Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο 18 Ιουνίου 2016

Η κατασκευή και η ιστορία της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινουπολη

Η Αγία Σοφία ή Αγια-Σοφιά γνωστή και ως ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας, είναι χριστιανικός ναός που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη. Από το 360 μέχρι το 1453 λειτουργούσε ως ορθόδοξος καθεδρικόςναός της πόλης, με εξαίρεση την περίοδο 1204–1261, κατά την οποία ήταν ρωμαιοκαθολικός ναός. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης μετατράπηκε σε ισλαμικό τέμενος, ενώ το 1934 μετατράπηκε σε μουσειακό χώρο. Στο σημείο όπου ανεγέρθηκε η Αγία Σοφία υπήρχε εκκλησία χτισμένη επί Κωνσταντίνου Α΄ και Κωνσταντίνου Β΄, η οποία όμως καταστράφηκε κατά τη Στάση του Νίκα (532 μ.Χ.). Ανήκει στις κορυφαίες δημιουργίες της βυζαντινής ναοδομίας, πρωτοποριακού σχεδιασμού, και υπήρξε σύμβολο της πόλης, τόσο κατά τη βυζαντινή όσο και κατά την οθωμανική περίοδο. Το παρόν κτίσμα ανεγέρθηκε τον 6ο αιώνα, επί βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄, από τους μηχανικούς Ανθέμιο από τις Τράλλεις (Αϊδίνιο) και Ισίδωρο από τη Μίλητο. Στο ίδιο σημείο, επί του πρώτου λόφου της Κωνσταντινούπολης και σε κοντινή απόσταση από το Μέγα Παλάτιον και τον Ιππόδρομο της πόλης, είχαν χτιστεί παλαιότερα δύο ακόμα ναοί που καταστράφηκαν από πυρκαγιά. Το οικοδόμημα ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό ρυθμό της τρουλαίας βασιλικής και συνδυάζει στοιχεία της πρώιμης βυζαντινής ναοδομίας, σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Αρχιτεκτονικές επιρροές της Αγίας Σοφίας εντοπίζονται σε αρκετούς μεταγενέστερους ορθόδοξους ναούς αλλά και σε οθωμανικά τζαμιά, όπως στο τέμενος του Σουλεϊμάν και στο Σουλταναχμέτ τζαμί. Εκτός από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της, η Αγία Σοφία ξεχωρίζει επίσης για τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμό της, που ωστόσο υπέστη σοβαρές καταστροφές κυρίως από τους Τούρκους κατακτητές κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Μετά τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης το 337, η ανέγερση ενός ναού της Αγίας Σοφίας υπήρξε τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος οικοδόμησης γύρω από το Μέγα Παλάτι. Η πρώτη Αγία Σοφία εγκαινιάστηκε το 360 επί της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίου Β΄ και μαζί με το ναό της Αγίας Ειρήνηςαποτελούσε τον κύριο καθεδρικό ναό της πρωτεύουσας και έδρα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Εικάζεται ότι επρόκειτο για ξυλόστεγη βασιλική, τρίκλιτη ή πεντάκλιτη. Καταστράφηκε από πυρκαγιά το 404 και χτίστηκε εξαρχής τα επόμενα χρόνια. Ο νέος ναός εγκαινιάστηκε το 415 επί βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄ και καταστράφηκε από τους οπαδούς του πατριάρχη επειδή ο Θεοδόσιος είχε μια διαμάχη με τον Πατριάρχη. Αν και λίγα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν ως προς την αρχιτεκτονική αξία του οικοδομήματος, οι ιστορικές πηγές μαρτυρούν πως στο εσωτερικό του φυλάσσονταν ιερά κειμήλια μεγάλης αξίας, από χρυσό ή ασήμι. Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες προσπάθειες αναπαράστασης του ναού, υποθέτουμε πως είχε εύρος 52 μ. αποτελούμενη από ένα κεντρικό κλίτος και τέσσερις διακριτούς διαδρόμους. Κατά τη Στάση του Νίκα το 532, υπέστη μεγάλη φθορά και το κτίσιμο του ναού που διατηρείται ως σήμερα δρομολογήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α'. 
Αρχιτέκτονες του ναού ήταν οι γεωμέτρες Ανθέμιος από τις Τράλλεις και ο Ισίδωρος από τη Μίλητο. Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα και τα εγκαίνιά του τελέστηκαν στις 27 Δεκεμβρίου του 537. Τότε, σύμφωνα με το θρύλο, ο Ιουστινιανός αναφώνησε «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι. Νενίκηκά σε, Σολομών !», θέλοντας έτσι να εκφράσει το θαυμασμό του για το μνημείο το οποίο ήταν πιο θαυμαστό από τον Ναό του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα. Τριακόσια και πλέον εκατομμύρια χρυσών δραχμών, κατ΄ αντιστοιχία, είχαν δαπανηθεί για την ανέγερση αυτού του Ναού. Τα "θυρανοίξια" της Αγιάς Σοφιάς ακολούθησαν διανομές χιλιάδων ελαφιών, βοών, προβάτων και ορνίθων και χιλιάδων μοδίων σίτου στους φτωχούς καθώς και πολυήμερη πανήγυρη. Στο προαύλιο του ναού λέγεται πως υπήρχε κρήνη, στην οποία ανεγράφετο η καρκινική φράση «ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ» (νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν, δηλ. ξέπλυνε τις αμαρτίες σου και όχι μόνο το πρόσωπό σου). Η φράση αυτή, αν αναγνωσθεί ανάποδα (από δεξιά προς τα αριστερά) αποδίδει τις ίδιες λέξεις και επομένως και το αυτό νόημα. Την εποχή του Ιουστινιανού, η Αγία Σοφία είχε χίλιους κληρικούς. Η νεαρά του Ηρακλείου, που βασίλεψε τον έβδομο αιώνα μας αναφέρει: Πρεσβυτέρους ... 80, Διακόνους ... 150, Διακόνισσες ... 40, Υποδιάκονους ... 70, Αναγνώστες ... 160, Ψάλτες ... 25, Θυρωρούς ... 75. Σύνολο: 600. Ο αριθμός των κληρικών είχε ελαττωθεί κατά τα τελευταία έτη του κράτους, όταν τα εισοδήματα της εκκλησίας αρκούσαν μόλις για την φωταψία του ναού. Είκοσι χρόνια μετά τα πρώτα εγκαίνια, εξαιτίας των σεισμών του 557, ο τολμηρότατος στη σύλληψη και κατασκευή, για την εποχή του, θόλος κατέπεσε και συνέτριψε την αψίδα παρά τον ιερό άμβωνα, τον ίδιο τον άμβωνα, το κιβώριο και την Αγία Τράπεζα. O ανιψιός του Ισιδώρου, ο Ισίδωρος ο νεότερος, ανέλαβε και έκτισε το νέο θόλο που υφίσταται μέχρι σήμερα. Μια περιγραφή του παραδίδεται από τον ιστορικό Αγαθία, από την οποία συμπεραίνεται πως ο αρχικός τρούλος ήταν μάλλον ευρύτερος και χαμηλότερος από το δεύτερο.
Στις 24 Δεκεμβρίου του 563 υπό τον Πατριάρχη Ευτύχιο τελέστηκαν τα δεύτερα εγκαίνια παρουσία του Αυτοκράτορα και του λαού της Κωνσταντινούπολης. Ο ναός αποτέλεσε σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και υπήρξε ο σημαντικότερος ναός της Ορθόδοξης εκκλησίας. Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών και συγκεκριμένα κατά την περίοδο 1204-1261 ο ναός έγινε Ρωμαιοκαθολικός και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος. Ειδικότερα και κατά την διάρκεια της άλωσης από τους Φράγκους, η Αγία Σοφία υπέστη τεράστιες ζημιές. Επίσης κατά την περίοδο την Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγιναν στο ναό σημαντικές καταστροφές στις τοιχογραφίες του ναού (ασβεστώθηκαν), αφού η απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος θεωρείται βλασφημία για το Ισλάμ. Ο ναός με την σπουδαία αρχιτεκτονική του αποτέλεσε πρότυπο για την κατασκευή και άλλων τεμενών, όπως το Μπλε Τζαμί. To 1934 o Μουσταφά Κεμάλ, στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της Τουρκίας, μετέτρεψε το τέμενος σε μουσείο. Σήμερα ο ναός εξακολουθεί να είναι μουσείο, ενώ πραγματοποιούνται σε αυτόν πολιτιστικές εκδηλώσεις, αλλά και εκδηλώσεις που θεωρούνται από ορισμένους ότι δεν αρμόζουν στο χώρο, όπως επιδείξεις μόδας. Παράλληλα γίνονται προσπάθειες για τη διάσωση των ψηφιδωτών του ναού.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αγία_Σοφία_(Κωνσταντινούπολη)

Η κατασκευή και η ιστορία του Παρθενωνα της Ακρόπολης των Αθηνών

Ο Παρθενώνας είναι ναός, χτισμένος προς τιμήν της θεάς Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης της Αθήνας. Υπήρξε το αποτέλεσμα της συνεργασίας σημαντικών αρχιτεκτόνων και γλυπτών στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα. Η εποχή της κατασκευής του συνταυτίζεται με τα φιλόδοξα επεκτατικά σχέδια της Αθήνας και της πολιτικής κύρους που ακολούθησε έναντι των συμμάχων της κατά την περίοδο της αθηναϊκής ηγεμονίας στην Αρχαία Ελλάδα. Η προέλευση της ονομασίας του Παρθενώνα προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξηπαρθενών, η οποία σήμαινε «διαμέρισμα ανύπαντρης γυναίκας» για κατοικίες, ενώ στη περίπτωση του Παρθενώνα φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε αρχικά μόνο για ένα δωμάτιο του ναού. Η πρώτη πηγή στην οποία ολόκληρο το κτίριο χαρακτηρίζεται ως Παρθενώνας βρέθηκε σε έγγραφα του ρήτορα Δημοσθένη, του 4ου αιώνα π.Χ. Σε έγγραφα του 5ου αιώνα π.Χ., το κτίσμα αναφερόταν ως «ο ναός». Οι αρχιτέκτονες Ικτίνος και Καλλικράτης φαίνεται πως αναφερόταν στο κτίριο με την ονομασία «Εκατόμπεδος» στη χαμένη τους πραγματεία για την Αθηναϊκή αρχιτεκτονική, και κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα και έπειτα, το κτίριο αναφέρεται ως«Εκατόμπεδος» ή «Εκατόμπεδον» καθώς και ως «Παρθενώνας». Τον 1ο αιώνα μ.Χ. ο Πλούταρχοςαναφέρθηκε στο κτίριο χρησιμοποιώντας την ονομασία «Εκατόμπεδος Παρθενών». Μιας και ο Παρθενώνας ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά, μερικές φορές αναφερόταν ως Ναός της Μινέρβας, το Ρωμαϊκό όνομα για την Αθηνά, κυρίως κατά τον 19ο αιώνα. Ο Παρθενώνας αποτελεί το λαμπρότερο μνημείο της Αθηναϊκής πολιτείας και τον κολοφώνα του δωρικού ρυθμού. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 448/7 π.Χ. και τα εγκαίνια έγιναν το 438 π.Χ. στα Μεγάλα Παναθήναια, ενώ ο γλυπτός διάκοσμος περατώθηκε το 433/2 π.Χ. Σύμφωνα με τις πηγές, οι αρχιτέκτονες που εργάστηκαν ήταν ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης και πιθανόν ο Φειδίας, που είχε και την ευθύνη του γλυπτού διάκοσμου. Είναι ένας από τους λίγους ολομάρμαρους ελληνικούς ναούς και ο μόνος δωρικός με ανάγλυφες όλες του τις μετόπες. Πολλά τμήματα του γλυπτού διακόσμου, του επιστυλίου και των φατνωμάτων της οροφής έφεραν γραπτό διάκοσμο με κόκκινο, μπλε και χρυσό χρώμα. Χρησιμοποιήθηκε πεντελικό μάρμαρο, εκτός από το στυλοβάτη, ο οποίος κατασκευάστηκε από ασβεστόλιθο. Το πτερό είχε 8 κίονες κατά πλάτος και 17 κατά μήκος. Η τοποθέτηση των κιόνων είναι ασυνήθιστα πυκνή με αναλογία διαμέτρου κίονα και μετακιονίου διαστήματος 1:2,25 (πρβλ. την αναλογία 1: 2,32 στο ναό του Δία στην Ολυμπία και 1:2,65 στο ναό της Αφαίας στην Αίγινα). Στις στενές πλευρές υπήρχε και δεύτερη σειρά 6 κιόνων που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση δίπτερου ναού. Μια άλλη ιδιομορφία ήταν η ύπαρξη ζωφόρου που περιέτρεχε το σηκό σε όλο του το μήκος και αποτελεί ίσως την πιο φανερή από τις ιωνικές επιδράσεις. Οι μετόπες της ανατολικής πλευράς απεικονίζουν τη Γιγαντομαχία. Στην δυτική παριστάνεται Αμαζονομαχία, στη νότια Κενταυρομαχία και στη βόρεια σκηνές από τον Τρωικό πόλεμο. Η ζωφόρος απεικονίζει την πομπή των Παναθηναίων, την πιο μεγάλη θρησκευτική γιορτή των Αθηνών. Είχε 160 μέτρα μήκος και σχεδόν ένα μέτρο πλάτος. Υπάρχουν ενδείξεις πως η ζωφόρος ολοκληρώθηκε αφού οι λίθοι που την αποτελούσαν είχαν υψωθεί στο κτίριο. Αν και η ζωφόρος λαξεύτηκε από ένα μεγάλο αριθμό τεχνιτών, το συνολικό σχέδιο είχε εκπονηθεί από ένα μόνο καλλιτέχνη. Το όνομα αυτό δεν είναι γνωστό αλλά υποθέτουμε πως είναι ο Φειδίας ή ένας από τους μαθητές του. Το θέμα της ζωφόρου είναι πρωτοποριακό, γιατί δεν διηγείται ένα μυθολογικό αλλά ένα πραγματικό γεγονός. Είναι η στιγμή της πομπής και της παράδοσης του πέπλου από τον λαό της Αθήνας στη προστάτιδα θεά Αθηνά. Στη δυτική πλευρά της ζωφόρου φαίνεται η ετοιμασία στον Κεραμεικό. Στην ανατολική πλευρά, όπου ήταν και η είσοδος του ναού παριστάνονταν η Αθηνά, ο Ζευς, η Ήρα και άλλοι θεοί, που ήρθαν να πάρουν μέρος στην πομπή και ανάμεσά τους εμφανίζεται παιδί που παραδίδει στον ιερέα τον πέπλο. Την σύνταξη, την πορεία και το τέρμα εκπροσωπούν 400 μορφές ανθρώπων και θεών, 200 μορφές ζώων, όπως πρόβατα, βόδια και άλογα. Η μεγάλη ποικιλία των παρισταμένων, η θελκτική σεμνότητα των παρθένων, η ελεύθερη και αβίαστη στάση των συνδιαλεγομένων ανδρών, η ζωηρότητα των αλόγων, η δύναμη των δυστροπούντων βοδιών και τέλος η χάρη όλων των μορφών και των κινήσεων καθιστούν τη ζωφόρο, όχι μόνο αυθεντική ταινία της θρησκευτικής πομπής των Παναθηναίων και διαρκές μνημείο της δόξας των Αθηνών αλλά και αριστουργηματικό έργο του μεγάλου καλλιτέχνη του Παρθενώνα. Στη δυτική πλευρά της ζωφόρου, που απεικονίζονται οι σκηνές προετοιμασίας, υπάρχει μία πλάκα, στην οποία υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος και ένα άλογο. Τα χαρακτηριστικά τους είναι εξαιρετικά λεπτομερή και πιστεύεται ότι η πλάκα αυτή είναι έργο του ίδιου του Φειδία. Στη βόρεια πλευρά παρουσιάζονται μορφές όπως οι αποβάτες, οι μουσικοί, οι σκαφηφόροι, οι θαλλοφόροι, οι κανηφόροι και οι υδριαφόροι. Στο ανατολικό αέτωμα, πάνω από την είσοδο, παρουσιάζονταν η γέννηση της Αθηνάς. Στο δυτικό αέτωμα, αυτό που ήταν ορατό από τα Προπύλαια, βρισκόταν η διαμάχη Αθηνάς και Ποσειδώνα για την κατοχή της αττικής γης. Η Αθηνά πρόσφερε το δέντρο της ελιάς και ο Ποσειδώνας έκανε να αναβλύσει θαλασσινό νερό από τον βράχο. Άνθρωποι και θεοί αποφάσισαν πως η Αθηνά είχε κάνει το καλύτερο δώρο και έτσι έγινε αυτή η προστάτιδα θεά της πόλης. Στο εσωτερικό υπήρχε δίτονη (διώροφη) δωρική κιονοστοιχία σχήματος «Π», που δημιουργούσε ένα υπερώο, από το οποίο οι επισκέπτες μπορούσαν να θαυμάσουν από διάφορα σημεία το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς. Στον οπισθόδομο φυλασσόταν ο θησαυρός, δηλαδή τα πολύτιμα αφιερώματα της Αθηνάς. Η οροφή του στηριζόταν σε τέσσερις ιωνικούς κίονες. Η στέγη ολόκληρου του ναού, μαζί με τους στρωτήρες, τους καλυπτήρες και τα ακροκέραμα, ήταν μαρμάρινη, αλλά στηριζόταν σε μεγάλες ξύλινες δοκούς. Ο Παρθενώνας παρουσιάζει τέλεια αρμονικές αναλογίες μέχρι την παραμικρή του λεπτομέρεια· μολονότι ο ναός αυτός ήταν μεγαλύτερος από τους άλλους δωρικούς ναούς της εποχής του (με 8x17 κίονες, αντί για 6x13 που συνηθίζονταν τον 5ο αι. π.Χ.), οι αναλογίες του ήταν τόσο αρμονικές, ώστε να του προσδίδουν εκπληκτική ομοιογένεια μορφής, μνημειώδη μεγαλοπρέπεια και πρωτοφανή χάρη σε σύγκριση με τους πιο βαρείς δωρικούς προκατόχους του. Στη φήμη του ναού συνέτειναν και οι ασύλληπτες εκλεπτύνσεις, οι αδιόρατες αποκλίσεις από την κατακόρυφο και την οριζόντια κατεύθυνση και οι αρμονικές αναλογίες. Ο στυλοβάτης παρουσίαζε ελαφρά τυμπανοειδή καμπύλωση, οι ραδινοί κίονες απέκλιναν από την κατακόρυφο προς το κέντρο του ναού και η συνολική σχεδίαση ήταν πυραμιδοειδής. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχανόταν μία κίνηση προς τα μέσα και προς τα πάνω που μετέτρεπε τον Παρθενώνα σε ένα παλλόμενο οργανικό σύνολο. Η ένταση των κιόνων (ένα ανεπαίσθητο «φούσκωμα» στο μεσαίο τμήμα τους) απέδιδε οπτικά το γεγονός ότι οι κίονες σήκωναν μεγάλο βάρος. Οι αναρίθμητες αυτές λεπτότητες σχεδιάστηκαν με μεγαλοφυή τρόπο και εκτελέστηκαν με μαθηματική ακρίβεια. Ο Παρθενώνας διατηρήθηκε άθικτος έως και τους Μακεδονικούς χρόνους. Επιπλέον, μετά τον Γρανικό, στον Παρθενώνα αναρτήθηκαν ως τρόπαια χρυσές ασπίδες, λάφυρα της νίκης του Αλέξανδρου. Οι πρώτες καταστροφές έγιναν επί Λάχαρη, τον οποίο όρισε τύραννο των Αθηνών ο Κάσσανδρος, σύμφωνα με την αφήγηση του Παυσανία. Αυτός απέσπασε τις ασπίδες από τον Παρθενώνα, το χρυσάφι και τα κοσμήματα από το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς. Καταστροφές υπέστη και ο οπισθόδομος του ναού, όταν τον χρησιμοποίησε ως προσωπικό του κατάλυμα ο Δημήτριος ο Πολιορκητής. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους δεν καταγράφονται αλλαγές στον Παρθενώνα, που συνεχίζει να διατηρεί αναλλοίωτη τη φυσιογνωμία και την αίγλη του ακόμη και στους μεταχριστιανικούς αιώνες, παρόλο που επί εποχής Ιουστινιανού η πομπή των Παναθηναίων δεν ανέβαινε πια στον Παρθενώνα και είχε χαθεί πλέον κάθε λατρεία δημόσια ή ιδιωτική, σύμφωνα με το Λατίνο ρήτορα Κλαύδιο Μαμερτίνο του 4ου αιώνα. Στους Βυζαντινούς χρόνους - αν και γλύτωσε ο Παρθενώνας την καταστροφή από τα διατάγματα του Θεοδόσιου Β΄ - έγινε η πρώτη μετατροπή του ναού σε χριστιανική εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν επί αυτοκρατορίας Ιουστινιανού του Μέγα. Στον πρόναο προστέθηκε η αψίδα του ιερού. Από αυτές τις μετατροπές αυτές το 1877, σύμφωνα με τον Μπιρνούφ (Burnouf), δεν είχαν μείνει παρά λείψανα τοιχογραφιών και λιγοστά επιγραφικά χαράγματα στους τοίχους και τους κίονες. Επί Φραγκοκρατίας ο περί τον Παρθενώνα χώρος γίνεται τόπος ενδιαίτησης του πρώτου Φράγκου άρχοντα των Αθηνών, Όθωνα ντε λα Ρος, ενώ η Ακρόπολη γίνεται η έδρα της φραγκικής βαρωνίας και το κέντρο του ιστορικού βίου της πόλης, σε σημείο που η Αθήνα είναι γνωστή πλέον ως Castellum Athenarum. Ο Παρθενώνας αποδίδεται στη Ρωμαϊκή εκκλησία και γίνεται ναός Λατινικός, τιμώμενος στο όνομα της Θεοτόκου. Στη Νοτιοδυτική γωνία προστέθηκε ένα κωδωνοστάσιο, που επί Τουρκοκρατίας έγινε μιναρές. Επί Βενετοκρατίας δεν παρατηρήθηκαν και δεν καταγράφτηκαν αλλαγές στο μνημείο. Από τις αφηγήσεις μεταγενέστερων περιηγητών, όπως ο Ιταλός νοτάριος Νικόλαος Μαρτόνης που επισκέφθηκε την Ακρόπολη το 1395 ή ο Κυριακός Αγκωνίτης που ταξίδεψε το 1436 στην Αθήνα, έχουμε δύο περιγραφές του χριστιανικού Παρθενώνα. Ο πρώτος εκφραστής της μεσαιωνικής ιδεολογίας απορεί πως είναι δυνατόν να έχει χτιστεί ένα τόσο μεγάλο κτήριο ενώ ο δεύτερος, εκπρόσωπος της Ιταλικής Αναγέννησης, επικεντρώνεται στην ομορφιά των αρχαίων μνημείων. Επί Τουρκοκρατίας, η Ακρόπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1458, οπότε και την επισκέφθηκε ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Ο ιερός βράχος έμεινε πλέον γνωστός με το όνομαΑτίνα Καλεσί, δηλαδή φρούριο των Αθηνών. Κατά τον 17ο αιώνα ο Παρθενώνας είναι πλέον τζαμί και έχει μιναρέ, που καταστράφηκε το 1687. Τζαμί, ωστόσο που δεν πληρούσε τις προδιαγραφές της ισλαμικής θρησκείας και για αυτό δεν έγινε ποτέ λατρευτικό τέμενος των Μωαμεθανών.  Κατά την εκστρατεία του Φραγκίσκου Μοροζίνι κατά των Αθηνών το 1687, ο Παρθενώνας υπέστη και το μεγαλύτερο πλήγμα το βράδυ της 16ης Σεπτεμβρίου, όταν οβίδα τίναξε την πυριτιδαποθήκη που είχε εγκαταστήσει ο Αλή αγάς, διοικητής του φρουρίου στον ναό. Το μεγαλύτερο τμήμα του ναού προς την ανατολική του πλευρά κατέρρευσε. Έκτοτε και μέχρι να παραδοθεί το μνημείο στην αρχαιολογία και το νέο ελληνικό κράτος τη δεκαετία του 1830, απογυμνώθηκε συστηματικά από τον Λόρδο Έλγιν στις αρχές του 19ου αιώνα, ο οποίος απέκοψε με πριονισμό και αποκόλληση ένα μεγάλο αριθμό γλυπτών και μαρμάρων κατά την περίοδο 1801 με 1803, και είναι αξιοσημείωτο πως τα γλυπτά παραλίγο να χανόταν για πάντα καθώς το πλοίο που τα μετέφερε στην Αγγλία βούλιαξε έξω από τα Κύθηρα, με τα κιβώτια να ανασύρονται με την βοήθεια δυτών από την Κάλυμνο. Επιστρέφοντας στην Αγγλία, ο Έλγιν εν τέλει τα περισσότερα από αυτά πούλησε στο Βρετανικό Μουσείο όπου βρίσκονται έως και σήμερα. Το κτήριο υπέστη επίσης σημαντικές καταστροφές κατά την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821 και την πολιορκία του βράχου από τον Κιουταχή Πασά. Σύμφωνα με το Κέντρο για την παγκόσμια Κληρονομιά της ΟΥΝΕΣΚΟ, ο Παρθενώνας ως τμήμα του ευρύτερου μνημειακού συμπλέγματος έχει συμπεριληφθεί στον κατάλογο των μνημείων της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς από τις 11 Σεπτεμβρίου 1987. Ωστόσο, δεν είναι η τυπική πρόσθεση σε έναν κατάλογο εκείνη που κάνει τον Παρθενώνα τμήμα της πολιτισμικής κληρονομιάς. Ως υλικό εγχείρημα είναι η πλέον αξιόπιστη μαρτυρία ενός προηγμένου τεχνολογικά και αισθητικά πολιτισμού, που λίγο-πολύ έχει επηρεάσει σημαντικά την ανάπτυξη του σύγχρονου αποκαλούμενου «δυτικού» κόσμου.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Παρθενώνας

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

L' assedio di Siracusa bizantina 878 AC tra gli Arabi Saraceni

L'assedio di Siracusa avvenne nel mese di agosto dell' 877 e terminò il 21 maggio 878. Tale assedio fu intrapreso dai musulmani arabi e berberi, che con la vittoria finale tolsero la città di Siracusa dal controllo dell' Impero bizantino e quindi dell'imperatore Basilio I. Fu uno degli assedi più duri e sofferti della storia araba in Sicilia. Durato nove mesi, gli abitanti siracusani vennero circondati e impossibilitati a procurarsi del cibo. Gli assediati, pur ridotti alla fame, non cedettero comunque. La presa di Siracusa infatti avvenne non per resa ma per conquista. L'eroica, se pur vana, resistenza siracusana divenne proverbiale tra i bizantini. La capitale di Sicilia fu espugnata e il titolo giuridico passò a Palermo. Questa conquista segnò la fine dell'egemonia siracusana sull'isola. Con poche altre città della costa est della Sicilia (Taormina e Rometta in particolare), Siracusa era tra gli ultimi bastioni bizantini in una Sicilia ormai controllata quasi interamente dall'emirato aglabita che aveva sede a Kairouan, e che aveva installato già dall'831 un governatore a Palermo. La Sicilia musulmana era diventata quindi da qualche decennio una testa di ponte del mondo musulmano verso tutta l'Italia del Sud. L'impero bizantino d'altra parte non aveva più la forza di contrastare i musulmani su tutti i fronti, e la Sicilia, che in passato era stata sfruttata dai bizantini come serbatoio per ricette fiscali e uomini da assoldare nell'esercito, sfuggiva sempre più al controllo bizantino che si faceva via via sempre più blando. Poiché le cronache narrano che tale assedio durò nove mesi, esso sarebbe iniziato nell' 877, voluto e capitanato da Giafar ibn Muhammad, attuale governatore della Sicilia musulmana che da Palermo si spostò a Siracusa con l'intento di portarla sotto il suo dominio. La città, che in epoca greca era considerata la più vasta del mediterraneo, tanto che i suoi quartieri venivano chiamati a loro volta città ed essa era nota con il nome dipentapoli, ora invece vi era un sol quartiere popolato, l' isola di Ortigia, e si dice anche parte dell' Acradina per via di una colonia latina introdottavi al tempo di Augusto. Ma ciò non deve far pensare che la capitale di Sicilia non custodisse, anche tra quella ristretta superficie, una quantità tale di ricchezze economiche da far sbalordire gli arabi, come vedremo più avanti, al momento della sua presa. Gli arabi per cui si accamparono all'interno dei quartieri abbandonati della città. Il fulcro della battaglia fu l'istmo che separa l'isola ortigiana dalla terraferma. Le mura che difendevano la fortificata isola divennero il principale bersaglio arabo. Tutta la difesa e l'attacco si concentrò lì. Bisogna dire che Siracusa venne lasciata sola nella difesa; l'imperatore Basilio il Macedone, che pure inizialmente aveva mostrato ardore, ora si era perso nelle futilità di corte e mentre i siracusani resistevano all'assedio, egli dava ordine di redigere una chiesa in Costantinopoli. Poche forze imperiali vennero mandate in difesa della città siciliane e queste finirono abilmente sconfitte dalle navi arabe. La Francia, che inizialmente aveva rifiutato di aiutare Basilio, per questioni di potere, contro l'assalto dei musulmani alle coste imperiali, ora capendo che il pericolo era giunto fino in Europa, si era offerta ella di mandare rinforzi nel periodo del concitato assedio siciliano. Ma stavolta fu Basileo, risentito dal precedente rifiuto, a non rispondere alla richiesta d'offerta francese. In Italia si temeva che caduta Siracusa niente altro poteva fermare l' islam dallo spingersi fino alle porte di Roma. Per cui vi era preoccupazione e fermento anche tra le repubbliche marinare, comeVenezia, che già precedentemente aveva aiutato i siciliani durante altri assedi arabi. Ma stavolta, inspiegabilmente in un certo senso, nessuno di essi intervenne. Siracusa quindi si accingeva ad affrontare il fatale assedio. Gli arabi di Giafar si impegnarono al massimo per espugnarla, dalle testimonianze sappiamo che vennero usate ogni sorta di armi belliche contro le mura siracusane; persino le baliste per abbattere le mura (già antica catapulta, invenzione bellica attribuita ai siracusani in epoca dionigiana), che l' Amari ci riporta essere il primo o secondo caso d'assedio medievale in cui venne utilizzata per tale scopo simile arma. Giorno e notte le mura siracusane venivano bersagliate dalle forze arabe. L'esercito nemico scavò persino delle gallerie sotterranee per tentare di penetrare all'interno della città, ma i siracusani che stavano sempre all'erta, non abbassando mai la difesa, li respingevano con volontà puntualmente. Questa situazione andò avanti costantemente per diverso tempo. Gli arabi riuscirono a bloccare l'accesso al porto siracusano. E bloccando il mare, bloccarono l'arrivo delle navi commerciali, dunque il cibo. La città era adesso isolata, senza poter uscire fuori dalle mura. Non ci si narra il numero dei soldati arabi, ma dovevano essere un numero si grande quantità se nessuno in Siracusa osava avventurarsi oltre il confine murato per cercare aiuto o cosa ancor più imminente, del cibo. Come abbiamo visto dalla tremenda descrizione di Teodosio, la popolazione era ridotta allo stremo delle sue forze, fisiche e mentali. Eppure non voleva arrendersi. Vi sarebbe da apportare un dibattito, o perlomeno chiedersi perché, i siracusani preferirono perire in quel modo piuttosto che, ad un certo punto, pattuire una resa come avevano fatto precedentemente altre città. Alcuni pensano che la estrema resistenza fosse dovuta alla consapevolezza che con la conquista islamica si sarebbe persa la propria religione cristiana. Altri dicono invece che Siracusa era cosciente del fatto che gli arabi l'avrebbero presa, razziata e poi abbandonata poiché essi avevano già un'altra loro capitale, Palermo, e per questo motivo la città lottò fino all'ultimo per non permettere agli arabi la sua presa e la sua successiva distruzione. Qual che sia la verità, sta di fatto che la città continuò a respingere gli ostinati attacchi degli arabi. Giafar ad un certo punto se ne tornò a Palermo, poiché avendo bloccato i siracusani sia per terra che per mare era ormai certo della loro prossima capitolazione. Al suo posto lasciò Abu-I'sa, figlio di Muhammad ibn Kohreb, gran ciambellano di Ibrahim ibn Ahmad), il nono emiro degli Aghlabidi in Ifriqiya. Verso aprile le mura della città iniziarono a cedere sotto gli incessanti colpi degli arabi. Così crollò una torre nel lato del porto grande, dopo altri cinque giorni cadde ancora un altro pezzo di muro lì vicino. Ora la situazione difensiva era resa ancor più disperata da questa breccia tra le mura da dover difendere. In quel momento si trovavano in città sia greci del peloponneso, sia ebrei (va ricordato che Siracusa insieme a Palermo aveva la più numerosa comunità ebraica di Sicilia), sia uomini diTarso, mardaiti dell' Anatolia e tutti i siracusani, tutta questa gente si mise incessantemente alla difesa di Siracusa, nessuno si tirò indietro, persino le donne si misero sopra le mura cercando di respingere gli assedianti che volevo conquistare la città aretusea. Per 20 giorni, mattina e sera, si prodigarono a difendere quella breccia che gli arabi avevano aperto. Ma lo scontro era ormai impari; gli arabi erano in forze, mentre i siracusani non potendosi nutrire da circa nove mesi, ormai non avevano più energie per respingere gli attacchi. Inoltre la superiorità numerica degli arabi alla fine prevalse. La mattina del 21 maggio 878, gli arabi, dopo un'apparente silenzio e tregua durata qualche giorno, si rifecero sotto le mura con più impeto di prima. Innervositi dal fatto di non riuscire a conquistare quella città che ormai era difesa da persone sfinite, decisero per un grande attacco e alle 6,00 di quella mattinata diedero avvio a tutte le macchine belliche che possedevano e si concentrarono sulla breccia aperta precedentemente. A nulla valse la difesa di Giovanni Patriano, posto di guardia con altri soldati, gli arabi riuscirono ad assaltare la torre, la conquistarono solo dopo una cruenta battaglia disperata oramai, nella quale si combatté oltre che con le spade persino corpo a corpo tanto era la volontà dei siracusani di non fare entrare gli arabi in città. Ma alla fine questi trucidarono i difensori e riuscirono ad entrare. Caduta la difesa i musulmani entrarono in città e fecero strage. Non si fermarono nemmeno davanti ad una chiesa, dentro la quale si erano rifugiati donne, bambini e anziani. Li uccisero tutti, dimostrando inciviltà e spietatezza in totale, in completo spregio della giurisprudenza militare islamica medievale. Le punizioni per chiunque commettesse tale crimine erano severe, inclusa la morte, al di là delle convinzioni politiche e religiose degli autori. Avvenimenti purtroppo simili si verificano ad ogni presa territoriale e la storia ci ha dato ampia dimostrazione di come ciò non avvenne solo da parte degli arabi ma anche da parte di altri popoli. Teodosio ci narra però di un episodio che riscatta, in minima parte, la crudeltà che dimostrarono gli arabi; ovvero avvenne che un soldato arabo, trovando nascosti dietro l'altare il monaco Teodosio, l'arcivescovo Sofronio e altri due preti tutti intenti in preghiera e spaventati, si avvicinò ad essi, con la spada sfoderata, ma invece di ucciderli domandò loro in lingua greca: «Chi sei tu?» Teodosio racconta che appena seppe i loro nomi, questi non li uccise né li maltrattò, pur essendo uomini di chiesa, piuttosto si fece condurre lì dove vi erano vasi sacri, cinquemila libre di preziosi metalli, lavori riccamente rifiniti. Ma risparmiò Teodosio e gli altri religiosi, chiudendoli in una stanza e convincendo gli altri capi arabi a risparmiare la vita a quei siracusani religiosi. Teodosio lo chiama Sema ûn e lo definisce di nobile sangue. 
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Assedio_di_Siracusa_(878)

Гора Афон : история православного монастыря Афона

Гора́ Афо́н (Όρος Άθως, Αθως) — название горы (высота 2033 м) и одноимённого полуострова в Греческой Македонии на севере Восточной Греции, также известного как «Святая Гора» (Άγιον Όρος, «А́гион О́рос»). В системе административных районов Греции имеет название «Автономное монашеское государство Святой Горы» (греч. Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία Αγίου Όρους). Это самоуправляемое сообщество 20 православных монастырей в непосредственной церковной юрисдикции Константинопольского Патриарха (с 1312 года). Является крупнейшим в мире средоточием православного монашества. Суверенитет Греции над полуостровом закреплён Лозаннским договором 1923 года; режим самоуправления исходно базируется на положениях первого Устава Святой горы Афон («Тра́госа»), утверждённого Хрисову́лом Императора Иоанна Цимисхия в 972 году. В отличие от большей части Константинопольского Патриархата, на Афоне используется исключительно юлианский календарь, в том числе в административных документах. В 2001 году население Афона составляло 2262 человек. Для сравнения, в 1903 году население горы Афон составляло приблизительно 7432 человек, а в 1917 году — около 10500 человек. Для православных всего мира - одно из главных святых мест, почитается как земной Удел Богородицы. Объект Всемирного наследия ЮНЕСКО. Древнейшие названия полуострова - Акти́ (Ακτή) («Утёс») и Афо́н, в честь мифического фракийского гиганта Афона. Согласно мифу, Афон бросил огромный камень в Посейдона, который упал в Эгейское море. По одной из версий этой легенды, могила Посейдона находилась на Афоне. Согласно первому известному Уставу, утверждённому императором Иоанном Цимисхием, Афон именуется просто «Гора» (Όρος - «Орос»). Наименование же «Святая Гора» (Άγιον Όρος) побеждает в первой половине XII века, когда грамота 1144 года императора Алексея Комнина монастырю Великая Лавра определяет официально и окончательно новое имя:
«Εφεξής το όνομα του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων» «Отныне называться Афону Святой Горой всегда». Согласно древнему местному христианскому преданию, в 49 году корабль, на котором плыла Богородица вместе с апостолом Иоанном Богословом, попал в бурю и его прибило к берегу Афона в том месте, где ныне находится Иверский монастырь. Дева Мария так была поражена красотой этого места, что попросила у Бога это место себе в удел. На что получила ответ: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σός και περιβόλαιον σόν και παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτήριος τών θελόντων σωθήναι» «Да будет место сие удел твой и сад твой и рай и пристань спасения желающих спастись» В связи с этим Афон называют также «уделом» и «садом Богородицы» (Το Περιβόλι Της Παναγίας). История Афона, как и всего полуострова Халкидики, свидетельствует о том, что человек поселился там в глубокой древности. Красота афонской природы, мягкий климат полуострова Халкидики и удивительный рельеф его местности способствовали ведению здесь уединённой жизни. Первыми известными жителями полуострова были фракийцы. В V веке до н. э. к ним присоединились греки из Халкидики, благодаря которым произошла эллинизация местных жителей. Основным родом деятельности их являлось сельское хозяйство, животноводство и рыболовство. В период македоно-персидских войн Александр Македонский, воодушевлённый своими военными успехами, вынашивал идеи создания разного рода монументов для увековечивания подвигов своей победоносной армии. Зная об этом и желая завоевать благосклонность царя, молодой архитектор по имени Дейнократ, предложил высечь из горы Афон огромную статую. По сообщению Витрувия, Дейнократ так описал свою идею Александру: «…Я составил проект сделать из горы Афон изваяние в виде мужа, в левой руке которого бы находился укрепленный город, а в правой — чаша, вбирающая воду всех находящихся на горе потоков, чтобы из неё она вытекала в море…» . Александру Македонскому понравился необычный замысел Дейнократа, но от реализации такого проекта он все же отказался. Дейнократ же остался при царе и впоследствии составил проект планировки Александрии Египетской. После смерти Александра Македонского, правитель Македонии Кассандр основал где-то поблизости от горы Афон город Уранополь, что значит «Небесный», в честь Урана — греческого божества, считавшегося покровителем неба. Сейчас название Уранополь носит небольшое поселение, находящееся у самой границы «монашеской республики
». Превращение Афона в исключительно монашеское обиталище произошло послеТрулльского Собора (Константинополь, 691—692 гг.), постановившего в частности (Правила 18 и 42) в отношении скитающихся «пустынников»: «Аще восхотят, <…> то определяти их в монастырь, и причисляти к братиям. Аще же не пожелают сего, то совсем изгоняти их из градов, и жити им в пустынях, от коих и именование себе составили». Многие из таких скитальцев, которых было много по причине нашествия магометан особенно в Константинополе, устремились на Афон. Расцвет монашества на Афоне произошёл во время царствования Василия Македонянина, который письменно утвердил в 883 году Афон как место исключительного проживания монахов. В ходе Крестовых походов Афон политически подпал под власть католиков, однако монахи отвергли идею унии. В 1308 году Афон испытал погром со стороны каталонских наемников. Однако XIV век - это век расцвета Афона, где распространяются идеи исихазма. После захвата Салоник турками в 1430 году монахи Афона немедленно принесли заверения повиновения султану Мураду II; после падения Константинополя в 1453 годуАфон продолжал долгое время пользоваться прежними правами и привилегиями, но в1566 году султан Селим II своим указом отобрал у афонских монастырей все имения. В XVII - XVIII веках Афон стал местом греческого просвещения, учёности и книгоиздательства: при Ватопеде в середине XVIII века была основана Афонская академия (Афониа́да), при Лавре была устроена типография. Зародилось движение коливадов. После восстания 1821 года последовала турецкая военная оккупация Афона и репрессии; уцелевшие монахи рассеялись по островам архипелага. Адрианопольский мирный договор между Россией и Турцией в сентябре 1829 года обеспечил прекращение турецкой оккупации и возвращение монастырских имений. 2 (15) ноября 1912 года полуостров был с моря занят войсками Греческого Королевства.
Πηγή: https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Афон

Persian Wars : The Allied Greek city states defeat the powerful Persian Empire

The Greco-Persian Wars (Persian Wars) were a series of conflicts between the Achaemenid Empire of Persia (Iran) and Greek city-states that started in 499 BC and lasted until 449 BC. The collision between the fractious political world of the Greeks and the enormous empire of the Persians began when Cyrus the Great conquered the Greek-inhabited region of Ionia in 547 BC. Struggling to rule the independent-minded cities of Ionia, the Persians appointed tyrants to rule each of them. This would prove to be the source of much trouble for the Greeks and Persians alike. In 499 BC, the tyrant of Miletus, Aristagoras, embarked on an expedition to conquer the island of Naxos, with Persian support; however, the expedition was a debacle and, pre-empting his dismissal, Aristagoras incited all of Hellenic Asia Minor into rebellion against the Persians. This was the beginning of the Ionian Revolt, which would last until 493 BC, progressively drawing more regions of Asia Minor into the conflict. Aristagoras secured military support from Athens and Eretria, and in 498 BC these forces helped to capture and burn the Persian regional capital of Sardis. The Persian king Darius the Great vowed to have revenge on Athens and Eretria for this act. The revolt continued, with the two sides effectively stalemated throughout 497–495 BC. In 494 BC, the Persians regrouped, and attacked the epicentre of the revolt in Miletus. At the Battle of Lade, the Ionians suffered a decisive defeat, and the rebellion collapsed, with the final members being stamped out the following year. Seeking to secure his empire from further revolts and from the interference of the mainland Greeks, Darius embarked on a scheme to conquer Greece and to punish Athens and Eretria for the burning of Sardis. The first Persian invasion of Greece began in 492 BC, with the Persian general Mardonius successfully re-subjugating Thrace and conquering Macedonia before several mishaps forced an early end to the rest of the campaign. In 490 BC a second force was sent to Greece, this time across the Aegean Sea, under the command of Datis and Artaphernes . This expedition subjugated the Cyclades, before besieging, capturing and razing Eretria. However, while en route to attack Athens, the Persian force was decisively defeated by the Athenians at the Battle of Marathon, ending Persian efforts for the time being. Darius then began to plan to completely conquer Greece, but died in 486 BC and responsibility for the conquest passed to his son Xerxes. In 480 BC, Xerxes personally led the second Persian invasion of Greece with one of the largest ancient armies ever assembled. Victory over the Allied Greek states at the famous Battle of Thermopylae allowed the Persians to torch an evacuated Athens and overrun most of Greece. However, while seeking to destroy the combined Greek fleet, the Persians suffered a severe defeat at the Battle of Salamis. The following year, the confederated Greeks went on the offensive, defeating the Persian army at the Battle of Plataea, and ending the invasion of Greece. The allied Greeks followed up their success by destroying the rest of the Persian fleet at the Battle of Mycale, before expelling Persian garrisons from Sestos (479 BC) and Byzantium (478 BC). The actions of the general Pausanias at the siege of Byzantium alienated many of the Greek states from the Spartans, and the anti-Persian alliance was therefore reconstituted around Athenian leadership, as the so-called Delian League. The Delian League continued to campaign against Persia for the next three decades, beginning with the expulsion of the remaining Persian garrisons from Europe. At the Battle of the Eurymedon in 466 BC, the League won a double victory that finally secured freedom for the cities of Ionia. However, the League's involvement in an Egyptian revolt (from 460–454 BC) resulted in a disastrous defeat, and further campaigning was suspended. A fleet was sent to Cyprus in 451 BC, but achieved little, and when it withdrew the Greco-Persian Wars drew to a quiet end. Some historical sources suggest the end of hostilities was marked by a peace treaty between Athens and Persia, the Peace of Callias. The Peace of Callias is a purported treaty established around 449 BC between the Delian League (led by Athens) and Persia, ending the Greco-Persian Wars. The peace was agreed as the first compromise treaty between Achaemenid Persia and a Greek city. The peace was negotiated by Callias, an Athenian politician. Persia had continually lost territory to the Greeks after the end of Xerxes I's invasion in 479 BC. The exact date of the treaty is debated, although it is usually placed after the Battle of the Eurymedon in 469 or 466 or the Battle of Cypriot Salamis c. 449. The Peace of Callias gave autonomy to the Ionian states in Asia Minor, prohibited the encroachment of Persian satrapies within three days march of the Aegean coast, and prohibited Persian ships from the Aegean. Athens also agreed not to interfere with Persia's possessions in Asia Minor, Cyprus, Libya or Egypt (Athens had recently lost a  greek fleet in Nile aiding an Egyptian revolt against Persia).
Πηγή: https://en.m.wikipedia.org/wiki/Greco-Persian_Wars
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Peace_of_Callias