βασιλέα Γου ή Γύη. Ο Γύης, μάλιστα, φαίνεται να ήταν τοποθετημένος φρουρός στο νησί από τον Δία για να φυλάει τον εξόριστο Κρόνο και τους συμμάχους του (Θεογονία 807-819). Εάν οι συσχετισμοί είναι αληθινοί, τότε το συγκεκριμένο νησί, έγινε η φυλακή των Τιτάνων λόγω του ότι ήταν και είναι ένα από τα πιο απομονωμένα νησιά στον κόσμο. Τα περίφημα και πασίγνωστα γιγαντιαία αγάλματα «Μοάι», τυγχάνουν και τις επεξηγηματικής ονομασίας «Μάτε Κίτε Ράνη». Κατά μία εκδοχή η ονομασία αυτή θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «μάτια κοιτούν ουρανό», εξάλλου το βλέμμα των αγαλμάτων κοιτά προς τον ουρανό. Μία άλλη εκδοχή, ίσως, λίγο πιο προχωρημένη θέλει να μεταφράζεται ως «Μακητία=Μακεδονία του Ουρανού». Ίσως, όλα αυτά να φαντάζουν υπερβολικά μα, τα πολλά ελληνικά ιδιώματα στην γλώσσα των κατοίκων του Νησιού του Πάσχα (αλλά και σε Άπω Ασία, την Αυστραλία και την Πολυνησία – Μελανησία – Ινδονησία), φαίνεται να επιβεβαιώνουν, τουλάχιστον, πως κάποιοι αρχαίοι Έλληνες έφτασαν και εκεί σε κάποια εποχή που σήμερα την ονομάζουμε μυθολογική. Μία από τις σημαντικότερες αποδείξεις, που συνδέουν τουλάχιστον την ελληνική πολιτιστική επίδραση στο νησί και τους κατοίκους του, ήρθε από έναν ξένο ερευνητή, τον Γερμανό καθηγητή Γλωσσολογίας κ. Nors S. Josephson, ο οποίος μετά από οκτάχρονη έρευνα συνόψισε τα πορίσματά του στο αγγλόγλωσσο βιβλίο «Greek Linguistic Elements in The Polynesian Languages – Hellenicum Pacificum» (Ελληνικά Γλωσσικά Στοιχεία στις Πολυνησιακές Γλώσσες – Ελληνικός Ειρηνικός) εκδόσεως του ιστορικού Γερμανικού Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, το 1987, στο οποίο παρέθεσε πίνακα από 808 αρχαίες Ελληνικές λέξεις, που οι ρίζες τους υπάρχουν στις Πολυνησιακές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και του Νησιού του Πάσχα. Αξίζει να σημειώσουμε πως ο πολιτισμός της Νήσου του Πάσχα έχει πολλά αρχαία Ελληνικά αλλά και αιγυπτιακά πρωτότυπα. Σύμφωνα με συνέντευξή του στην Νάνσυ Μπίσκα για το Περιοδικό Δαυλός: «Οι φορείς του Ελληνικού πολιτισμού, οι οποίοι εποίκησαν την ανατολική Πολυνησία, προφανώς προερχόντουσαν από την περιοχή που βρίσκεται το σύγχρονο Περού και η Βολιβία, αφού ο πολιτισμός της Νήσου του Πάσχα έχει να επιδείξει πολυάριθμες ομοιότητες με τις προαναφερθείσες περιοχές κατά την προ των Ίνκας εποχή (έτσι, κάπως επιβεβαιώνεται και το συνθετικό Τίκι που συναντήσαμε στην αρχή). Επί πλέον τα ρεύματα του Ωκεανού κινούνται σε νοτιοδυτική κατεύθυνση, από την ακτή του Περού προς την νοτιοανατολική Πολυνησία. Αυτοί οι Ελληνόφωνοι κάτοικοι ομιλούσαν αρχαία Ελληνικά και επίσης μετέφεραν έναν αρχαϊκό Ελληνικό πολιτισμό, με πλήθος επιπρόσθετα αιγυπτιακά στοιχεία, ο οποίος θυμίζει την Κύπρο αλλά και νησιά των Κυκλάδων, όπως τη Νάξο και την Μήλο κατά την ίδια χρονική περίοδο». Συνεχίζει λέγοντας πως «υπάρχουν και γλωσσολογικές και αρχαιολογικές αποδείξεις, ότι κάλλιστα μπορεί να είχαμε πολλαπλές μεταναστεύσεις στο αρχαίο Περού και στην Νήσο του Πάσχα. Για παράδειγμα η αρχιτεκτονική των Ίνκας χρησιμοποιεί κατασκευές τοίχου «ζίγκ-ζάγκ» και τραπεζοειδής εισόδους, οι οποίες θυμίζουν τα Μυκηναϊκά πρωτότυπα. Έτσι είναι πιθανόν να υπήρξαν προ-αρχαίες μεταναστεύσεις Ελλήνων στην νότιο Αμερική». Μάλιστα, η δυνατότητα εξάπλωσης των Ελλήνων σε τέτοια κλίμακα πέρα από την «Σικελία, νότιο Ιταλία και τμήματα της Ισπανίας ήταν δυνατοί χάρη στις πολλές καινοτομίες στην κατασκευή πλοίων και στα συστήματα ναυσιπλοΐας. Επί πλέον το Ελληνικό εμπόριο κασσιτέρου με την Αγγλία, το οποίο εμφανίζεται να χρονολογείται το 1000 π.Χ., εξοικείωσε τους Έλληνες θαλασσοπόρους με τα Στενά του Γιβραλτάρ (τα αποκαλούμενα «Στήλες του Ηρακλέους») και τις ακτές του Μαρόκου. Από το σημείο αυτό τα νοτιοδυτικά ρεύματα εύκολα μετέφεραν πλοία στην περιοχή της Καραϊβικής ή στα ανοιχτά της βορείου ακτής της Νότιας Αμερικής: μικρή απόσταση για τα προ των Ίνκας πολιτιστικά κέντρα του Περού και της Βολιβίας. Ο κύριος Josephson αναφέρεται επίσης πως «Υπάρχουν πολλά παράλληλα στοιχεία μεταξύ της παλαιότερης μουσικής της Νήσου του Πάσχα και των μελωδιών των Nazca στο νότιο Περού αφ’ ενός, και της αρχαιοελληνικής μουσικής αφ’ ετέρου». Και κλείνει την συνέντευξή του λέγοντας πως «ο Ελληνικός πολιτισμός έχει συνεισφέρει με μοναδικό τρόπο στην προαγωγή της φιλοσοφίας, των πολιτικών συστημάτων, της εκπαίδευσης και της τεχνολογίας. Έθεσε τις βάσεις για την δραματική τέχνη και την μουσική των δυτικών. Χωρίς τον Ελληνικό πολιτισμό δεν θα γνωρίζαμε τον πολιτισμό, όπως υπάρχει σήμερα».
Πηγή: http://www.mistiria.com/ancienthistory/easterisland.html
http://www.diadrastika.com/2011/12/blog-post_11.html#sthash.rmXPwYUK.dpuf

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Catapani bizantini d’ Italia - Basilio Boioannes e gli suoi successori

Basilio, detto Boioannes (in greco: Βασίλειος Βοϊωάννης in italiano: Bugiano; ... – ...), è stato un generale bizantino fra i più importanti del suo tempo e catapano d’ Italia dal settembre 1017  al 1027. Nella primavera del 1017 Melo di Bari aveva messo in atto un secondo tentativo di insurrezione antibizantina, dopo quello fallito nel 1010-1111; questa volta aveva assoldato cavalieri normanniguidati da Gilberto Drengot ed era riuscito a mettere in difficoltà le truppe bizantine guidate dal catapano Leone Tornicio. Nel settembre 1017 l’imperatore di Bisanzio,
 Basilio II, nominava nuovo catapano Basilio Boioannes e a dicembre lo inviava in Puglia con notevoli rinforzi militari. Subito a Trani il catapano riusciva a ristabilire l'ordine. Ma lo scontro decisivo avvenne sul fiume Ofanto, non lontano dal sito della battaglia di Canne che vide Annibale sconfiggere i Romani. Il 1º ottobre 1018 le truppe scelte della guardia Variaga guidate da Boioannes ebbero la meglio sugli insorti. Melo trovò riparo alla corte dell' imperatore
Enrico II, mentre i cavalieri normanni superstiti si disperdevano e tornavano al servizio dei principi longobardi. Boioannes quindi passò a difendere in maniera sistematica gli accessi appenninici alla Pugliafortificando i borghi di Melfi, Dragonara, Civitate, Castel Fiorentino; una cura particolare pose all’antica città romana di Aecae che prese il nuovo nome di Troia (come la gloriosa ed epica città dell’Asia Minore da cui il catapano doveva avere origine): a guardia della cittadella pose dei mercenari normanni (1019). Misure queste orientate più contro i Longobardi che contro il Papato. Quasi tutto il Meridione d’Italia (con l’eccezione del ducato di Benevento) tornava sotto il dominio di Bisanzio. Alleandosi con Pandolfo IV di Capua, Basilio riuscì persino a riprendere il controllo sulla torre posta alla foce del Garigliano, sconfiggendo Datto, che fu catturato, condotto a Bari e giustiziato (15 giugno 1021). Preoccupato dalle vicende che avvenivano ai confini dello Stato della Chiesa, papa Benedetto VIII spinse l’imperatore Enrico II a intervenire nel Sud dell’Italia. Il 12 aprile1022 l’esercito imperiale arrivò fin sotto le mura della fortezza di Troia che tuttavia resistette agli attacchi per oltre tre mesi, costringendo l’imperatore a rinunciare all’impresa: Basilio Boioannes riconoscente concesse alla città di Troia nuovi e importanti privilegi. Infatti dopo aver scisso la sede di Siponto da quella di Benevento, facendola archidiocesi a sé, il catapano costituì diverse nuove sedi episcopali e la sede principalmente favorita dal processo di ricostruzione fu Troia. Nel 1023 Basilio dovette contrastare un tentativo di assalto sulle coste pugliesi da parte di un certo Rayca, probabilmente un pirata dalmata che riuscì solo a depredare alcune località costiere. Nel 1024 infatti Basilio Boioannes si volse con truppe italiane contro il regno di Croazia e trasferì a Costantinopoli come ostaggi la moglie e il figlio del re croato Cresimiro. Nello stesso anno dirime una controversia tra l'igumeno Nicolaos del monastero della Theotokos (Madre di Dio) del Rifugio ed alcuni cittadini, per la proprietà del korion (piccolo borgo non fortificato) sorto intorno monastero, nei pressi della città di Tricarico. Nel 1025 Boioannes stava preparando una grande spedizione contro gli Arabi in Sicilia, quando l’imperatore Basilio II morì (15 dicembre) e il successore Costantino VIII annullò l’impresa. Il catapano si recò quindi a portare soccorso al suo alleato, Pandolfo IV, al quale riconsegnò la città di Capua dopo averne scacciato gli occupanti (maggio 1026). Nel 1027 Boioannes fu richiamato a Costantinopoli e da quel momento le sorti bizantine nell’Italia meridionale presero una china che portarono nel breve volgere di pochi decenni prima al declino e poi alla disfatta totale: i Normanni infatti con campagne militari ben organizzate riuscirono ad allontanare i bizantini da tutte le città italiane. Sappiamo che Basilio ebbe un figlio Exaugusto Boioannes, che fu anch'egli catapano d'Italia, dal 1041 al 1042. Cristoforo Burgaris (... – ...) fu catapano d'Italia dal 1027 circa fino al 1029. Nel 1027 l'imperatore bizantino Costantino VIII decise di sostituire il grande catapano Basilio Boioannes con Cristoforo, per questo richiamò a Costantinopoli Basilio. Secondo la cronaca di Lupo Protospata il fatto è accaduto nel novembre del 1028, ma questa data è stata corretta dallo storico moderno Ferdinand Chalandon nel 1027 (stesso anno in cui muore Guaimario III di Salerno). Nel 1027, Obbiano capitolò e Bari dovette respingere un'aggressione. Nel 1029Cristoforo fu sconfitto nelle vicinanze di Reggio dagli arabi, per questo motivo l'imperatore Romano III Argiro lo destituì in favore di Poto Argiro. Poto Argiro (... – Cassano all'Ionio, giugno 1032) fu catapano d'Italia dal luglio 1029 fino a giugno 1032. Poto fu mandato dall' imperatore bizantino Romano III Argiro per sostituire Cristoforo Burgaris. Quando Poto arrivò nei pressi Bari nel luglio 1029, l' Italia bizantina stava subendo un'invasione da parte dei Saraceni, infatti avevano appena preso Bari. Egli si impegnò con tutte le sue forze contro gli arabi, tanto che nel giugno 1032 perde la sua vita durante la battaglia di Cassano all'Ionio. Michele Protospata (... – ...) fu catapano d'Italia dal 1032 fino al maggio 1033. Michele era un alto e nobile funzionario della corte imperiale di Costantinopoli, infatti il Prorospata sta per la sua carica di protospatario, aveva alte cariche. Al culmine della sua carriera, il suo titolo completo era: επιὶ των οικιακών, κατεπάνω Ιταλίας, κριτής του βήλου καί του Ιπποδρόμου, cioè, "Ciambellano, catapano d'Italia, e kritēs del vēlon e dell'ippodromo". Il kritēs era probabilmente un ufficiale incaricato di esaminare le richieste pubbliche per l'imperatore. Nel giugno del 1032 a Cassano fu ucciso in battaglia il catapano Poto Argiro, l'imperatore bizantino
 Romano III Argiro per sostituirlo mandò Michele Protospata. Quando Michele arrivò in Italia, aveva con sé un forte esercito, composto non solo di reclute dell'est o da ausiliari, ma anche dalle truppe d'elite dell' impero bizantino, ossia i soldati provenienti dall'Asia Minore e la Siria. Non si sa cosa ne fu di questo grande esercito, tuttavia Michele fu sostituito nel maggio 1033 da
 Costantino Opo, per decisione sempre dell'imperatore Romano, dopo questo fatto non abbiamo più sue notizie.
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Basilio_Boioannes
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Cristoforo_Burgaris
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Poto_Argiro
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Michele_Protospata