Τα Ψαρά έχουν κατοικηθεί από τη Μυκηναϊκή περίοδο και οι κάτοικοί τους ζούσαν κυρίως από τη θάλασσα. Ηταν σε γενικές γραμμές νησί ασήμαντο στρατηγικά και άγονο. Από τα γραπτά κείμενα του Ευσταθίου ξέρουμε ότι το νησί δεν είχε ούτε καν αμπέλια, εντούτοις διέθετε ναό του Βάκχου. Υπήρχε λιμάνι στο οποίο μπορούσαν να ελλιμενισθούν 20 πλοία του μεγέθους της εποχής εκείνης. Το νησί μπορεί να έμεινε κατά μακρές περιόδους σχεδόν ακατοίκητο και ειδικά μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης οι λιγοστοί κάτοικοι έφυγαν κι αυτοί (κυρίως για τη Χίο επειδή φοβούνταν τις πειρατικές επιδρομές. Εντούτοις λίγο αργότερα μετοίκησαν εκεί ελληνικές οικογένειες από την Εύβοια, τη Θεσσαλία, τη Μαγνησία αλλά και τη Χίο, επειδή το νησί ήταν μικρό και άσημο και παρ΄ότι άγονο, μπορούσαν εκεί να ζήσουν ελεύθεροι. Αυτοί και οι απόγονοί τους ξανάχτισαν το παλιό φρούριο του Παλαιόκαστρου, για να αμύνονται εναντίον των πειρατών. Σταδιακά ο πληθυσμός αυξήθηκε και στα περίχωρα του κάστρου αυτού οικοδομήθηκε ένα μεγάλο χωριό. Οι κάτοικοι στηρίχτηκαν στην αλιεία και στο θαλάσσιο εμπόριο και απέκτησαν έναν σημαντικό για την εποχή στόλο. Οταν η Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας υποκίνησε σε επανάσταση ελληνικές περιοχές για να επιτεθεί στην Τουρκία με το άλλοθι της απελευθέρωσης των Χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι κάτοικοι των Ψαρών ήταν διστακτικοί. Όμως λίγα χρόνια μετά, όταν καταστράφηκε ο τουρκικός στόλος στο Τσεσμέ, δημιούργησαν ενθουσιασμένοι έναν στόλο από πλοιάρια Στάθηκαν άτυχοι όμως γιατί μόλις 4 χρόνια αργότερα με την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή βρέθηκαν στο έλεος της Τουρκίας. Οι νότιοι άνεμοι εμπόδισαν τον τουρκικό στόλο να υλοποιήσει άμεσα την εντολή για ολοσχερή καταστροφή του νησιού των Ψαρων και οι Ψαριανοί με ελιγμούς κατάφεραν να μεταστρέψουν την Πύλη - μεταξύ αυτών των ελιγμών ήταν και η αποστασιοποίησή τους από το κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη κατά το 1794. Ο Ιωάννης Βαρβακης ήταν Έλληνας πλοιοκτήτης, έμπορος και εθνικός ευεργέτης. Γεννήθηκε το 1745 στα Ψαρά και ήταν γιος του Ανδρέα Λεοντίδη και της Μαρίας Μάρου. Σε ηλικία 17 ετών ήταν ήδη ένας έμπειρος ναυτικός με δικό του πλοίο («Άγιος Ανδρέας»). Ξόδεψε όλη του την περιουσία για να το μετατρέψει σε πολεμικό και το 1768 το ενέταξε στη δύναμη του ρωσικού ναυτικού, που μαχόταν τους Οθωμανούς (Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1768-1774). Επέδειξε ιδιαίτερες οργανωτικές και πολεμικές ικανότητες κατά τη Ναυμαχία του Τσεσμέ (5 - 7 Ιουλίου 1770), με αποτέλεσμα οι συναγωνιστές του να του κολλήσουν το παρατσούκλι Βαρβάκης (από το αρπακτικό πουλί βαρβάκι). Του άρεσε και το χρησιμοποίησε ως επίθετο για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Αλεξέι Ορλώφ και οι συνεργάτες τους δεν μπορούσαν όμως να επιστρέψουν στη Ρωσία χωρίς κάποια εντυπωσιακή νίκη. Άρχισαν λοιπόν τη συστηματική καταδίωξη του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, η οποία κατέληξε στη μεγάλη νικηφόρο για τους Ρώσους ναυμαχία του Τσεσμέ (4 Ιουλίου 1770), μεταξύ Χίου και μικρασιατικών παράλιων, η οποία αποτέλεσε μία από τις σοβαρότερες ναυτικές καταστροφές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, οι Ορλώφ δεν κατόρθωσαν να περάσουν τα Δαρδανέλια, όπου στο μεταξύ ο βαρόνος Ντε Τοτ και οι Γάλλοι σύμμαχοι των Τούρκων είχαν οργανώσει την άμυνα και είχαν κατασκευάσει ισχυρά οχυρωματικά έργα. Κατόπιν τούτου εγκαταστάθηκαν στο λιμάνι της Νάουσας στην Πάρο, όπου έμειναν άπρακτοι έως την υπογραφή της συνθήκης Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774). Μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής για τους Οθωμανούς, Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (21 Ιουλίου 1774), ο Βαρβάκης βρέθηκε άφραγκος, αφού το καράβι του κατασχέθηκε από τις τουρκικές αρχές, όταν επεχείρησε να το πουλήσει στην Κωνσταντινούπολη. Σκέφθηκε να μεταβεί στη Ρωσία και να ζητήσει ακρόαση από την Αικατερίνη τη Μεγάλη, όπου θα της διεκτραγωδούσε την κατάστασή του, αλλά και θα τις τόνιζε τις υπηρεσίες που προσέφερε στη χώρα της. Η συνάντηση κλείστηκε στην Αγία Πετρούπολη με τη μεσολάβηση του στρατάρχη Ποτέμκιν, εραστή της τσαρίνας. Η Αικατερίνη προς μεγάλη του έκπληξη φάνηκε γενναιόδωρη μαζί του. Για τις υπηρεσίες του προς τη Ρωσία, τον ονόμασε ανθυποπλοίαρχο του ρωσικού πολεμικού ναυτικού, του έδωσε προνομιακή άδεια αλιείας στην Κασπία Θάλασσα και 1.000 χρυσά ρούβλια. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς Βαρβάτσι ήταν τώρα ρώσος πολίτης. Με τα χρήματα της τσαρίνας και την άδεια αλιείας ανά χείρας και αφού διήνυσε απόσταση 5.000 χιλιομέτρων από την Αγία Πετρούπολη εγκαταστάθηκε στο Αστραχάν. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε πάμπλουτος από την αλιεία οξύρρυγχου και το εμπόριο του χαβιαριού. Το 1788 είχε στη δούλεψή του 3.000 άτομα. Μεγάλο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε για κοινωφελή έργα στην περιοχή (γέφυρες, νοσοκομείο, διώρυγα κλπ). Για τις υπηρεσίες αυτές παρασημοφορήθηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Α' και το 1810 απέκτησε τίτλους ευγενείας αυτός και η οικογένειά του. Το 1812 μετακόμισε πιο δυτικά και συγκεκριμένα στην πόλη Ταγκαρόγκ (Ταϊγάνι), όπου ανθούσε μια μεγάλη ελληνική κοινότητα. Διέθεσε 600.000 ρούβλια για την ανέγερση ενός επιβλητικού μοναστηριού, όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία για τον τσάρο Αλέξανδρο Α'. Ο Βαρβάκης δεν ξέχασε την πατρίδα του και βοήθησε παντοιοτρόπως τους επαναστατημένους Έλληνες. Μετά την καταστροφή των Ψαρών επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1825. Δύο μέρες νωρίτερα, με τη διαθήκη του κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος για την ανέγερση Λυκείου («Βαρβάκειο»), κλειστής αγοράς («Βαρβάκειος Αγορά»), για τη συντήρηση άπορων οικογενειών και την εξαγορά αιχμαλώτων. Ανδριάντας του Ιωάννη Βαρβάκη βρίσκεται στο Ζάππειο. Στη διαθήκη του άφησε 1.000.000 ρούβλια κληροδότημα για την ίδρυση του Βαρβακείου Λυκείου, και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στο ελληνικό Δημόσιο για κοινωφελείς σκοπούς. Κατέθεσε τα χρήματα που χρειάστηκαν για την ανέγερσή του σε ρωσική τράπεζα και το 1857 άρχισε το κτίριο της Βαρβακείου Σχολής, με σχέδια και επίβλεψη του Παναγιώτη Κάλκου. Άρχισε να κτίζεται, για να ολοκληρωθεί το 1859. Με δική του δωρεά κατασκευάστηκε η κλειστή αγορά της Αθήνας (Βαρβάκειος Αγορά), ενώ επίσης χρηματοδότησε την ανέγερση διδακτηρίου στη Σινασό Καππαδοκίας, την παλιά Ναζιανζό, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Το Βαρβάκειο Λύκειο κτίστηκε κοντά στη σημερινή οδό Αθηνάς. Ιδρύθηκε το 1857 και από το 1886 και μετά λειτούργησε σαν Πρακτικό Λύκειο, αφιερωμένο σχεδόν αποκλειστικά στη σπουδή των θετικών επιστημών. Ήταν το μοναδικό Λύκειο του είδους του στη χώρα για πολλά χρόνια. Το παλιό κτίριο καταστράφηκε στα Δεκεμβριανά (1944). Σήμερα λειτουργεί γυμνάσιo και λύκειο με το όνομα «Βαρβάκειος Σχολή» σε νέο κτίριο στα όρια του Δήμου Αθηναίων και δήμου Παλαιού Ψυχικού.
Πηγή: http://www.sansimera.gr/biographies/324#ixzz4AaVyZjtc
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ψαρά
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ορλωφικά
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Βαρβάκης
Εκπαιδευτικό Ιστολόγιο με θέματα για την Μυθολογία, την Προϊστορία, την Ιστορία. Με στόχο την διάδοση της ιστορικής γνώσης, την μετάδοση του ελληνικού πολιτισμού και την αφύπνιση των Ελλήνων. greek.history.and.prehistory99@gmail.com
Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Σάββατο 4 Ιουνίου 2016
Ιωάννης Βαρβακης : Ο Ψαριανός πολεμιστής που έγινε μεγάλος εθνικός ευεργέτης της Ελλάδας
Γεωργιος Καστριωτης : Ο τελευταίος Βυζαντινός Έλληνας βασιλιάς των Βαλκανιων
Ο Γεώργιος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης (1404 ή 1405 - 1468), γιος του Βυζαντινού άρχοντα Ιωάννη Καστριώτη και της Σέρβας πριγκίπισσας Βοϋσάβας υπήρξε μία ηρωική μορφή που κάτω από την πορφυρή σημαία με τον δικέφαλο αετό, την σημαία του Βυζαντίου, πολέμησε επί δεκαετίες κατά των Οθωμανών, με αμέτρητες νίκες. Το προσωνύμιο Σκεντέρμπεης το πήρε από τους Τούρκους που τον θεώρησαν ισάξιο με τον Μεγάλο Ισκαντάρ ή Σκεντέρ, δηλαδή τον Μέγα Αλέξανδρο. Η Αλβανία τον θεωρεί ως τον μεγαλύτερο εθνικό της ήρωα. Σύγχρονος του Καστριώτη υπήρξε ο Marinus Barletius λατινόφωνος ιερέας, μελετητής της ιστορίας, της κλασσικής λογοτεχνίας και της λατινικής γλώσσας. Ο Μπαρλέτι γεννήθηκε στην Σκόδρα που ήταν κτήση Βενετικής Δημοκρατίας, ακολούθησε τον Καστριώτη στους αγώνες του όπου έχασε και τους γονείς του. Κατέγραψε τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν. Με τον θάνατο του Καστριώτη αναχώρησε για την Ιταλία όπου το 1508 εξέδωσε στα λατινικά το έργο του με τίτλο “Historia de vita et gestis Scanderbergi, Epirotarum principis” δηλαδή «Η ιστορία της ζωής και των έργων του Σκεντερμπέη, πρίγκηπα των Ηπειρωτών». Πράγματι ο Καστριώτης έτσι αποκαλείτο και έτσι αποκαλούσε εαυτόν. Εξάλλου την εποχή εκείνη δεν υπήρχε αλβανικό έθνος και αλβανική εθνική συνείδηση. Μόνο η γλώσσα που θα αποκληθεί αργότερα arberi, αρβανίτικα και αιώνες μετά Σκιπετάρικα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται σαν μία γλώσσα συνεννόησης ανάμεσα σε αλλόφυλλα και αλλόγλωσσα στοιχεία που κατοικούσαν σε διάφορες περιοχές των νότιων και δυτικών Βαλκανίων. Η καταγωγή του θεωρείται σερβο-ελληνική. Ο Ιωάννης Καστριώτης (1437 έως 1440) βυζαντινος ήταν Βυζαντινός άρχοντας, πατέρας του εθνικού ήρωα Γεωργιου Καστριωτη και παππούς του Ιωάννη, γιου του Γεωργιου Καστριωτη. Πηγή του 1366 αναφέρει κάποιον Καστριώτη ως κεφαλή (διοικητή) της ακρόπολης του Αυλώνα της Ηπείρου. Ο σύγχρονος ιστορικός John V. A. Fine θεωρεί αυτό το πρόσωπο πιθανό πρόγονο του Ιωάννη Καστριώτη. Ο συγγραφέας Σαράντος Καργάκος πιστεύει ότι ο αρχηγέτης της σχετιζόταν με την περιοχή της Ηπείρου. Παντρεύτηκε τη σερβικής καταγωγής Βοϊσάβα, γόνο της βασιλικής οικογένειας των Μπράνκοβιτς. Μαζί της απέκτησε εννέα παιδιά. Το 1423 οι Τούρκοι είχαν ήδη τελειώσει τη δική τους δυναστική σύρραξη και εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν οι επαναφορά των Βυζαντινών οικογενειών της Ηπείρου Καστριωτη και Αριανιτη στην υποτέλεια προς τον Σουλτάνο. Ως εγγύηση για τη νομιμοφροσύνη του, ο Ιωάννης Καστριώτης έστειλε τους γιους του ως ομήρους στην οθωμανική πρωτεύουσα, Αδριανούπολη, το 1423. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γεώργιος, μετέπειτα γνωστός ως Σκεντέρμπεης, ο οποίος εξισλαμίστηκε και ανήλθε σε υψηλά στρατιωτικά αξιώματα. Ο Ιωάννης Καστριώτης πέθανε το 1437, ως μοναχός με το όνομα Ιωακείμ, στη ορθόδοξη Μονή Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους, γεγονός που μαρτυρά τις μακρόχρονες και στενές σχέσεις των αυτών Βυζαντινών φεουδαρχών με το σερβικό αυτό μοναστήρι. Τότε ο Σουλτάνος έδωσε εντολή στον Όθωμανό κυβερνήτη της Κρόια να αφαιρέσει και τις τελευταίες κτήσεις από την οικογένεια του Καστριώτη. Όμως, το 1443, ο Γεωργιος Καστριωτης, εξοργισμένος από τη μεταχείριση των Τούρκων προς την οικογένειά του, επαναστάτησε και, για περίπου 2 δεκαετίες, έγινε η κεντρική μορφή της αντίστασης κατά των Οθωμανών στην Ήπειρο. Κατά την ήττα των Οθωμανών στη Νις της Σερβίας το 1443, ο Σκεντέρμπεης εγκατέλειψε τους Τούρκους και επέστρεψε στην Αλβανία την οποία κατά μεγάλο μέρος είχαν καταλάβει οι Τούρκοι. Ο Σκεντέρμπεης τέθηκε επικεφαλής συνομοσπονδίας χριστιανών ηγεμόνων το 1444 και απελευθέρωσε την πατρίδα του από την τουρκική κατοχή, η οποία είχε ολοκληρωθεί μόλις το 1430. Ο Σκεντέρμπεης κατάφερε να ξεσηκώσει μόνο τους ορεσίβιους της Αλβανίας, ανεξαρτήτως γλώσσας, ενώ οι μεγάλες πόλεις δεν τον ακολούθησαν γιατί ήταν ικανοποιημένες από τη τάξη που επικρατούσε υπό τη βενετική ή οθωμανική διοίκηση. Ο Σκεντέρμπεης κατάφερε να ελέγξει την ύπαιθρο και ορισμένα κάστρα. Η περιοχή που έλεγχαν οι επαναστάτες του Σκεντέρμπεη ήταν μια λωρίδα επικράτειας, γύρω από την Κρούγια, την κοιλάδα Ματη και τη Δίβρη, και στη νότιο-κεντρική Αλβανία την ενδοχώρα του Δυρραχίου και κατά μήκος του ποταμού Γενουσου. Κατά την περίοδο 1444–1466, απέκρουσε 13 τουρκικές εισβολές, είχε αναγνωριστεί ως αρχηγός όλων των ντόπιων φυλών. Ένα μήνα μετά την Συνθήκη της Γαετας, στη οποία έγινε υποτελής του Αλφονσου σε αντάλλαγμα στρατιωτικής βοήθειας, στις 21 Απριλιου του 1421 ο Γεωργιος Καστριωτης παντρεύτηκε την Ανδρονικη Αριανιτη Κομνηνη, στο Ελληνορθόδοξο μοναστήρι της Αρδενιτσας, στο Φιερι, κοντά στην αρχαία ελληνική αποικία της Απολλωνιας στην Βόρεια Ήπειρο. Η αδερφή της παντρεύτηκε τον Σερβο ηγεμόνα Στέφανο Μπρανκοβιτς. Η δυναστεία των Αριανιτη κατάγεται από τον Βυζαντινό στρατηγό Δαυιδ Αριανιτη που υπηρέτησε στην Θεσσαλονίκη και στα Σκοπια και πολέμησε τους Βούλγαρους την εποχή του Βουλγαροκτονου. Επίσης συνδέονται με την Αυτοκρατορική βυζαντινή οικογένεια των Κομνηνων. Περί τη δεκαετία του 1450 ο Γεωργιος Καστριωτης επιχείρησε να αναλάβει τη γενική αρχηγία των παλαιών μεγάλων φατριών οι οποίες και αντέδρασαν. Η λεγόμενη "Λίγκα του Λέτσε", που ήταν μόνο μια στρατιωτική συμμαχία. Σταδιακά ο Σκεντέρμπεης αναζήτησε συμμαχίες αλλού. Για παράδειγμα, το 1451, ζήτησε τη συμμαχία του βασιλιά Αλφόνσου της Νάπολης. Τον ακολούθησαν Αλβανοί, Σέρβοι, Έλληνες και Βλάχοι. Ο Γ. Καστριώτης βρήκε στήριξη από αυτούς που βγήκαν χαμένοι από την οθωμανική διείσδυση, δηλ. τις παλιές μεγάλες οικογένειες που ήθελαν να επανακτήσουν τη γη τους, και τους ορεσίβιους που δεν ήθελαν να πληρώνουν φόρους ούτε να έχουν Οθωμανούς δικαστές. Ο αγώνας του Σκεντέρμπεη σε μεγάλο βαθμό ήταν προϊόν του ανταγωνισμού μεταξύ του σουλτάνου και των μεγάλων Βυζαντινών τιμαριωτών στην Αλβανία κατά τον 15ο αι. Οι επιτυχίες του του έδωσαν ηρωική φήμη στη Δυτική Ευρώπη, δεν κατόρθωσε όμως να λάβει ανάλογη οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση, την οποία προσπάθησε να εξασφαλίσει επισκεπτόμενος τη Ρώμη και τη Νάπολη, τον χειμώνα του 1466-7. Εκεί εντυπωσίασε με το παρουσιαστικό του και την απλότητα των τρόπων του, χωρίς όμως να του προσφερθεί τελικά αξιόλογη βοήθεια. Το 1463 συμμάχησε με τη Βενετική Δημοκρατία ενώ υποστηρίχτηκε και από το Βασίλειο της Νάπολης και το Βατικανό, το οποίο του έδωσε τον τιμητικό τίτλο του στρατηγού της Αγίας Έδρας. Ο Μωάμεθ Β΄ είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ο Σκεντέρμπεης είχε μαγικές ικανότητες και είχε ζητήσει στις διαπραγματεύσεις ως δώρο το σπαθί του. Ο Καστριώτης το έδωσε αλλά ο πρεσβευτής το επέστρεψε μετά από λίγο καιρό, λέγοντάς του ότι του έδωσε ένα κοινό σπαθί και όχι το πραγματικό, μαγικό του σπαθί που σκότωνε τους εχθρούς όπως κανένα άλλο. Ο Σκεντέρμπεης απάντησε με χιούμορ: «Έστειλα στον σουλτάνο το καλύτερο σπαθί μου. Δεν μπορούσα όμως να στείλω και το χέρι μου»! Ο Σκεντέρμπεης κλείστηκε στην Κρόϊα και άντεξε στις επιδρομές του στρατού του Μωάμεθ. Επιχείρησε να ενώσει τους χριστιανούς ηγεμόνες και να οδηγήσει τους ιππείς για ακόμη μια φορά, αλλά η ελονοσία τον κράτησε στον κρεβάτι. Τότε, οι σωματοφύλακές του ύψωσαν στην παράταξη το δοξασμένο του λάβαρό του. Οι Τούρκοι και μόνο στη θέα του έχασαν τη μάχη και τράπηκαν σε φυγή. Πέθανε ανίκητος το 1468, στο βενετοκρατούμενο Αλέσιο (Λέζα). Επιτυχίες ανάλογες με τις δικές του, δεν υπήρξαν μετά τον θάνατό του. Το 1478, η Κρούγια, το προπύργιο του Καστριώτη, έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Μέχρι το 1506, ολόκληρη η περιοχή, η οποία σήμερα ανήκει στην Αλβανία, περιήλθε και πάλι στην κατοχή τους. Ο Ιωάννης Καστριώτης με τις δυνάμεις του και αυτές του Κροκόδειλου Κλαδά, ενώνονται με δυνάμεις άλλων Ηπειρωτων στρατιωτικών και δοκιμάζουν την τύχη τους στην περιοχή του Αυλώνα, όπου γνωρίζουν συντριπτική ήττα και το πράγμα φαίνεται να οδηγείται σε οικτρή αποτυχία. Ο θάνατος όμως του σουλτάνου Μωάμεθ Β' του Πορθητή και οι διενέξεις που ακολουθούν για την διαδοχή του υποχρεώνουν τον διοικητή της περιοχής να σπεύσει προς την Κωνσταντινούπολη. Η συγκυρία αυτή επαναφέρει τον ενθουσιασμό και την ελπίδα στους επαναστάτες της Χιμάρας και έτσι ο Κλαδάς μαζί με τον Ιωάννη Καστριώτη και τους άλλους σε λίγες μέρες κυριεύουν όλη την περιοχή της Χιμάρας και απομονώνουν τον τοπικό Τούρκο στρατιωτικό διοικητή στο φρούριο του Σοποτού. Ο νέος μπεηλέρμπεης της Ρούμελης Σουλεϊμάν που προσπάθησε με 3.000 στρατιώτες να βοηθήσει τους κλεισμένους στο φρούριο του Σοποτού πέφτει σε ενέδρα του Κλαδά, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και στέλνεται ως όμηρος στον δούκα της Καλαβρίας. Τελικά το φρούριο του Σοποτού πέφτει στα χέρια των επαναστατών (1481) και ο Ιωάννης Καστριώτης διορίζεται διοικητής της Χιμάρας εν ονόματι του βασιλιά της Νεαπόλεως. Τελικά όμως μέσα στους γενικότερους συμβιβασμούς και τις εκατέρωθεν αμοιβαιότητες η περιοχή της Χιμάρας θα επανέλθει το 1492 και πάλι υπό τουρκική κατοχή, ενώ οι Χιμαριώτες θα γνωρίσουν άγριες διώξεις από τις δυνάμεις του μεγάλου βεζίρη.
Πηγή: http://www.himara.gr
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γκιόν_Καστριότι
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σκεντέρμπεης
http://www.mixanitouxronou.gr/skentermpeis-o-thrilikos-iroas-tis-alvanias-legotan-giorgos-kastriotis-itan-gios-christianou-ke-katatropose-tous-tourkous/
http://www.mani.org.gr/istor/klad2/kladas_arthro.htm
Ο προϊστορικός πολιτισμός της νεολιθικής Ελλάδας και των Βαλκανιων
Το Σέσκλο είναι ένας από τους αρχαιότατους νεολιθικούς οικισμούς της Θεσσαλίας, που κατοικήθηκε για πρώτη φορά στην αρχή της 7ης χιλιετίας (6800 π.Χ) και ερημώθηκε λίγο πριν το τέλος της 5ης χιλιετίας π.Χ (4.400 π.Χ). Ο νεολιθικός οικισμός του Σέσκλου βρίσκεται νοτιοανατολικά από το σύγχρονο ομώνυμο χωριό και απέχει 14 χιλιόμετρα από την πόλη του Βόλου. Ο οικισμός αναπτύχθηκε στο λοφώδες περιβάλλον κοντά στον Παγασητικό κόλπο και την λίμνη Κάρλα. Σημαντικό ρόλο στην επιλογή της θέσης από τους πρώτους κατοίκους της διαδραμάτισε η γεωμορφολογία της ευρύτερης περιοχής, με τα βαθιά ρέματα και τους χαμηλούς λόφους με τη μεγάλη αποστραγγιστική ικανότητα. Η συνεχής κατοίκηση στον ίδιο χώρο και οι αλλεπάλληλες οικοδομικές φάσεις χωρίς την απομάκρυνση των ερειπίων από τα παλαιότερα κτίσματα πρόσθεσαν ύψος στο χώρο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία λόφου. Το πιο εκτεταμένο τμήμα του οικισμού, με πυκνά δομημένα σε συστάδες οικήματα, που χρονολογούνται στην Αρχαιότερη και Μέση Νεολιθική Εποχή, γνωστό ως πόλη, αναπτύχθηκε στην επίπεδη πλαγιά στα δυτικά της Ακρόπολης, σε έκταση μεγαλύτερη των 100 στρεμμάτων. Το Σέσκλο αποτελεί έναν από τους ελάχιστους οικισμούς του ελλαδικού χώρου όπου εντοπίστηκαν ίχνη της λεγόμενης Ακεραμικής Φασης (7η χιλιετία π.Χ). Στη φάση αυτή, ο οικισμός ήταν αραιοκατοικημένος και περιορίστηκε πάνω στο χαμηλό λόφο και βορειοανατολικά έξω από αυτόν. Κατά την 6η χιλιετία π.Χ, ο οικισμός παραμένει αραιοκατοικημένος. Πάνω στο λόφο χτίζονται τα πρώτα σπίτια, με λίθινα θεμέλια, τοίχους από πλιθιά, δάπεδα από πατημένο πηλό, ενώ ανάμεσα στα οικήματα αναπτύσσονται ενδιάμεσοι ανοικτοί χώροι για τις καθημερινές οικοτεχνικές δραστηριότητες των κατοίκων. Κατά την 5η χιλιετία π.Χ, ο οικισμός απέκτησε μεγάλη έκταση και κατοικήθηκε και ο χώρος απέναντι από το λόφο. Η περίοδος αυτή ταυτίζεται με τον "Πολιτισμό του Σέσκλου" και χαρακτηρίζεται από την αρχιτεκτονική οργάνωση του οικισμού, την αύξηση της γραπτής κεραμικής με παράλληλη βελτίωση της τεχνικής όπτησης της κεραμικής, που επιτυγχάνει θαυμάσια κόκκινα χρώματα και από τη γενικευμένη χρήση λίθινων εργαλείων και οψιανού από τη Μήλο. Σχεδόν όλα τα αρχιτεκτονικά λείψανα που είναι σήμερα ορατά πάνω στο λόφο ανήκουν στη φάση αυτή. Στη Νεότερη Νεολιθική Εποχή, η κατοίκηση περιορίστηκε στο χώρο της Ακρόπολης, όπου κτίζεται ένα μεγάλο μεγαροειδές οίκημα, που περιβάλλεται από περιβόλους με χωρορυθμιστικό ρόλο, όπως και στην περίπτωση του Διμηνίου. Τα υπόλοιπα κτίρια διατάσσονται γύρω απ' αυτό. Ο προϊστορικός οικισμός του Διμηνίου βρίσκεται κοντά στο ομώνυμο χωριό, στο δυτικό άκρο της πεδιάδας του Bόλου. Aπλώνεται σε ένα χαμηλό λόφο (ύψος 25 μέτρα) που σήμερα απέχει περίπου 3 χιλιόμετρα από την ακτογραμμή του Παγασητικού κόλπου. Oι ανασκαφικές και γεωλογικές έρευνες δείχνουν ότι ο οικισμός βρισκόταν κατά τη Nεότερη Nεολιθική πολύ κοντά στη θάλασσα και εκτεινόταν σε μια επιφάνεια 8 στρεμμάτων. H αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε έκταση 4 στρεμμάτων, καθιστώντας έτσι το Διμήνι έναν από τους καλύτερα γνωστούς νεολιθικούς οικισμούς του ελλαδικού χώρου. Στα αρχαιολογικά του κατάλοιπα (αρχιτεκτονική, κεραμική, εργαλεία, ειδώλια, κοσμήματα) καταγράφονται για πρώτη φορά όλα τα χαρακτηριστικά της Nεότερης Nεολιθικής II στη Θεσσαλία (4800-4500 π.Χ.), που χαρακτηρίστηκε από τους πρώτους ερευνητές της ελληνικής Προϊστορίας με τον όρο πολιτισμός Διμηνίου. Ο λόφος του Διμηνίου κατοικείται από τις αρχές περίπου της 5ης χιλιετίας π.Χ. και αναπτύσσεται σταδιακά μέχρι το 4500 π.Χ. Tις φάσεις οικιστικής ανάπτυξης υποδηλώνουν οι έξι καμπυλόγραμμοι περίβολοι, που όμως δε σώζονται σε όλο τους το μήκος. Eίναι κτισμένοι από σχιστόλιθο της περιοχής και έχουν πλάτος 0,6-1,40 μέτρα. Tο ύψος τους είναι 1,5 μέτρο στα ελεύθερα σημεία, ενώ στα σημεία που λειτουργούν συγχρόνως και ως τοίχοι σπιτιών φτάνουν τα 1,7 μέτρα. Διατάσσονται περικεντρικά και διακόπτονται σε τέσσερα σημεία από περάσματα πλάτους 0,85-1,10 μέτρα, που οδηγούν στο εσωτερικό του οικισμού. Mε τον τρόπο αυτό η οικιστική δραστηριότητα αναπτύσσεται σε πέντε περιοχές: την αυλή του κεντρικού περιβόλου και τα τέσσερα τμήματα γύρω από αυτήν. Oι δίοδοι προς την κεντρική αυλή είναι ελαφρά επικλινείς και εν μέρει πλακοστρωμένες. Aξιοσημείωτη είναι στο Διμήνι και η εξειδίκευση στην παραγωγή κοσμημάτων (βραχιόλια, περίαπτα, χάντρες) από όστρεο σπονδύλου (οικία N), τα οποία προωθούνται, όπως και η κεραμική, μέσω δικτύων ανταλλαγών πέρα από τα όρια του οικισμού. Tα αντικείμενα αυτά αποτελούν, μαζί με τα δακτυλιόσχημα περίαπτα, τις αιχμές βελών από οψιανό της Mήλου και τα μέταλλα, αντικείμενα κοινωνικού γοήτρου μιας γεωργοκτηνοτροφικής κοινότητας που μεταλλάσσεται. οικισμός της Νέας Νικομήδειας βρίσκεται περίπου 11 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Βέροιας. Οι ανασκαφικές έρευνες της δεκαετίας του '60 αποκάλυψαν μεγάλο τμήμα του οικισμού, η έκταση του οποίου υπολογίζεται σε 2400 τετραγωνικά μέτρα. Πρόκειται για έναν από τους πλέον εκτεταμένους και καλύτερα ερευνημένους οικισμούς της Αρχαιότερης Νεολιθικής στην Ελλάδα. Σποραδικά αρχιτεκτονικά λείψανα επιβεβαιώνουν τη χρήση του χώρου και κατά τη Νεότερη Νεολιθική. Οι δυο αρχιτεκτονικές φάσεις της Αρχαιότερης Νεολιθικής παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την οικιστική οργάνωση της γεωργοκτηνοτροφικής κοινότητας. Η παλαιότερη φάση περιλαμβάνει τετράγωνα πασσαλόπηκτα οικήματα, κτισμένα ελεύθερα στο χώρο. Οι πλευρές τους έχουν μήκος περίπου 8 μέτρα και αποτελούνται από λεπτούς κορμούς δέντρων, τοποθετημένους κατακόρυφα και σε απόσταση 0,9-1,2 μέτρα. Ανάμεσά τους τοποθετούνται λεπτά κλαδιά και καλάμια, που συνθέτουν τα τοιχώματα της καλύβας, τα οποία στη συνέχεια καλύπτονται εσωτερικά και εξωτερικά με μάζες αχυροπηλού. Πάσσαλοι στο εσωτερικό των οικημάτων αυτών υποβαστάζουν την τετράριχτη στέγη, που αποτελείται από κλαδιά, καλάμια, πηλό και άχυρο. Τα τετράγωνα οικήματα διατάσσονται γύρω από ένα μεγαλύτερο (12Χ12 μέτρα), το οποίο, λόγω των διαστάσεων και των αντικειμένων που βρέθηκαν σ' αυτό (12 ειδώλια, αξίνες κ.λπ.) θεωρήθηκε παλαιότερα ως ιερό. Κατά τη νεότερη φάση της Αρχαιότερης Νεολιθικής χρησιμοποιούνται ορθογώνια, επίσης πασσαλόπηκτα οικήματα, στα οποία διακρίνεται ένας ευρύς και ένας στενός χώρος. Κεραμική χαρακτηριστική της Αρχαιότερης Νεολιθικής, λεπίδες πυριτόλιθου, λίθινες αξίνες, πήλινα ειδώλια με σταυρόσχημα μάτια και ραμφόσχημη μύτη,σφραγίδες για την κόσμηση του σώματος, ένα περίαπτο από στεατίτη σε σχήμα βατράχου καθώς και πήλινα σφοντύλια για το γνέσιμο του μαλλιού και οστέινα εργαλεία, μαρτυρούν τις ασχολίες των νεολιθικών κατοίκων της πεδιάδας της Βέροιας. Ο περίφημος χρυσός της Βάρνας, με πολύτιμα κοσμήματα, λατρευτικά αντικείμενα, εργαλεία από το νεολιθικό νεκροταφείο που ανακαλύφθηκε το 1972 στη Βουλγαρία -θεωρείται ο αρχαιότερος κατεργασμένος χρυσός στην Ευρώπη. Το ξεχασμένο παρελθόν της Ευρώπης: Η κοιλάδα του Δούναβη 5000-3500 π.Χ. Πολύ πριν την εμφάνιση της γραφής και την ίδρυση των πρώτων πόλεων στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, γύρω στο 4500 π.Χ., είχαν αναπτυχθεί στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης πολιτισμοί που χαρακτηρίζονταν από υψηλό επίπεδο κοινωνικής οργάνωσης και προηγμένη τεχνολογία. Επίκεντρο αυτών των πολιτισμών αποτελούσε ο Δούναβης και οι εύφορες πεδιάδες του. Οι πρώτοι νεολιθικοί γεωργοί μεταφέρθηκαν στα Βαλκάνια από τον ελλαδικό χώρο, όπου η λεγόμενη «γεωργική επανάσταση» είχε συμβεί ήδη από το 7000 π.Χ. Σύντομα άρχισαν να ακολουθούν μια αυτόνομη πορεία, διατήρησαν όμως επαφές τόσο με τον ελλαδικό χώρο όσο και με άλλες περιοχές προς τον Βορρά και τη Δύση. Οι νεολιθικοί Βαλκάνιοι πρωτοστάτησαν και σε πολλά άλλα, που ακόμα και σήμερα προκαλούν θαυμασμό. Ανέπτυξαν σε εξαιρετικό βαθμό τη μεταλλουργία: ήταν η «τεχνολογική καινοτομία της εποχής», καθώς έδινε τη δυνατότητα κατασκευής πολύ πιο αποτελεσματικών εργαλείων και όπλων. Στην κεραμική πάλι, για πρώτη φορά είχαν τον απόλυτο έλεγχο της φωτιάς κατά τη διαδικασία ψησίματος, παράγοντας αγγεία με διακόσμηση. Τα αφαιρετικά ειδώλιά τους, που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και για τη σύγχρονη γλυπτική, εντυπωσιάζουν με τις δυναμικές φόρμες τους. «Η ποικιλία των γυναικείων ειδωλίων είναι μεγάλη», τονίζει ο Ν. Παπαδημητρίου. «Πιο παλιά οι αρχαιολόγοι πίστευαν ότι είναι αντικείμενα λατρείας προς τιμή μιας θεάς, συνδέθηκαν με γυναικείες θεότητες και με τη μητριαρχία. Τώρα έχουν προστεθεί και άλλες ερμηνείες. Θεωρείται ότι πρόκειται για παιχνίδια, είτε αποτελούσαν στοιχεία ταυτότητας, δηλαδή μέσω αυτών αναγνώριζε ο άνθρωπος το φύλο του, συνειδητοποιούσε τη σχέση του με την ομάδα και την κοινωνία». Ξεχωριστά είναι και τα συμπλέγματα ειδωλίων καθώς και οι ανδρικές μορφές σε ασυνήθιστες στάσεις, όπως αυτή του λεγόμενου «Στοχαστή», η χρήση των οποίων παραμένει αινιγματική, ενώ η μορφή τους γοητεύει με την αμεσότητα της έκφρασης. Οι οικισμοί που οργανώνονται εκείνη την εποχή είναι πυκνοκατοικημένοι, έχουν οχυρωματικό περίβολο, ενώ υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν την ύπαρξη κάποιου είδους κεντρικής διοίκησης. «Τότε αναπτύσσονται δημόσιοι και οικιακοί χώροι. Το σπίτι είναι σημαντικό, καθώς εκεί μαγειρεύουν, έχουν τους φούρνους, κάνουν τα αγγεία τους, δημιουργούν χώρους λατρείας», εξηγεί ό ίδιος, καθώς μας δείχνει την εικόνα ενός πήλινου ομοιώματος διώροφης οικίας, με στρογγυλά παράθυρα, από τη Ρουμανία. Τα σπίτια δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, ωστόσο αξιοσημείωτες διαφορές πλούτου διαπιστώνονται στα νεκροταφεία της περιόδου. Η συνύπαρξη φτωχών τάφων με άλλους που περιείχαν μεγάλη ποικιλία πολύτιμων κτερισμάτων αντανακλά την ύπαρξη έντονης κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Από τα πλουσιότερα νεκροταφεία της περιόδου είναι αυτό της Βάρνας, όπου αποκαλύφθηκαν περίπου 4.500 χρυσά αντικείμενα: σφυρήλατα κοσμήματα, συμβολικά αντικείμενα όπως σκήπτρα, ομοιώματα ζώων που τα έδεναν πάνω στα υφάσματα των νεκρών. Μάλιστα σε έναν τάφο ανδρός βρέθηκαν χρυσά αντικείμενα, κυρίως σύμβολα θρησκευτικής και στρατιωτικής εξουσίας, που έχουν βάρος 1,5 κιλό! Οπως, όμως, φαίνεται, ήδη από αρχαιοτάτων χρόνων μετά από κάθε ραγδαία ανάπτυξη ακολουθεί η ύφεση. Ετσι και οι πολιτισμοί των παραδουνάβιων περιοχών αρχίζουν να παρακμάζουν κατά το τέλος της 5ης χιλιετίας. «Κάποιοι ερευνητές αποδίδουν την κατάρρευση σε εισβολές νομαδικών φύλων από τον Καύκασο, άλλοι σε δημογραφικούς και οικονομικούς παράγοντες όπως ο υπερπληθυσμός και η εξάντληση των φυσικών πόρων», εξηγεί ο Ν. Παπαδημητρίου. «Σε ορισμένες περιοχές αυτό συνέβη σταδιακά, σε άλλες περιπτώσεις η κατάρρευση υπήρξε ακαριαία, με οικισμούς να καίγονται ολοσχερώς και να εξαφανίζονται από το χάρτη». Ο Πολιτισμός Βίντσα (Vinča) ήταν ένας πρώιμος πολιτισμός της Ευρώπης που χρονολογείται στην περίοδο 5700–4500 π.χ.. κατά μήκος της πορείας του ποταμού Δούναβη στην Ρουμανία, Σερβία, Βουλγαρία και FYROM, αν και ίχνη του βρίσκονται σε όλη την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Πήρε το όνομά του από ένα προάστιο του Βελιγραδίου, όπου το 1908 βρέθηκαν αρκετά τέχνεργα. Η Βίντσα είναι ο μεγαλύτερος και ο περισσότερο ανεσκαμμένος νεολιθικός οικισμός στην Ευρώπη. Ήταν μια μητρόπολη με ακμαίο πολιτισμό. Μεταξύ του 4500 και του 3500 ΠΚΕ εξελίχθηκε σε σημαντικό προϊστορικό τόπο, που υποδηλώνει την ακμή των νεολιθικών καλλιεργητικών πολιτισμών της Ευρώπης. Κατείχε τμήμα της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ελλάδας. Οι οικισμοί αυτού του διακριτού πολιτισμού ήταν σημαντικά μεγαλύτεροι από οποιονδήποτε άλλο σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεπερνούσαν σε έκταση τις πόλεις του προϊστορικού Αιγαίου και της Εγγύς Ανατολής που χτίστηκαν μια χιλιετία αργότερα. Μια από τις μεγαλύτερες αρχαιολογικές θέσεις ήταν το Βίντσα-Μπέλο Μπρντο που κάλυπτε 29 εκτάρια και κατ εκτίμηση πληθυσμό 2.500 ατόμων. Η πιθανότερη εκδοχή για τη γέννηση του πολιτισμού Βίντσα είναι η δημογραφική και πολιτιστική αναταραχή που προκλήθηκε από τη διείσδυση του χαλκολιθικού πολιτισμού της Μικράς Ασίας προς τη βαλκανική χερσόνησο ο οποίος ακολούθησε δύο κατευθύνσεις: από την ξηρά, μέσω της νοτιοανατολικής Θράκης προς τη δουνάβια κοιλάδα και από την θαλάσσια οδό, από την κεντρική Ελλάδα στη βόρεια Δαλματία. Οι πολιτισμοί της ύστερης νεολιθικής περιόδου ενέσκηψαν σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο και την κεντρική δουνάβια κοιλάδα. Συνεπεία αυτών των μετακινήσεων οι καλλιτεχνικές μορφές και οι συνήθειες της Μικράς Ασίας ήρθαν αντιμέτωπες αρχικά και αφομοιώθηκαν μεταγενέστερα με διάφορους τρόπους, ώσπου έγιναν γηγενείς. Όντας σε πλήρη επαφή με τους νέους μετανάστες, ο πολιτισμός Στάρτσεβο μετατράπηκε στον νεότερο πολιτισμό Βίντσα. Το πνεύμα του νέου πολιτισμού και του νέου τρόπου της ζωής φαίνεται σαφώς στην αρχιτεκτονική. Η ιδιαίτερη προσοχή δινόταν στον προσδιορισμό της θέσης μιας κατοικίας, όταν χτιζόταν μια νέα εγκατάσταση. Φαιίνεται πως τα κτήρια ήταν ήταν προσανατολισμένα βορειοδυτικά, ήταν μεγαρόσχημα, σε τετράγωνες σχεδόν βάσεις, με κάθετους τοίχους και στέγες με αετώματα. Η ξυλεία και ο άργιλος συνεχίσαν να χρησιμοποιούνται ως οικοδομικά υλικά, αλλά η διαδικασία οικοδόμησης εμπλουτίστηκε με νέες λεπτομέρειες και δεξιότητες, όπως η ισοπέδωση, η σταθεροποίηση της θεμελίωσης, η μόνωση, η επικάλυψη των τοίχων και η ζωγραφική.
Οι αρχαιότερες κατοικήσεις της Βίντσα δεν ήταν ούτε περιφραγμένες ούτε περιτειχισμένες, και τα λείψανα από τις σκηνόμορφες καλύβες συνδέονται με την ειρηνική, αλλά μάλλον δύσκολη καθημερινή ζωή που συμπεριλάμβανε την κατασκευή λίθινων εργαλείων, κεραμικών, την καλλιέργεια της γης και της κτηνοτροφία. Ο πολιτισμός Βίντσα ήταν τμήμα ενός αρχαίου ευρωπαϊκού πολιτισμού σχετικά ομογενούς, ειρηνικού και μητριαρχικού που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κατά τη Νεολιθική. Κατά την περίοδο της πτώσης του συγκεκριμένου πολιτισμού συνέβη συνέβη η εισβολή διναρικων φυλών από τις στέππες της Ρωσιας από τα ανατολικά. Οι αλυσιδωτές κινήσεις μεταναστευτικών ρευμάτων προς τη Θράκη και τις κοιλάδες του Δούναβη ξεκίνησαν ήδη από τα μέσα της 5ης χιλιετίας π.χ. και λίγο αργότερα έφθασαν στις περιοχές της Βίντσα. Ο πολιτισμός Βίντσα βρέθηκε στο απόγειό του περίπου το 3800 π.χ.. Ερείπια των οικισμών του και αρχαιολογικών ευρημάτων που ανακαλύφθηκαν από τα 6 έως τα 2 μέτρα ραδιοχρονολογημένα μας πηγαίνουν στο 3700 και 3500 π.χ. περίπου και αποκαλύπτουν ότι σε αυτή την περίοδο ο πολιτισμός Βίνκα ακολουθεί μια διαδικασία φθοράς. Η γενική κατάπτωση που σημειώνεται όχι μόνο στην εισαγωγή κεραμικής και στους τύπους των ανθρωπομορφικών ειδωλίων, ξεκίνησε πιθανώς με τη στροφή του ανθρώπου στον πολιτισμό των μετάλλων, κυρίως του χαλκού και του χρυσού. Έτσι, οι κάτοικοι της Πανόνιας λεκάνης αναζητώντας μέταλλα ανακάλυψαν τον χαλκό και τον καθαρό χρυσό. Οι πολιτισμικές ισορροπίες άλλαξαν και άρχισε η αποσύνθεση της δομής του νεολιθικού κόσμου. Το μεγάλο πλήγμα ήταν οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις των διναρικων πολιτισμών της εποχής του Χαλκού που διαμόρφωσε αργότερα στα Βαλκανια τα βασίλεια των Ιλλυριων.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σέσκλο_Μαγνησίας
http://www.ime.gr/chronos/01/gr/nl/nnii/dimini.html
http://www.ime.gr/chronos/01/gr/nl/an/nikomedeiafr.html
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=188159
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πολιτισμός_Βίντσα