Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο : Η σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού

Το Kατά Ιωάννην Ευαγγέλιον είναι το εκτενέστερο και θεολογικότερο Ευαγγέλιο από τα 4 της Καινής Διαθήκης. Μέσα από την ανάγνωσή του συμπεραίνεται πως συγγραφέας είναι ο ίδιος ο μαθητής και Απόστολος του Ιησού Χριστού. To ευαγγέλιό του κατά τον Κλήμη Αλεξανδρέα συνεγράφη τελευταίο από τα 4, προτρεπόμενος υπό «γνωρίμων αυτού». Ο ίδιος αναφέρει ότι ο λόγος συγγραφής του είναι «ίνα πιστεύσητε ότι ο Ιησούς εστίν ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, και ινα πιστεύσοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού. Θεωρείται πως έχοντας γνώση των 3 άλλων Ευαγγελίων συνέγραψε εκτενέστερο ευαγγέλιο ώστε να τα συμπληρώσει. Κύρια αναφορά των Ευαγγελίων του ήταν η εκτενέστερη αλλά και θεολογικότερη ενασχόληση με τη δράση του Ιησού , με βάση την διδασκαλία του, ενώ καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια να τον αναδείξει τον της αληθείας αληθινό διδάσκαλο. Πολλές έρευνες και διαμάχες έχουν διεξαχθεί για την αυθεντικότητα του ευαγγέλιου του Ιωάννου. Δηλαδή κατά πόσο ο ίδιος συνέγραψε το Ευαγγέλιο, αλλά και πότε τελικά συνεγράφη. Η συγγραφή πιθανότατα έλαβε μέρος στην Εφεσο της Μικράς Ασίας.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ : Αφού είπε αυτά ο Ιησούς, εξήλθε μαζί με τους μαθητές του πέρα από το χείμαρρο του Κεδρών όπου ήταν κήπος, στον οποίο εισήλθε αυτός και οι μαθητές του. Μάλιστα ήξερε αυτόν τον τόπο και ο Ιούδας, που τον παράδωσε, γιατί πολλές φορές συνάχτηκε ο Ιησούς εκεί μαζί με τους μαθητές του. Ο Ιούδας, λοιπόν, αφού έλαβε τη στρατιωτική μονάδα και υπηρέτες από τους αρχιερείς και από τους Φαρισαίους, έρχεται εκεί μαζί με φανάρια και με λαμπάδες και με όπλα. Τότε ο Ιησούς, επειδή ήξερε όλα τα ερχόμενα σ’ αυτόν, εξήλθε και τους λέει: «Ποιον ζητάτε;» Του αποκρίθηκαν: «Τον Ιησού το Ναζωραίο». Τους λέει: «Εγώ Είμαι». Είχε σταθεί επίσης και ο Ιούδας, που τον παράδωσε, μαζί τους. Μόλις λοιπόν τους είπε, «Εγώ Είμαι», έφυγαν προς τα πίσω και έπεσαν χάμω. Πάλι τότε τους ρώτησε: «Ποιον ζητάτε;» Εκείνοι είπαν: «Τον Ιησού το Ναζωραίο». Αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Σας είπα ότι εγώ είμαι. Αν λοιπόν εμένα ζητάτε, αφήστε τούτους να πηγαίνουν» για να εκπληρωθεί ο λόγος που είπε: «Από αυτούς που μου έχεις δώσει δεν έχασα κανέναν». Ο Σίμωνας Πέτρος τότε, που είχε μάχαιρα, την τράβηξε και χτύπησε το δούλο του αρχιερέα και του απέκοψε το αυτί το δεξιό. Και το όνομα του δούλου ήταν Μάλχος. Είπε λοιπόν ο Ιησούς στον Πέτρο: «Βάλε τη μάχαιρα στη θήκη. το ποτήρι που μου έχει δώσει ο Πατέρας δε θα το πιω;» Η στρατιωτική μονάδα, λοιπόν, και ο χιλίαρχος και οι υπηρέτες των Ιουδαίων συνέλαβαν τον Ιησού και τον έδεσαν και τον οδήγησαν στον Άννα πρώτα. γιατί ήταν πεθερός του Καϊάφα, που ήταν αρχιερέας του έτους εκείνου. Και ήταν ο Καϊάφας αυτός που συμβούλεψε τους Ιουδαίους ότι συμφέρει ένας άνθρωπος να πεθάνει υπέρ του λαού. Και ακολουθούσε τον Ιησού ο Σίμωνας Πέτρος και ένας άλλος μαθητής. Ο μαθητής λοιπόν εκείνος ήταν γνωστός στον αρχιερέα και εισήλθε μαζί με τον Ιησού στην αυλή του αρχιερέα, ενώ ο Πέτρος είχε σταθεί κοντά προς τη θύρα έξω. Εξήλθε λοιπόν ο άλλος μαθητής, ο γνωστός του αρχιερέα, και είπε στη θυρωρό και εισήγαγε τον Πέτρο. Λέει τότε στον Πέτρο η δούλη η θυρωρός: «Μήπως κι εσύ είσαι από τους μαθητές του ανθρώπου τούτου;» Εκείνος λέει: «Δεν είμαι». Και είχαν σταθεί οι δούλοι και οι υπηρέτες, έχοντας κάνει ανθρακιά, επειδή έκανε κρύο, και θερμαίνονταν. Είχε σταθεί τότε και ο Πέτρος μαζί τους και θερμαινόταν. Ο αρχιερέας, λοιπόν, ρώτησε τον Ιησού για τους μαθητές του και για τη διδαχή του. Του αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Εγώ με παρρησία έχω μιλήσει στον κόσμο. Εγώ πάντοτε δίδαξα στη συναγωγή και στο ναό, όπου όλοι οι Ιουδαίοι συνέρχονται, και στα κρυφά δε μίλησα τίποτα. Τι με ρωτάς; Ρώτησε αυτούς που έχουν ακούσει τι τους μίλησα. Δες, αυτοί ξέρουν όσα είπα εγώ». Και όταν είπε αυτά, ένας από τους υπηρέτες που είχε σταθεί εκεί κοντά έδωσε ένα χαστούκι στον Ιησού και του είπε: «Έτσι αποκρίνεσαι στον αρχιερέα;» Του αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Αν κακώς μίλησα, μαρτύρησε για το κακό. αν όμως καλώς, γιατί με δέρνεις;» Τον απέστειλε τότε ο Άννας δεμένο προς τον Καϊάφα τον αρχιερέα.  Και ο Σίμωνας Πέτρος είχε σταθεί και θερμαινόταν. Του είπαν, λοιπόν: «Μήπως κι εσύ είσαι από τους μαθητές του;» Εκείνος αρνήθηκε και είπε: «Δεν είμαι». Λέει ένας από τους δούλους του αρχιερέα, που ήταν συγγενής αυτού που απέκοψε ο Πέτρος το αυτί: «Δε σε είδα εγώ μέσα στον κήπο μαζί του;» Πάλι, λοιπόν, αρνήθηκε ο Πέτρος. και αμέσως λάλησε ένας πετεινός. Οδηγούν τότε τον Ιησού από τον Καϊάφα στο πραιτόριο. και ήταν πρωί. Και αυτοί δεν εισήλθαν στο πραιτόριο, για να μη μιανθούν, αλλά να φάνε το Πάσχα. Βγήκε, λοιπόν, ο Πιλάτος έξω προς αυτούς και λέει: «Ποια κατηγορία φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου;» Αποκρίθηκαν και του είπαν: «Αν αυτός δεν έκανε συνεχώς κακό, δε θα σου τον παραδίναμε». Είπε τότε σ’ αυτούς ο Πιλάτος: «Λάβετέ τον εσείς και κατά το νόμο σας κρίνετέ τον». Του είπαν οι Ιουδαίοι: «Σ’ εμάς δεν επιτρέπεται να θανατώσουμε κανέναν» για να εκπληρωθεί ο λόγος του Ιησού που είπε, δίνοντας σημάδι με ποιο θάνατο έμελλε να πεθάνει. Εισήλθε, λοιπόν, πάλι στο πραιτόριο ο Πιλάτος και φώναξε τον Ιησού και του είπε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Από τον εαυτό σου εσύ το λες αυτό ή άλλοι σου είπαν για μένα;» Αποκρίθηκε ο Πιλάτος: «Μήπως εγώ είμαι Ιουδαίος; Το έθνος το δικό σου και οι αρχιερείς σε παράδωσαν σ’ εμένα. τι έκανες;»  Αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Η βασιλεία η δική μου δεν είναι από τον κόσμο τούτο. Αν από τον κόσμο τούτον ήταν η βασιλεία η δική μου, οι υπηρέτες οι δικοί μου θα αγωνίζονταν, για να μην παραδοθώ στους Ιουδαίους. Τώρα όμως η βασιλεία η δική μου δέν είναι από εδώ». Του είπε τότε ο Πιλάτος: «Επομένως, βασιλιάς είσαι εσύ;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Εσύ λες σωστά ότι είμαι βασιλιάς. Εγώ γι’ αυτό έχω γεννηθεί και γι’ αυτό έχω έρθει στον κόσμο: για να μαρτυρήσω για την αλήθεια. Καθένας που είναι από την αλήθεια ακούει τη φωνή μου». Λέει σ’ αυτόν ο Πιλάτος: «Τι είναι αλήθεια;» Και αφού είπε αυτό, πάλι εξήλθε προς τους Ιουδαίους και τους λέει: «Εγώ δε βρίσκω σ’ αυτόν καμία αιτία κατηγορίας. Υπάρχει όμως μια συνήθεια σ’ εσάς, να σας απολύω έναν υπόδικο το Πάσχα. Θέλετε, λοιπόν, να σας απολύσω το βασιλιά των Ιουδαίων;» Κραύγασαν τότε πάλι λέγοντας: «Όχι τούτον, αλλά το Βαραβά». Και ήταν ο Βαραβάς ληστής. 
Τότε, λοιπόν, έλαβε ο Πιλάτος τον Ιησού και τον μαστίγωσε. Και οι στρατιώτες, αφού έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια, το επέθεσαν στο κεφάλι του και τον έντυσαν με ιμάτιο πορφυρό και έρχονταν προς αυτόν και έλεγαν: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων». Και του έδιναν χαστούκια. Και βγήκε πάλι έξω ο Πιλάτος και τους λέει: «Να, εγώ σας τον φέρνω έξω, για να καταλάβετε ότι καμιά αιτία κατηγορίας δε βρίσκω σ’ αυτόν». Βγήκε λοιπόν ο Ιησούς έξω, φορώντας το αγκάθινο στεφάνι και το πορφυρό ιμάτιο. Και τους λέει ο Πιλάτος: «Ιδού ο άνθρωπος». Όταν λοιπόν τον είδαν οι αρχιερείς και σι υπηρέτες του ναού, κραύγασαν λέγοντας: «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον». Τους λέει ο Πιλάτος: «Λάβετέ τον εσείς και σταυρώστε τον, γιατί εγώ δεν βρίσκω σ’ αυτόν καμιά αιτία κατηγορίας». Αποκρίθηκαν σ’ αυτόν οι Ιουδαίοι: «Εμείς έχουμε νόμο και κατά το νόμο οφείλει να πεθάνει, γιατί έκανε τον εαυτό του Υιό Θεού». Όταν λοιπόν άκουσε ο Πιλάτος αυτόν το λόγο, φοβήθηκε περισσότερο, και εισήλθε στο πραιτόριο πάλι και λέει στον Ιησού: «Από πού είσαι εσύ;» Αλλά ο Ιησούς δεν του έδωσε απόκριση. Λέει τότε σ’ αυτόν ο Πιλάτος: «Σ’ εμένα δε μιλάς; Δεν ξέρεις ότι έχω εξουσία να σε απολύσω και έχω εξουσία να σε σταυρώσω;» Του αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Δε θα είχες εξουσία κατεπάνω μου καμιά, αν δε σου ήταν δοσμένο από επάνω. Γι’ αυτό εκείνος που με παράδωσε σ’ εσένα έχει μεγαλύτερη αμαρτία». Γι’ αυτό που είπε, ο Πιλάτος ζητούσε να τον απολύσει. Αλλά οι Ιουδαίοι κραύγασαν λέγοντας: «Αν τούτον απολύσεις, δεν είσαι φίλος του Καίσαρα. Καθένας που κάνει τον εαυτό του βασιλιά αντιτίθεται στον Καίσαρα». Ο Πιλάτος, λοιπόν, όταν άκουσε τα λόγια αυτά, έφερε έξω τον Ιησού και κάθισε πάνω σε βήμα, σ’ έναν τόπο που λέγεται Λιθόστρωτο και στα εβραϊκά “Γαββαθά”. Ήταν τότε παρασκευή του Πάσχα, η ώρα ήταν περίπου δώδεκα το μεσημέρι. Και λέει στους Ιουδαίους: «Να ο βασιλιάς σας». Κραύγασαν τότε εκείνοι: «Αφάνισέ τον, αφάνισέ τον, σταύρωσέ τον». Τους λέει ο Πιλάτος: «Το βασιλιά σας να σταυρώσω;» Αποκρίθηκαν οι αρχιερείς: «Δεν έχουμε βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα». Τότε, λοιπόν, τον παράδωσε σ’ αυτούς για να σταυρωθεί. 
Παράλαβαν λοιπόν τον Ιησού, και βαστάζοντας ο ίδιος το σταυρό, εξήλθε από την πόλη στο λεγόμενο “Κρανίου Τόπο”, που λέγεται εβραϊκά “Γολγοθά”, όπου τον σταύρωσαν, και μαζί του άλλους δύο, δώθε και κείθε, και στο μέσο τον Ιησού. Ο Πιλάτος έγραψε τότε και μια επιγραφή και την έθεσε πάνω στο σταυρό. Και ήταν γραμμένο: “Ιησούς ο Ναζωραίος, ο βασιλιάς των Ιουδαίων”. Αυτή, λοιπόν, την επιγραφή διάβασαν πολλοί από τους Ιουδαίους, γιατί ήταν κοντά στην πόλη ο τόπος όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς. Και ήταν γραμμένη εβραϊκά, ρωμαϊκά, ελληνικά. Έλεγαν λοιπόν στον Πιλάτο οι αρχιερείς των Ιουδαίων: «Να μη γράφεις, “Ο βασιλιάς των Ιουδαίων”, αλλά ότι “Εκείνος είπε: Βασιλιάς είμαι των Ιουδαίων”».  Αποκρίθηκε ο Πιλάτος: «Ό,τι έχω γράψει, έχω γράψει». Οι στρατιώτες, λοιπόν, όταν σταύρωσαν τον Ιησού, έλαβαν τα ιμάτιά του και τα έκαναν τέσσερα μέρη, για κάθε στρατιώτη ένα μέρος, και το χιτώνα. Και ήταν ο χιτώνας χωρίς ραφή, από πάνω ως κάτω υφαντός ολόκληρος. Είπαν λοιπόν μεταξύ τους: «Ας μην τον σκίσουμε, αλλά ας ρίξουμε λαχνό γι’ αυτόν να δούμε ποιανού θα είναι» για να εκπληρωθεί η Γραφή που λέει: Διαμοιράστηκαν τα ιμάτιά μου μεταξύ τους και πάνω στον ιματισμό μου έριζαν κλήρο. Αφενός, λοιπόν, οι στρατιώτες έκαναν αυτά. Αφετέρου είχαν σταθεί κοντά στο σταυρό του Ιησού η μητέρα του και η αδελφή της μητέρας του, η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά, και η Μαρία η Μαγδαληνή. Ο Ιησούς, τότε, όταν είδε τη μητέρα του και το μαθητή που αγαπούσε να έχει σταθεί εκεί κοντά, λέει στη μητέρα του: «Γυναίκα, να ο γιος σου». Έπειτα λέει στο μαθητή: «Να η μητέρα σου». Και από εκείνη την ώρα έλαβε αυτήν ο μαθητής στην οικία του. 
Μετά από αυτό, επειδή ήξερε ο Ιησούς ότι ήδη όλα έχουν τελεστεί, για να εκπληρωθεί η Γραφή, λέει: «Διψώ». Ένα σκεύος βρισκόταν εκεί γεμάτο ξίδι. Αφού, λοιπόν, έθεσαν ένα σφουγγάρι γεμάτο με το ξίδι γύρω σ’ ένα κλαδί από ύσσωπο, το πρόσφεραν στο στόμα του. Όταν τότε έλαβε το ξίδι, ο Ιησούς είπε: «Τετέλεσται». Και αφού έγειρε το κεφάλι, παράδωσε το πνεύμα. Τότε οι Ιουδαίοι, επειδή ήταν ημέρα προπαρασκευής του Πάσχα, για να μη μείνουν πάνω στο σταυρό τα σώματα το Σάββατο, επειδή ήταν μεγάλη η ημέρα εκείνου του Σαββάτου, παρακάλεσαν τον Πιλάτο να τους σπάσουν τα σκέλη και να τους πάρουν από εκεί. Ήρθαν λοιπόν οι στρατιώτες, και αφενός του πρώτου έσπασαν τα σκέλη όπως και του άλλου που σταυρώθηκε μαζί του. Στον Ιησού, όμως, όταν ήρθαν, μόλις είδαν ότι αυτός είχε ήδη πεθάνει, δεν έσπασαν τα σκέλη του, αλλά ένας από τους στρατιώτες τρύπησε με λόγχη την πλευρά του, και εξήλθε ευθύς αίμα και νερό. Και εκείνος που το έχει δει έχει μαρτυρήσει, και αληθινή είναι η μαρτυρία του, και εκείνος ξέρει ότι λέει αληθινά πράγματα, για να πιστέψετε κι εσείς. Επειδή έγιναν αυτά, για να εκπληρωθεί η Γραφή: Οστό του δε θα συντριφτεί. Και πάλι άλλο μέρος της Γραφής λέει: Θα δουν αυτόν που κέντησαν. Και μετά από αυτά, παρακάλεσε τον Πιλάτο ο Ιωσήφ που ήταν από την Αριμαθαία, ο οποίος ήταν μαθητής του Ιησού, αλλά κρυφός για το φόβο των Ιουδαίων, να πάρει το σώμα του Ιησού. Και το επέτρεψε ο Πιλάτος. Ήρθε, λοιπόν, και πήρε το σώμα του.  Ήρθε τότε και ο Νικόδημος, που είχε έρθει προς αυτόν νύχτα την πρώτη φορά, και έφερε μείγμα από σμύρνα και αλόη περίπου τριάντα πέντε κιλά. Έλαβαν, λοιπόν, το σώμα του Ιησού και το έδεσαν με επιδέσμους μαζί με τα αρώματα, καθώς είναι έθιμο στους Ιουδαίους να ενταφιάζουν. Και υπήρχε κήπος στον τόπο όπου σταυρώθηκε, και στον κήπο ήταν ένα καινούργιο μνήμα μέσα στο οποίο ποτέ κανείς δεν ήταν τοποθετημένος. Εκεί λοιπόν έθεσαν τον Ιησού, γιατί ήταν ημέρα προπαρασκευής του Πάσχα των Ιουδαίων, επειδή το μνήμα ήταν κοντά. 
Και την πρώτη ημέρα μετά το Σάββατο η Μαρία η Μαγδαληνή έρχεται πρωί στο μνήμα, ενώ ήταν ακόμα σκοτάδι, και βλέπει το λίθο σηκωμένο από το μνήμα. Τρέχει, λοιπόν, και έρχεται προς το Σίμωνα Πέτρο και προς τον άλλο μαθητή που αγαπούσε ο Ιησούς, και τους λέει: «Πήραν τον Κύριο από το μνήμα και δεν ξέρουμε πού τον έθεσαν». Εξήλθε τότε ο Πέτρος και ο άλλος μαθητής και έρχονταν στο μνήμα. Έτρεχαν, λοιπόν, και οι δυο μαζί. Αλλά ο άλλος μαθητής έτρεξε μπροστά ταχύτερα από τον Πέτρο και ήρθε πρώτος στο μνήμα και, αφού έσκυψε, βλέπει να βρίσκονται κάτω οι επίδεσμοι, δεν εισήλθε όμως. Έρχεται τότε και ο Σίμωνας Πέτρος, που τον ακολουθούσε, και εισήλθε στο μνήμα. Και βλέπει τους επιδέσμους να βρίσκονται κάτω, και το μαντίλι, που ήταν πάνω στο κεφάλι του, να μη βρίσκεται κάτω μαζί με τους επιδέσμους, αλλά χωριστά τυλιγμένο σ’ ένα μέρος. Τότε, λοιπόν, εισήλθε και ο άλλος μαθητής που ήρθε πρώτος στο μνήμα, και είδε και πίστεψε. Γιατί δεν είχαν ακόμη καταλάβει τη Γραφή, ότι αυτός πρέπει από τους νεκρούς να αναστηθεί. Έφυγαν τότε πάλι για την οικία τους οι μαθητές. Η Μαρία, όμως, είχε σταθεί κοντά στο μνήμα, κλαίγοντας έξω. Καθώς λοιπόν έκλαιγε, έσκυψε κάτω στο μνήμα και βλέπει δυο αγγέλους στα λευκά καθισμένους, έναν προς το μέρος της κεφαλής και έναν προς το μέρος των ποδιών, όπου βρισκόταν ξαπλωμένο το σώμα του Ιησού. Τότε εκείνοι της λένε: «Γυναίκα, τι κλαις;» Τους απαντά: «Πήραν τον Κύριό μου και δεν ξέρω πού τον έθεσαν». Όταν είπε αυτά, στράφηκε προς τα πίσω και βλέπει τον Ιησού να έχει σταθεί, αλλά δεν κατάλαβε ότι είναι ο Ιησούς. Της λέει ο Ιησούς: «Γυναίκα, τι κλαις; Ποιον ζητάς;» Εκείνη, επειδή νόμιζε ότι είναι ο κηπουρός, του λέει: «Κύριε, αν εσύ τον βάσταξες, πες μου πού τον έθεσες κι εγώ θα τον πάρω». Λέει σ’ αυτήν ο Ιησούς: «Μαριάμ!» Στράφηκε εκείνη και του λέει εβραϊκά: «Ραββουνί!» που λέγεται “Δάσκαλε”. Της λέει ο Ιησούς: «Μη με κρατάς, γιατί δεν έχω ανεβεί ακόμα προς τον Πατέρα. Πήγαινε όμως προς τους αδελφούς μου και πες τους: “Ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας”». Έρχεται η Μαρία η Μαγδαληνή και αναγγέλλει στους μαθητές: «Έχω δει τον Κύριο!», και αυτά που της είπε. 
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κατά_Ιωάννην_Ευαγγέλιον

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Iwannhn_Euaggelio/Kata_Iwannhn_Euaggelio_kef.18.htm#H_prodosia_kai_h_sullhpsh_tou_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Iwannhn_Euaggelio/Kata_Iwannhn_Euaggelio_kef.19.htm#H_Staurwsh_kai_o_thanatos_tou_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Iwannhn_Euaggelio/Kata_Iwannhn_Euaggelio_kef.20.htm#H_Anastash_tou_Ihsou


Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο : Η σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού

Το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον είναι ένα από τα 4 πρώτα βιβλία του Κανόνα της
Καινής Διαθήκης (και ένα εκ των τριών Συνοπτικών Ευαγγελιών), του 2ου μέρους δηλ. της χριστιανικής Αγίας Γραφής το οποίο κατέγραψε ο εξ Αντιοχείας της Συρίας, γιατρός και στενός συνεργάτης του αποστόλου Παύλου, Λουκάς. Ο ευαγγελιστής Λουκάς, χωρίς προηγουμένως να γίνει προσήλυτος Ιουδαίος, προσχώρησε στο Χριστιανισμό και είναι ο μόνος από τους ευαγγελιστές που ήταν εθνικός στην καταγωγή όπως φαίνεται από το γεγονός ότι δεν μνημονεύεται από τον απόστολο Παύλο μεταξύ των μαθητών και ακολούθων του οι οποίοι προέρχονταν από την περιτομή (Εβραίοι), καθώς και από την προέλευση του ονόματος του Λουκάς, που αποτελεί σύντμηση του λατινικού Λουκιανός ή Λούκιος. Ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού και με εξαίρεση τον Παύλο, ήταν ο μόνος από τους πρώτους κήρυκες του Ευαγγελίου, που είχε επιστημονική κατάρτιση. Μάλιστα, την εποχή του Λουκά, το ρωμαϊκό κράτος απαιτούσε από τους ασκούντες την ιατρική να έχουν γνώσεις οι οποίες εξετάζονταν από σύλλογο ανώτερων αρχιάτρων σε κάθε πόλη ενώ όσοι από τους γιατρούς γίνονταν δεκτοί παρέμεναν για καιρό υπό επιτήρηση και καθοδήγηση. Ήταν κάτοχος της ελληνιστικής παιδείας και γνώστης της ιστορικής μεθόδου της εποχής του με ευχέρεια χρήσης της Ελληνιστικής Κοινής. Ο Λουκάς ήταν συνοδός και συνεργάτης του αποστόλου Παύλου από τη δεύτερη ακόμη αποστολική περιοδεία του όπως φαίνεται από τα λεγόμενα ημείς εδάφια των Πράξεων των Αποστόλων.
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ: Πλησίαζε τότε η εορτή των αζύμων, που λέγεται Πάσχα. Και οι αρχιερείς και οι γραμματείς ζητούσαν το πώς να τον θανατώσουν, γιατί φοβούνταν το λαό. Εισήλθε τότε ο Σατανάς στον Ιούδα, που καλείται Ισκαριώτης, ο οποίος ήταν από τον αριθμό των δώδεκα. Και πήγε και συνομίλησε με τους αρχιερείς και με τους στρατηγούς το πώς να τους τον παραδώσει. Και χάρηκαν και συμφώνησαν να του δώσουν αργυρά νομίσματα. Και υποσχέθηκε, και ζητούσε ευκαιρία να τον παραδώσει σ’ αυτούς χωρίς πλήθος γύρω του. Ήρθε λοιπόν η ημέρα των αζύμων, κατά την οποία έπρεπε να θυσιάσουν το Πάσχα. Και απέστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάννη και είπε: «Πηγαίνετε και ετοιμάστε μας το Πάσχα να φάμε». Εκείνοι του είπαν: «Πού θέλεις να ετοιμάσουμε ;» Αυτός τους είπε: «Ιδού, όταν εισέλθετε στην πόλη, θα σας συναντήσει ένας άνθρωπος, βαστάζοντας στάμνα με νερό. Ακολουθήστε τον στην οικία στην οποία μπαίνει, και θα πείτε στον οικοδεσπότη της οικίας: “Σου λέει ο δάσκαλος: Πού είναι το κατάλυμα όπου το Πάσχα θα φάω μαζί με τους μαθητές μου”;  Κι εκείνος θα σας δείξει ένα ανώγι μεγάλο, στρωμένο. εκεί ετοιμάστε». Έφυγαν, τότε, και βρήκαν καθώς τους είχε πει και ετοίμασαν το Πάσχα. Και όταν έγινε η κατάλληλη ώρα, κάθισε, για να φάει και οι απόστολοι μαζί του. Και είπε προς αυτούς: «Επιθύμησα πολύ αυτό το Πάσχα να φάω μαζί σας προτού να υποφέρω. Γιατί σας λέω ότι δε θα φάω αυτό, ωσότου ολοκληρωθεί μέσα στη βασιλεία του Θεού». Και αφού δέχτηκε ένα ποτήρι, ευχαρίστησε το Θεό και είπε: «Λάβετε τούτο και διαμερίστε το μεταξύ σας. Γιατί σας λέω ότι δε θα πιω από τώρα από το γέννημα της αμπέλου, ωσότου έρθει η βασιλεία του Θεού». Και αφού έλαβε άρτο, ευχαρίστησε το Θεό, τον έκοψε με τα χέρια και τους τον έδωσε λέγοντας: «Τούτο είναι το σώμα μου που δίνεται για χάρη σας. αυτό να κάνετε στη δική μου ανάμνηση». Και το ποτήρι ομοίως έδωσε μετά το δείπνο, λέγοντας: «Τούτο το ποτήρι, η καινή διαθήκη με το αίμα μου, που για χάρη σας χύνεται. Όμως, ιδού, το χέρι εκείνου που με προδίδει είναι μαζί μου πάνω στο τραπέζι. Γιατί, βέβαια, ο Υιός του ανθρώπου πορεύεται σύμφωνα με το ορισμένο, όμως αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου προδίδεται». Και αυτοί άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους, για το ποιος άραγε είναι από αυτούς που μέλλει να πράττει αυτό. Έγινε τότε και φιλονικία μεταξύ τους, για το ποιος από αυτούς φαίνεται ότι είναι μεγαλύτερος. Εκείνος τους είπε: «Οι βασιλιάδες των εθνών κυριαρχούν σ’ αυτά και όσοι τα εξουσιάζουν καλούνται ευεργέτες. Εσείς όμως, όχι έτσι, αλλά ο μεγαλύτερος μεταξύ σας ας γίνει όπως ο νεότερος και εκείνος που ηγείται όπως αυτός που διακονεί. Γιατί ποιος είναι μεγαλύτερος, αυτός που κάθεται, για να φάει, ή αυτός που διακονεί; Δεν είναι αυτός που κάθεται; Εγώ όμως στο μέσο σας είμαι όπως αυτός που διακονεί. Εσείς, λοιπόν, είστε εκείνοι που έχουν διαμείνει μαζί μου μέσα στους πειρασμούς μου. Κι εγώ σας διαθέτω βασιλεία καθώς μου διέθεσε ο Πατέρας μου, για να τρώτε και να πίνετε πάνω στο τραπέζι μου κατά τη βασιλεία μου, και θα καθίσετε πάνω σε θρόνους, κρίνοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ». Σίμωνα, Σίμωνα, ιδού, ο Σατανάς απαίτησε για τον εαυτό του εσάς, για να σας κοσκινίσει όπως το σιτάρι. Εγώ όμως δεήθηκα για σένα, για να μην εκλείψει η πίστη σου. Κι εσύ, όταν κάποτε επιστρέψεις, στήριξε τους αδελφούς σου». Εκείνος του είπε: «Κύριε, είμαι έτοιμος να πάω μαζί σου και σε φυλακή και σε θάνατο». Αυτός του είπε: «Σου λέω, Πέτρο, δε θα λαλήσει σήμερα πετεινός, ωσότου τρεις φορές με απαρνηθείς, λέγοντας ότι δε με ξέρεις». Και είπε σ’ αυτούς: «Όταν σας απέστειλα χωρίς πορτοφόλι και σακίδιο και υποδήματα, μήπως κάτι στερηθήκατε;» Εκείνοι είπαν: «Κανένα». Τους είπε τότε: «Αλλά τώρα όποιος έχει πορτοφόλι ας το πάρει, όμοια και σακίδιο, και όποιος δεν έχει ας πουλήσει το πανωφόρι του και ας αγοράσει μάχαιρα. Γιατί σας λέω ότι αυτό το γραμμένο πρέπει να τελεστεί σ’ εμένα, το: Και μαζί με άνομους λογαριάστηκε. Και πράγματι, ό,τι αφορά εμένα έχει τέλος». Εκείνοι είπαν: «Κύριε, ιδού δύο μάχαιρες εδώ». Αυτός τους είπε: «Αρκετό είναι». Και αφού εξήλθε, πορεύτηκε κατά τη συνήθειά του στο Όρος των Ελαιών, και τον ακολούθησαν και οι μαθητές.  Όταν ήρθε λοιπόν στον τόπο εκείνο, τους είπε: «Προσεύχεστε, για να μην εισέλθετε σε πειρασμό». Και αυτός απομακρύνθηκε από αυτούς σε απόσταση περίπου μιας βολής λίθου και, αφού έπεσε στα γόνατα, προσευχόταν, λέγοντας: «Πατέρα, αν θέλεις, απομάκρυνε αυτό το ποτήρι από εμένα. όμως όχι το θέλημά μου, αλλά το δικό σου να γίνει». Φανερώθηκε τότε σ’ αυτόν άγγελος από τον ουρανό που τον ενίσχυε. Και επειδή έπεσε σε αγωνία, εντονότερα προσευχόταν. Και έγινε ο ιδρώτας του σαν θρόμβοι αίματος που κατέβαιναν στη γη. Και όταν σηκώθηκε από την προσευχή, ήρθε προς τους μαθητές και τους βρήκε να κοιμούνται από τη λύπη, και τους είπε: «Τι κοιμάστε; Σηκωθείτε και προσεύχεστε, για να μην εισέλθετε σε πειρασμό».  Ενώ αυτός ακόμη μιλούσε, ιδού όχλος, και ο λεγόμενος Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, ερχόταν μπροστά από αυτούς και πλησίασε τον Ιησού, για να τον φιλήσει. Ο Ιησούς τότε του είπε: «Ιούδα, με φίλημα παραδίνεις τον Υιό του ανθρώπου;» Όταν είδαν τότε εκείνοι που ήταν γύρω του αυτό που συνέβηκε, είπαν: «Κύριε, να χτυπήσουμε με μάχαιρα;» Και χτύπησε ένας, κάποιος από αυτούς, το δούλο του αρχιερέα και αφαίρεσε το αυτί του το δεξί. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Αφήστε τα πράγματα ως αυτό το σημείο» και αφού άγγιξε το αυτί, τον γιάτρεψε. Είπε λοιπόν ο Ιησούς προς τους αρχιερείς και στρατηγούς του ναού και πρεσβυτέρους, που ήρθαν εναντίον του: «Σαν ενάντια σε ληστή εξήλθατε με μάχαιρες και ξύλα; Κάθε ημέρα, ενώ ήμουν μαζί σας μέσα στο ναό, δεν εκτείνατε τα χέρια πάνω μου. Αλλά αυτή η ώρα είναι δική σας και η εξουσία του σκότους». Αφού λοιπόν τον συνέλαβαν, τον οδήγησαν και τον εισήγαγαν στην οικία του αρχιερέα. Και ο Πέτρος ακολουθούσε από μακριά. Αφού άναψαν τότε φωτιά στο μέσο της αυλής και κάθισαν μαζί, ο Πέτρος καθόταν στο μέσο τους. Όταν τον είδε τότε κάποια μικρή δούλη να κάθεται κοντά προς το φως της φωτιάς και τον ατένισε, είπε: «Και αυτός ήταν μαζί του». Εκείνος το αρνήθηκε, λέγοντας: «Δεν τον ξέρω, γυναίκα». Και μετά από λίγο, άλλος, όταν τον είδε, είπε: «Και εσύ είσαι από αυτούς». Αλλά ο Πέτρος είπε: «Άνθρωπε, δεν είμαι». Και όταν πέρασε περίπου μια ώρα, κάποιος άλλος ισχυριζόταν έντονα, λέγοντας: «Στ’ αλήθεια, και αυτός ήταν μαζί του, γιατί είναι και Γαλιλαίος». Είπε τότε ο Πέτρος: «Άνθρωπε, δεν ξέρω τι λες». Και αμέσως, ενώ ακόμη αυτός μιλούσε, λάλησε ένας πετεινός. Και αφού στράφηκε ο Κύριος, κοίταξε μέσα στα μάτια τον Πέτρο, και θυμήθηκε ο Πέτρος το λόγο του Κυρίου, καθώς του είπε: «Πριν ο πετεινός λαλήσει σήμερα, θα με απαρνηθείς τρεις φορές». Και αφού βγήκε έξω, έκλαψε πικρά. Και οι άντρες που τον κρατούσαν σφιχτά τον ενέπαιζαν δέρνοντάς τον και, αφού του περικάλυψαν το πρόσωπο, τον επερωτούσαν, λέγοντας: «Προφήτεψε, ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε;» Και άλλα πολλά, βλαστημώντας, έλεγαν σ’ αυτόν. Και μόλις ξημέρωσε, συνάχτηκε το πρεσβυτέριο του λαού, αρχιερείς και γραμματείς, και τον οδήγησαν στο συνέδριό τους, λέγοντας: «Αν εσύ είσαι ο Χριστός, πες το μας». Είπε τότε σ’ αυτούς: «Αν σας το πω, δε θα πιστέψετε. κι αν σας ρωτήσω, δε θα αποκριθείτε. Από τώρα όμως ο Υιός του ανθρώπου θα κάθεται συνεχώς από τα δεξιά της δύναμης του Θεού». Είπαν τότε όλοι: «Εσύ λοιπόν είσαι ο Υιός του Θεού;» Εκείνος είπε προς αυτούς: «Κι εσείς το λέτε ότι εγώ είμαι». Εκείνοι είπαν: «Τι ανάγκη μαρτυρίας έχουμε ακόμα; Γιατί εμείς οι ίδιοι το ακούσαμε από το στόμα του».
Και αφού σηκώθηκε όλο το πλήθος αυτών των συνέδρων, τον οδήγησαν στον Πιλάτο.  Άρχισαν τότε να τον κατηγορούν, λέγοντας: «Τούτον τον βρήκαμε να διαστρέφει το έθνος μας και να εμποδίζει να δίνουμε φόρους στον Καίσαρα και να λέει πως ο εαυτός του είναι Χριστός βασιλιάς». Ο Πιλάτος λοιπόν τον ρώτησε λέγοντας: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Εκείνος του αποκρίθηκε και είπε: «Εσύ το λες». Τότε ο Πιλάτος είπε προς τους αρχιερείς και προς τους όχλους: «Κανένα αίτιο καταδίκης δε βρίσκω στον άνθρωπο τούτο». Εκείνοι επέμεναν λέγοντας: «Ξεσηκώνει το λαό διδάσκοντας σε όλη την Ιουδαία και, αφού άρχισε από τη Γαλιλαία, έφτασε ως εδώ». Ο Πιλάτος τότε, όταν το άκουσε, ρώτησε αν ο άνθρωπος είναι Γαλιλαίος και, όταν έμαθε ότι είναι από μέρος της εξουσίας του Ηρώδη, τον παράπεμψε προς τον Ηρώδη, που ήταν και αυτός στα Ιεροσόλυμα αυτές τις ημέρες. Ο Ηρώδης, λοιπόν, όταν είδε τον Ιησού, χάρηκε πολύ, γιατί ήθελε συνεχώς από αρκετά χρόνια να τον δει, επειδή άκουγε γι’ αυτόν και έλπιζε κάποιο θαυματουργικό σημείο να δει να γίνεται από αυτόν. Τον επερωτούσε λοιπόν με αρκετά λόγια, αλλά αυτός τίποτα δεν του αποκρίθηκε.  Είχαν σταθεί τότε οι αρχιερείς και οι γραμματείς και τον κατηγορούσαν έντονα. Και αφού τον εξουθένωσε και ο Ηρώδης μαζί με τα στρατεύματά του και τον ενέπαιξε, τον έντυσε με λαμπρό ένδυμα και τον ξανάστειλε στον Πιλάτο. Έγιναν τότε φίλοι ο Ηρώδης και ο Πιλάτος αυτήν την ημέρα μεταξύ τους. γιατί προϋπήρχε έχθρα του ενός προς τον άλλο. Ο Πιλάτος, λοιπόν, αφού συγκάλεσε τους αρχιερείς και τους άρχοντες και το λαό,είπε προς αυτούς: «Φέρατε προς εμένα τον άνθρωπο αυτό σαν έναν που αποπλανά το λαό, και ιδού, εγώ μπροστά σας τον ανάκρινα και δε βρήκα σ’ αυτόν τον άνθρωπο κανένα αίτιο κατηγορίας από όσα κατηγορείτε εναντίον του Αλλά ούτε κι ο Ηρώδης, γιατί τον ξανάστειλε προς εμάς, και ιδού, τίποτα άξιο θανάτου δεν έχει πράξει αυτός. Αφού τον παιδέψω, λοιπόν, θα τον απολύσω». Είχε μάλιστα υποχρέωση να τους απολύει έναν κατά την εορτή. Τότε όλο το πλήθος έκραξε δυνατά, λέγοντας: «Αφάνιζε αυτόν και απόλυσέ μας το Βαραβά» ο οποίος ήταν ριγμένος στη φυλακή για κάποια στάση που έγινε στην πόλη και για φόνο. Πάλι τότε ο Πιλάτος φώναξε προς αυτούς, επειδή ήθελε να απολύσει τον Ιησού. Εκείνοι φώναζαν δυνατά, λέγοντας: «Σταύρωνε, σταύρωνε αυτόν». Εκείνος για τρίτη φορά είπε προς αυτούς: «Γιατί, τι κακό έκανε αυτός; Κανένα αίτιο θανάτου δε βρήκα σ’ αυτόν. Αφού τον παιδέψω, λοιπόν, θα τον απολύσω».  Εκείνοι επέμεναν με φωνές μεγάλες, ζητώντας αυτός να σταυρωθεί, και υπερίσχυαν οι φωνές τους. Και έτσι ο Πιλάτος αποφάσισε να γίνει το αίτημά τους: απόλυσε, λοιπόν, αυτόν που είχε ριχτεί στη φυλακή για στάση και φόνο, τον οποίο ζητούσαν, ενώ τον Ιησού τον παράδωσε στο θέλημά τους. Και καθώς τον οδηγούσαν, έπιασαν κάποιο Σίμωνα Κυρηναίο, που ερχόταν από τον αγρό, και επέθεσαν σε αυτόν το σταυρό, για να τον φέρει πίσω από τον Ιησού. Τον ακολουθούσε μάλιστα πολύ πλήθος από το λαό και από γυναίκες που χτυπούσαν τα στήθη τους και τον θρηνούσαν. Στράφηκε τότε προς αυτές ο Ιησούς και είπε: «Θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, μην κλαίτε για μένα. Αλλά για τους εαυτούς σας να κλαίτε και για τα παιδιά σας, γιατί ιδού, έρχονται ημέρες κατά τις οποίες θα πουν: “Μακάριες οι στείρες και οι κοιλιές που δε γέννησαν και οι μαστοί που δεν έθρεψαν”. Τότε θα αρχίσουν να λένε στα όρη: “Πέστε πάνω μας”, και στους λόφους: “Καλύψτε μας”. Γιατί αν στο υγρό ξύλο κάνουν αυτά, στο ξερό τι θα γίνει;» 
Οδηγούνταν τότε και άλλοι δύο κακούργοι μαζί του, για να θανατωθούν. Και όταν ήρθαν στον τόπο που καλείται “Κρανίο”, εκεί σταύρωσαν αυτόν και τους κακούργους, τον ένα από τα δεξιά, τον άλλο από τα αριστερά του. Και ο Ιησούς έλεγε: «Πατέρα, άφησε σ’ αυτούς, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Διαμοιμάζονται τότε τα ιμάτιά του μεταξύ τους και έριξαν κλήρους.  Και ο λαός είχε σταθεί και έβλεπε. Τον περιγελούσαν τότε και οι άρχοντες, λέγοντας: «Άλλους έσωσε, ας σώσει τον εαυτό του, αν αυτός είναι ο Χριστός, ο εκλεκτός του Θεού». Τον ενέπαιξαν τότε και οι στρατιώτες που πλησίαζαν, προσφέροντάς του ξίδι και λέγοντας: «Αν εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων, σώσε τον εαυτό σου». Ήταν μάλιστα και μια επιγραφή από πάνω του: “Ο βασιλιάς των Ιουδαίων είναι αυτός”. Ένας τότε από τους κακούργους που κρεμάστηκαν τον βλαστημούσε, λέγοντας: «Δεν είσαι εσύ ο Χριστός; Σώσε τον εαυτό σου κι εμάς». Αποκρίθηκε όμως ο άλλος, επιτιμώντας αυτόν, και είπε: «Ούτε το Θεό δε φοβάσαι εσύ, αφού είσαι στην ίδια καταδίκη; Και εμείς, βέβαια, δίκαια, γιατί απολαμβάνουμε άξια αυτών που πράξαμε. Αυτός, όμως, τίποτα το άτοπο δεν έπραξε». Και έλεγε: «Ιησού, θυμήσου με, όταν έρθεις στη βασιλεία σου». Και του είπε: «Αλήθεια σου λέω, σήμερα μαζί μου θα είσαι μέσα στον Παράδεισο».  Και ήταν ήδη περίπου έξι η ώρα το απόγευμα, και έγινε σκοτάδι πάνω σε όλη τη γη ως τις εννέα η ώρα το βράδυ, γιατί χάθηκε ο ήλιος. σχίστηκε μάλιστα το καταπέτασμα του ναού στο μέσο. Και ο Ιησούς φώναξε με φωνή μεγάλη και είπε: «Πατέρα, στα χέρια σου παραθέτω το πνεύμα μου». Και αφού είπε αυτό, εξέπνευσε. Όταν είδε τότε ο εκατόνταρχος αυτό που έγινε, δόξαζε το Θεό, λέγοντας: «Πράγματι, ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος». Και όλα τα πλήθη που μαζεύτηκαν, για να δουν αυτό το θέαμα, όταν είδαν όσα έγιναν, επέστρεφαν, χτυπώντας τα στήθη. Και είχαν σταθεί όλοι οι γνωστοί του από μακριά, και οι γυναίκες που ακολουθούσαν μαζί του από τη Γαλιλαία, οι οποίες έβλεπαν αυτά. Και ιδού ένας άντρας με το όνομα Ιωσήφ, που ήταν βουλευτής και άντρας αγαθός και δίκαιος αυτός δεν είχε συγκατατεθεί στην απόφαση και στην πράξη τους που ήταν από την Αριμαθαία, πόλη των Ιουδαίων, ο οποίος πρόσμενε τη βασιλεία του Θεού. Αυτός πλησίασε τον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού και, αφού το κατέβασε, το τύλιξε μέσα σ’ ένα σεντόνι και τον έθεσε σε μνήμα λαξευτό όπου κανείς ακόμα δεν ήταν τοποθετημένος. Και ήταν ημέρα παρασκευή και χάραζε το Σάββατο. Ακολούθησαν από κοντά τότε οι γυναίκες, οι οποίες είχαν έρθει από τη Γαλιλαία μαζί του, και είδαν το μνήμα και πώς τέθηκε το σώμα του. Όταν λοιπόν επέστρεψαν, ετοίμασαν αρώματα και μύρα. Και το Σάββατο, βέβαια, ησύχασαν σύμφωνα με τήν εντολή. Την πρώτη όμως ημέρα μετά το Σάββατο, ενώ ήταν όρθρος βαθύς, ήρθαν στο μνήμα, φέρνοντας όσα αρώματα ετοίμασαν. Βρήκαν τότε το λίθο κυλισμένο μακριά από το μνήμα και, αφού εισήλθαν, δε βρήκαν το σώμα του Κυρίου Ιησού. Και συνέβηκε, ενώ αυτές απορούσαν γι’ αυτό, τότε ιδού, δύο άντρες να σταθούν ξαφνικά μπροστά τους με ένδυμα που άστραφτε. Και καθώς ήταν γεμάτες φόβο και έσκυψαν τα πρόσωπά τους στη γη, είπαν προς αυτές: «Τι ζητάτε τον ζωντανό μαζί με τους νεκρούς; Δεν είναι εδώ, αλλά εγέρθηκε. Θυμηθείτε πώς σας μίλησε, ενώ ήταν ακόμα στη Γαλιλαία, λέγοντας για τον Υιό του ανθρώπου ότι πρέπει να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων αμαρτωλών και να σταυρωθεί και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί». Και θυμήθηκαν τα λόγια του. Και αφού επέστρεψαν από το μνήμα, ανάγγειλαν όλα αυτά στους έντεκα και σε όλους τους υπόλοιπους. Ήταν, λοιπόν, η Μαγδαληνή Μαρία και η Ιωάννα και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και οι υπόλοιπες μαζί τους. Έλεγαν αυτά προς τους αποστόλους, και αυτά τα λόγια φάνηκαν μπροστά τους σαν παραλήρημα, και απιστούσαν σ’ αυτές. Τότε ο Πέτρος σηκώθηκε και έτρεξε στο μνήμα και, αφού έσκυψε κάτω, βλέπει τους επιδέσμους μόνο, και έφυγε, θαυμάζοντας μέσα του για το γεγονός. Και ιδού, δύο από αυτούς κατ’ αυτήν την ημέρα πορεύονταν σε ένα χωριό που απείχε περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Ιερουσαλήμ, του οποίου το όνομα ήταν Εμμαούς. Και αυτοί μιλούσαν μεταξύ τους για όλα αυτά που είχαν συμβεί. Και συνέβηκε, ενώ αυτοί μιλούσαν και συζητούσαν, τότε ο ίδιος ο Ιησούς να πλησιάσει. και προχωρούσε μαζί τους. Αλλά τα μάτια τους κρατούνταν, για να μην τον αναγνωρίσουν. Είπε τότε προς αυτούς: «Ποια είναι αυτά τα λόγια που ανταλλάσσετε μεταξύ σας περπατώντας;» Και εκείνοι στάθηκαν σκυθρωποί. Αποκρίθηκε, λοιπόν, ένας με το όνομα Κλεόπας και είπε προς αυτόν: «Εσύ μόνος παροικείς στην Ιερουσαλήμ και δεν έμαθες όσα έγιναν μέσα σ’ αυτήν τις ημέρες αυτές;» Και τους είπε: «Ποια;» Εκείνοι του είπαν: «Τα σχετικά με τον Ιησού το Ναζαρηνό, ο οποίος ήταν άντρας προφήτης, δυνατός σε έργα και σε λόγια απέναντι στο Θεό και σε όλο το λαό. Και πώς τον παράδωσαν οι αρχιερείς και οι άρχοντές μας σε καταδίκη θανάτου και τον σταύρωσαν. Εμείς όμως ελπίζαμε ότι αυτός είναι εκείνος που μέλλει να λυτρώνει το λαό Ισραήλ. Αλλά, βέβαια, και μαζί με όλα αυτά, είναι η τρίτη ημέρα αυτή που περνάει αφότου έγιναν αυτά. Αλλά και κάποιες γυναίκες από εμάς μας άφησαν εκστατικούς, όταν πήγαν με τον όρθρο στο μνήμα και, επειδή δε βρήκαν το σώμα του, ήρθαν, λέγοντας πως έχουν δει και οπτασία αγγέλων, οι οποίοι λένε ότι αυτός ζει. Και πήγαν μερικοί από αυτούς που είναι μαζί μας στο μνήμα και βρήκαν τα πράγματα έτσι καθώς είπαν και οι γυναίκες, αλλά αυτόν δεν τον είδαν». Και τότε αυτός είπε προς αυτούς: «Ω, ανόητοι και αργοί στην καρδιά στο να πιστεύετε σε όλα όσα λάλησαν οι προφήτες. Δεν έτρεπε αυτά να πάθει ο Χριστός και να εισέλθει στη δόξα του;» Και αφού άρχισε από το Μωυσή και από όλους τους προφήτες, διερμήνεψε σ’ αυτούς μέσα σ’ όλες τις γραφές τα σχετικά με τον εαυτό του. Και πλησίασαν στο χωριό όπου πήγαιναν, και τότε αυτός προσποιήθηκε ότι πηγαίνει μακρύτερα. Και τον πίεσαν, παρακαλώντας τον και λέγοντας: «Μείνε μαζί μας, γιατί πλησιάζει η εσπέρα και έχει γείρει ήδη η ημέρα». Και εισήλθε για να μείνει μαζί τους. Και όταν κάθισε, για να φάει μαζί τους, αφού έλαβε τον άρτο, τον ευλόγησε και, αφού τον έκοψε με τα χέρια, τον έδινε σ’ αυτούς. Τότε διανοίχτηκαν οι οφθαλμοί τους και τον αναγνώρισαν. αλλά αυτός έγινε άφαντος από αυτούς.  Και είπαν μεταξύ τους: «Η καρδιά μας δεν έκαιγε συνεχώς μέσα μας καθώς μας μιλούσε στο δρόμο, όπως μας διάνοιγε τις Γραφές;» Και αφού σηκώθηκαν αυτήν την ώρα, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ και βρήκαν συναθροισμένους τους έντεκα και όσους ήταν μαζί τους, που έλεγαν ότι πράγματι εγέρθηκε ο Κύριος και φανερώθηκε στο Σίμωνα. Και αυτοί διηγούνταν όσα έγιναν στο δρόμο και πώς γνωρίστηκε σ’ αυτούς με το κόψιμο του άρτου.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κατά_Λουκάν_Ευαγγέλιον

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Loukan_Euaggelio/Kata_Loukan_Euaggelio_kef.24.htm#H_Anastash_tou_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Loukan_Euaggelio/Kata_Loukan_Euaggelio_kef.23.htm#O_entafiasmos_tou_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Loukan_Euaggelio/Kata_Loukan_Euaggelio_kef.22.htm#H_prodosia_kai_h_sullhpsh_tou_Ihsou

Κατά Μαρκον Ευαγγέλιο : Η σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού

Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον είναι ένα από τα 4 πρώτα βιβλία του Κανόνα της Καινής Διαθήκης (και ένα εκ των τριών Συνοπτικών Ευαγγελιών), του 2ου μέρους δηλ. της χριστιανικής Αγίας Γραφής το οποίο κατέγραψε ο Εβραίος ευαγγελιστής Μάρκος. Με το βιβλίο αυτό που θεωρείται το αρχαιότερο των τεσσάρων, ο Μάρκος γίνεται εισηγητής ενός νέου φιλολογικού είδους στην παγκόσμια φιλολογία, αυτό του ευαγγελίου. Ο σκοπός του φιλολογικού είδους που λέγεται Ευαγγέλιο είναι να διηγηθεί τα γεγονότα της γέννησης, της ζωής, του Σταυρικού θανάτου και της λαμπρής Ανάστασης του Ιησού, να εκθέσει το περιεχόμενο του κηρύγματός του και τα κυριότερα δογματικά και ηθικά σημεία της νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού, και ενώ δεν παραβλέπει την ιστορικότητα της αφήγησης, την υπερβαίνει και αποβαίνει στο αισιόδοξο μήνυμα το οποίο, το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, ο Ιησούς Χριστός, απευθύνει στον άνθρωπο κάθε εποχής.
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ : Και έρχονται σε μια περιοχή που έχει το όνομα Γεθσημανή και λέει στους μαθητές του: «Καθίστε εδώ, ωσότου προσευχηθώ». Και παραλαβαίνει μαζί του τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και άρχισε να μένει έκθαμβος και να αδημονεί. Και τους λέει: «Περίλυπη είναι η ψυχή μου, ως το θάνατο. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε». Και αφού προχώρησε σε μικρή απόσταση, έπεφτε στη γη και προσευχόταν για να παρέλθει από αυτόν, αν ήταν δυνατό, εκείνη η ώρα. Και έλεγε: «Αββά, Πατέρα, όλα είναι δυνατά σ’ εσένα. Απομάκρυνε αυτό το ποτήρι από εμένα. αλλά όχι ό,τι εγώ θέλω, αλλά ό,τι εσύ». Και έρχεται και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει στον Πέτρο: «Σίμωνα, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες μια ώρα να αγρυπνήσεις; Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην έρθετε σε πειρασμό. Το πνεύμα είναι βεβαίως πρόθυμο, αλλά η σάρκα ασθενής». Και πάλι έφυγε και προσευχήθηκε και είπε τα ίδια λόγια. Και πάλι ήρθε και τους βρήκε να κοιμούνται, γιατί τα μάτια τους ήταν πολύ βαριά από τη νύστα και δεν ήξεραν τι να του αποκριθούν. Και έρχεται για τρίτη φορά και τους λέει: «Κοιμάστε λοιπόν και αναπαύεστε. φτάνει. Ήρθε η ώρα, ιδού, παραδίνεται ο Υιός του ανθρώπου στα χέρια των αμαρτωλών. Σηκώνεστε, ας πηγαίνουμε. Ιδού, αυτός που θα με παραδώσει έχει πλησιάσει». Και ευθύς, ενώ αυτός μιλούσε ακόμα, παρουσιάζεται ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του όχλος με μάχαιρες και ξύλα από μέρους των αρχιερέων και των γραμματέων και των πρεσβυτέρων. Αυτός που θα τον παράδινε είχε δώσει μάλιστα σύνθημα σ’ αυτούς λέγοντας: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι. κρατήστε τον και οδηγήστε τον στο δικαστήριο με ασφάλεια». Και αφού ήρθε, ευθύς πλησίασε σε αυτόν και του λέει: «Ραβί», και τον καταφίλησε. Εκείνοι έβαλαν τα χέρια πάνω του και τον κράτησαν. Ένας τότε, κάποιος από αυτούς που είχαν σταθεί εκεί κοντά, αφού τράβηξε τη μάχαιρα, χτύπησε το δούλο του αρχιερέα και του αφαίρεσε το αυτί. .Και έλαβε το λόγο ο Ιησούς και τους είπε: «Σαν ενάντια σε ληστή εξήλθατε με μάχαιρες και ξύλα, για να με συλλάβετε; Κάθε ημέρα ήμουν κοντά σας, διδάσκοντας μέσα στο ναό, και δε με κρατήσατε. Αλλά αυτό έγινε, για να εκπληρωθούν οι Γραφές». Και τότε τον άφησαν και έφυγαν όλοι. Και κάποιος νεαρός ακολουθούσε μαζί του περιτυλιγμένος με σεντόνι πάνω στο γυμνό του σώμα. και τον κρατούν. Εκείνος εγκατέλειψε το σεντόνι και έφυγε γυμνός. Και οδήγησαν τον Ιησού προς τον αρχιερέα, και συνέρχονται όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς. Και ο Πέτρος από μακριά τον ακολούθησε ως μέσα στην αυλή του αρχιερέα, και καθόταν μαζί με τους υπηρέτες και θερμαινόταν κοντά στο φως της φωτιάς. Οι αρχιερείς, λοιπόν, και όλο το συνέδριο ζητούσαν μαρτυρία κατά του Ιησού, για να τον θανατώσουν, και δεν εύρισκαν. Γιατί πολλοί ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του, αλλά οι μαρτυρίες δεν ήταν σύμφωνες. Και μερικοί, αφού σηκώθηκαν, ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του λέγοντας: «Εμείς τον ακούσαμε να λέει: “Εγώ θα καταστρέψω το ναό τούτο το χειροποίητο και μέσα σε τρεις ημέρες άλλο αχειροποίητο θα οικοδομήσω”». Αλλά ούτε έτσι δεν ήταν σύμφωνη η μαρτυρία τους. Και τότε σηκώθηκε ο αρχιερέας στο μέσο και επερώτησε τον Ιησού λέγοντας: «Δεν αποκρίνεσαι τίποτα; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;» .Εκείνος σιωπούσε και δεν αποκρίθηκε τίποτα. Πάλι ο αρχιερέας τον επερωτούσε και λέει σ’ αυτόν: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Ευλογητού;» Ο Ιησούς τότε είπε: «Εγώ είμαι, και θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου από τα δεξιά να κάθεται της Δύναμης και να έρχεται μαζί με τις νεφέλες του ουρανού». Ο αρχιερέας τότε, αφού ξέσχισε τους χιτώνες του, λέει: «Τι ανάγκη έχουμε ακόμα από μάρτυρες; Ακούσατε τη βλαστήμια. Τι σας φαίνεται;» Εκείνοι όλοι τον κατάκριναν πως είναι ένοχος θανάτου. Και άρχισαν μερικοί να τον φτύνουν και να περικαλύπτουν το πρόσωπό του και να τον χαστουκίζουν και να του λένε: «Προφήτεψε». Και οι υπηρέτες τον πήραν στα χαστούκια. Και ενώ ο Πέτρος ήταν κάτω στην αυλή, έρχεται μία από τις μικρές δούλες του αρχιερέα και, όταν είδε τον Πέτρο να θερμαίνεται, τον κοίταξε μέσα στα μάτια και του λέει: «Κι εσύ μαζί με το Ναζαρηνό ήσουν, τον Ιησού». Εκείνος το αρνήθηκε λέγοντας: «Ούτε ξέρω ούτε καταλαβαίνω εσύ τι λες». Και βγήκε έξω στο προαύλιο. Και λάλησε ένας πετεινός. Και η μικρή δούλη, όταν τον είδε, άρχισε πάλι να λέει σ’ όσους είχαν σταθεί εκεί: «Αυτός είναι από αυτούς». Εκείνος πάλι αρνιόταν. Και μετά από λίγο, πάλι όσοι είχαν σταθεί εκεί, έλεγαν στον Πέτρο: «Αλήθεια, από αυτούς είσαι, γιατί είσαι και Γαλιλαίος». Εκείνος άρχισε να αναθεματίζει και να ορκίζεται: «Δεν ξέρω τον άνθρωπο τούτον που λέτε». Και ευθύς για δεύτερη φορά ένας πετεινός λάλησε. Και θυμήθηκε ο Πέτρος το λόγο καθώς του είπε ο Ιησούς: «Πριν ο πετεινός λαλήσει δύο φορές, τρεις θα με απαρνηθείς» και αφού έπεσε πάνω στη γη, έκλαιγε. Και ευθύς το πρωί έκαναν συμβούλιο οι αρχιερείς μαζί με τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς και όλο το συνέδριο και, αφού έδεσαν τον Ιησού, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο. Και τον επερώτησε ο Πιλάτος: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Εκείνος του αποκρίθηκε και λέει: «Εσύ το λες». Και οι αρχιερείς τον κατηγορούσαν πολλά. Ο Πιλάτος λοιπόν πάλι τον επερωτούσε λέγοντας: «Δεν αποκρίνεσαι τίποτα; Δες πόσα σε κατηγορούν». Αλλά ο Ιησούς τίποτα πια δεν αποκρίθηκε, ώστε θαύμαζε ο Πιλάτος. Κατά την εορτή, λοιπόν, τους απέλυε ένα φυλακισμένο, όποιον ζητούσαν. Ήταν τότε φυλακισμένος ο λεγόμενος Βαραβάς μαζί με τους στασιαστές, οι οποίοι κατά τη στάση είχαν κάνει φόνο. Και όταν ανέβηκε το πλήθος, άρχισε να του ζητά καθώς τους έκανε. Ο Πιλάτος τότε τους αποκρίθηκε λέγοντας: «Θέλετε να σας απολύσω το βασιλιά των Ιουδαίων;» Γιατί γνώριζε ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει οι αρχιερείς. Αλλά οι αρχιερείς ξεσήκωσαν το πλήθος, για να τους απολύσει μάλλον το Βαραβά. Ο Πιλάτος τότε, πάλι έλαβε το λόγο και τους έλεγε: «Τι θέλετε λοιπόν να κάνω αυτόν που λέτε “βασιλιά των Ιουδαίων”;» Εκείνοι πάλι έκραξαν: «Σταύρωσέ τον». Ο Πιλάτος όμως τους έλεγε: «Γιατί, τι κακό έκανε;» Εκείνοι περισσότερο έκραξαν: «Σταύρωσέ τον». Ο Πιλάτος, λοιπόν, θέλοντας να ικανοποιήσει τον όχλο, τους απόλυσε το Βαραβά και παράδωσε τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, για να σταυρωθεί. Οι στρατιώτες τότε τον οδήγησαν μέσα στην εσωτερική αυλή, που είναι το πραιτόριο, και συγκαλούν όλη τη στρατιωτική μονάδα. Και τον ντύνουν με πορφύρα και του θέτουν γύρω από το κεφάλι ένα αγκάθινο στεφάνι που έπλεξαν. Και άρχισαν να τον χαιρετούν: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων». Και χτυπούσαν το κεφάλι του με καλάμι και τον έφτυναν και, αφού έπεσαν στα γόνατα, τον προσκυνούσαν. Και όταν τον ενέπαιξαν, τον έγδυσαν από την πορφύρα και τον έντυσαν με τα ρούχα του. Και τον οδηγούν έξω για να τον σταυρώσουν. Και αγγαρεύουν κάποιον που περνούσε από εκεί κοντά, το Σίμωνα τον Κυρηναίο, που ερχόταν από την εξοχή, τον πατέρα του Αλέξανδρου και του Ρούφου, για να σηκώσει το σταυρό του. Και τον φέρνουν πάνω στον τόπο του Γολγοθά, που ερμηνεύεται, “Κρανίου Τόπος”. Και του έδιναν κρασί με σμύρνα. αλλά αυτός δεν το έλαβε. Και τον σταυρώνουν και διαμοιράζονται τα ιμάτιά του, ρίχνοντας κλήρο γι’ αυτά τι κανείς θα πάρει. Ήταν τότε εννιά η ώρα το πρωί, και τον σταύρωσαν. Και ήταν η επιγραφή της αιτίας της καταδίκης του γραμμένη από πάνω του: “Ο βασιλιάς των Ιουδαίων”. Και μαζί του σταυρώνουν δύο ληστές, έναν από τα δεξιά και έναν από τα αριστερά του. Και εκπληρώθηκε η Γραφή που λέει: Και μαζί με άνομους λογαριάστηκε. Και εκείνοι που πορεύονταν δίπλα του τον βλαστημούσαν κουνώντας τα κεφάλια τους και λέγοντας: «Α, εσύ που καταστρέφεις το ναό και τον οικοδομείς σε τρεις ημέρες, σώσε τον εαυτό σου και κατέβα από το σταυρό». Όμοια και οι αρχιερείς τον ενέπαιζαν μεταξύ τους μαζί με τους γραμματείς και έλεγαν: «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δε δύναται να σώσει. Ο Χριστός, ο βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατέβει τώρα από το σταυρό, για να δούμε και να πιστέψουμε». Και αυτοί που ήταν σταυρωμένοι μαζί του τον έβριζαν. Και όταν έγινε εξι η ώρα το απόγευμα, έγινε σκοτάδι πάνω σε όλη τη γη ως τις εννέα η ώρα το βράδυ. Και στις τρεις η ώρα βόησε ο Ιησούς με φωνή μεγάλη: «Ελωι ελωι λεμα σαβαχθανι;», που όταν ερμηνεύεται σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» Και μερικοί από αυτούς που είχαν σταθεί εκεί κοντά, όταν άκουσαν, έλεγαν: «Δες, τον Ηλία φωνάζει». Έτρεξε τότε κάποιος και, αφού γέμισε ένα σφουγγάρι με ξίδι, το έθεσε γύρω από ένα καλάμι και του έδινε να πιει λέγοντας: «Αφήστε, ας δούμε αν έρχεται ο Ηλίας να τον κατεβάσει».  Και ο Ιησούς, αφού άφησε να βγει φωνή μεγάλη, εξέπνευσε. Και το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο από πάνω ως κάτω. Όταν είδε τότε ο εκατόνταρχος, που είχε σταθεί απέναντί του, ότι έτσι εξέπνευσε, είπε: «Αλήθεια, αυτός ο άνθρωπος ήταν Υιός Θεού». Και ήταν και γυναίκες από μακριά που κοιτούσαν, μεταξύ των οποίων και η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, η μητέρα του Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, και η Σαλώμη, οι οποίες, όταν ο Ιησούς ήταν στη Γαλιλαία, τον ακολουθούσαν και τον διακονούσαν. Ήταν επίσης και πολλές άλλες που ανέβηκαν μαζί του στα Ιεροσόλυμα.  Και όταν ήδη έγινε βράδυ, επειδή ήταν Παρασκευή, που είναι η προηγούμενη ημέρα του Σαββάτου, ήρθε ο Ιωσήφ, που καταγόταν από την Αριμαθαία, σεβαστό μέλος του Συνεδρίου, που κι αυτός περίμενε τη βασιλεία του Θεού, ο οποίος τόλμησε, εισήλθε και παρουσιάστηκε μπροστά στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού. Αλλά ο Πιλάτος θαύμασε απορώντας αν είχε ήδη πεθάνει και, αφού προσκάλεσε τον εκατόνταρχο, τον ρώτησε αν πέθανε από ώρα. Και όταν το έμαθε από τον εκατόνταρχο, δώρισε το πτώμα στον Ιωσήφ. Και εκείνος αφού αγόρασε ένα σεντόνι, τον κατέβασε από το σταυρό, τον τύλιξε στο σεντόνι και τον έθεσε μέσα σε μνήμα που ήταν λατομημένο στο βράχο. Και μετά κύλησε ένα λίθο πάνω στη θύρα του μνήματος. Τότε η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσή κοιτούσαν πού έχει τεθεί. Και όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα, για να έρθουν και να τον αλείψουν. Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα μετά το Σάββατο έρχονται στο μνήμα, όταν ανάτειλε ο ήλιος. Και έλεγαν μεταξύ τους: «Ποιος θα μας κυλήσει μακριά το λίθο από τη θύρα του μνήματος;» Και όταν σήκωσαν το βλέμμα τους, κοιτούν ότι έχει κυλήσει μακριά ο λίθος. ήταν πράγματι πάρα πολύ μεγάλος. Και αφού εισήλθαν στο μνήμα, είδαν ένα νεαρό να κάθεται στα δεξιά ντυμένο με στολή λευκή και έμειναν έκθαμβες. Εκείνος τους λέει: «Μη μένετε έκθαμβες. Τον Ιησού ζητάτε, το Ναζαρηνό, το σταυρωμένο. Εγέρθηκε, δεν είναι εδώ. Να ο τόπος όπου τον έθεσαν. Αλλά πηγαίνετε, πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο ότι πηγαίνει πριν από εσάς στη Γαλιλαία. εκεί θα τον δείτε καθώς σας είπε». Και εκείνες εξήλθαν και έφυγαν από το μνήμα, γιατί τις κατείχε τρόμος και έκσταση. Και σε κανέναν δεν είπαν τίποτα. γιατί φοβούνταν. Και αφού αναστήθηκε πρωί την πρώτη ημέρα μετά το Σάββατο, φάνηκε πρώτα στη Μαρία τη Μαγδαληνή, από την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια. Εκείνη πορεύτηκε και το ανάγγειλε σ’ αυτούς που ήταν μαζί του, οι οποίοι πενθούσαν και έκλαιγαν. Κι εκείνοι, όταν άκουσαν ότι ζει και ότι αυτή τον είδε, απίστησαν. Και μετά από αυτά, φανερώθηκε με άλλη μορφή σε δύο από αυτούς που περπατούσαν, ενώ πορεύονταν σε ένα χωριό. 13 Κι εκείνοι έφυγαν και το ανάγγειλαν στους υπόλοιπους. ούτε σ’ εκείνους πίστεψαν. Και ύστερα, ενώ κάθονταν, για να φάνε, φανερώθηκε σ’ αυτούς τους έντεκα και επιτίμησε την απιστία τους και τη σκληροκαρδία τους, γιατί δεν πίστεψαν σ’ εκείνους που τον είδαν εγερμένο. Και τους είπε: «Πορευτείτε σε όλο τον κόσμο και κηρύξετε το ευαγγέλιο σε όλη την κτίση. Όποιος πιστέψει και βαφτιστεί θα σωθεί, όποιος όμως απιστήσει θα κατακριθεί. Και αυτά τα θαυματουργικά σημεία θα συνοδέψουν εκείνους που θα πιστέψουν: θα βγάλουν δαιμόνια στο όνομά μου, θα μιλήσουν καινούργιες γλώσσες και θα σηκώσουν στα χέρια τους φίδια, και αν πιουν κάτι θανάσιμο, δε θα τους βλάψει. θα θέσουν τα χέρια πάνω σε αρρώστους και θα γίνουν καλά». 
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κατά_Μάρκον_Ευαγγέλιον

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Markon_Euaggelio/Kata_Markon_Euaggelio_kef.16.htm#H_Anastash_tou_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Markon_Euaggelio/Kata_Markon_Euaggelio_kef.15.htm#H_Staurwsh_kai_o_thanatos_tou_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Markon_Euaggelio/Kata_Markon_Euaggelio_kef.15.htm#H_Apokathilwsh_kai_h_Tafh_tou_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Markon_Euaggelio/Kata_Markon_Euaggelio_kef.15.htm#Oi_stratiwtes_empaizoun_ton_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Markon_Euaggelio/Kata_Markon_Euaggelio_kef.15.htm#O_Ihsous_odhgeitai_ston_Pilato_kai_h_katadikh_se_thanato

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Markon_Euaggelio/Kata_Markon_Euaggelio_kef.14.htm#H_arnhsh_kai_h_metanoia_tou_Petrou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Markon_Euaggelio/Kata_Markon_Euaggelio_kef.14.htm#O_Ihsous_sto_megalo_sunedrio

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Markon_Euaggelio/Kata_Markon_Euaggelio_kef.14.htm#H_prodosia_kai_h_sullhpsh_tou_Ihsou

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο : Η σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού

Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον είναι ένα από τα 4 πρώτα βιβλία του Κανόνα της
Καινής Διαθήκης (και ένα εκ των τριών Συνοπτικών Ευαγγελιών), του 2ου μέρους, δηλ. της χριστιανικής, Αγίας Γραφής, συγγραφέας του ειναι ο Εβραίος ευαγγελιστής Ματθαίος. Το όνομα Ματθαίος προέρχεται από το εβραϊκό όνομα Ματιγιάχ και αποτελεί σύντμηση τού ονόματος Ματιθγιάχ, ή Ματθανίας, που σημαίνει «δώρο του Γιαχβέ » ή «δεδωρημένος υπό τού Θεού», κάτι αντίστοιχο με το ελληνικό Θεόδωρος. Ο συγγραφέας του ευαγγελίου αυτού είναι ένας από τους Δώδεκα μαθητές του Ιησού και μνημονεύεται επίσης ως Λευί, υιός του Αλφαίου. Καταγόταν από την Καπερναούμ της Γαλιλαίας και ήταν τελώνης. Η δουλειά του δηλ. ήταν να προπληρώνει τους δημόσιους φόρους στο ρωμαϊκό κράτος και κατόπιν να τους εισπράττει με κάθε τρόπο από τους οφειλέτες. Για το λόγο αυτό, στην κοινωνία της εποχής, οι τελώνες ήταν μισητοί και τοποθετούνταν στο ίδιο επίπεδο με τους αμαρτωλούς και τις πόρνες. Οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς, μνημονεύουν το δείπνο που παρέθεσε ο Ματθαίος στο σπίτι του προς τιμήν του Ιησού μετά την κλήση του που πραγματοποιήθηκε όταν εκείνος καθόταν στο «τελώνιον» . Επίσης, ο Ματθαίος μνημονεύεται μαζί με τους υπόλοιπους δέκα μαθητές, τη μητέρα του Ιησού και τους αδελφούς του μετά την ανάληψη του Ιησού. Από εκεί και πέρα, καμμία άλλη αναφορά δεν γίνεται στον Ματθαίο μέσα στην Καινή Διαθήκη, ενώ εξαιρετικά φειδωλή σε πληροφορίες είναι και η αρχαία εκκλησιαστική παράδοση.
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ: Τότε έρχεται μαζί τους ο Ιησούς σε μια περιοχή που λέγεται Γεθσημανή και λέει στους μαθητές: «Καθίστε εδώ, ωσότου πάω εκεί και προσευχηθώ». Και αφού παράλαβε τον Πέτρο και τους δυο γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να αδημονεί. Τότε τους λέει: «Περίλυπη είναι η ψυχή μου, ως το θάνατο. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου». Και αφού προχώρησε σε μικρή απόσταση, έπεσε με το πρόσωπό του προσεχόμενος και λέγοντας: «Πατέρα μου, αν είναι δυνατό, ας παρέλθει από αυτό εμένα το ποτήρι. Όμως, όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ». Και έρχεται προς τους μαθητές και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει στον Πέτρο: «Έτσι, δεν μπορέσατε μία ώρα να αγρυπνήσετε μαζί μου; Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην εισέλθετε σε πειρασμό. Το πνεύμα είναι βεβαίως πρόθυμο, αλλά η σάρκα ασθενής». Πάλι για δεύτερη φορά έφυγε και προσευχήθηκε λέγοντας: «Πατέρα μου, αν δε δύναται αυτό να παρέλθει αν δεν το πιω, ας γίνει το θέλημά σου». Και ήρθε πάλι και τους βρήκε να κοιμούνται, γιατί ήταν τα μάτια τους βαριά από τη νύστα. Και αφού τους άφησε, πάλι έφυγε και προσευχήθηκε για τρίτη φορά και είπε πάλι τα ίδια λόγια.  Τότε έρχεται προς τους μαθητές και τους λέει: «Κοιμάστε λοιπόν και αναπαύεστε! Ιδού, έχει πλησιάσει η ώρα και ο Υιός του ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών. Σηκώνεστε, ας πηγαίνουμε. Ιδού, έχει πλησιάσει αυτός που με παραδίνει». Και ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ιδού, ήρθε ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του όχλος πολύς με μάχαιρες και ξύλα από μέρους των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων του λαού. Εκείνος μάλιστα που θα τον παράδινε τους έδωσε σημείο λέγοντας: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι. κρατήστε τον». Και αμέσως πλησίασε τον Ιησού και είπε: «Χαίρε, ραβί», και τον καταφίλησε. Ο Ιησούς τότε του είπε: «Σύντροφε, γι’ αυτό παρευρίσκεσαι;» Τότε πλησίασαν και έβαλαν τα χέρια πάνω στον Ιησού και τον συνέλαβαν. Και ιδού, ένας από αυτούς που ήταν μαζί με τον Ιησού έκτεινε το χέρι και τράβηξε τη μάχαιρά του και, αφού χτύπησε το δούλο τού αρχιερέα, του αφαίρεσε το αυτί. Τότε του λέει ο Ιησούς: «Γύρισε πίσω τη μάχαιρά σου στο μέρος της. γιατί όλοι όσοι έλαβαν μάχαιρα θα χαθούν με μάχαιρα. Ή νομίζεις ότι δε δύναμαι να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και θα μου παρατάξει τώρα περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων; Πώς λοιπόν θα εκπληρωθούν οι Γραφές ότι έτσι πρέπει να γίνει;» Εκείνη την ώρα είπε ο Ιησούς στους όχλους: «Σαν ενάντια σε ληστή εξήλθατε με μάχαιρες και ξύλα για να με συλλάβετε; Κάθε ημέρα μέσα στο ναό καθόμουν διδάσκοντας, και δε με κρατήσατε. Αλλά όλα αυτά έχουν γίνει, για να εκπληρωθούν οι Γραφές των προφητών». Τότε όλοι οι μαθητές τον άφησαν και έφυγαν. Εκείνοι, αφού κράτησαν τον Ιησού, τον οδήγησαν προς τον Καϊάφα τον αρχιερέα όπου συνάχτηκαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι. Και ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά ως την αυλή του αρχιερέα και, αφού εισήλθε μέσα, καθόταν μαζί με τους υπηρέτες, για να δει το τέλος. Οι αρχιερείς, λοιπόν, και όλο το συνέδριο ζητούσαν ψευδομαρτυρία κατά του Ιησού, για να τον θανατώσουν. Αλλά δε βρήκαν, αν και προσήλθαν πολλοί ψευδομάρτυρες. Ύστερα, λοιπόν, προσήλθαν δύο και είπαν: «Αυτός είπε: “Δύναμαι να καταστρέψω το ναό του Θεού και μέσα σε τρεις ημέρες να τον οικοδομήσω ”». Και τότε σηκώθηκε ο αρχιερέας και του είπε: «Τίποτα δεν αποκρίνεσαι; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;» Αλλά ο Ιησούς σιωπούσε. Και ο αρχιερέας είπε σ’ αυτόν: «Σ’ εξορκίζω απέναντι στο Θεό το ζωντανό, για να μας πεις αν εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού». Του λέει ο Ιησούς: «Εσύ το είπες. Όμως σας λέω: από τώρα θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται από τα δεξιά της Δύναμης και να έρχεται πάνω στις νεφέλες του ουρανού». Τότε ο αρχιερέας ξέσχισε τα ρούχα του λέγοντας: «Βλαστήμησε. τι ανάγκη έχουμε ακόμη από μάρτυρες; Να, τώρα ακούσατε τη βλαστήμια. Τι νομίζετε;» Εκείνοι αποκρίθηκαν και είπαν: « Είναι ένοχος θανάτου ». Τότε έφτυσαν στο πρόσωπό του και τον κολάφισαν, άλλοι τον ράπισαν λέγοντας: «Προφήτεψέ μας, Χριστέ, ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε;» Και ο Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή. Και τον πλησίασε μία μικρή δούλη λέγοντας: «Και εσύ ήσουν μαζί με τον Ιησού το Γαλιλαίο». Εκείνος το αρνήθηκε μπροστά σε όλους λέγοντας: «Δεν ξέρω τι λες». Και όταν εξήλθε στο προαύλιο, τον είδε μια άλλη και λέει σ’ εκείνους που ήταν εκεί: «Αυτός ήταν μαζί με τον Ιησού το Ναζωραίο». Και πάλι αρνήθηκε με όρκο: «Δεν ξέρω τον άνθρωπο». Μετά από λίγο, λοιπόν, πλησίασαν εκείνοι που είχαν σταθεί εκεί και είπαν στον Πέτρο: «Αλήθεια, κι εσύ είσαι από αυτούς, γιατί και η λαλιά σου σε φανερώνει». Τότε άρχισε να αναθεματίζει και να ορκίζεται: «Δεν ξέρω τον άνθρωπο». Και αμέσως ένας πετεινός λάλησε. Και τότε θυμήθηκε ο Πέτρος το λόγο του Ιησού, που του είχε πει: «Πριν ο πετεινός λαλήσει, τρεις φορές θα με απαρνηθείς». Και αφού βγήκε έξω, έκλαψε πικρά. 
Και όταν έγινε πρωί, έκαναν συμβούλιο αποφασίζοντας όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού κατά του Ιησού, ώστε να τον θανατώσουν. Και αφού τον έδεσαν, τον οδήγησαν και τον Τότε, όταν είδε ο Ιούδας, που τον παράδωσε, ότι καταδικάστηκε, μεταμελήθηκε και επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους, λέγοντας: «Αμάρτησα, γιατί παράδωσα αίμα αθώο». Εκείνοι του είπαν: «Τι σχέση έχει αυτό μ’ εμάς; Εσένα θα αφορά». Και αφού έριξε τα αργύρια στο ναό, αναχώρησε και πήγε και κρεμάστηκε. Οι αρχιερείς, τότε, έλαβαν τα αργύρια και είπαν: «Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο του ναού, επειδή είναι τιμή αίματος». Και αφού έκαναν συμβούλιο, αποφάσισαν και αγόρασαν από αυτά τον αγρό του κεραμέα για ταφή των ξένων. Γι’ αυτό καλέστηκε ο αγρός εκείνος, “Αγρός Αίματος”, ως τη σημερινή ημέρα. Τότε εκπληρώθηκε εκείνο που ειπώθηκε μέσω του Ιερεμία του προφήτη, όταν έλεγε: Και έλαβαν τα τριάντα αργύρια, την τιμή εκείνου που είχαν εκτιμήσει, του οποίου την τιμή καθόρισαν μερικοί από τους γιους Ισραήλ, και τα έδωσαν στον αγρό του κεραμέα, καθώς με πρόσταξε ο Κύριος. Τότε ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα. Και τον επερώτησε ο ηγεμόνας λέγοντας: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Και ο Ιησούς είπε: «Εσύ το λες». Και ενώ τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, τίποτα δεν αποκρίθηκε. Τότε του λέει ο Πιλάτος: «Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου;» Και δεν του αποκρίθηκε ούτε σε ένα λόγο, ώστε θαύμαζε ο ηγεμόνας πολύ. Κατά την εορτή, λοιπόν, συνήθιζε ο ηγεμόνας να απολύει ένα φυλακισμένο για το πλήθος, όποιον ήθελαν. Και είχαν τότε ένα διαβόητο φυλακισμένο, που τον έλεγαν Ιησού Βαραβά. Ενώ, λοιπόν, αυτοί ήταν συναγμένοι, τους είπε ο Πιλάτος: «Ποιον θέλετε να σας απολύσω, τον Ιησού το Βαραβά ή τον Ιησού το λεγόμενο Χριστό;» Γιατί ήξερε ότι τον παράδωσαν από φθόνο. Και ενώ αυτός καθόταν πάνω στο βήμα, απέστειλε μήνυμα προς αυτόν η γυναίκα του λέγοντας: «Τίποτε να μην υπάρχει ανάμεσα σ’ εσένα και στον δίκαιο εκείνο. γιατί πολλά έπαθα σήμερα στο όνειρό μου εξαιτίας του». 
Αλλά οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τους όχλους να ζητήσουν το Βαραβά, ενώ τον Ιησού να τον θανατώσουν. Έλαβε τότε το λόγο ο ηγεμόνας και τους είπε: «Ποιον από τους δύο θέλετε να σας απολύσω;» Εκείνοι είπαν: «Το Βαραβά». Τους λέει ο Πιλάτος: «Τι λοιπόν να κάνω τον Ιησού, το λεγόμενο Χριστό;» Λένε όλοι: «Να σταυρωθεί». Εκείνος είπε: «Γιατί, τι κακό έκανε;» Εκείνοι περισσότερο έκραζαν λέγοντας: «Να σταυρωθεί». Όταν είδε λοιπόν ο Πιλάτος ότι τίποτα δεν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, αφού έλαβε νερό, ένιψε τα χέρια του απέναντι στον όχλο λέγοντας: «Αθώος είμαι από το αίμα τούτου. εσάς θα αφορά». Και αποκρίθηκε όλος ο λαός και είπε: «Το αίμα αυτού πάνω σ’ εμάς και πάνω στα παιδιά μας». Τότε τους απόλυσε το Βαραβά, ενώ τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παράδωσε για να σταυρωθεί. Τότε οι στρατιώτες του ηγεμόνα παραλάβανε τον Ιησού στο πραιτόριο και σύναξαν γύρω του όλη τη στρατιωτική μονάδα. Και αφού τον έγδυσαν, τον περιέβαλαν με κόκκινη χλαμύδα. Και έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια και το έθεσαν πάνω στο κεφάλι του και του έδωσαν καλάμι στο δεξί του χέρι. Και γονάτισαν μπροστά του και τον ενέπαιξαν λέγοντας: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων». Και αφού έφτυσαν σ’ αυτόν, έλαβαν το καλάμι και χτυπούσαν στο κεφάλι του. Και όταν τον ενέπαιξαν, τον έγδυσαν από τη χλαμύδα και τον έντυσαν τα ρούχα του και τον οδήγησαν για να τον σταυρώσουν. Καθώς εξέρχονταν, τότε, βρήκαν έναν άνθρωπο Κυρηναίο με το όνομα Σίμωνας. Τούτον αγγάρεψαν, για να σηκώσει το σταυρό του. Και όταν ήρθαν σ’ έναν τόπο λεγόμενο Γολγοθά, που σημαίνει “Κρανίου Τόπος”, του έδωσαν να πιει κρασί ανακατεμένο με χολή. Και όταν γεύτηκε, δε θέλησε να πιει. Τον σταύρωσαν, τότε, και διαμοιράστηκαν τα ιμάτιά του ρίχνοντας κλήρο, και καθισμένοι τον φύλαγαν εκεί. Και έθεσαν πάνω από το κεφάλι του την αιτία της καταδίκης του γραμμένη: “Αυτός είναι ο Ιησούς, ο βασιλιάς των Ιουδαίων”. Τότε σταυρώνονται μαζί του δύο ληστές, ένας από τα δεξιά και ένας από τα αριστερά του. Εκείνοι που πορεύονταν δίπλα του τον βλαστημούσαν κουνώντας τα κεφάλια τους και λέγοντας: «Εσύ που καταστρέφεις το ναό και σε τρεις ημέρες τον οικοδομείς, σώσε τον εαυτό σου, αν είσαι Υιός του Θεού, και κατέβα από το σταυρό». Όμοια και οι αρχιερείς τον ενέπαιζαν μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβυτέρους και έλεγαν: «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δε δύναται να σώσει. Είναι βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατεβεί τώρα από το σταυρό και θα πιστέψουμε σ’ αυτόν. Έχει πεποίθηση στο Θεό. ας τον σώσει τώρα αν τον θέλει. Γιατί είπε: “Είμαι Υιός του Θεού”». Το ίδιο μάλιστα τον έβριζαν και οι ληστές που σταυρώθηκαν μαζί του. Από τις έξι η ώρα το απόγευμα έγινε λοιπόν σκοτάδι πάνω σε όλη τη γη ως τις εννέα η ώρα το βράδυ. Και γύρω στις τρεις η ώρα αναβόησε ο Ιησούς με φωνή μεγάλη λέγοντας: «Ηλι Ηλι λιμα σαβαχθανι;», τουτέστι: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» Τότε μερικοί από εκείνους που είχαν σταθεί εκεί, όταν άκουσαν, έλεγαν: «Αυτός φωνάζει τον Ηλία». Και αμέσως έτρεξε ένας από αυτούς και έλαβε ένα σφουγγάρι και το γέμισε με ξίδι και το έθεσε γύρω από ένα καλάμι και του έδινε να πιει. Αλλά οι υπόλοιποι έλεγαν: «Άφησε, ας δούμε αν έρχεται ο Ηλίας να τον σώσει». Και ο Ιησούς, αφού πάλι έκραξε με φωνή μεγάλη, άφησε το πνεύμα. Και ιδού, το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε από πάνω ως κάτω στα δύο, και η γη σείστηκε και οι βράχοι σχίστηκαν, και τα μνήματα ανοίχτηκαν και πολλά σώματα κοιμισμένων αγίων εγέρθηκαν και, αφού εξήλθαν από τα μνήματα, μετά την έγερσή του εισήλθαν στην άγια πόλη και εμφανίστηκαν σε πολλούς. Ο εκατόνταρχος τότε και αυτοί που φύλαγαν μαζί του τον Ιησού, όταν είδαν το σεισμό και όσα έγιναν, φοβήθηκαν πάρα πολύ, λέγοντας: «Αλήθεια, Υιός Θεού ήταν αυτός». Και ήταν εκεί πολλές γυναίκες από μακριά που έβλεπαν, οι οποίες ακολούθησαν τον Ιησού από τη Γαλιλαία και τον διακονούσαν. Μεταξύ των οποίων ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσήφ, και η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου. Όταν λοιπόν βράδιασε, ήρθε ένας άνθρωπος πλούσιος από την Αριμαθαία με το όνομα Ιωσήφ, που και αυτός μαθήτεψε στον Ιησού. Αυτός πλησίασε τον Πιλάτο και του ζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του αποδοθεί. Και όταν έλαβε το σώμα ο Ιωσήφ, το τύλιξε μέσα σ’ ένα σεντόνι καθαρό και το έθεσε μέσα στο καινούργιο μνήμα του που λατόμησε στο βράχο. Και αφού κύλησε ένα λίθο μεγάλο στη θύρα του μνήματος, έφυγε. Ήταν τότε εκεί η Μαριάμ η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία καθισμένες απέναντι στον τάφο. Και την επόμενη ημέρα, που είναι μετά την ημέρα της παρασκευής, συνάχτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι μπροστά στον Πιλάτο λέγοντας: «Κύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος είπε, ενώ ακόμα ζούσε: “Θα εγερθώ μετά τρεις ημέρες”. Διάταξε λοιπόν να ασφαλιστεί ο τάφος ως την τρίτη ημέρα, μην τυχόν έρθουν οι μαθητές του και τον κλέψουν και πουν στο λαό: “Εγέρθηκε από τους νεκρούς” και θα είναι η τελευταία πλάνη χειρότερη από την πρώτη». Τους είπε ο Πιλάτος: «Έχετε φρουρά. πηγαίνετε, ασφαλίστε όπως ξέρετε». Εκείνοι πορεύτηκαν και ασφάλισαν τον τάφο, αφού σφράγισαν το λίθο μαζί με τη φρουρά. Και αργά τη νύχτα το Σάββατο, ενώ φώτιζε η πρώτη ημέρα μετά το Σάββατο, ήρθε η Μαριάμ η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, για να δουν τον τάφο. Και ιδού, έγινε σεισμός μεγάλος. Γιατί άγγελος Κυρίου, αφού κατέβηκε από τον ουρανό και πλησίασε, κύλησε μακριά το λίθο και καθόταν πάνω του. Και ήταν η όψη του σαν αστραπή και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι. Και από το φόβο του ταράχτηκαν οι φύλακες και έγιναν σαν νεκροί. Έλαβε το λόγο τότε ο άγγελος και είπε στις γυναίκες: «Μη φοβάστε εσείς, γιατί ξέρω ότι ζητάτε τον Ιησού το σταυρωμένο. Δεν είναι εδώ, γιατί εγέρθηκε καθώς είπε. Ελάτε, δείτε τον τόπο όπου βρισκόταν ξαπλωμένος. Και γρήγορα πηγαίνετε και πείτε στους μαθητές του ότι εγέρθηκε από τους νεκρούς. Και ιδού, πηγαίνει πριν από εσάς στη Γαλιλαία. εκεί θα τον δείτε. Ιδού, σας το είπα». Τότε έφυγαν γρήγορα από το μνήμα με φόβο και χαρά μεγάλη και έτρεξαν να το αναγγείλουν στους μαθητές του. Και ιδού, ο Ιησούς τις προϋπάντησε λέγοντας: «Χαίρετε». Εκείνες πλησίασαν και του κράτησαν τα πόδια και τον προσκύνησαν. Τότε ο Ιησούς τους λέει: «Μη φοβάστε. πηγαίνετε, αναγγείλετε στους αδελφούς μου να φύγουν για τη Γαλιλαία, κι εκεί θα με δουν». Και ενώ αυτές πορεύονταν, ιδού, μερικοί στρατιώτες της φρουράς ήρθαν στην πόλη και ανάγγειλαν στους αρχιερείς όλα όσα έγιναν. Και αφού συνάχτηκαν μαζί με τους πρεσβυτέρους και έκαναν συμβούλιο, έλαβαν αργύρια αρκετά και τα έδωσαν στους στρατιώτες, λέγοντας: «Πείτε: “Οι μαθητές του ήρθαν νύχτα και τον έκλεψαν, ενώ εμείς κοιμόμασταν”. Και αν ακουστεί αυτό μπροστά στον ηγεμόνα, εμείς θα τον καθησυχάσουμε και εσάς θα κάνουμε αμέριμνους». Εκείνοι, αφού έλαβαν τα αργύρια, έκαναν όπως τους δασκάλεψαν. Και διαδόθηκε η φήμη αυτού του λόγου μεταξύ των Ιουδαίων μέχρι τη σημερινή ημέρα. Και οι έντεκα μαθητές πορεύτηκαν στη Γαλιλαία, στο όρος που τους διέταξε ο Ιησούς και, όταν τον είδαν, τον προσκύνησαν. άλλοι δίστασαν. Τότε πλησίασε ο Ιησούς και τους μίλησε, λέγοντας: «Μου δόθηκε κάθε εξουσία στον ουρανό και πάνω στη γη. Πορευτείτε, λοιπόν, και μαθητέψτε όλα τα έθνη, βαφτίζοντας αυτούς στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντας αυτούς να τηρούν όλα όσα σας έδωσα εντολή. Και ιδού, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες ως τη συντέλεια του αιώνα». 
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κατά_Ματθαίον_Ευαγγέλιον

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Mathaion_Euaggelio/Kata_Mathaion_Euaggelio_kef.28.htm#H_Anastash_tou_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Mathaion_Euaggelio/Kata_Mathaion_Euaggelio_kef.27.htm#H_Apokathilwsh_kai_h_Tafh_tou_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Mathaion_Euaggelio/Kata_Mathaion_Euaggelio_kef.27.htm#H_Staurwsh_kai_o_thanatos_tou_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Mathaion_Euaggelio/Kata_Mathaion_Euaggelio_kef.27.htm#Oi_stratiwtes_empaizoun_ton_Ihsou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Mathaion_Euaggelio/Kata_Mathaion_Euaggelio_kef.27.htm#H_dikh_tou_Ihsou_enwpion_tou_Pilatou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Mathaion_Euaggelio/Kata_Mathaion_Euaggelio_kef.27.htm#To_telos_tou_Iouda

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Mathaion_Euaggelio/Kata_Mathaion_Euaggelio_kef.27.htm#O_Ihsous_odhgeitai_ston_Pilato

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Mathaion_Euaggelio/Kata_Mathaion_Euaggelio_kef.26.htm#H_arnhsh_kai_h_metanoia_tou_Petrou

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Mathaion_Euaggelio/Kata_Mathaion_Euaggelio_kef.26.htm#O_Ihsous_sto_megalo_sunedrio

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Mathaion_Euaggelio/Kata_Mathaion_Euaggelio_kef.26.htm#H_prodosia_kai_h_sullhpsh_tou_Ihsou

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Storia della Grecia : Il periodo neolitico in Grecia e l'inizio della più grande civiltà in Europa

Già nel Paleolitico, nelle zone settentrionali della Grecia, troviamo tracce di occupazione di abitanti cacciatori e raccoglitori che conducono una vita nomade. Quando poi la rivoluzione neolitica raggiunse l'Europa a cominciare proprio dalla Grecia (a partire dal X millennio a.C. ), iniziarono a formarsi i primi nuclei di comunità stabili, grazie all'agricoltura e all'allevamento, fondamentali per il processo dinsedentarizzazione. Inoltre quest'epoca introdurrà i presupposti per il commercio e per i circuiti di scambio, determinati anche dalla produzione di utensili in ceramica, in argilla e in metalli (perlopiù rame e oro), lavorati con strumenti in pietra levigata. Per facilitare lo scambio e quindi la contabilità, l'uomo si serve di segni incisi sull'argilla. Tali segni sono le prime manifestazioni di scrittura. Alcune comunità neolitiche come quella di Sesklo vivevano in insediamenti fortificati in grado di ospitare 3.000-4.000 persone. Altre testimonianze giungono dai ritrovamenti archeologici a Nea Nikomedia, dove sono state scoperte abitazioni a pianta quadrangolare con mura in argilla (V millennio a.C.), e a Dimini dove si notano avanzamenti sia nella tecnica di fortificazione con l'utilizzo di cerchie murarie concentriche, che nella decorazione dei vasi con l'introduzione del meandro e della spirale (IV millennio a.C.). Il passaggio dalla preistoria alla protostoria, che corrisponde all'Età antica, iniziò con la comparsa della scrittura in Mesopotamia presso il popolo dei Sumeri. In Grecia invece la scrittura comparve presso la civiltà minoica solo nel II millennio a.C., mentre il passaggio alla Protostoria fu segnato dalla scoperta del bronzo. Al termine del III millennio a.C., la Grecia fu divisa tra due diverse culture, che avrebbero seguito uno sviluppo distinto per tutto il periodo del Bronzo Medio: la civiltà minoica e la civiltà micenea.
Dispilio è un sito archeologico del periodo neolitico, situato su una isola artificiale del lago Orestiada. Il sito si trova nelle vicinanze del moderno villaggio di Dispilio nella Prefettura di Kastoria in Grecia. L'insediamento lacustre fu scoperto durante il secco inverno del 1932, il quale fece abbassare il livello del lago svelando tracce dell' insediamento. Un'indagine preliminare venne fatta nel 1935 da Antonios Keramopoulos. Gli scavi iniziarono nel 1992, condotti da George Hourmouziadis, professore di archeologia preistorica all' Università Aristotele di Thessaloniki. L'ambiente paleolitico del sito, botanica, tecniche di pesca, utensili e ceramiche vennero pubblicati informalmente nel giugno del 2000, sulla rivista greca di archeologia Επτάκυκλος, e da Hourmouziadis nel 2002. Un ricostruzione dell'insediamento degli abitatori del lago è stata eretta vicino al sito per attrarre turisti dalla Grecia stessa e dall'estero. Il sito sembra essere stato occupato per un lungo periodo, dagli stadi finali del Neolitico medio (5600-5000 a.C.) al neolitico finale (3000 a.C.). Una quantità di oggetti vennero trovati, comprese ceramiche, elementi strutturali in legno e i resti di un passaggio in legno, semi, ossa, statuette, ornamenti personali, flauti (uno di essi risale al VI millennio a.C., il più antico che sia mai stato trovato in Europa) e ciò che sembra essere il più significativo ritrovamento: la Tavoletta di Dispilio incisa.
La tavoletta di Dispilio (nota anche come scritture di Dispilio o disco di Dispilio) è una tavoletta in legno recante delle incisioni (charagmata), portata alla luce durante gli scavi di George Hourmouziadis a Dispilio in Grecia e datata con il metodo del carbonio-14 a circa 7300 BP (5260 a.C.). Venne scoperta nel 1993 in un insediamento sulla riva del lago neolitico che occupava un'isola artificiale nei pressi dell'attuale villaggio di Dispilio sul lago Kastoria nella prefettura di Kastoria, Grecia. L'insediamento lacustre stesso venne scavato a partire dal 1992. Il sito sembra essere stato occupato dagli stadi finali del Medio Neolitico (5600-5000 a.C.) fino al Neolitico Superiore (3000 a.C.). Furono trovati diversi oggetti, incluso ceramica, elementi strutturali in legno, semi, ossa, statuette, ornamenti personali, flauti e la tavoletta scritta. La scoperta della tavoletta venne annunciata a un simposio nel febbraio del 1994 all'Università di Tessalonica. Il paleo-ambiente del sito, la botanica, le tecniche da pesca, gli utensili e le ceramiche vennero pubblicate in modo informale in un'edizione nel giugno del 2000 della Επτάκυκλος, una rivista greca di archeologia e da Hourmouziadis nel 2002. La tavoletta stessa venne parzialmente danneggiata quando fu esposta all'ambiente esterno ricco di ossigeno dopo essere stata tratta fuori dall'acqua e dal fango dove giaceva da molto tempo, ed è oggi in fase di conservazione. La pubblicazione accademica completa della tavoletta sembra aspetti che finisca il completo lavoro di conservazione.
Sesklo è un villaggio della Grecia appartenente al comune di Aisonia (periferia della Tessaglia). A seguito della riforma amministrativa detta Programma Callicrate in vigore dal gennaio 2011 è ora compreso nel comune di Volos. Conserva i resti di un villaggio neolitico scoperto alla fine del XIX secolo dall'archeologo greco Christos Tsountas. Le case, rettangolari e rotonde, consistevano di uno zoccolo di pietra, su cui poggiava l'alzato di frasche e fango. Le suppellettili domestiche più frequenti sono macine e pestelli, e i resti di ossa di animali mostrano che l'economia di queste genti era agricola con coltivazione di cereali e allevamento di ovini e suini, mentre il ritrovamento di rocchetti e fusaiole attesta che era già largamente praticata la tessitura. Il villaggio di Sesklo ha dato il nome ad una civiltà che precede immediatamente quella di Dimini, largamente diffusa in Tessaglia e nella Grecia centrale. Caratteristica della cultura di Sesklo è una ceramica ben cotta, a superficie rossa, dipinta in bianco o a sfondo chiaro con decorazione in rosso. I motivi ornamentali più frequenti sono quelli a fiamma, a scaletta e a scacchiera. Fra gli utensili e le armi in pietra si notano asce, mazze, coltelli, braccialetti di conchiglie o di perline in pietra. Molto diffusi sono anche gli idoletti in ceramica o in pietra, raffiguranti la dea della fecondità, nuda, in atto di sostenersi i seni.
Nea Nicomedia è un villaggio circa 11 chilometri a nord est di Veria in Imathia, nella regione della Macedonia Centrale nel nord della Grecia. E 'meglio conosciuta per l'insediamento neolitico vicina precoce, uno dei più antichi in Europe.Originally, il villaggio è stato chiamato Braniata (Μπρανιάτα) ed è stata risolta nel 1922 con i rifugiati greci provenienti da Nicomedia nel nord-ovest dell'Anatolia. Ha ricevuto il suo nome attuale ( "Nuovo Nicomedia") nel 1953. Secondo il censimento del 2001, la sua popolazione è stata 1,050.The precoce insediamento neolitico di Nea Nicomedia si trova a circa 2 km dal villaggio stesso. Si tratta di uno dei primi siti conosciuti in Macedonia, datato al 6250-6050 aC, si può aver avuto una popolazione di fino a 500 - 700.It è stata scavata ampiamente in tre fasi (nel 1961, 1963 e 1964) di RJ Rodden e la sua squadra. Il sito, che copre una superficie di circa 1.690 metri quadrati (18.200 sq ft) ha abitazioni quadrate di 12 da 12 metri; Le case di Nea Nicomedia sono stati costruiti, come la maggior parte delle strutture in tutto il neolitico in Grecia settentrionale-di canne e fango su un telaio di legno. Articoli rinvenuti nel sito comprendono "lame di selce, asce di pietra, statuine con gli occhi a croce e nasi a forma di becco, guarnizioni per l'ornamento del corpo, un pendente a forma di rana dalla steatite e spirali argilla mandrino per la filatura della lana, e strumenti in osso ". Gli archeologi che scavavano l'antica città anche scoperto sculture di argilla di donne formose con teste fallici e le braccia conserte. Ceramiche, in particolare i grandi vasi, sono stati trovati nel sito, alcuni alto come 60 cm e con una capacità alto come 85 litri. Il sito è stato originariamente situata sulle rive del Golfo di Salonicco o, eventualmente, di un lago o di laguna. Di recente, nel 1930, la palude del lago di Giannitsa copriva gran parte della zona. Nea Nikomedeia è il più grande insediamento neolitico anticipata scavato nella zona, ed è costituito da un cumulo di 2 metri di altezza (composta sia di terreno naturale e anche detriti di abitazione). Gli scavi coprono circa 1.690 metri quadrati da una superficie complessiva di circa 24.200 tumulo metri quadrati. Sono state effettuate dall'antropologo R.J. Rodden e il suo team in tre fasi nel 1961, 1963 e 1964. Gli scavi sono stati significativi nel determinare il modo precoce di vita europeo in particolare nel settore agricolo e potenziali legami e le influenze tra i Balcani, il Mar Egeo e del Vicino Oriente, data la posizione strategica di Macedonia la "porta d'Europa". R.J. Rodden ha osservato che il sito era "la più antica comunità neolitica datato ancora trovato in Europa" e osservato che anche se era simile per molti aspetti ai villaggi del Neolitico Antico più a est, aveva "le proprie caratteristiche esclusivamente europee." La datazione al carbonio ha dato una serie di 6650 aC al 5530 aC, ma per lo più tra 6190 aC e il 6150 aC. Rodden stima inoltre che il sito fu abbandonato verso la fine del Neolitico Antico, forse a causa di inondazioni, incendi o attacchi da tribù vicine. È stato ri-abitato durante i successivi tipi neolitico period.Two da costruzione sono stati identificati durante gli scavi, sia riflettendo le vocazioni agricole e archivi di sensibilizzazione dei coloni. Nella prima fase, le case erano di forma quadrata, di 8 metri di lato con colonne in legno di tronchi sottili, distanziati di 1,2-1,9 metri, Le pareti costruite con rami sottili e canne, erano intonacate sopra, sia esternamente internamente, con argilla mescolata con fieno. trincee di fondazione e fori di fissaggio montanti o colonne consistevano di argilla e intonacati. Pavimentazione era argilla mista a massi. I tetti, sostenuti da colonne di legno, erano del tipo dell'anca, anche ricoperta di argilla e fieno posta sopra paglia di canne e rami. Queste capanne circondato una capanna centrale di 12 metri quadrati, che è stato inizialmente pensato per essere un luogo di culto, come 12 immagini sono state trovate alloggiato all'interno della capanna. In fasi successive del Neolitico Primo, le case erano in pianta rettangolare e con stretti corridoi. caratteristiche della cucina identificati erano focolari, forni, pentole, vari tipi di imbarcazioni e cave di argilla rivestito. L'attività economica era fondamentalmente del livello di sussistenza dell'agricoltura e del bestiame. Carbonizzati resti botanici e animali sono stati trovati che ha indicato anche le attività economiche di sussistenza praticata dai coloni. Le colture erano cereali e legumi come nudo-sei orzo fila, farro, lenticchie, piselli e la veccia amara. Bestiame consisteva di ovini, caprini, bovini e maiali. Caccia, che è stata praticata anche, incluso cervi, cinghiali, tartarughe e uccelli, e c'era anche la pesca. noci selvatici come le ghiande erano strumenti anche gathered.The e paranchi trovati consisteva di 118 frammentata e 75 completi strumenti di pietra a terra, hanno trovato lucido. Alcuni di questi sono lame di selce, asce di pietra, pestelli, mortai, macine, palette, smerigliatrici, fusaroli da argilla a filare la lana, 400 lavorato ciottoli, serpentine nere e verdi e marmi, tutti indicativi di utilizzo in legno lavorazione, scuoiatura animale, macinazione per preparare pigmenti per ceramiche decorativi; c'era circa un migliaio di oggetti in pietra scheggiata, che consiste principalmente di lame, schegge di selce, selce e quarzo. attrezzi osso o strumenti in osso consisteva di punteruoli, punti, aghi, spatole e ami da pesca. "proiettili Sling, in particolare con un ovoidale abbastanza standardizzata o la forma biconica con estremità mise il broncio e la durata media di 5-6 centimetri sono stati trovati sia cotta e cruda. Essi sono comuni in Early e Neolitico Medio Grecia, sud-est Europa e Medio Oriente, e hanno stato trovato variamente interpretato per l'uso come combattimento o da caccia armi, attrezzi pastore, attrezzature utilizzate per determinare la temperatura del forno o trasferire il calore al cibo e, eventualmente, alle camere, contatori, pezzi di gioco e anche pesi da telaio." E 'anche ipotizzato che i risultati a Nea Nicomedia potrebbe essere per molti usi quotidiani e anche per la produzione di manufatti in pietra primo periodo. Circa 140.000 pezzi di materiale sono stati anche rinvenuti dal piccolo scavo, che comprendeva 1.115 navi indicativo di ceramiche come un'importante attività con una produzione annua stimata di 25-90 pots.Images di figure umane di argilla e adornati con ciondoli a forma di rana furono trovati. Gli occhi delle figure erano in una forma di croce e il naso sembrava un becco. Il corpo è stato abbellito con guarnizioni e pendagli da steatite. Tre statuette di pietra rana verde e vasi antropomorfi sono stati anche parte dei risultati.
Il termine substrato preellenico o substrato pre-greco si riferisce alla lingua o lingue sconosciute che si presume siano state parlate nella Grecia preistorica prima dell'insediamento nell'area di popolazioni parlanti una lingua proto-ellenica. Si è pensato alla possibilità che il Greco avesse potuto attingere un certo numero di parole e nomi propri da una tale lingua (o lingue), poiché una parte del suo vocabolario non può essere esaurientemente spiegata come derivante dal protoindoeuropeo o da una qualsiasi altra lingua direttamente attestata. Sulla base delle affermazioni di Tucidide (ovvero che il Tirsenico fosse una precedente lingua parlata ad Atene e che i Tirreni o Tirseni fossero stati banditi ed esiliati a Lemno), è stato suggerito che il substrato linguistico fosse correlato al dialetto lemniano, e perciò per associazione all' Etrusco.
L'esistenza di un substrato minoico (eteocretese) venne considerata da Arthur Evans che presumeva un'estesa colonizzazione minoica dell'Egeo, controllata dalla talassocrazia minoica. Già gli autori dell'età classica parlavano di numerosi popoli; per esempio Omero, riferendosi alla Creta d'età Achea afferma ( Odissea , Libro XIX, verso 176) che a Creta abitavano molti popoli dalle molte lingue, passo condiviso anche in Strabone. I Pelasgi sono identificati da Tucidide con i Tirsenici (come già ricordato), mentre nulla sappiamo dei Cidoni e ben poco degli Etocretesi (Dori e Achei sono invece ellenici). Vi è però un'idea di molteplicità di popoli e di lingue in questi passi (come in altri), che lascia sospettare una grande varietà linguistica della Grecia durante la prima età del bronzo, ed un lento processo di ellenicizzazione forse responsabile anche della grande varietà di dialetti parlati dalle popolazioni greche in età arcaica ed all'inizio dell'età classica. Sempre gli autori antichi parlano anche dei Mini (greco: Μινύες, abitanti nelle piccole isole dell'Egeo, in particolare Thera e Lemno, in Beozia e lungo le coste), associati ma parrebbe distinti dai Plesagi, e di altre popolazioni preelleniche come i Feaci e i Liburni (questi ultimi identificabili con una tribù illirica, indoeuropea e affine agli albanesi, stanziati nell'Epiro e a Corfù ed altre popolazioni più o meno identificabili come barbare o non greche ma stanziate in territorio greco anche a causa di penetrazione-immigrazione (Macedoni, Traci, Illiri, Peoni, Frigi, tutti prevalentemente indoeuropei anche se di gruppi linguistici talvolta assai differenti da quello ellenico, come i poco conosciuti Peoni ed i Frigi, che parlavano una lingua vagamente imparentata all'Armeno, o anche molto simili come i Macedoni). Inoltre gli Abanti sono descritti da Eschilo ed Omero (e successivi mitografi) come Traci ellenizzati abitanti in Eubea ed in altre zone dell'Ellade settentrionale. Un'altra popolazione stanziata in età arcaica in alcune zone della Grecia (sia continentale che insulare) e citata nelle fonti antiche e nella mitologia è quella dei Lelegi, associati da Erodoto ai Carii anatolici. I Lelegi nella mitologia abitavano sia una parte della Morea pre-Achea (in particolare la Messenia) sia le isole egee sia, infine, la Troade dove li collocò Omero, distinguendoli dai Carii e facendone degli alleati dei Troiani. Nelle fonti ittite sono elencati due popoli, "Karkiya" o "Karkisa" e "Lulahi" che potrebbero essere associati ai Carii (descritti come guerrieri) ed ai Lelegi (caratterizzati come mercanti) senza però chiarire dove fossero stanziati, se non in un generico occidente rispetto all'impero ittita (e quindi tanto sulle odierne coste Turche, dove sono insediati i Carii storici, quanto nell'Egeo). I Frigi in età omerica presumibilmente abitavano la Tracia e parte della Grecia settentrionale, migrando poi verso il declinante impero ittita che infine conquistarono; esistono comunque diverse parole di probabile origine frigia in Greco, ma tutte dalla possibile comune origine indoeuropea. Ad esempio: anar, 'marito', dal PIE *Hner-, 'uomo', cfr. il greco.antico ἀνήρ (anèr) uomo (nel senso di maschio) o marito, albanese njer-i (persona) l'armeno ayr (uomo) e il latino Nero (Nerone, in origine significava uomo, eroe); attagos, 'capra'; balaios, 'largo, veloce'. Si tratterebbe probabilmente però di prestiti che giunsero al greco assieme alle invasioni doriche o poco dopo, sia come superstrato sia come normali prestiti linguistici tra popolazioni (Dori e Frigi) che abitavano molto vicine le une alle altre prima di migrare in direzioni opposte. Diverso potrebbe essere il caso dei Peoni, i cui territori ancestrali potevano essere molto più ampi e comprendere parte della Grecia settentrionale e della Macedonia, riducendosi progressivamente fino a quando, nel corso dell'età ellenistica, furono completamente sottomessi ai Macedoni. La loro lingua è poco conosciuta ma potrebbe essere una forma arcaica di Indoeuropeo, isolata o da porsi in relazione alle lingue luvie ed anatoliche. In molti miti e storie della Grecia arcaica si incontrano Fenici ed Egiziani (come nel mito di fondazione di Tirinto, o in quello di Europa), forse interpretabili come memoria di antichi contatti con il mondo afro-semitico. Tra le popolazioni delle aree elleniche, escluse quelle in Anatolia, parrebbero semite le popolazioni preelleniche di Cipro, mentre nelle fonti classiche si fa menzione di un'altra popolazione (o serie di popolazioni) per il Dodecaneso come i mitologici Telchini (che sono associati anche a Cipro). Va però anche aggiunto che le fonti classiche, che moltiplicano a dismisura il nomero dei popoli (e quindi presumibilmente delle lingue) parlate nell'Ellade, potrebbero in realtà riferirsi a tribù o nazioni parlanti la medesima lingua o solo due-tre lingue (per esempio una lingua anatolica nella Grecia continentale pre-Achea, una lingua tirsenica sul continente e sulle isole del Mare Egeo centro-settentrionale, ed una lingua di difficile interpretazione, forse semitica forse tirsenica ma differente, sulle isole meridionali come Creta e il Dodecaneso). Infine le lingue di alcune popolazioni, come i Cureti, segnalate da Omero e da altre fonti arcaiche come non-barbare (o comunque sovente associate agli Elleni) potrebbero essere state (come già ipotizzato in età classica) sottogruppi dialettali dello stesso Greco non sopravvissuti all'età classica (per esempio nel caso dei Cureti in Etoli, oppure i Mirmidoni associabili ad un gruppo di Dori, mentre i Dattili potrebbero non essere una popolazione ma un antico termine per definire una gilda di fabbri oppure semplicemente un mito). In questo gruppo andrebbero inseriti anche i Lapiti che secondo il mito vivano in Tessaglia, e potrebbero essere gli antenati dei Tessali dell'età classica. In questo senso va anche aggiunto che diverse popolazioni (come gli Epiroti) pur elleniche per lingua e cultura, o prossime all' etnia ellenica (come i Macedoni) e con sovrani di origine (mitica) greca, venivano considerate greche solo per convenienza dagli autori ellenici. Abitavano ai margini dell'Ellade classico, probabilmente in territori dal differente sostrato, ma avevano continui rapporti con il mondo ellenico e quindi inserirono nella lingua diversi prestiti; abitano territori oggi considerati propriamente greci, rendendo più complesso comprendere l'origine del substrato tipicamente preellenico. Con il nome Pelasgi (plurale Pelasgói, singolare Pelasgós) i Greci dell'età classica indicavano il complesso delle popolazioni preelleniche della Grecia, generalmente considerate autoctone ma, all'epoca, ormai estinte e delle quali, peraltro, riportavano vicende confuse e contrastanti. Archeologicamente, i Pelasgi potrebbero essere identificati con il popolo dei Peleset, citato nelle iscrizioni egiziane tra i Popoli del Mare che attaccarono l' Egitto durante il regno del faraone Ramses III, ed aver poi formato il popolo dei Filistei.
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Pelasgi

https://it.m.wikipedia.org/wiki/Substrato_preellenico

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Nea_Nikomedeia

https://it.m.wikipedia.org/wiki/Storia_della_Grecia

https://it.m.wikipedia.org/wiki/Dispilio

https://it.m.wikipedia.org/wiki/Tavoletta_di_Dispilio

https://it.m.wikipedia.org/wiki/Sesklo