Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Η επική μάχη και νίκη των Πλαταιών σύμφωνα με τις Ιστορίες του Ηροδοτου

Αυτή λοιπόν ήταν η καταγωγή του Αλεξάνδρου, του γιου του Αμύντα· όταν λοιπόν έφτασε στην Αθήνα, απεσταλμένος του Μαρδονίου, έλεγε τα εξής: «Άνδρες Αθηναίοι, ο Μαρδόνιος σας λέγει τα εξής: Ο βασιλιάς μού έστειλε το ακόλουθο μήνυμα: “Συγχωρώ τους Αθηναίους για όλα τα σφάλματα που διέπραξαν εναντίον μου·και τώρα, Μαρδόνιε, κάνε τα εξής· πρώτο, δώσε τους πίσω τη γη τους· δεύτερο, ας διαλέξουν οι ίδιοι τους κι άλλη γη, όποια θα τους αρέσει, να την ορίζουν ζώντας αυτόνομοι· τρίτο, αν βέβαια θελήσουν να κάνουν συνθήκες μ᾽ εμένα, να ξαναχτίσεις όλους τους ναούς τους, όσους εγώ πυρπόλησα”. Έχοντας πάρει αυτό το μήνυμα, είμαι υποχρεωμένος να εκτελέσω τις εντολές του, φτάνει να μη τα χαλάσει η αντίθεσή σας. Κι απ᾽ τη μεριά μου σας λέγω τα εξής: “Tώρα, τί μανία σας έπιασε και σηκώνετε χέρι εχθρικό στο βασιλιά; Γιατί ακόμα και στην περίπτωση που θα νικήσετε, δε θα μπορέσετε μια ζωή ν᾽ αντιμετωπίζετε τη δύναμή του. Γιατί είδατε βέβαια το μέγεθος του εκστρατευτικού σώματος του Ξέρξη και τα κατορθώματά του, κι έχετε τις πληροφορίες σας για τη δύναμη που έχω τώρα εγώ, ώστε ακόμη κι αν αναδειχτείτε ανώτεροι και μας νικήσετε (αν και δεν μπορείτε να ᾽χετε καμιά τέτοια ελπίδα, εφόσον βέβαια δεν παραλογίζεστε), θα εμφανιστεί μπροστά σας άλλη, πολλαπλάσια δύναμη. Λοιπόν μη θέλετε, παραβγαίνοντας με τον βασιλιά, να χάσετε τη χώρα σας κι ακατάπαυστα να δίνετε αγώνα για τη ζωή σας, αλλά βάλτε τέλος στις εχθροπραξίες. Και σας δίνεται η ευκαιρία να συμβιβαστείτε με τους καλύτερους όρους, καθώς ο βασιλιάς έκανε το πρώτο βήμα. Ζήστε ελεύθεροι, συνομολογώντας μ᾽ εμάς στρατιωτική συμμαχία χωρίς δόλο και απάτη”. Αυτά, Αθηναίοι, μου έδωσε εντολή να σας πω ο Μαρδόνιος απ᾽ το μέρος του.... Έτσι μίλησε ο Αλέξανδρος· κι οι Λακεδαιμόνιοι παίρνοντας την πληροφορία πως έφτασε ο Αλέξανδρος στην Αθήνα, για να επιδιώξει να κάνουν συνθήκες οι Αθηναίοι με τον βάρβαρο, θυμήθηκαν τους χρησμούς, ότι τους μέλλεται, μαζί με τους άλλους Δωριείς, να εκδιωχθούν απ᾽ την Πελοπόννησο από τους Μήδους και τους Αθηναίους, και τους έζωσε μεγάλος φόβος μήπως οι Αθηναίοι συνομολογήσουν συνθήκες με τον Πέρση κι αποφάσισαν να στείλουν αμέσως αγγελιοφόρους. Λοιπόν, έτσι ήρθαν τα πράγματα, ώστε να εμφανιστούν στην εκκλησία του δήμου ταυτόχρονα με τον Αλέξανδρο· γιατί οι Αθηναίοι περίμεναν κάπως περισσότερο χρονοτριβώντας, καθώς ήξεραν καλά πως δε γινόταν να μη μάθουν οι Λακεδαιμόνιοι ότι ήρθε στην πόλη τους αγγελιοφόρος από τους βαρβάρους για συνθήκες· και πως, μαθαίνοντάς το, θα στείλουν εσπευσμένα αγγελιοφόρους. Λοιπόν καθυστερούσαν σκόπιμα κι η πρόθεσή τους ήταν να δείξουν στους Λακεδαιμονίους το φρόνημά τους. Όταν λοιπόν τελείωσε την ομιλία του ο Αλέξανδρος, οι αγγελιοφόροι των Σπαρτιατών τον διαδέχτηκαν στο βήμα κι είπαν: «Κι εμάς μας έστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι, για να σας παρακαλέσουμε να μην κάνετε καμιά κίνηση απειλητική για την Ελλάδα, και να μη δεχτείτε τις προτάσεις των βαρβάρων. Γιατί από καμιά άποψη δεν είναι δίκιο κι ούτε κολακευτικό για οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη, και λιγότερο απ᾽ τον καθένα για σας, και για πολλούς λόγους· επειδή εσείς είστε που ξεσηκώσατε αυτό τον πόλεμο, την ώρα που εμείς καθόλου δεν τον επιθυμούσαμε, κι ο αγώνας στην αρχή έγινε για τη δική σας πόλη, τώρα όμως απειλεί ολόκληρη την Ελλάδα. Κι εξάλλου, και πάνω απ᾽ όλα, να γίνουν οι Αθηναίοι αίτιοι να υποδουλωθούν οι Έλληνες, ε! αυτό δεν το αποδεχόμαστε με κανέναν τρόπο εσείς που αποδειχθήκατε στο παρελθόν ελευθερωτές πολλών λαών. Συμμεριζόμαστε βέβαια την αγανάκτησή σας για τις ταλαιπωρίες, μια που κιόλας έχετε χάσει σοδειές δυο χρόνων και ρημάζουν τα σπιτικά σας εδώ και πολύ καιρό. Ως αποζημίωση γι᾽ αυτά οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους σας δίνουν την υπόσχεση ότι τις γυναίκες σας κι όσο απ᾽ το ψυχομέτρι του σπιτιού σας μόνο βάρος σας δίνει στον πόλεμο, όλους θα τους συντηρήσουμε, όσο καιρό κρατήσει αυτός ο πόλεμος. Κι ούτε να σας γυρίσει τα μυαλά ο Αλέξανδρος ο Μακεδών κάνοντας ελκυστικές τις προτάσεις του Μαρδονίου·  γιατί αυτός δεν μπορεί να κάνει αλλιώς: τύραννος είναι κι έρχεται συνεργός στις επιχειρήσεις τυράννου. Εσείς όμως, όσο στοχάζεστε ορθά, δεν πρέπει να τις δεχθείτε, μια και ξέρετε καλά πως απ᾽ τους βαρβάρους δεν μπορεί να περιμένει κανείς ούτε πίστη ούτε ειλικρίνεια». Έτσι μίλησαν οι αγγελιοφόροι. Κι οι Αθηναίοι στον Αλέξανδρο έδωσαν την εξής απάντηση: «Πως ο Μήδος έχει δύναμη πολλαπλάσια απ᾽ τη δική μας, αυτό το ξέρουμε κι από μόνοι μας και δεν υπάρχει λόγος να μας κατακρίνεις. Αλλά όμως η λαχτάρα της λευτεριάς μάς παρακινεί να τον αντιμετωπίσουμε μ᾽ όση δύναμη έχουμε. Κι ούτε εσύ να επιχειρήσεις να μας πείσεις κι ούτε εμείς θα πειστούμε να κάνουμε συνθήκες με τον βάρβαρο. Και τώρα πήγαινε ν᾽ αναγγείλεις στον Μαρδόνιο ότι οι Αθηναίοι λένε: όσο ο ήλιος θ᾽ ακολουθεί τον ίδιο δρόμο που και σήμερα πορεύεται, αποκλείεται να κάνουμε συνθήκες με τον Ξέρξη, αλλά θα βγούμε αντίμαχοί του έχοντας τα θάρρη μας στους θεούς που πολεμούν στο πλευρό μας και στους ημιθέους, που εκείνος, αθεόφοβος πέρα για πέρα, πυρπόλησε τους ναούς και τ᾽ αγάλματά τους. Κι εσύ αποδώ και μπρος μην εμφανιστείς μπροστά στους Αθηναίους μεταφέροντας παρόμοιες προτάσεις, κι ούτε, έχοντας την ιδέα πως προσφέρεις καλές υπηρεσίες, να μας παρακινείς να κάνουμε παλιανθρωπιές. Γιατί δε θέλουμε να σε βρει καμιά συμφορά απ᾽ τους Αθηναίους, ενώ είσαι πρόξενος και φίλος μας». Λοιπόν, αυτή την απάντηση έδωσαν στον Αλέξανδρο, ενώ στους απεσταλμένους της Σπάρτης την ακόλουθη: «Βέβαια, η ανησυχία των Λακεδαιμονίων μήπως κάνουμε συνθήκες με τους βαρβάρους ήταν απόλυτα ανθρώπινη· όμως σχεδόν πρέπει να ντρέπεστε γι᾽ αυτό το φόβο σας, την ώρα που ξέρετε καλά το φρόνημα των Αθηναίων, ότι σε κανένα μέρος τη γης δε βρίσκεται τόσο χρυσάφι, ούτε χώρα υπέροχη σε ομορφιά και γονιμότητα, που θα τα δεχόμασταν ως αντάλλαγμα του μηδισμού μας και της υποδούλωσης της Ελλάδας. Γιατί είναι πολλά και μεγάλα αυτά που μας εμποδίζουν να το κάνουμε αυτό, έστω κι αν το θέλαμε, πρώτα πρώτα και πάνω απ᾽ όλα τα αγάλματα και οι ναοί των θεών που πυρπολήθηκαν κι έγιναν ερείπια, που μας υποχρεώνουν να πάρουμε τη μεγαλύτερη εκδίκηση που μπορούμε, και πολύ λιγότερο να συνομολογήσουμε συνθήκες μ᾽ αυτόν που τα έπραξε· και κατόπιν ο ελληνισμός, ένας κόσμος που στις φλέβες του κυλά το ίδιο αίμα και που μιλά την ίδια γλώσσα κι έχει κοινά τα λατρευτικά κέντρα των θεών και θυσίες και συνήθειες ίδιες κι απαράλλαχτες η προδοσία όλων αυτών θα ήταν αίσχος για τους Αθηναίους. Και να ξέρετε καλά τούτο, αν τυχαίνει να μη το ξέρετε ώς τώρα, όσο θα μένει ζωντανός έστω και ένας Αθηναίος, δε θα κάνουμε συνθήκες με τον Ξέρξη ποτέ. Βέβαια ήταν ευχάριστη έκπληξη για μας η έγνοια σας για την κατάστασή μας, η πρόνοιά σας για μας που ρήμαξαν τα σπιτικά μας, αφού θέλετε να συντηρήσετε τους ανθρώπους των σπιτιών μας. Η ευεργεσία σας είναι σαν να γίνηκε, όμως εμείς θα κάνουμε πέτρα την καρδιά μας στην κατάσταση που βρισκόμαστε και δε θα σας δώσουμε κανένα βάρος. Μόνο, μια κι έτσι έχουν τα πράματα, να στείλετε το γρηγορότερο το εκστρατευτικό σώμα. Γιατί, κατά τους υπολογισμούς μας, δε θα περάσει πολύς καιρός κι ο βάρβαρος θα εμφανιστεί εδώ κάνοντας εισβολή στη χώρα μας, αλλά αμέσως μόλις πάρει την είδηση ότι δε θα κάνουμε τίποτε απ᾽ όσα εκείνος μας ζητούσε. Λοιπόν, προτού εκείνος εμφανιστεί στην Αττική, έχει ζωτική σημασία να σπεύσετε έγκαιρα σε βοήθεια στη Βοιωτία». Κι οι άλλοι, ύστερ᾽ απ᾽ αυτή την απάντηση των Αθηναίων, πήραν το δρόμο του γυρισμού για τη Σπάρτη..... Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά νά πώς παρατάχτηκαν οι Έλληνες, τόσο αυτοί που έφταναν εκείνη την ώρα όσο κι αυτοί που ήρθαν απ᾽ την αρχή: τη δεξιά πτέρυγα την κρατούσαν δέκα χιλιάδες Λακεδαιμόνιοι· τους πέντε χιλιάδες απ᾽ αυτούς ήταν οι Σπαρτιάτες τους πλαισίωναν τριάντα πέντε χιλιάδες είλωτες ελαφρά οπλισμένοι, αφού σε κάθε πολεμιστή αναλογούσαν εφτά παραστάτες. Και τη θέση μάχης στο πλευρό τους οι Σπαρτιάτες προτίμησαν να τη δώσουν στους Τεγεάτες, και ως τιμητική διάκριση και για την πολεμική αρετή τους· κι απ᾽ αυτούς ήταν χίλιοι πεντακόσιοι βαριά οπλισμένοι. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς παρατάχτηκαν πέντε χιλιάδες Κορίνθιοι, και δίπλα τους παρατάχτηκαν (τους έκανε αυτή τη χάρη ο Παυσανίας) οι τριακόσιοι Ποτιδαιάτες που βρέθηκαν εκεί απ᾽ την Παλλήνη. Αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς παρατάχτηκαν οι Ορχομένιοι της Αρκαδίας, εξακόσιοι, κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς τρεις χιλιάδες Σικυώνιοι. Αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς παρατάχτηκαν οχτακόσιοι Επιδαύριοι. Στο πλευρό τους παρατάχτηκαν χίλιοι Τροιζήνιοι, κι αμέσως ύστερ᾽ από τους Τροιζηνίους διακόσιοι Λεπρεάτες, κι αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς τετρακόσιοι απ᾽ τις Μυκήνες και την Τίρυνθα, κι αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς χίλιοι Φλιάσιοι· στο πλευρό τους παρατάχτηκαν τριακόσιοι Ερμιονείς. Αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ τους Ερμιονείς πήραν θέση εξακόσιοι απ᾽ την Ερέτρια και τα Στύρα, αμέσως μετά απ᾽ αυτούς τετρακόσιοι Χαλκιδείς κι αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς πεντακόσιοι Αμπρακιώτες. Μετά απ᾽ αυτούς πήραν θέση οχτακόσιοι Λευκάδιοι και Ανακτόριοι, κι αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς διακόσιοι απ᾽ την Πάλη της Κεφαλληνίας. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς παρατάχτηκαν πεντακόσιοι Αιγινήτες· στο πλευρό τους παρατάχτηκαν τρεις χιλιάδες Μεγαρείς. Αμέσως ύστερ᾽ απ᾽ αυτούς παρατάχτηκαν εξακόσιοι Πλαταιείς. Στο τέλος και στην αρχή της παράταξης παρατάχτηκαν οι Αθηναίοι, οχτώ χιλιάδες, κρατώντας την αριστερή πτέρυγα· στρατηγός τους ήταν ο Αριστείδης, ο γιος του Λυσιμάχου. Όλοι αυτοί, με εξαίρεση τους παραστάτες των Σπαρτιατών, εφτά στον καθένα τους, ήταν βαριά οπλισμένοι, και το σύνολό τους ανερχόταν σε τριάντα οχτώ χιλιάδες εφτακόσιους. Λοιπόν το σύνολο των βαριά οπλισμένων που συγκεντρώθηκαν εναντίον των βαρβάρων ήταν αυτό, ενώ ο αριθμός των ελαφρά οπλισμένων ο εξής: στην παράταξη των Σπαρτιατών τριάντα πέντε χιλιάδες άντρες, μια και αναλογούσαν εφτά παραστάτες σε κάθε οπλίτη, που κι αυτοί όλοι τους ήταν αρματωμένοι, έτοιμοι για μάχη· κι οι ελαφρά οπλισμένοι στις παρατάξεις των υπολοίπων Λακεδαιμονίων και των άλλων Ελλήνων, έτσι που ο κάθε οπλίτης είχε έναν παραστάτη, ήταν τριάντα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιοι. Άρα το σύνολο των ελαφρά οπλισμένων κι όλοι τους ήταν μάχιμοι ήταν εξήντα εννέα χιλιάδες πεντακόσιοι. Από το γενικό τώρα σύνολο του ελληνικού στρατού που συγκεντρώθηκε στις Πλαταιές (βαριά οπλισμένων κι ελαφρά οπλισμένων μαχίμων) έλειπαν χίλιοι οχτακόσιοι πολεμιστές, για να φτάσει τις εκατόν δέκα χιλιάδες. Αλλά με τους Θεσπιείς που βρέθηκαν εκεί έφτασε στον στρογγυλό αριθμό, εκατόν δέκα χιλιάδες· γιατί στο στρατόπεδο ήταν παρόντες κι όσοι Θεσπιείς είχαν σωθεί, περίπου χίλιοι οχτακόσιοι· αλλά ούτε κι αυτοί είχαν βαρύ οπλισμό. Λοιπόν αυτοί, αφού τακτοποιήθηκε η παράταξή τους, στρατοπέδευσαν στις όχθες του Ασωπού· κι ο βαρβαρικός στρατός του Μαρδονίου, μόλις κήδεψαν μ᾽ όλες τις τιμές τον Μασίστιο, παίρνοντας την πληροφορία πως οι Έλληνες βρίσκονται στις Πλαταιές, πήγε κι έπιασε θέσεις κι αυτός στις όχθες του Ασωπού που κυλούσε κατά τη μεριά τους. Αυτός λοιπόν ο Τισαμενός, που συνόδευε τους Σπαρτιάτες, εκτελούσε χρέη μάντη για τους Έλληνες στο στρατόπεδο των Πλαταιών. Και οι θυσίες έδιναν καλά προγνωστικά στους Έλληνες, αν κρατούσαν άμυνα, όχι όμως αν διάβαιναν τον Ασωπό κι έκαναν αυτοί την αρχή στις εχθροπραξίες. Επίσης για τον Μαρδόνιο οι θυσίες δεν έδιναν καλά προγνωστικά, αν έσπευδε ν᾽ αρχίσει αυτός τη μάχη, αν όμως κρατούσε άμυνα, και γι᾽ αυτόν καλά. Γιατί κι αυτός θυσίαζε με τον τρόπο των Ελλήνων, έχοντας στην ακολουθία του τον μάντη Ηγησίστρατο, που καταγόταν από την Ηλεία κι ήταν ο πιο αξιόλογος ανάμεσα στους Τελλιάδες, αυτόν που πριν απ᾽ αυτά τα γεγονότα οι Σπαρτιάτες τον συνέλαβαν και τον έριξαν στα δεσμά με σκοπό να τον θανατώσουν, γιατί είχαν πάθει πολλά κι ανυπόφορα απ᾽ αυτόν.... Κι εκεί που τύχαινε να βρίσκεται ο ίδιος ο Μαρδόνιος, που πολεμούσε καβάλα σ᾽ άσπρο άλογο και περιστοιχιζόταν από τα πρώτα παλικάρια, τους χίλιους επίλεκτους Πέρσες, εκεί οι Σπαρτιάτες δέχτηκαν τη μεγαλύτερη πίεση. Λοιπόν, για όση ώρα ο Μαρδόνιος ήταν ζωντανός, οι δικοί του κρατούσαν τις θέσεις τους και κρατώντας μέτωπο στον εχθρό σκότωναν πολλούς Λακεδαιμονίους· απ᾽ τη στιγμή όμως που σκοτώθηκε ο Μαρδόνιος και το τάγμα που τον περιστοίχιζε, κι ήταν το πιο δυνατό, γονάτισε, τότε λοιπόν το ᾽βαλαν στα πόδια και οι άλλοι και υποχώρησαν μπροστά στους Λακεδαιμονίους· γιατί το μεγαλύτερο μειονέκτημά τους ήταν η σκευή, καθώς ήταν χωρίς θωράκιση· δηλαδή αγωνίζονταν, απροστάτευτοι αυτοί, με εχθρούς βαριά οπλισμένους. Τότε ήρθε η ώρα να δώσει ο Μαρδόνιος δίκαιη πληρωμή για τον φόνο του Λεωνίδα, σύμφωνα με τον χρησμό που δόθηκε στους Λακεδαιμονίους· κι απ᾽ όλες τις νίκες που είδαμε στον καιρό μας την πιο λαμπρή την κερδίζει ο Παυσανίας, ο γιος του Κλεομβρότου, γιου του Αναξανδρίδα(τα ονόματα των προγόνων του απ᾽ τον Αναξανδρίδα και πάνω έχουν αναφερθεί στη γενεαλογία του Λεωνίδα· γιατί συμβαίνει να είναι οι ίδιοι). Λοιπόν, βρίσκει το θάνατο ο Μαρδόνιος απ᾽ το χέρι του Αριμνήστου, φημισμένου παλικαριού της Σπάρτης, που πολύ καιρό ύστερ᾽ απ᾽ τα Μηδικά, επικεφαλής τριακοσίων πολεμιστών στη μάχη στη Στενύκλαρο μ᾽ όλο το στρατό των Μεσσηνίων, σκοτώθηκε κι ο ίδιος κι οι τριακόσιοι του. Κι οι Πέρσες, όταν οι Λακεδαιμόνιοι τους έτρεψαν σε φυγή στις Πλαταιές, το ᾽βαλαν στα πόδια με απόλυτη σύγχυση προς το στρατόπεδό τους και το ξύλινο τείχος που έστησαν στο έδαφος των Θηβών. Και νά κάτι που κατά τη γνώμη μου είναι θαύμα· ενώ η μάχη δόθηκε δίπλα στο άλσος της Δήμητρας, δεν είδαν κανένα Πέρση ούτε να μπαίνει στο τέμενος ούτε να πεθαίνει μέσα σ᾽ αυτό, κι οι περισσότεροι έπεσαν γύρω απ᾽ το λατρευτικό κέντρο της, έξω απ᾽ την ιερή γη της. Η άποψή μου είναι, αν δικαιούμαστε να έχουμε κάποια άποψη για ό,τι έχει να κάνει με τη θρησκεία, ότι η ίδια η θεά δεν τους δεχόταν, επειδή πυρπόλησαν το ναό της στην Ελευσίνα.... Και βλέπω ξεκάθαρα πως η έκβαση της επιχείρησης των βαρβάρων κρεμόταν απόλυτα από τους Πέρσες, αφού τότε οι βάρβαροι, προτού καν έρθουν στα χέρια με τον εχθρό, τράπηκαν σε φυγή, επειδή έβλεπαν και τους Πέρσες να υποχωρούν. Κι έτσι όλοι το ᾽βαλαν στα πόδια εκτός από το ιππικό στο σύνολό του, προπάντων όμως το βοιωτικό· και νά ποιά βοήθεια έδινε στο στρατό που υποχωρούσε: βρισκόταν συνεχώς σε απόσταση αναπνοής απ᾽ τους εχθρούς και σχημάτιζε προστατευτικό φράγμα για τους δικούς τους που έφευγαν να σωθούν απ᾽ τους Έλληνες. Κι αυτοί, νικητές, πήραν στο καταπόδι τους στρατιώτες του Ξέρξη καταδιώκοντας και σκοτώνοντάς τους. Μες σ᾽ αυτό το χαμό φτάνει αγγελία στους υπόλοιπους Έλληνες που ήταν παραταγμένοι γύρω απ᾽ το ναό της Ήρας και δεν πήραν μέρος στη μάχη, ότι έχει γίνει μάχη και νικούσαν οι άντρες του Παυσανία· κι εκείνοι, όταν τ᾽ άκουσαν αυτά, χωρίς καμιά πειθαρχία και τάξη, όσοι ήταν στο σώμα των Κορινθίων πήραν να πορεύονται στους πρόποδες του βουνού και τη λοφοσειρά, το δρόμο που ανηφορίζει κατευθείαν στο ναό της Δήμητρας, ενώ όσοι ήταν στο σώμα των Μεγαρέων και των Φλιασίων τον πιο ομαλό δρόμο, αυτόν που διασχίζει την πεδιάδα. Λοιπόν, οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι πλησίασαν πολύ τον εχθρό, όταν τους αντίκρισαν οι Θηβαίοι ιππείς, που αρχηγός τους ήταν ο Ασωπόδωρος, ο γιος του Τιμάνδρου, να προχωρούν βιαστικά με απερίγραπτη σύγχυση, κι έκαναν επέλαση με τ᾽ άλογα εναντίον τους. Ρίχτηκαν επάνω τους κι έστρωσαν καταγής εξακόσιους απ᾽ αυτούς και καταδιώκοντας τους υπόλοιπους τους σάρωσαν κατά τον Κιθαιρώνα. Αυτοί λοιπόν αφανίστηκαν εντελώς άδοξα. Απ᾽ τη μεριά τους οι Πέρσες και το υπόλοιπο στράτευμα, αφού κατέφυγαν στο ξύλινο τείχος, πρόλαβαν κι ανέβηκαν στους πύργους πριν φτάσουν οι Λακεδαιμόνιοι· ανέβηκαν κι ενίσχυσαν όσο μπορούσαν καλύτερα το τείχος. Κι όταν πλησίασαν οι Λακεδαιμόνιοι, η τειχομαχία πήρε μεγαλύτερη σφοδρότητα. Γιατί, όση ώρα οι Αθηναίοι απουσίαζαν, οι Πέρσες κρατούσαν άμυνα κι η υπεροχή τους απέναντι στους Λακεδαιμονίους, που αγνοούσαν την τέχνη της τειχομαχίας, ήταν μεγάλη· όταν όμως ήρθαν σ᾽ ενίσχυσή τους οι Αθηναίοι, τότε λοιπόν έγινε φοβερή τειχομαχία που κράτησε πολύ. Στο τέλος λοιπόν με την παλικαριά και το κουράγιο τους οι Αθηναίοι πάτησαν το τείχος κι άνοιξαν ρήγμα· και μέσ᾽ απ᾽ αυτό ξεχύθηκαν στο εσωτερικό του οι Έλληνες. Κι οι πρώτοι που μπήκαν στο τείχος ήταν οι Τεγεάτες κι ήταν αυτοί που άρπαξαν τη σκηνή του Μαρδονίου κι ό,τι είχε μέσα, ανάμεσα σ᾽ αυτά και τις φάτνες των αλόγων που ήταν όλες από χαλκό κι αξιοθέατες. Λοιπόν οι Τεγεάτες αυτές τις φάτνες του Μαρδονίου τις αφιέρωσαν στο ναό της Αλέας Αθηνάς, ενώ τα άλλα, όσα έπεσαν στα χέρια τους, τα έφεραν στον κοινό σωρό που έκαναν οι Έλληνες. Κι οι βάρβαροι, απ᾽ τη στιγμή που έπεσε το τείχος, δε σχημάτισαν πια πυκνή φάλαγγα, κι όλοι τους ξαστόχησαν την πολεμική αρετή τους, κι ήταν να τους κλαις, καθώς, πανικόβλητοι και πολλές χιλιάδες κόσμος, στριμώχτηκαν σε στενό χώρο. Κι είχαν τόση άνεση οι Έλληνες να σκοτώνουν, ώστε από τριακόσιες χιλιάδες στρατό, αν απ᾽ τον αριθμό αυτό βγάλουμε τις σαράντα χιλιάδες που πήρε μαζί του ο Αρτάβαζος στη φυγή του, απ᾽ τους υπόλοιπους ούτε τρεις χιλιάδες σώθηκαν, ενώ απ᾽ τους Λακεδαιμονίους, σ᾽ αυτή τη σύγκρουση, σκοτώθηκαν συνολικά ενενήντα ένας Σπαρτιάτες, απ᾽ τους Τεγεάτες δεκαέξι, κι απ᾽ τους Αθηναίους πενήντα δύο.
Πηγή: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=225
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=224
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=223
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=222
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=221
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=220
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=219
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=215

Η θρυλική ναυμαχία και νίκη της Σαλαμίνας σύμφωνα με τις Ιστορίες του Ηροδοτου

Λοιπόν, όσοι εκεί στον Ισθμό δούλευαν στο έργο που αναφέραμε χωρίς να παίρνουν ανάσα, μια κι έδιναν πια τον υπέρ πάντων αγώνα, δεν έλπιζαν σε θρίαμβο του στόλου· όσο πάλι γι᾽ αυτούς που βρίσκονταν στη Σαλαμίνα, πήραν βέβαια αυτή την πληροφορία, κι έτσι τους έζωνε τρομάρα· δε φοβούνταν τόσο για τη ζωή τους, όσο για την Πελοπόννησο. Για κάποιο διάστημα πλησίαζαν ο ένας τον άλλο κι έπιαναν κουβέντα ψιθυριστά και τους φαινόταν ανεξήγητη η απερισκεψία του Ευρυβιάδη· στο τέλος όμως ξέσπασε στα φανερά κατακραυγή. Και λοιπόν έγινε σύναξη κι ακούστηκαν πολλά για το ίδιο θέμα, καθώς άλλοι έλεγαν πως πρέπει να βάλουν πλώρη για την Πελοπόννησο και να μπουν στον κίνδυνο για να τη σώσουν κι όχι να μείνουν και να δώσουν μάχη για χώρα που την πατούσε ο εχθρός, ενώ οι Αθηναίοι και οι Αιγινήτες και οι Μεγαρείς, να μείνουν εκεί που ήταν και ν᾽ αντιμετωπίσουν τον εχθρό.
Τότε ο Θεμιστοκλής, καθώς νικούσε η γνώμη των Πελοποννησίων κι όχι η δική του, βγαίνει απ᾽ τη συνέλευση χωρίς να γίνει αντιληπτός, και βγαίνοντας στέλνει με πλεούμενο κάποιον παραγγέλνοντάς του να πει αυτά που έπρεπε· αυτός λεγόταν Σίκιννος, κι ήταν δούλος του Θεμιστοκλή και παιδαγωγός των παιδιών του· ο Θεμιστοκλής σε χρόνο μεταγενέστερο απ᾽ αυτά τα γεγονότα τον έκανε και Θεσπιέα, όταν οι Θεσπιείς έδιναν δικαίωμα πολίτη σε ξένους, και ευκατάστατο. Αυτός τότε φτάνοντας με πλεούμενο έλεγε στους στρατηγούς των βαρβάρων τα εξής: «Μ᾽ έστειλε ο στρατηγός των Αθηναίων κρυφά απ᾽ τους άλλους Έλληνες (γιατί τυχαίνει να είναι με το μέρος του βασιλιά και να προτιμά τη δική σας, κι όχι των Ελλήνων, την επικράτηση), για να σας ανακοινώσω πως οι Έλληνες τρέμοντας από φόβο σκέφτονται να δραπετεύσουν και πως, νά, τώρα σας δίνεται η δυνατότητα να φέρετε σε πέρας την πιο λαμπρή απ᾽ όλες σας τις επιχειρήσεις, αν δε μείνετε με τα χέρια σταυρωμένα καθώς θα δραπετεύουν εκείνοι. Γιατί και μονοιασμένοι δεν είναι κι ούτε θα προβάλουν αντίσταση σ᾽ εσάς· και θα τους δείτε να δίνουν ναυμαχία ανάμεσά τους χωρισμένοι στα δυο, σ᾽ αυτούς που παίρνουν το δικό σας μέρος και τους αντίθετους». Λοιπόν, αφού τους έδωσε αυτό το μήνυμα, αποσύρθηκε και πήγε στο καλό. Κι οι άλλοι δίνοντας πίστη στο μήνυμα που πήραν, πρώτα πρώτα αποβίβασαν πολλούς Πέρσες στο νησάκι Ψυττάλεια που βρίσκεται ανάμεσα στη Σαλαμίνα και τη στεριά· κατόπιν, όταν έφτασαν τα μεσάνυχτα, ανοίχτηκαν με την αριστερή τους πτέρυγα προς τη Σαλαμίνα επιχειρώντας κυκλωτική κίνηση· ανοίχτηκαν κι εκείνοι που είχαν παραταχτεί γύρω απ᾽ την Κέο και την Κυνόσουρα κι έπιασαν με τα καράβια τους απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη το στενό πέρασμα ώς τη Μουνιχία. Κι ο λόγος για τον οποίο αναπτύχθηκαν στ᾽ ανοιχτά τα καράβια τους ήταν να μην έχουν τη δυνατότητα οι Έλληνες ούτε καν να φύγουν, αλλά, αποκλεισμένοι στη Σαλαμίνα, να πληρώσουν για τα κατορθώματά τους στο Αρτεμίσιο. Επίσης αποβίβαζαν Πέρσες στο νησάκι που λέγεται Ψυττάλεια για τον εξής λόγο· όσο θα κρατούσε η ναυμαχία, εκεί πιθανότατα θα έβγαζε το κύμα και τους στρατιώτες και τα συντρίμμια των ναυαγίων (γιατί το νησί βρισκόταν στο στενό, όπου ήταν να γίνει η ναυμαχία), κι έτσι θα μπορούσαν τους δικούς τους να τους περισυλλέγουν, τους άλλους να τους εξοντώνουν. Κι αυτές τις κινήσεις τους τις έκαναν αθόρυβα, για να μη τις αντιληφτούν οι εχθροί. Μ᾽ αυτές λοιπόν τις προετοιμασίες καταγίνονταν χωρίς να κλείσουν μάτι όλη τη νύχτα. Αλλά οι στρατηγοί που ήταν στη Σαλαμίνα άλλαζαν λόγια βαριά ανάμεσά τους. Κι ακόμα δεν αντιλήφτηκαν ότι τους περικύκλωναν με τα καράβια τους οι βάρβαροι, αλλά πίστευαν πως δε μετακινήθηκαν από τις θέσεις που τους είδαν να κρατούν την προηγούμενη μέρα. 
Την ώρα που λογόφερναν οι στρατηγοί πέρασε από την Αίγινα στη Σαλαμίνα ο Αριστείδης, ο γιος του Λυσιμάχου, Αθηναίος πολίτης που το δημοκρατικό πλήθος τον είχε τιμωρήσει με εξοστρακισμό· όμως εγώ, συγκεντρώνοντας πληροφορίες για τη συμπεριφορά του, σχημάτισα τη γνώμη πως αναδείχτηκε ο πρώτος στην αρετή και ο δικαιότατος ανάμεσα στους Αθηναίους. Αυτός ο άντρας στάθηκε έξω απ᾽ τον χώρο όπου συνεδρίαζαν κι έλεγε να του φωνάξουν τον Θεμιστοκλή· δεν ήταν βέβαια φίλος του, κάθε άλλο, ήταν ο πιο μεγάλος εχθρός του· όμως καθώς οι συμφορές που τους βρήκαν τότε ήταν μεγάλες, έριξε στη λήθη τις διαφορές τους και τον καλούσε να βγει έξω θέλοντας να συναντηθούν. Κι είχε κιόλας ακούσει πως οι Πελοποννήσιοι ασκούσαν πίεση, για ν᾽ ανοιχτούν με τα καράβια τους στον Ισθμό. Λοιπόν, μόλις βγήκε έξω ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης του μίλησε έτσι: «Εμείς έχουμε χρέος να συγκρουόμαστε και σε κάθε άλλη κρίσιμη ώρα και προπάντων τώρα για το ποιός από τους δυο μας θα προσφέρει πολυτιμότερες υπηρεσίες στην πατρίδα. Έχω λοιπόν να σου πω ότι είτε πολλά είτε λίγα έχετε να πείτε με τους Πελοποννησίους για την αποχώρηση του στόλου αποδώ, το ίδιο κάνει. Γιατί εγώ σου λέω ως αυτόπτης πως, όσο κι αν το θέλουν οι Κορίνθιοι ας είναι κι ο ίδιος ο Ευρυβιάδης, δε θα μπορέσουν να φύγουν αποδώ με τα καράβια τους· γιατί μας έχουν ζώσει ολόγυρα οι εχθροί. Αλλά πήγαινε μέσα και δώσε τους αυτό το μήνυμα». Ο Αριστείδης παρουσιάστηκε στο συμβούλιο και τους ανακοίνωσε αυτά, δηλώνοντας πως έρχεται από την Αίγινα και πως με δυσκολία το καράβι του ξέφυγε την επιτήρηση των εχθρών· γιατί το στρατόπεδο των Ελλήνων ολόκληρο είναι ζωσμένο απ᾽ τα καράβια του Ξέρξη· και τους συμβούλευε να πάρουν τα μέτρα τους, γιατί όπου να ᾽ναι θ᾽ αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Από τη μεριά του αυτά είπε κι αποσύρθηκε, ενώ οι άλλοι ήρθαν σε προστριβές για μια ακόμη φορά· γιατί οι στρατηγοί στην πλειοψηφία τους δεν πείθονταν σε όσα τους ανακοίνωσε. Αυτοί λοιπόν έμεναν στη δυσπιστία τους, όταν έφτασε τριήρης με πλήρωμα Τηνίους που αυτομόλησαν, με κυβερνήτη τον Τήνιο Παναίτιο, το γιο του Σωσιμένη, που τους έφερε την πάσα αλήθεια. Και γι᾽ αυτή τους την υπηρεσία τ᾽ όνομα των Τηνίων χαράχτηκε στον τρίποδα των Δελφών ανάμεσα σ᾽ εκείνους που κατατρόπωσαν τον βάρβαρο. Λοιπόν, με την προσθήκη αυτού του καραβιού που αυτομόλησε στη Σαλαμίνα, και του άλλου, των Λημνίων, που αυτομόλησε προηγουμένως στο Αρτεμίσιο, το ναυτικό των Ελλήνων έφτασε σε στρογγυλό αριθμό, τριακόσια ογδόντα καράβια· γιατί ώς τότε του έλειπαν δύο για να συμπληρωθεί αυτός ο αριθμός.
Όταν τέλος οι Έλληνες έδωσαν πίστη στα λόγια των Τηνίων, άρχισαν να προετοιμάζονται για να δώσουν ναυμαχία. Γλυκοχάραζε η αυγή κι αυτοί έκαναν σύναξη των πληρωμάτων· την ωραιότερη αγόρευση ανάμεσα σ᾽ όλους την έκανε ο Θεμιστοκλής· ο λόγος του ήταν μια αντιπαράθεση ανάμεσα στα χειρότερα και τα καλύτερα, σ᾽ όσα έχουν να κάνουν με τη φύση των ανθρώπων και τις συνθήκες της ζωής τους· κι αφού τους παρότρυνε να διαλέξουν τα καλύτερ᾽ απ᾽ αυτά κι έκανε μια περίτεχνη κατακλείδα, τους πρόσταξε να επιβιβαστούν στα καράβια. Κι αυτοί επιβιβάζονταν κιόλας, όταν έφτασε από την Αίγινα η τριήρης που είχε αποπλεύσει για να φέρει τους Αιακίδες. Τότε οι Έλληνες ανοίχτηκαν στο πέλαγος με όλα τα καράβια τους· και καθώς αυτοί ανοίγονταν, αμέσως τους επιτέθηκαν οι βάρβαροι. Λοιπόν, οι άλλοι Έλληνες πήραν να πισωδρομούν και να φέρνουν τα καράβια τους προς τη στεριά, αλλά ο Αμεινίας από την Παλλήνη, Αθηναίος, βγήκε μπρος στ᾽ ανοιχτά και κάρφωσε το έμβολό του σε καράβι του εχθρού. Κι έτσι που το καράβι του σφηνώθηκε στο εχθρικό και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το ένα απ᾽ το άλλο, σπεύδοντας οι άλλοι να βοηθήσουν τον Αμεινία συγκρούστηκαν με τον εχθρό. Λοιπόν οι Αθηναίοι λένε πως έτσι άρχισε η ναυμαχία, οι Αιγινήτες όμως, πως το καράβι που έκανε την αρχή ήταν εκείνο που στάλθηκε στην Αίγινα για τους Αιακίδες. Λέγεται επίσης και τούτο, πως τους παρουσιάστηκε φάντασμα γυναικός· παρουσιάστηκε και τους ενθάρρυνε, κι η φωνή της ακουόταν απ᾽ όλο το στρατόπεδο των Ελλήνων, αφού πρώτα τους ειρωνεύτηκε λέγοντας: «Αθεόφοβοι, ώς πότε θα πισωδρομείτε ακόμα;». Λοιπόν, απέναντι απ᾽ τους Αθηναίους είχαν παραταχτεί οι Φοίνικες (γιατί αυτοί κρατούσαν την πτέρυγα προς το μέρος της Ελευσίνας, τη δυτική), ενώ απέναντι απ᾽ τους Λακεδαιμονίους οι Ίωνες που κρατούσαν την πτέρυγα προς την ανατολή και τον Πειραιά. Πάντως λίγοι απ᾽ αυτούς έκαναν επίτηδες το δειλό, σύμφωνα με τις εντολές του Θεμιστοκλή, οι περισσότεροι όμως όχι. Μπορώ βέβαια να δώσω κατάλογο με ονόματα πολλών τριηράρχων που κυρίεψαν ελληνικά καράβια, αλλά δε θα κάνω καθόλου λόγο γι᾽ αυτούς· θα κάνω όμως εξαίρεση για τον Θεομήστορα, το γιο του Ανδροδάμαντος, και τον Φύλακο, το γιο του Ιστιαίου κι ο ένας κι ο άλλος Σάμιοι. Κι αν κάνω λόγο μονάχα γι᾽ αυτούς, είναι επειδή ο Θεομήστωρ γι᾽ αυτό του το κατόρθωμα διορίστηκε από τους Πέρσες τύραννος της Σάμου, ενώ ο Φύλακος γράφηκε στον κατάλογο των ευεργετών του βασιλιά και του δωρήθηκε μεγάλη έκταση γης. Οι Πέρσες στη γλώσσα τους τούς ευεργέτες του βασιλιά τους λεν οροσάγγες. Λοιπόν αυτά για ό,τι αφορά σ᾽ αυτούς· αλλά ο κύριος όγκος του στόλου τους στη Σαλαμίνα συντριβόταν, καθώς άλλα καράβια τα βύθιζαν οι Αθηναίοι κι άλλα οι Αιγινήτες. Γιατί με το να ναυμαχούν οι Έλληνες με πειθαρχία και τάξη, ενώ οι βάρβαροι ενεργούσαν γενικά ασύνταχτοι και χωρίς λογισμό, δεν μπορούσες να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, οι βάρβαροι και ήταν, και το έδειξαν, πολύ πιο γενναίοι τη μέρα εκείνη, ξεπέρασαν τον εαυτό τους σε σύγκριση με τις ναυμαχίες στην Εύβοια, καθώς όλοι τους έδειχναν ζήλο κι έτρεμαν τον Ξέρξη, κι ο καθένας τους φανταζόταν πως δε θα τον χάσει απ᾽ τα μάτια του ο βασιλιάς. Λοιπόν για τους άλλους, βαρβάρους ή Έλληνες, δεν είμαι σε θέση να πω με βεβαιότητα πώς αγωνίστηκε ο καθένας τους· όσο για την Αρτεμισία όμως, το ακόλουθο περιστατικό ανέβασε περισσότερο την εκτίμηση του βασιλιά στο πρόσωπό της. Δηλαδή, καθώς οι δυνάμεις του βασιλιά βρίσκονταν σε μεγάλη σύγχυση, εκείνη την ώρα το καράβι της Αρτεμισίας καταδιωκόταν από αθηναϊκό καράβι· κι εκείνη, αδυνατώντας να ξεφύγει (γιατί μπροστά της βρίσκονταν άλλα καράβια των συμμάχων της, ενώ το δικό της έτυχε να μείνει τελευταίο προς το μέρος του εχθρού), νά πώς αποφάσισε να ενεργήσει, και της βγήκε σε καλό· δηλαδή, καθώς την καταδίωκε το αθηναϊκό καράβι, αυτή κινήθηκε ορμητικά και κάρφωσε το έμβολό της σε καράβι συμμαχικό, των Καλυνδίων, που ανάμεσα στους επιβάτες του ήταν κι ο βασιλιάς των Καλυνδίων Δαμασίθυμος. Τώρα, να ᾽χε ξεσπάσει ανάμεσά τους κάποια φιλονικία, όταν βρίσκονταν ακόμη εκεί κατά τον Ελλήσποντο, δεν είμαι σε θέση να το πω· κι ούτε αν το έκανε αυτό εσκεμμένα ή ήταν συγκυρία της τύχης να βρεθεί στο δρόμο της το καράβι των Καλυνδίων. Πάντως, όταν το κάρφωσε με το έμβολό της και το βύθισε, από την καλή της τύχη βρήκε διπλό όφελος: πρώτα πρώτα ο τριήραρχος του αθηναϊκού καραβιού, βλέποντάς την να καρφώνει με το έμβολό της καράβι βαρβάρων, πίστεψε πως το καράβι της Αρτεμισίας είναι ελληνικό ή ότι αυτομόλησε από τους βαρβάρους κι αγωνίζεται στο πλευρό τους· άλλαξε λοιπόν πορεία και ρίχτηκε σε άλλα καράβια. Και κοντά σ᾽ αυτή την καλοτυχία της, να γλιτώσει απ᾽ την καταδίωξη και τον καταποντισμό, η τύχη τής πρόσφερε κι άλλο καλό: απ᾽ αυτή την κακή πράξη της ν᾽ ανέβει πάρα πολύ η εκτίμηση του Ξέρξη στο πρόσωπό της. Πράγματι, λένε πως ο βασιλιάς παρακολουθώντας τη ναυμαχία αντιλήφτηκε το καράβι της να καρφώνει το έμβολό του σ᾽ άλλο, οπότε κάποιος από τη συνοδεία του είπε: «Άρχοντά μου, βλέπεις πόσο λαμπρά αγωνίζεται η Αρτεμισία και καταβύθισε εχθρικό καράβι;». Και, πως εκείνος ρώτησε αν στ᾽ αλήθεια το κατόρθωμα είναι της Αρτεμισίας, κι οι άλλοι του είπαν «ναι», καθώς γνώριζαν καλά το σήμα της πλώρης του καραβιού της· κι όσο για το βυθισμένο, πίστευαν πως ήταν εχθρικό. Μάλιστα, κοντά στ᾽ άλλα που, όπως έχω πει, της βγήκαν σε καλό, η καλή της τύχη το έφερε να μη σωθεί κανένας απ᾽ το καράβι των Καλυνδίων και να βγει να την κατηγορήσει. Και λεν πως ο Ξέρξης ακούοντας αυτά είπε: «Νά που μου έγιναν οι άντρες γυναίκες κι οι γυναίκες άντρες». Αυτή τη φράση την αποδίδουν στον Ξέρξη. Και σ᾽ αυτό τον αγώνα σκοτώθηκε ο ναύαρχος Αριαβίγνης, γιος του Δαρείου κι αδερφός του Ξέρξη, αλλά κι άλλοι πολλοί και ξακουστοί Πέρσες και Μήδοι κι από τους άλλους συμμάχους τους, ενώ από τους Έλληνες κάτι λίγοι· γιατί με το να ξέρουν κολύμπι, όσων τα καράβια βυθίστηκαν, αλλά οι ίδιοι τους ξέφυγαν το θάνατο από χέρι εχθρού, κολυμπώντας έβγαιναν στη στεριά της Σαλαμίνας. Από τους βαρβάρους όμως τους περισσότερους τους κατάπιε το κύμα, γιατί δεν ήξεραν κολύμπι. Κι όταν τα καράβια της πρώτης γραμμής τους τράπηκαν σε φυγή, τότε ήταν που βυθίζονταν τα περισσότερα. Γιατί όσων τα καράβια είχαν παραταχτεί στις πιο πίσω γραμμές, πασχίζοντας να βγουν μπροστά, για να έχουν να δείξουν κι αυτοί κάποιο ανδραγάθημα στο βασιλιά τους, συγκρούονταν με δικά τους καράβια που είχαν τραπεί σε φυγή. Μες σ᾽ αυτή την κοσμοχαλασιά συνέβη και το εξής: κάποιοι από τους Φοίνικες, που τα καράβια τους είχαν βυθιστεί, πήγαν εκεί που ήταν ο βασιλιάς και συκοφαντούσαν τους Ίωνες, πως τάχα από δικό τους φταίξιμο, επειδή πρόδωσαν, χάθηκε ο στόλος. Αλλά νά που ήρθαν έτσι τα πράματα, ώστε και οι στρατηγοί των Ιώνων να μην αφανιστούν και οι Φοίνικες που συκοφάντησαν να πάρουν τον μιστό που θα πούμε παρακάτω. Δεν είχαν σταματήσει τις συκοφαντίες τους, όταν ένα καράβι της Σαμοθράκης κάρφωσε το έμβολό του σε αθηναϊκό καράβι. Λοιπόν το αθηναϊκό καράβι βυθιζόταν, όταν ένα καράβι της Αίγινας ρίχτηκε με ορμή και βύθισε το καράβι της Σαμοθράκης. Λοιπόν, καθώς οι Σαμοθράκες είναι ακοντιστές, ρίχνοντας ακόντια έριξαν στη θάλασσα το πλήρωμα του καραβιού που τους είχε βυθίσει, ανέβηκαν στο καράβι και το κυρίεψαν. Αυτό το γεγονός στάθηκε η σωτηρία των Ιώνων· γιατί, μόλις τους είδε ο Ξέρξης να εκτελούν ένα λαμπρό ανδραγάθημα, τα έβαλε με τους Φοίνικες· κι έτσι που ήταν φαρμακωμένος απ᾽ τη στεναχώρια κι έκανε σα να του έφταιγαν οι πάντες, διέταξε να τους κόψουν τα κεφάλια, για να μη συκοφαντούν τους καλύτερούς τους, την ώρα που οι ίδιοι τους αποδείχτηκαν δειλοί. Γιατί ο Ξέρξης καθισμένος στα χαμηλώματα του βουνού που υψώνεται απέναντι απ᾽ τη Σαλαμίνα κι ονομάζεται Αιγάλεω, όσο κρατούσε η ναυμαχία, όποτε έβλεπε κάποιον δικό του να κάνει ανδραγάθημα, ρωτούσε να μάθει ποιός το έκανε, κι οι γραμματικοί του σημείωναν τον τριήραρχο, προσθέτοντας το πατρώνυμο και την πόλη του. Κι επίσης έβαλε ένα χέρι γι᾽ αυτό το πάθημα των Φοινίκων ο Αριαράμνης, Πέρσης που καθόταν δίπλα στο βασιλιά κι ήταν φίλος των Ιώνων.
Λοιπόν αυτοί τα έβαλαν με τους Φοίνικες· κι ενώ οι βάρβαροι τράπηκαν σε φυγή και υποχωρούσαν με τα καράβια τους προς το Φάληρο, οι Αιγινήτες έπιασαν θέση στο στενό πέρασμα κι έκαναν αξιόλογα κατορθώματα. Γιατί απ᾽ τη μεριά τους τα καράβια των Αθηναίων μέσα στην κοσμοχαλασιά συνέτριβαν τα εχθρικά καράβια, όσα τους πρόβαλαν αντίσταση κι όσα τρέπονταν σε φυγή, ενώ οι Αιγινήτες όσα έβγαιναν απ᾽ το πεδίο της μάχης· κι έτσι κι ένα καράβι γλίτωνε απ᾽ τους Αθηναίους, με την ορμή που έπλεε ερχόταν κι έπεφτε πάνω στους Αιγινήτες. Τότε συναντήθηκαν κατά τύχη το καράβι του Θεμιστοκλή, που καταδίωκε εχθρικό καράβι, και του Αιγινήτη Πολυκρίτου, του γιου του Κριού, που κάρφωσε το έμβολό του σε καράβι της Σιδώνας, σ᾽ εκείνο που αιχμαλώτισε το αιγινήτικο καράβι που ήταν προφυλακή του στόλου στη Σκιάθο κι είχε επιβάτη τον Πυθέα, το γιο του Ισχενόου, που, με το σώμα του αγνώριστο απ᾽ τα τραύματα, οι Πέρσες τον είχαν στο καράβι τους και τον καμάρωναν, εξαιτίας της ανδρείας του· λοιπόν, το καράβι της Σιδώνας που τον έφερνε παντού μαζί με τους Πέρσες έπεσε στα χέρια των εχθρών τους, με αποτέλεσμα ο Πυθέας να γυρίσει ζωντανός μ᾽ αυτό τον τρόπο στην Αίγινα. Και, μόλις ο Πολύκριτος αντίκρισε το αθηναϊκό καράβι, βλέποντας τη σημαία αναγνώρισε τη ναυαρχίδα και βάζοντας φωνή τα έψαλλε στον Θεμιστοκλή, σαρκάζοντας για τη μομφή εναντίον των Αιγινητών, ότι μήδιζαν. Λοιπόν, βυθίζοντας καράβι με το έμβολο ο Πολύκριτος αυτές τις βρισιές έριξε κατά πρόσωπο στον Θεμιστοκλή· οι βάρβαροι πάλι, όσων τα καράβια σώθηκαν, φεύγοντας έφτασαν στο Φάληρο καταφεύγοντας στην προστασία του πεζικού τους. Σ᾽ αυτή τη ναυμαχία την πιο μεγάλη δόξα την κέρδισαν οι Αιγινήτες και μετά απ᾽ αυτούς οι Αθηναίοι, ενώ σαν άτομα ο Πολύκριτος ο Αιγινήτης και οι Αθηναίοι Ευμένης, από το δήμο Αναγυρούντα, κι ο Αμεινίας απ᾽ την Παλλήνη, αυτός που κοντά στ᾽ άλλα καταδίωξε την Αρτεμισία. Λοιπόν, αν είχε αντιληφτεί πως πάνω σ᾽ εκείνο το καράβι έπλεε η Αρτεμισία, δε θα σταματούσε πριν την αιχμαλωτίσει ή πριν πέσει αιχμάλωτος ο ίδιος. Γιατί είχε δοθεί τέτοια διαταγή στους τριηράρχους των Αθηναίων κι επίσης είχε αθλοθετηθεί βραβείο χίλιες δραχμές για όποιον την πιάσει ζωντανή· γιατί τους έθιγε το φιλότιμο να εκστρατεύσει γυναίκα εναντίον της Αθήνας. Αλλά εκείνη βέβαια, όπως έχω πει παραπάνω, ξέφυγε· κι οι υπόλοιποι, που τα καράβια τους είχαν σωθεί, βρίσκονταν στο Φάληρο. Οι Αθηναίοι πάλι λένε πως ο Αδείμαντος, ο στρατηγός των Κορινθίων, αμέσως κι από την πρώτη στιγμή, με την έναρξη της ναυμαχίας, αναστατωμένος και πανικόβλητος σήκωσε τα πανιά και τράπηκε βιαστικά σε φυγή· και οι Κορίνθιοι, βλέποντας τη ναυαρχίδα τους να τρέπεται σε φυγή, έκαναν το ίδιο, έφευγαν βιαστικά. Και φεύγοντας έφτασαν εκεί κατά το ακρογιάλι της Ελευσίνας όπου βρίσκεται ο ναός της Αθηνάς Σκιράδας, όταν ήρθε και τους συνάντησε πλοιάριο σταλμένο απ᾽ τους θεούς· ποιός το έστειλε, ποτέ δεν έγινε φανερό, ενώ ούτε και οι Κορίνθιοι, που ήρθε και τους συνάντησε, είχαν κάποια πληροφορία για το πώς εξελίσσεται η ναυμαχία. Και νά πώς έφτασαν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έργο θεού· γιατί μόλις πλησίασαν στα καράβια, οι ναύτες του πλοιαρίου έλεγαν τα εξής: «Αδείμαντε, εσύ βέβαια πήρες τα καράβια σου και τράπηκες σε φυγή, καταπροδίνοντας τους Έλληνες· όμως νά που αυτοί βγαίνουν νικητές και μάλιστα στο βαθμό που οι ίδιοι εύχονταν να βάλουν κάτω τους εχθρούς». Ο Αδείμαντος δεν έδινε πίστη στα λόγια τους αυτά, γι᾽ αυτό γυρνούν και του λένε τα εξής, πως αυτοί δέχονται να τους πάρει ομήρους και, αν δεν αποδειχτεί πως οι Έλληνες νικούν, να τους σκοτώσει. Κι έτσι, δίνοντας αντίθετη πορεία στα καράβια, κι ο ίδιος και οι άλλοι έφτασαν στο στρατόπεδο κατόπιν εορτής. Λοιπόν οι Αθηναίοι αυτή τη φήμη διέδωσαν γι᾽ αυτούς, οι Κορίνθιοι όμως δεν το παραδέχονται κάθε άλλο! αλλά θεωρούν πως ήταν οι ίδιοι τους από τους πρωταγωνιστές της ναυμαχίας· μάρτυράς τους γι᾽ αυτό είναι και η υπόλοιπη Ελλάδα. Κι ο Αριστείδης, ο γιος του Λυσιμάχου, Αθηναίος πολίτης, που τον μνημόνευσα και λίγο παραπάνω ως άντρα με μοναδική αρετή, μες στην κοσμοχαλασιά που επικρατούσε στη θάλασσα της Σαλαμίνας, νά τί έκανε· παρέλαβε πολλούς βαριά οπλισμένους, γνήσιους Αθηναίους, που ήταν παραταγμένοι στις ακτές της Σαλαμίνας, και τους αποβίβασε στο νησί Ψυττάλεια· κι αυτοί πετσόκοψαν όλους τους Πέρσες που βρίσκονταν στο νησάκι αυτό.
Πηγή: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=206
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=205
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=204
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=203





Η ηρωική μάχη και προδοσία των Θερμοπυλων σύμφωνα με τις Ιστορίες του Ηροδοτου

Αυτοί λοιπόν σχεδίαζαν να ενεργήσουν μ᾽ αυτό τον τρόπο· οι Έλληνες όμως που βρίσκονταν στις Θερμοπύλες, όταν ο Πέρσης πλησίασε στην είσοδο των στενών, τρομοκρατημένοι άρχισαν να σκέφτονται ν᾽ αποτραβηχτούν. Λοιπόν, οι άλλοι Πελοποννήσιοι αποφάσισαν να παν στην Πελοπόννησο και να πιάσουν να φρουρούν τον Ισθμό· ο Λεωνίδας όμως, καθώς οι Φωκείς και οι Λοκροί έγιναν έξω φρενών μ᾽ αυτή τη γνώμη, πρότεινε να μείνουν εκεί και να στείλουν αγγελιοφόρους στις πόλεις παραγγέλνοντας να στείλουν ενισχύσεις, γιατί αυτοί ήταν λίγοι για ν᾽ αποκρούσουν το στρατό των Μήδων. Ενώ αυτοί συσκέπτονταν γι᾽ αυτό το θέμα, ο Ξέρξης έστελνε καβαλάρη κατάσκοπο να δει πόσοι είναι και τί κάνουν. Κι είχε κιόλας ακούσει απ᾽ τον καιρό που βρισκόταν στη Θεσσαλία πως σ᾽ αυτό το μέρος είχε συγκεντρωθεί μικρό στράτευμα και πως αρχηγοί ήταν οι Λακεδαιμόνιοι και ο Λεωνίδας, απόγονος του Ηρακλή. Μόλις ο καβαλάρης έφτασε κοντά στο στρατόπεδο, εξέταζε και παρατηρούσε το στρατόπεδο, όχι βέβαια ολόκληρο· γιατί δεν ήταν δυνατό να παρατηρήσει καλά όσους ήταν παραταγμένοι στο εσωτερικό του τείχους, που το ξανάχτισαν και το φρουρούσαν· κι έτσι έβλεπε τί έκαναν αυτοί που ήταν έξω, που είχαν αποθέσει τα όπλα τους μπροστά απ᾽ το τείχος. Κι εκείνη την ώρα έτυχε να είναι παραταγμένοι έξω οι Λακεδαιμόνιοι. Έβλεπε λοιπόν άλλους άντρες να γυμνάζονται κι άλλους να χτενίζουν τα μαλλιά τους. Παραξενεύτηκε απ᾽ αυτό το θέαμα και τους μετρούσε· κι αφού τα παρατήρησε όλα με ακρίβεια, γύρισε πίσω καβάλα στ᾽ άλογό του ανενόχλητος· γιατί κανένας δεν τον καταδίωκε, ούτε καν έδειχναν να τον προσέχουν· γύρισε λοιπόν πίσω κι έλεγε στον Ξέρξη όλα όσα είχε δει. Ακούοντάς τον ο Ξέρξης δεν μπορούσε να καταλάβει τί πραγματικά συνέβαινε, δηλαδή πως αυτοί ετοιμάζονταν να σκοτωθούν και να σκοτώσουν όσο πιο πολλούς μπορούσαν· αλλά, επειδή αυτά που έκαναν του φαίνονταν γελοία, κάλεσε τον Δημάρατο, το γιο του Αρίστωνος, που βρισκόταν στο στρατόπεδο. Κι όταν έφτασε, τον ρωτούσε τα καθέκαστα, θέλοντας να καταλάβει αυτό που έκαναν οι Λακεδαιμόνιοι. Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Μ᾽ άκουσες και την προηγούμενη φορά, όταν μπαίναμε στο δρόμο για την Ελλάδα, να σου μιλώ γι᾽ αυτούς τους άντρες· κι όταν μ᾽ άκουσες, γέλασες με μένα που έλεγα ποιά έκβαση έβλεπα πως θα έχουν αυτές οι επιχειρήσεις. Γιατί για μένα, βασιλιά μου, ο πιο μεγάλος αγώνας είναι να σου παρουσιάζω την αλήθεια. Άκουσέ με λοιπόν και τώρα. Οι άντρες αυτοί ήρθαν για να δώσουν μάχη με μας για το πέρασμα του στενού και γι᾽ αυτό προετοιμάζονται. Γιατί έχουν τον ακόλουθο νόμο: όταν είναι να δώσουν μάχη για ζωή ή θάνατο, τότε στολίζουν το κεφάλι τους. Και βάλε το καλά στο νου σου· αν υποδουλώσεις αυτούς εδώ και τους άλλους που έχουν μείνει στη Σπάρτη, δεν υπάρχει κανένα άλλο έθνος στον κόσμο που θα τολμήσει να σηκώσει χέρι εναντίον σου· γιατί τώρα πας να χτυπηθείς με τον πρώτο και καλύτερο βασιλιά των Ελλήνων και τους άντρες με την ανώτερη πολεμική αρετή». Τα λόγια αυτά φάνηκαν πέρα για πέρα απίστευτα στον Ξέρξη κι έκανε μια δεύτερη ερώτηση: πώς είναι δυνατό, την ώρα που είναι τόσο λίγοι, να δώσουν μάχη με τη στρατιά του. Κι ο άλλος αποκρίθηκε: «Βασιλιά μου, να μ᾽ έχεις για ψεύτη, αν τα πράματα δεν ακολουθήσουν το δρόμο που λέω εγώ». Με τα λόγια του αυτά δεν έπειθε τον Ξέρξη. Άφησε λοιπόν να περάσουν τέσσερες μέρες, με την προσδοκία πάντοτε πως αυτοί θα το βάλουν στα πόδια· την πέμπτη μέρα όμως, καθώς δε σηκώνονταν να φύγουν αλλά έμεναν στη θέση τους, από ξιπασιά κι αποκοτιά, όπως νόμιζε, οργισμένος στέλνει εναντίον τους τούς Μήδους και τους Κισσίους, με εντολή να τους πιάσουν ζωντανούς και να τους φέρουν μπροστά του. Κι όταν οι Μήδοι ρίχτηκαν ορμητικά πάνω στους Έλληνες, σκοτώνονταν πολλοί, αλλά άλλοι έπαιρναν τη θέση τους, και δεν έκαναν πίσω, αν και πάθαιναν μεγάλο χαλασμό. Και τότε έβλεπε ο καθένας, και προπάντων ο ίδιος ο βασιλιάς, πως οι άνθρωποί του ήταν πολλοί, άντρες όμως λίγοι. Κι η σύγκρουση κράτησε όλη τη μέρα. Κι όταν οι Μήδοι πήραν άγριο χτύπημα, τότε αποσύρθηκαν και ρίχτηκαν στη μάχη οι Πέρσες που τους αντικατέστησαν, αυτοί που ο βασιλιάς τούς αποκαλούσε αθανάτους κι είχαν αρχηγό τους τον Υδάρνη, με την ιδέα πως αυτοί πια εύκολα θα τους έβαζαν κάτω. Αλλά όταν κι αυτοί ήρθαν στα χέρια με τους Έλληνες, δεν τα κατάφεραν καθόλου καλύτερα απ᾽ τον μηδικό στρατό, αλλά τα ίδια, για τον πρόσθετο λόγο που έδιναν μάχη σε στενοποριά και πολεμούσαν με δόρατα κοντύτερα από των Ελλήνων και δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την αριθμητική τους υπεροχή. Εκείνο που αξίζει ν᾽ αναφερθεί είναι ο τρόπος που πολεμούσαν οι Λακεδαιμόνιοι, καθώς έδειχναν με πολλές ενέργειες πως κάτεχαν απόλυτα την τέχνη του πολέμου, ενώ οι άλλοι δεν είχαν ιδέα απ᾽ αυτά, ιδιαίτερα μ᾽ αυτόν τον ελιγμό: κάθε τόσο έστρεφαν τα νώτα, δίνοντας την εντύπωση πως το ᾿βαλαν όλοι μαζί στα πόδια· κι οι βάρβαροι βλέποντάς τους να το βάζουν στα πόδια ρίχνονταν καταπάνω τους με φωνές και κακό· εκείνοι όμως, τη στιγμή που τους προλάβαιναν οι άλλοι, έκαναν στροφή κι έρχονταν αντιμέτωποι με τους βαρβάρους και με τη μεταβολή αυτή που έκαναν έστρωναν κάτω αναρίθμητους Πέρσες, με το σωρό· σ᾽ αυτή την επιχείρηση έπεφταν λίγοι κι απ᾽ τους ίδιους τους Σπαρτιάτες. Και καθώς οι Πέρσες δεν μπορούσαν να κερδίσουν κάποιο έδαφος στη στενοποριά, μ᾽ όλες τις επιθέσεις που έκαναν πότε με κανονική τάξη και πότε με διάφορους άλλους τρόπους, τραβήχτηκαν πίσω. Λένε πως, όσο κρατούσαν αυτές οι εχθροπραξίες, ο βασιλιάς παρακολουθώντας τες αναπήδησε τρεις φορές από το θρόνο του, γιατί πήρε φόβο για το στρατό του. Τότε λοιπόν αγωνίστηκαν μ᾽ αυτό τον τρόπο· και την άλλη μέρα οι βάρβαροι δεν τα κατάφερναν καθόλου καλύτερα στον αγώνα· γιατί έκαναν εφόδους ελπίζοντας πως, καθώς έτσι κι αλλιώς οι Έλληνες ήταν λίγοι κι έχουν χύσει βρύση το αίμα, δε θα είχαν πια το κουράγιο να σηκώσουν χέρι να τους αντισταθούν. Οι Έλληνες όμως ήταν παραταγμένοι κανονικά, το κάθε τάγμα κι η κάθε φυλή στη γραμμή της· το κάθε τάγμα έμπαινε στη μάχη με τη σειρά του, εκτός από τους Φωκείς· αυτοί πήραν εντολή να πιάσουν θέσεις στο βουνό για να φρουρήσουν το μονοπάτι. Τέλος οι Πέρσες, καθώς έβλεπαν πως τίποτε δεν άλλαζε από την προηγούμενη μέρα, τραβήχτηκαν πίσω. Εκεί λοιπόν που ο βασιλιάς βρισκόταν σε αμηχανία, πώς ν᾽ αντιμετωπίσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε, ήρθε σε συνεννοήσεις μαζί του ο Εφιάλτης, ο γιος του Ευρυδήμου, από τη Μαλίδα, και, προσδοκώντας ν᾽ αποκομίσει κάποια μεγάλη αμοιβή από τον βασιλιά, του μαρτύρησε το μονοπάτι που, διασχίζοντας το βουνό, καταλήγει στις Θερμοπύλες, και που έγινε αιτία ν᾽ αφανιστούν οι Έλληνες που κρατούσαν άμυνα εκεί. Αργότερα, καθώς φοβόταν τους Λακεδαιμονίους, κατέφυγε στη Θεσσαλία και, ενώ ήταν φευγάτος απ᾽ την πατρίδα του, οι Πυλαγόρες (οι αντιπρόσωποι των Αμφικτυόνων που συνεδρίαζαν στην Πυλαία) επικήρυξαν το κεφάλι του με χρηματικό ποσό. Κι αφού πέρασε καιρός γιατί ξαναγύρισε στην Αντίκυρα δολοφονήθηκε από έναν Τραχίνιο, τον Αθηνάδη. Ετούτος ο Αθηνάδης σκότωσε βέβαια τον Εφιάλτη για άλλη αιτία, που θα την εκθέσω στα τελευταία βιβλία της ιστορίας μου, τιμήθηκε όμως το ίδιο εξαιρετικά από τους Λακεδαιμονίους. Λοιπόν, μετά απ᾽ αυτό τον πόλεμο, αυτό ήταν το τέλος του Εφιάλτη. Ακούεται όμως και μια άλλη εκδοχή, πως είναι ο Ονήτης, ο γιος του Φαναγόρα από την Κάρυστο, κι ο Κορυδαλλός απ᾽ την Αντίκυρα που έδωσαν στο βασιλιά αυτή την πληροφορία κι έδειξαν τα κατατόπια του βουνού στους Πέρσες, αλλά εγώ με κανένα τρόπο δε δίνω πίστη σ᾽ αυτήν. Και το συμπέρασμά μου βγαίνει πρώτα πρώτα απ᾽ το εξής: οι Έλληνες Πυλαγόρες δεν επικήρυξαν με χρηματικό ποσό το κεφάλι του Ονήτη και του Κορυδαλλού, αλλά του Εφιάλτη από την Τραχίνα και βέβαια ετούτοι θα είχαν εξασφαλίσει τις ακριβέστερες πληροφορίες· κατόπιν, είναι γνωστό πως, για ν᾽ αποφύγει αυτή την κατηγορία, ο Εφιάλτης εγκατέλειψε τη χώρα του. Βέβαια θα μπορούσε να γνωρίζει αυτό το μονοπάτι ο Ονήτης, κι ας μην ήταν από τη Μαλίδα, αν είχε κάνει πολύ στα μέρη αυτά. Αλλά, επειδή ο Εφιάλτης είναι που τους έφερε από το μονοπάτι να κάνουν το γύρο του βουνού, σ᾽ αυτόν επιρρίπτω την ενοχή. Κι ο Ξέρξης, γιατί του άρεσαν τα όσα του υποσχέθηκε να πράξει ο Εφιάλτης, καταχαρούμενος έστειλε αμέσως τον Υδάρνη και το σώμα που διοικούσε ο Υδάρνης. Ξεκίνησαν από το στρατόπεδο την ώρα που ανάβουν τα λυχνάρια. Τώρα, το μονοπάτι αυτό το ανακάλυψαν οι ντόπιοι Μαλιείς· και, μόλις το ανακάλυψαν, οδήγησαν τους Θεσσαλούς εναντίον των Φωκέων, τότε, όταν οι Φωκείς φράζοντας με τείχος το πέρασμα ένιωθαν πως δεν κινδυνεύουν απ᾽ τους εχθρούς. Κι από τον παλιό εκείνο καιρό είχε γίνει ολοφάνερο πως ήταν εντελώς άχρηστο για τους Μαλιείς. Νά πώς είναι αυτό το μονοπάτι· ξεκινά από τον ποταμό Ασωπό που κυλά τα νερά του μέσ᾽ από το φαράγγι· κι είναι γνωστό και το βουνό αυτό και το μονοπάτι με το ίδιο όνομα, Ανόπαια· κι η Ανόπαια αυτή πιάνει πέρα πέρα τη ράχη του βουνού και καταλήγει στην περιοχή της πόλης Αλπηνοί (που είναι η πρώτη πόλη των Λοκρών που συναντάς όταν έρχεσαι απ᾽ τη Μαλίδα), ακριβώς στις τοποθεσίες που είναι γνωστές με τ᾽ όνομα Πέτρα του Μελαμπύγου και Λημέρια των Κερκώπων· εκεί βρίσκεται και το πιο στενό σημείο του περάσματος. Παίρνοντας λοιπόν αυτό το μονοπάτι, που είναι όπως το περιέγραψα, οι Πέρσες διάβηκαν τον Ασωπό και συνέχισαν να πορεύονται όλη τη νύχτα, έχοντας στο δεξί τους χέρι τα βουνά της Οίτης και στ᾽ αριστερό τα βουνά της Τραχίνας. Γλυκοχάραζε πια η αυγή κι έφτασαν στην κορυφή του βουνού. Σ᾽ αυτό το σημείο του βουνού, όπως και προηγουμένως έχω αναφέρει, ήταν φρουρά χίλιοι βαριά οπλισμένοι Φωκείς, για να σώζουν τη χώρα τους και να φρουρούν το μονοπάτι. Γιατί το πέρασμα που βρίσκεται χαμηλά το φρουρούσαν εκείνοι για τους οποίους έκανα λόγο, αλλά το μονοπάτι που διέσχιζε το βουνό το φρουρούσαν οι Φωκείς, κατά το λόγο που από μόνοι τους είχαν δώσει στον Λεωνίδα. Και νά πώς οι Φωκείς αντιλήφθηκαν ότι οι Πέρσες είχαν ανεβεί στο βουνό· η ανάβαση των εχθρών δε γινόταν αντιληπτή, επειδή το βουνό ήταν πέρα ώς πέρα πυκνά δασωμένο με βαλανιδιές. Καθώς όμως βασίλευε γαλήνη, ακούστηκε μεγάλος θόρυβος, όπως ήταν φυσικό με το φύλλωμα που ήταν χυμένο κάτω απ᾽ τα πόδια τους. Οι Φωκείς τότε πετάχτηκαν όρθιοι και ντύνονταν τις πανοπλίες τους, κι εκείνη τη στιγμή νά τοι κι οι βάρβαροι, που, όταν αντίκρισαν άντρες να ντύνονται με τις πανοπλίες τους, σάστισαν· γιατί, ενώ έλπιζαν πως δε θα συναντήσουν καμιά αντίσταση, έπεσαν πάνω σε στρατό. Τότε ο Υδάρνης κυριεύτηκε από μεγάλο φόβο, μήπως οι Φωκείς ήταν Λακεδαιμόνιοι, και ρωτούσε τον Εφιάλτη ποιάς πόλης ήταν ο στρατός· κι όταν έμαθε την αλήθεια, παρέταξε τους Πέρσες για μάχη. Κι οι Φωκείς, καθώς έπεφταν πάνω τους πολλά και πυκνά βέλη, πήραν να φεύγουν βιαστικά προς την κορυφή του βουνού, με την ιδέα πως αυτοί ήταν ο αρχικός στόχος του εχθρού κι ετοιμάζονταν ν᾽ αγωνιστούν για ζωή ή για θάνατο. Αυτοί λοιπόν αυτά έβαζαν με το νου τους, οι Πέρσες όμως που ακολουθούσαν τον Εφιάλτη και τον Υδάρνη αδιαφορούσαν ολότελα για τους Φωκείς, και πήραν να κατηφορίζουν βιαστικά απ᾽ το βουνό. Πρώτος ο μάντης Μεγιστίας ειδοποίησε τους Έλληνες που βρίσκονταν στις Θερμοπύλες για το θάνατο που τους περίμενε με το γλυκοχάραμα, αφού παρατήρησε τα σπλάχνα των σφαγίων της θυσίας· ύστερα ήταν κι οι αυτόμολοι απ᾽ τον εχθρό που ανάγγειλαν ότι οι Πέρσες τους περικύκλωναν. Αυτοί λοιπόν έδωσαν το μήνυμα όσο ακόμα κρατούσε η νύχτα· τρίτοι έφτασαν οι σκοποί που ροβολώντας κατέβηκαν απ᾽ τις βουνοκορφές καθώς πήρε να φωτίζει η μέρα. Τότε οι Έλληνες έκαναν σύσκεψη κι οι γνώμες τους χωρίστηκαν στα δυο· δηλαδή άλλοι δε δέχονταν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους, ενώ άλλοι πρότειναν το αντίθετο. Κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτά χώρισαν, κι άλλοι σηκώθηκαν κι έφυγαν, σκόρπισαν κι ο καθένας πήρε το δρόμο για τη δική του πόλη, όμως άλλοι πήραν την απόφαση να μείνουν εκεί μαζί με τον Λεωνίδα. Υπάρχει όμως κι άλλη εκδοχή· πως τους έστειλε στο καλό ο ίδιος ο Λεωνίδας, μεριμνώντας να μη πάνε χαμένοι, ενώ για τον ίδιο και τους Σπαρτιάτες που ήταν μαζί του θα ᾿ταν άπρεπο να εγκαταλείψουν τη θέση που είχαν αποστολή να φυλάξουν. Εγώ συντάσσομαι απόλυτα μ᾽ αυτή τη γνώμη, δηλαδή ο Λεωνίδας, επειδή αντιλήφτηκε πως οι σύμμαχοι δεν είχαν καρδιά να μείνουν και να ριψοκινδυνεύσουν μαζί του εθελοντικά, τους πρόσταξε ν᾽ αποσυρθούν, όμως, είπε, για τον ίδιο δεν ήταν όμορφο να φύγει· μένοντας όμως εκεί, θ᾽ άφηνε πίσω του μεγάλη δόξα και δε θα έπαυε να είναι ευτυχισμένη η Σπάρτη. Γιατί η Πυθία είχε δώσει χρησμό στους Σπαρτιάτες, όταν πήγαν και ρωτούσαν γι᾽ αυτό τον πόλεμο, την πρώτη κιόλας στιγμή που ξεσηκώθηκε, πως ή οι βάρβαροι θα κάνουν άνω κάτω τη Λακωνία ή θα σκοτωθεί ο βασιλιάς τους. Και τους δίνει χρησμούς σε δακτυλικούς εξαμέτρους που έλεγαν τα εξής: Εσάς, της Σπάρτης κάτοικοι, της όμορφα χτισμένης, νά τί σας περιμένει: ή τη μεγάλη πόλη σας, την ξακουστή, κουρσεύουν τα εγγόνια του Περσέα ή ετούτη ζει, μα θα πενθεί και ο λαός κι η χώρα του ήρωα Λακεδαίμονα τον σκοτωμένο βασιλιά, απ᾽ του Ηρακλή τη ρίζα. Κι αυτόν των ταύρων η ορμή να τον κρατήσει δεν μπορεί ούτε και των λεόντων· του Δία έχει τη δύναμη ο Πέρσης· και κανένας δεν τονε σταματά, προτού την πόλη είτε το ρήγα της κάνει χίλια κομμάτια. Λοιπόν, λέω πως αυτά έχοντας στο νου του και θέλοντας να θησαυρίσει δόξα μονάχα για τους Σπαρτιάτες ο Λεωνίδας έστειλε στο καλό τους συμμάχους, κι όχι πως ήρθαν σε διχογνωμία αυτοί που έφυγαν, κι έφυγαν καταλύοντας την πειθαρχία. Και θεωρώ ισχυρή απόδειξη γι᾽ αυτή τη γνώμη μου το εξής: και τον μάντη που συνόδευε αυτό το εκστρατευτικό σώμα, τον Μεγιστία τον Ακαρνάνα (αυτόν που παρατηρώντας τα σφάγια είπε ποιά έκβαση θα έχουν τα πράματα γι᾽ αυτούς), που έλεγαν ότι η καταγωγή του κρατούσε από τον Μελάμποδα, ολοφάνερα τον έστελνε πίσω ο Λεωνίδας, για να μη χαθεί μαζί τους. Κι αυτός, κι ας τον έστελνε πίσω, δε δέχτηκε να τους εγκαταλείψει, αλλά έστειλε πίσω το γιο του, που έπαιρνε μαζί του μέρος στην εκστρατεία και που του ήταν μονάκριβος. Οι σύμμαχοι λοιπόν, που τους έστελνε στο καλό ο Λεωνίδας, υπακούοντάς τον έφυγαν βιαστικά, οι Θεσπιείς όμως κι οι Θηβαίοι έμειναν ώς το τέλος, μονάχα αυτοί, κοντά στους Λακεδαιμονίους. Απ᾽ αυτούς οι Θηβαίοι έμειναν άθελά τους κι αντίθετα με την επιθυμία τους (γιατί τους κρατούσε ο Λεωνίδας θεωρώντας τους ομήρους), ενώ οι Θεσπιείς το ήθελαν μ᾽ όλη τους την καρδιά· αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τον Λεωνίδα και τους άντρες του και να σηκωθούν να φύγουν, αλλά έμειναν ώς το τέλος και πέθαναν μαζί τους. Στρατηγός τους ήταν ο Δημόφιλος, ο γιος του Διαδρόμου.
Ο Ξέρξης με την ανατολή του ήλιου πρόσφερε σπονδές κι ύστερα περίμενε την ώρα που η αγορά γεμίζει κόσμο και τότε επιχείρησε την επίθεση· γιατί αυτό του είχε παραγγείλει ο Εφιάλτης, επειδή η κατάβαση από το βουνό είναι συντομότερη κι η απόσταση πολύ πιο μικρή απ᾽ ό,τι ο γύρος του βουνού και η ανάβαση. Κι οι βάρβαροι του Ξέρξη πλησίαζαν κι οι Έλληνες που περιστοίχιζαν τον Λεωνίδα, μια και θα επιχειρούσαν έξοδο θανάτου, τώρα πια έβγαιναν πολύ πιο έξω απ᾽ ό,τι στην αρχή, στο πλατύτερο μέρος του αυχένα. Γιατί τις προηγούμενες μέρες, θέλοντας να υπερασπίζουν το προστατευτικό τείχος, έδιναν μάχη στη στενωπό, χωρίς ν᾽ απομακρύνονται πολύ από το τείχος. Όμως τη μέρα εκείνη έδιναν τη μάχη έξω από τα στενά και σκοτώνονταν πολλοί βάρβαροι· γιατί οι αρχηγοί των ταγμάτων στέκονταν πίσω τους κρατώντας μαστίγια και μαστίγωναν όλους τους άντρες τους προστάζοντάς τους να βαδίζουν συνεχώς μπροστά. Πολλοί απ᾽ αυτούς λοιπόν έπεφταν στη θάλασσα κι αφανίζονταν και πολύ περισσότερους ακόμη τους καταπατούσαν ζωντανούς οι δικοί τους· και κανένας δεν έδινε την παραμικρή σημασία στο σύντροφό του που σκοτωνόταν. Γιατί απ᾽ τη μεριά τους οι Έλληνες ξέροντας καλά πως όπου να ᾿ναι έρχεται ο θάνατος από εκείνους που έκαναν την κυκλωτική κίνηση απ᾽ το βουνό, έφτασαν στην κορυφή της παλικαριάς τους χτυπώντας τους βαρβάρους, αψηφώντας το θάνατο μες στη μανία της αποκοτιάς τους. Λοιπόν, τα δόρατα των περισσότερων απ᾽ αυτούς είχαν κιόλας τσακιστεί, ετούτοι όμως με τα ξίφη τους πετσόκοβαν τους Πέρσες. Και σ᾽ αυτόν τον αγώνα πέφτει ο Λεωνίδας αφού αποδείχτηκε άντρας με λαμπρότατη παλικαριά και μαζί του κι άλλοι σημαντικοί Σπαρτιάτες, που εγώ ρώτησα κι έμαθα τα ονόματά τους (μάλιστα έμαθα κι όλων των Τριακοσίων). Κι απ᾽ την άλλη μεριά, από τους Πέρσες πέφτουν σ᾽ αυτή τη μάχη πολλοί και σημαντικοί, κι ανάμεσά τους δυο γιοι του Δαρείου, ο Αβροκόμης κι ο Υπεράνθης, που τους είχε χαρίσει στον Δαρείο η θυγατέρα του Αρτάνη, η Φραταγούνη. Ο Αρτάνης αυτός ήταν αδερφός του βασιλιά Δαρείου και γιος του Υστάσπη, γιου του Αρσάμη· που, όταν έδωσε τη θυγατέρα του γυναίκα στον Δαρείο, του έδωσε προίκα ολόκληρη την περιουσία του, μια και δεν είχε άλλο παιδί εκτός απ᾽ αυτή. Σ᾽ αυτή τη μάχη λοιπόν πέφτουν πολεμώντας τα δυο αυτά αδέρφια του Ξέρξη, ενώ για το πτώμα του Λεωνίδα Πέρσες και Λακεδαιμόνιοι έδωσαν ανάμεσά τους πολύωρη μάχη σώμα με σώμα, ωσότου οι Έλληνες με την αντρεία τους το τράβηξαν προς το μέρος τους κι έτρεψαν σε φυγή τον εχθρό τέσσερες φορές. Έτσι συνεχίστηκε για ώρα η μάχη, ώς τη στιγμή που έφτασαν εκείνοι που οδηγούσε ο Εφιάλτης. Όταν οι Έλληνες αντιλήφθηκαν τον ερχομό τους, από εκείνη την ώρα ο αγώνας άλλαξε μορφή· γιατί οπισθοχώρησαν στη στενοποριά και προσπερνώντας το τείχος ήρθαν και πήραν θέση όλοι τους συσπειρωμένοι, εκτός απ᾽ τους Θηβαίους, στο ύψωμα· το ύψωμα αυτό βρίσκεται στην είσοδο των στενών, εκεί όπου σήμερα είναι στημένο το μαρμάρινο λιοντάρι για τον Λεωνίδα. Καθώς αγωνίζονταν χτυπώντας τον εχθρό σ᾽ αυτό το μέρος με πολεμικές μάχαιρες, όσοι ακόμα τύχαινε να έχουν, και με τα χέρια και με τα δόντια, οι βάρβαροι τους έθαψαν κάτω από τα βέλη τους, άλλοι κάνοντας επίθεση κατά μέτωπο, αφού ισοπέδωσαν το προστατευτικό τείχος, κι οι άλλοι, που έκαναν την κυκλωτική κίνηση, κλείνοντάς τους ένα γύρο από παντού.
Τέτοιοι άντρες αναδείχτηκαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Θεσπιείς, αλλά λέγεται πως ανάμεσά τους πιο λαμπρό παλικάρι αναδείχτηκε ο Σπαρτιάτης Διηνέκης· λένε μάλιστα πως, προτού έρθουν στα χέρια με τους Μήδους, είπε την ακόλουθη φράση, ακούοντας από κάποιον Τραχίνιο πως, όταν οι βάρβαροι ρίχνουν με τα τόξα τους, τα αμέτρητα βέλη τους κρύβουν τον ήλιο· τόσο μεγάλο είναι το πλήθος τους· κι ετούτος δεν έδειξε να ταράζεται απ᾽ αυτό κι είπε, περιφρονώντας το πλήθος των Μήδων, ότι τα νέα που τους έφερνε ο ξένος απ᾽ την Τραχίνα ήταν όλα ευχάριστα γι᾽ αυτούς, αφού με τους Μήδους να κρύβουν τον ήλιο θα δοθεί η μάχη εναντίον τους στη σκιά κι όχι κάτω από τον ήλιο. Λένε λοιπόν ότι αυτήν κι άλλες παρόμοιες φράσεις άφησε για να τον θυμούνται οι άνθρωποι ο Διηνέκης. Ύστερ᾽ απ᾽ αυτόν λένε πως έδειξαν λαμπρή παλικαριά δυο αδέρφια, Λακεδαιμόνιοι, ο Αλφεός κι ο Μάρων, γιοι του Ορσιφάντου. Κι ανάμεσα στους Θεσπιείς δοξάστηκε περισσότερο ο Διθύραμβος, ο γιος του Αρματίδη. Γι᾽ αυτούς (που τάφηκαν εκεί όπου έπεσαν) και για κείνους που είχαν σκοτωθεί πριν σηκωθούν να φύγουν εκείνοι που τους έστειλε πίσω ο Λεωνίδας, χαράχτηκε πάνω στον τάφο τους επιγραφή που λέει τα εξής: Σ᾽ αυτό το μέρος, πάει καιρός, οι τέσσερες χιλιάδες απ᾽ το νησί του Πέλοπα με τρία εκατομμύρια εχθρών δώσανε μάχη. Αυτό λοιπόν το επίγραμμα χαράχτηκε πάνω στον κοινό τάφο όλων, αλλά για τους Σπαρτιάτες ιδιαίτερα: Διαβάτη, μήνυμα να πας στους Λακεδαιμονίους: σ᾽ αυτήν εδώ τη γη πέσαμε και κειτόμαστε στο νόμο τους πιστοί. Αυτό λοιπόν για τους Λακεδαιμονίους· και για τον μάντη το εξής: Του Μεγιστία είν᾽ εδώ, του ξακουσμένου μάντη, το μνήμα π᾽ αντικρίζεις. Αυτόν που οι Μήδοι σκότωσαν, καθώς τότε διαβήκαν του Σπερχειού το ρέμα· ήξερε και καλόξερε πως όπου να ᾿ναι θα  ρθουν του θάνατού του οι Μοίρες, μα δεν το καταδέχτηκε, τον βασιλιά της Σπάρτης προδίνοντας, να φύγει. Λοιπόν, οι Αμφικτύονες είναι που στόλισαν τους τάφους τους με επιγράμματα και στήλες, εκτός από το επίγραμμα του μάντη· όμως το επίγραμμα του μάντη Μεγιστία το φιλοτέχνησε ο Σιμωνίδης, ο γιος του Λεωπρέπη, δώρο φιλίας. Λέγεται επίσης πως δυο απ᾽ αυτούς τους τριακοσίους, ο Εύρυτος κι ο Αριστόδημος, ενώ μπορούσαν κρατώντας την ίδια στάση ή να σωθούν γυρίζοντας μαζί στη Σπάρτη, καθώς ο Λεωνίδας τούς έδωσε άδεια να φύγουν απ᾽ το στρατόπεδο κι ήταν κατάκοιτοι στους Αλπηνούς με πονόματο αβάσταχτο, ή, αν δεν ήθελαν να γυρίσουν στην πατρίδα, να πεθάνουν μαζί με τους υπόλοιπους, ενώ λοιπόν μπορούσαν να κάνουν το ένα ή το άλλο απ᾽ αυτά, δε θέλησαν να ᾿χουν την ίδια γνώμη, αλλά πήραν διαφορετικές αποφάσεις: ο Εύρυτος απ᾽ τη μεριά του, μαθαίνοντας την κυκλωτική κίνηση των Περσών, ζήτησε την πανοπλία του, τη φόρεσε και διέταξε τον είλωτά του να τον οδηγήσει στους μαχόμενους, και μόλις τον οδήγησε, ο οδηγός του σηκώθηκε κι έφυγε βιαστικά, αυτός όμως ρίχτηκε μες στο σωρό και σκοτώθηκε· αντίθετα ο Αριστόδημος, καθώς του έλειψε το κουράγιο, έσωσε τη ζωή του. Τώρα, και στην περίπτωση που μόνο ο Αριστόδημος θα ᾿νιωθε πονόματο και θα γύριζε πίσω στη Σπάρτη, και στην περίπτωση που και οι δυο τους θα μεταφέρονταν εκεί, έχω τη γνώμη πως οι Σπαρτιάτες δε θα εκδήλωναν καμιά οργή εναντίον τους· τώρα όμως που ο ένας τους σκοτώθηκε, ενώ ο άλλος, έχοντας τον ίδιο λόγο απαλλαγής, δεν προτίμησε να πεθάνει, δε γινόταν παρά ν᾽ αφήσουν να ξεσπάσει σφοδρή η οργή τους στον Αριστόδημο. Αυτοί λοιπόν λένε πως ο Αριστόδημος σώθηκε κι έφτασε στη Σπάρτη μ᾽ αυτό τον τρόπο και μ᾽ αυτή τη δικαιολογία, άλλοι όμως πως τον είχαν στείλει αγγελιοφόρο από το στρατόπεδο, κι αυτός, ενώ μπορούσε να προλάβει τη μάχη όσο αυτή κρατούσε ακόμα, δεν το επιδίωξε, αλλά καθυστερώντας στο δρόμο σώθηκε, ενώ ο συνάδελφός του αγγελιοφόρος πήγε στη μάχη και σκοτώθηκε. Με το που γύρισε στη Σπάρτη ο Αριστόδημος ζούσε μες στην ντροπή και την περιφρόνηση· νά πώς εκδηλωνόταν η περιφρόνηση: κανένας Σπαρτιάτης δεν του έδινε ν᾽ ανάψει απ᾽ τη φωτιά του ούτε κουβέντιαζε μαζί του· και τον ακολουθούσε ο εμπαιγμός καθώς του έβγαλαν τ᾽ όνομα «Αριστόδημος ο Κιοτής». Αλλά βέβαια στις Πλαταιές ξέπλυνε από πάνω τη μομφή που του φόρτωσαν και ξανακέρδισε την τιμή του. Λεν επίσης πως κι ένας άλλος απ᾽ αυτούς τους τριακοσίους που στάλθηκε αγγελιοφόρος στη Θεσσαλία επέζησε το όνομά του Παντίτης· και πως, με το που γύρισε κι αυτός στη Σπάρτη, έπεσε σ᾽ ανυποληψία και γι᾽ αυτό κρεμάστηκε. Κι οι Θηβαίοι, που στρατηγό τους είχαν τον Λεοντιάδη, πρώτα ήταν στις ίδιες γραμμές με τους Έλληνες και πολεμούσαν εναντίον του στρατού του βασιλιά, δέσμιοι της ανάγκης· μόλις όμως είδαν να παίρνουν το πάνω χέρι οι βάρβαροι, τότε λοιπόν, ενώ οι Έλληνες του Λεωνίδα ανηφόριζαν προς το ύψωμα, αυτοί ξέκοψαν και μ᾽ απλωμένα τα χέρια έτρεχαν προς τους βαρβάρους λέγοντας κι έλεγαν όλη την αλήθεια πως μηδίζουν κι ήταν από τους πρώτους που έδωσαν γην και ύδωρ στο βασιλιά, όμως έφτασαν στις Θερμοπύλες δέσμιοι της ανάγκης, και δεν έφταιγαν καθόλου για το χτύπημα που δέχτηκε ο βασιλιάς. Μιλώντας έτσι σώθηκαν, γιατί είχαν μάρτυρες γι᾽ αυτά τα λόγια τους τους Θεσσαλούς. Βέβαια δε στάθηκαν πέρα για πέρα τυχεροί· γιατί, όταν πλησίασαν, μόλις οι βάρβαροι τους έπιασαν, μερικούς τους σκότωσαν καθώς πλησίαζαν και τους περισσότερους απ᾽ αυτούς ύστερ᾽ από διαταγή του Ξέρξη τους χάραξαν στο σώμα στάμπες βασιλικές, κάνοντας αρχή από το στρατηγό Λεοντιάδη, που ύστερ᾽ από καιρό το γιο του τον Ευρύμαχο τον σκότωσαν οι Πλαταιείς, όταν επικεφαλής τετρακοσίων Θηβαίων κυρίεψε την πόλη των Πλαταιών.
Πηγή:
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=193
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=191
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=192