Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Αρχαία Ελληνίδα : Η μήτρα που γέννησε τους σπουδαιότερους ήρωες και επιστήμονες της Αρχαιότητας

Οι γυναίκες στην αρχαία Αθήνα δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα και θεωρούνταν «ανήλικες», ενώ ο όρος της «πολίτιδος» εμφανίστηκε μόνο στο τέλος της Κλασικής περιόδου. Για την αθηναϊκή κοινωνία, αποστολή της ενάρετης γυναίκας, της δέσποινας, ήταν από τη μία μεριά η φύλαξη του οίκου και η επιτέλεση των καθηκόντων που αφορούσαν στην καλή λειτουργία του (με τη βοήθεια δούλων, που ήταν καθεστώς για όλα σχεδόν τα σπίτια), και από την άλλη η απόκτηση παιδιών κυρίως αρσενικών για τη διαιώνιση του οίκου. Οι γάμοι εξυπηρετούσαν πρωτίστως κοινωνικές και θρησκευτικές ανάγκες. Οι κοπέλες παντρεύονταν σε πολύ νεαρή ηλικία άνδρες που είχαν επιλέξει οι πατέρες τους. Ο σύζυγος γινόταν κηδεμόνας της νέας και έπαιρνε προίκα, την οποία διαχειριζόταν ο ίδιος. Σε περίπτωση διαζυγίου, η προίκα επέστρεφε στον πατέρα ή στον πιο κοντινό συγγενή. Ίσως αυτό να μην ίσχυε παλιότερα, καθώς στα ομηρικά έπη αναφέρεται ότι ο γαμπρός ήταν εκείνος που έδινε δώρα. Οι γυναίκες περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους στο γυναικωνίτη, συνήθως στον πάνω όροφο του σπιτιού, γνέθοντας, πλέκοντας ή υφαίνοντας στον αργαλειό. Αυτές, άλλωστε, ήταν και οι μόνες εργασίες που θεωρούνταν ότι άρμοζαν σε γυναίκες αριστοκρατικής καταγωγής. Οι μόνες έξοδοί τους σε δημόσια θέα ήταν σε μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, σε γαμήλιες τελετές, γιορτές συγγενών και κηδείες. Δεν υπήρχε θεσμοθετημένη εκπαίδευση για τις γυναίκες και οι όποιες γνώσεις προερχόταν από συγγενείς, φίλες και άλλες γυναίκες του περιβάλλοντός τους. Η νοοτροπία της εποχής αποτυπώνεται με γλαφυρό τρόπο στον Επιτάφιο του Περικλή, όπου αναφέρεται ότι το ιδανικό για μια γυναίκα είναι να γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερος λόγος γι’ αυτήν, είτε έπαινος είτε ψόγος. Πάντως η κατάσταση δεν ήταν παντού η ίδια. Στην ολιγαρχική Σπάρτη επικρατούσε η αντίληψη πως για να φέρουν στον κόσμο γερά παιδιά και να τα αναθρέψουν σωστά, οι ελεύθερες γυναίκες δεν έπρεπε να περνούν τη μέρα τους υφαίνοντας εργασία που μπορούσαν να κάνουν οι είλωτες αλλά να ασκούνται και να μορφώνονται. Όταν, μάλιστα, γυμνάζονταν (αλλά και κατά τη διάρκεια αγώνων), οι Σπαρτιάτισσες φορούσαν ελαφρότερη περιβολή που άφηνε ακάλυπτους τους μηρούς, γεγονός το οποίο οι υπόλοιποι Έλληνες θεωρούσαν υπερβολή. Οι άνδρες ήταν υποχρεωμένοι από το νόμο να παντρεύονται, καθώς όμως τον περισσότερο χρόνο έλειπαν από το σπίτι λόγω της στρατιωτικής ζωής τους, την ανατροφή των παιδιών αναλάμβαναν οι γυναίκες τουλάχιστον μέχρι την ηλικία των επτά ετών, οπότε και αναλάμβανε η πολιτεία. Οι Σπαρτιάτισσες είχαν δικαίωμα έγγειας ιδιοκτησίας αλλά και κληρονομιάς τόσο της πατρικής όσο και της συζυγικής περιουσίας. Σε καμία Ελληνική πόλη στην αρχαία Ελλάδα  οι γυναίκες δεν απολάμβαναν την ίδια ελευθερία και κοινωνική θέση όπως οι Σπαρτιάτισσες. Μόνο στη Σπάρτη οι γυναίκες διέθεταν οικονομική δύναμη και επιρροή. Τα κορίτσια ασχολούνταν με τον αθλητισμό και ελάμβαναν δημόσια εκπαίδευση εν αντιθέσει με άλλες πόλεις, όπου οι περισσότερες γυναίκες ήσαν τελείως αγράμματες. Επισκέπτες από άλλες Ελληνικές πόλεις σχολίαζαν για τις Σπαρτιάτισσες ότι όχι μόνο είχαν άποψη, που δεν φοβόντουσαν να εκφράσουν δημόσια, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ανάγκαζαν τους συζύγους τους να τις αποδεχθούν! Οπως επισημαίνει ο Πλάτων στον Πρωταγόρα η εκπαίδευση δεν ήταν καθαρά σωματική. Στην Σπάρτη «δεν ήταν μόνο οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες που υπερηφανεύονταν για την πνευματική καλλιέργειά τους». Αυτό ήταν κάτι περισσότερο από απλή παιδεία ήταν συστηματική εκπαίδευση στη ρητορική και φιλοσοφική σκέψη. Οι Σπαρτιατικοί νόμοι ανέφεραν ρητά ότι τα κορίτσια πρέπει να παντρεύονται μόνο εφόσον ήταν σε ηλικία κατάλληλη να «απολαύσουν τον έρωτα». Η λογική ήταν απλή για τα νεαρά κορίτσια που δεν ήταν ακόμη έτοιμα ψυχολογικά για σεξουαλική επαφή, το σεξ αποτελούσε ουσιαστικά μια «πράξη βίας». Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτες καταδίκαζαν τη βία στο γάμο και θεωρούσαν το σεξ με παιδιά ως «πράξη βίας». Επιπλέον τα κορίτσια στην Σπάρτη δεν παντρευόντουσαν πολύ μεγαλύτερους άνδρες, πρακτική η οποία ήταν συνήθης σε άλλες Ελληνικές πόλεις. Εκτιμάται ότι οι περισσότερες γυναίκες Σπαρτιάτισσες ήταν μόνο τέσσερα έως πέντε έτη νεώτερες από τους συζύγους τους. Το δε γεγονός του ενδιαφέροντος της Σπάρτης για την γέννηση υγιών παιδιών δεν αναιρεί την προστασία των κοριτσιών από τις αρχές του γάμου. Το σπουδαιότερο είναι ότι οι Σπαρτιάτισσες μπορούσαν να κληρονομήσουν και να μεταφέρουν τον πλούτο. Οι Αθηναίες αντίθετα δεν ήσαν ποτέ κληρονόμοι και όλα τα περιουσιακά στοιχεία περνούσαν στον επόμενο αρσενικό συγγενή, ο οποίος το πολύ να αναγκαζόταν να παντρευτεί την κληρονόμο, προκειμένου να διεκδικήσει την κληρονομιά μια ρύθμιση που συχνά οδηγούσε τους άνδρες να απορρίπτουν προηγούμενη σύζυγό τους, αν και άμεμπτη, μόνο και μόνο για να οικειοποιηθούν την κληρονομιά ενός συγγενή. Η εν λόγω οικονομική δύναμη είχε ως αποτέλεσμα την κοινωνική άνοδο των Σπαρτιατισσών. Αυτό καταδεικνύεται σαφώς από τις σύγχρονες περιγραφές σύμφωνα με τις οποίες είχαν «άποψη» (ακόμη και πολιτική). Ο Αριστοτέλης υποστήριζε ότι «οι Σπαρτιάτες διοικούνταν από τις συζύγους τους» και ανέφερε την ελευθερία των Σπαρτιατισσών ως έναν από τους δύο λόγους για τους οποίους το Σύνταγμα της Σπάρτης ήταν κατακριτέο. Όταν η σύζυγος του βασιλέα Λεωνίδα ρωτήθηκε γιατί οι Σπαρτιάτισσες ήταν οι μόνες γυναίκες στην Ελλάδα που «κυβερνούν» τους συζύγους τους, η Γοργώ απάντησε «επειδή είμαστε οι μόνες γυναίκες που γεννούν άνδρες». Με άλλα λόγια, μόνο οι άνδρες που είχαν την αυτοπεποίθηση να δεχθούν τις γυναίκες ως ίσες ήσαν πραγματικοί άνδρες. Το πρώτο καταγεγραμμένο ποίημα αγάπης γράφτηκε από Σπαρτιάτη ποιητή για τις Σπαρτιάτισσες κόρες. Από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. και κυρίως κατά την Ελληνιστική περίοδο η θέση της γυναίκας βελτιώνεται αισθητά και αποδεσμεύεται από το συντηρητισμό των κλασικών χρόνων. Στην τέχνη, αυτό αντικατοπτρίζεται στην εμφάνιση για πρώτη φορά γυμνών γυναικείων αγαλμάτων (π.χ. της Αφροδίτης), καθώς και στην κατασκευή γυναικείων ειδωλίων που διακρίνονται για τη χάρη τους καθώς και για έναν τόνο αισθησιασμού (τα ειδώλια αυτά είναι γνωστά ως "Ταναγραίες"). Στο ρωμαϊκό κόσμο, τέλος, παρατηρείται περαιτέρω βελτίωση της κοινωνικής θέσης των γυναικών. Αποκτούν μεγαλύτερη ελευθερία και θεσμοθετημένο δικαίωμα στην εκπαίδευση ενώ η μόρφωση και η γενικότερη καλλιέργειά τους είναι ένα στοιχείο που χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης.
Δεν ξέρω πόσοι εκ των Ελλήνων είναι εις θέσιν να γνωρίζουν πόσες και πόσες αρχαίες Ελληνίδες μανάδες μας επέδειξαν έναν πρωτοφανή ηρωϊσμό όχι μόνον σε καιρούς πολέμου, αλλά και σε ημέρες ειρήνης. Η Λέαινα η άγλωττος ονομάστηκε έτσι, διότι είχε την τόλμη να κόψη με τα ίδια της τα δόντια την γλώσσάν της και να την φτύση κατάμουτρα στον βασανιστή της, που ζητούσε απ' αυτήν να πληροφορηθή τούς συνωμότες κατά του Ιππάρχου, πέριξ του Αρμοδίου, που ήτο φίλος της! Η Τιμάνδρα, φίλη του Αλκιβιάδου, μόλις εδολοφόνησαν τον αγαπημένο της, δεν εδίστασε να πάρη το σώμά του, να το ενδύση και να το κηδέψη "λαμπρώς και φιλοτίμως", όπως γράφει ο Πλούταρχος. Η Θαΐς η εταίρα, φίλη του Μ. Αλεξάνδρου, πέραν του αν κάποιοι συμφωνούν η διαφωνούν με την ενέργειάν της, για να εκδικηθή τους Πέρσες που κατέστρεψαν την Ελλάδα, δεν εδίστασε ν' αρπάξη πρώτη τον πυρσόν και να βάλη φωτιά στην Περσέπολη, συμπαρασύρουσα κι αυτόν ακόμη τον Μέγα Στρατηλάτη. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ο Πλούταρχος αναφέρει , πως η Θαΐς, ως και τα άλλα γύναια του Μεγάλου Αλεξάνδρου εξεδικήθησαν τας κατά της Ελλάδος επιδρομάς των Περσών καλύτερον παντός ναυμάχου η στρατηγού!! Η Ειρήνη, φίλη του Πτολεμαίου, μη διστάσασα ν' ακολουθήση τον καταδιωκόμενον εραστήν της, όστις κατέφυγε εις το ιερόν της Αρτέμιδος, προτίμησε ν' αποθάνη ηρωϊκώς μαζί του, δια να τον ακολουθήση μέχρι του θανάτου του. Λέγεται μάλιστα ότι κρατούσα δια των χειρών της τούς κρίκους των θυρών του ιερού, έραινε δια του αίματος του προσφιλούς νεκρού τούς βωμούς μέχρις ότου την κατέσφαξαν!! Τι άλλο να θυμηθούμε; Μήπως την Αλκιθέα, μητέρα του Παυσανίου, που πρώτη έβαλε τον λίθον για τον εντειχισμόν του ναού, μέσα εις τον οποίον είχαν κλείσει τον πολυθρύλητο γιο της, τον νικητή των Πλαταιών, μόλις πληροφορήθηκε ότι κατηγορείται για προδοσία; Η Αρχαία Σπάρτη ήταν γνωστή για την αυστηρή νομοθεσία του Λυκούργου, τη στρατιωτική παιδεία, τη λιτή διαβίωση αλλά και την απόλυτη ισότητα των πολιτών της. Αναδείκνυαν και τιμούσαν τις γυναίκες αλλά και εκείνες ήταν αντάξιες γενναιότητας και θαυμασμού. Οι ίδιες οι μητέρες έλεγαν στα παιδιά τους «Ταν ή επί τας». Η μάνα του Παυσανία ήταν εκείνη που έβαλε τη πρώτη πέτρα στο δωμάτιο που προοριζόταν να πεθάνει από ασιτία ο προδότης γιος της. Στη Σπάρτη δεν υπήρχαν ούτε εταίρες, ούτε παλλακίδες, ενώ η έννοια της μοιχείας ήταν άγνωστη για τους Σπαρτιάτες. Οι Σπαρτιάτισσες ζούσαν για την πατρίδα και ο σκοπός της ζωής του ήταν να γεννούν δυνατούς άνδρες. Εν τούτοις είχαν και το ενδιαφέρον να ασχοληθούν με την φιλοσοφία, την ποίηση, τη μουσική, τις επιστήμες και άλλες τέχνες. Η περιβόητη σύζυγος του βασιλιά Λεωνίδα και θυγατέρα του βασιλιά Κλεομένους. Όταν κάποια φιλοξενούμενη Αθηναία της είπε «Μόνο εσείς οι γυναίκες της Λακωνίας είσθε κυρίαρχοι των ανδρών», εκείνη απάντησε «Αυτό πράγματι συμβαίνει, διότι μόνον εμείς γεννούμε τους άνδρες». Όταν δε ξεπρόβαλλε τον άνδρα  της για τη μάχη των Θερμοπυλών, του είπε ότι πρέπει να φανεί αντάξιος της Σπάρτης. Εκείνος την συμβούλευσε να κοιτάξει να βρεί και να παντρευτεί έναν καλό άνδρα και να κάνει γερά παιδιά, ξέροντας ότι δε θα επέστρεφε ξανά ποτέ στη Σπάρτη. Κάτι που δεν έκανε ποτέ η Γοργώ.
Εκτός από την Υπατία, 40 γυναίκες μαθηματικοί εντοπίστηκαν από τον 10ο αι. π.Χ έως τον 5ο αι.μ.Χ από τον μαθηματικό Ευάγγελο Σπανδάγο. Άρωμα γυναίκας είχαν τα μαθηματικά στην αρχαία Ελλάδα, όπως αποδεικνύει έρευνα του μαθηματικού Ευ. Σπανδάγου στην οποία αναφέρονται Τα Νέα (30.10.2007). Μπορεί να έμεινε στην Ιστορία ως η μητέρα του Θησέα, αλλά πόσοι γνωρίζουν πως η Αίθρα ήταν δασκάλα λογιστικής; Και πως στη σύντροφο του σπουδαίου μαθηματικού Πυθαγόρα, Θεανώ, φέρεται ότι οφείλεται η θεωρία της χρυσής τομής; Είναι δύο μόλις από τις 40 άγνωστες αρχαίες Ελληνίδες μαθηματικούς, που αν και συνέβαλαν στην εξέλιξη της επιστήμης βυθίστηκαν στη λήθη της Ιστορίας. Χρειάστηκε να περάσουν 31 αιώνες για να έρθουν και πάλι στο φως και να διεκδικήσουν μια θέση στον επιστημονικό κόσμο, χάρη στην έρευνα που πραγματοποίησε ο μαθηματικός και συγγραφέας Ευάγγελος Σπανδάγος. Η «σκυταλοδρομία» για την ανακάλυψη των άγνωστων αρχαίων Ελληνίδων μαθηματικών ξεκίνησε για τον βραβευμένο τόσο από τον Παγκόσμιο Όμιλο για την μελέτη των αρχαίων πολιτισμών όσο και από την Ακαδημία Αθηνών μαθηματικό, όταν ένας μαθητής του τον ρώτησε «εκτός από την Υπατία, που αναφέρεται στο σχολικό βιβλίο της Γεωμετρίας, δεν υπήρχαν κι άλλες γυναίκες μαθηματικοί στην αρχαιότητα;». «Γύρισα σπίτι, άρχισα να ψάχνω βιβλία, να ρωτάω φίλους και γνωστούς, αλλά ουδείς γνώριζε κάτι», εξηγεί ο κ. Σπαγδάνος την αφορμή της περιπέτειας του στον κόσμο των γυναικών μαθηματικών. Μια ερευνητική περιπέτεια τεσσάρων ετών μαζί με την επίσης μαθηματικό, κόρη του Ρούλα που είχε ως αποτέλεσμα να εντοπίσει συνολικά 40 γυναίκες μαθηματικούς από τον 10ο αι. π.Χ. έως τον 5ο αι. μ.Χ. Ποιο ήταν το προφίλ τους; Προέρχονται από διάφορες γωνιές του ελληνικού κόσμου. Οι περισσότερες είχαν σπουδάσει πέραν της βασικής εκπαίδευσης. Εκείνες που ανήκαν στην Πυθαγόρειο Σχολή δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα, διότι ο Πυθαγόρας έκανε δεκτές γυναίκες στη σχολή του. Υπήρχαν και ορισμένες όμως όπως η Λασθενία από την Αρκαδία που φαίνεται πως φοίτησαν και στην Ακαδημία του Πλάτωνα ντυμένες ως άνδρες, επειδή δεν επιτρέπονταν γυναίκες. Ενδιαφέρον επίσης είναι πως ελάχιστες ήταν παντρεμένες και είχαν παιδιά. Γιατί έμειναν στην αφάνεια; Κατά ένα μεγάλο ποσοστό, από τη στάση των αρχαίων κοινωνιών προς «τας πεπαιδευμένας γυναίκας», όπου η γυναίκα αντιμετωπιζόταν πάντα ως η διαφορετική, η διεφθαρμένη, η ανώμαλη ή η περίεργη που ξέφευγε από την κλασική εικόνα της νοικοκυράς, συζύγου και μητέρας. Κατά ένα μικρότερο όμως η άγνοιά μας για τις γυναίκες αυτές οφείλεται και στην καταστροφή διαφόρων ιστορικών μαρτυριών με προεξάρχουσα την καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, ενώ ρόλο παίζει και το γεγονός πως υπάρχει μια αντιπάθεια τόσο προς τα μαθηματικά όσο και προς τα αρχαία ελληνικά. Η πιο γνωστή μαθηματικός της αρχαιότητας και η πρώτη γυναίκα επιστήμονας της οποίας η ζωή έχει καταγραφεί με λεπτομέρειες, η ΥΠΑΤΙΑ η «Γεωμετρική» (4ος αι. μ.Χ.), ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, την αστρονομία και τη μηχανική. Κατακρεουργήθηκε από χριστιανούς που έκαψαν το νεκρό σώμα της. Αν εξαιρέσουμε την, σχετικά γνωστή, μεγάλη Ελληνίδα φιλόσοφο Υπατία , δύσκολα οι πιο πολλοί θα μπορούσαμε να ονοματίσουμε κάποια άλλη. Όμως υπήρχαν σημαντικές και πολυγραφότατες γυναίκες  φιλόσοφοι, που συνέβαλαν τα μέγιστα στο θαύμα της αρχαίας Ελλάδας. Μερικές από αυτές ήταν οι εξής: Αρήτη της Κυρήνειας 5ος αιώνας π.Χ. Η Αρήτη ήταν σύγχρονη του Σωκράτη. ∆ίδασκε φιλοσοφία στη σχολή της Αττικής. Ήτανε κόρη του Αριστίππου, του ιδρυτή της Κυρηναϊκής Σχολής της φιλοσοφίας. Διοτίμα από τη Μαντινεία φιλόσοφος. Ο Πλάτωνας έγραψε ότι τιµήθηκε από τον Σωκράτη (469 - 399 π.Χ.) ως δασκάλα του. Περικτιώνη Φυσική φιλόσοφος. Υπήρξε µαθήτρια του Πυθαγόρα (569 - 475 π.Χ.) και πιθανόν δίδασκε στη σχολή του. Θυµίστα φυσική φιλόσοφος. Ήταν σύζυγος του Λέοντος, και επιστολογράφος του Επίκουρου (371 - 271 π.Χ.). Υππαρχία του Κυνικών 360 - 280 π.Χ. Υπήρξε µέλος της µη δηµοφιλούς σχολής των κυνικών. H Υππαρχία παντρεύτηκε έναν άλλο κυνικό φιλόσοφο που λεγόταν Κράτης και επέλεξαν τον τρόπο ζωής των κυνικών. Λασθινία Φυσική φιλόσοφος. Ο Πλάτωνας αναφέρει αρκετές γυναίκες οι οποίες ήτανε αναγνωρισµένες φιλόσοφοι στην αρχαία Ελλάδα. Η Λασθινία ήτανε µία από αυτές. Θεανώ η Θουρία. Ήταν αρχαία Ελληνίδα μαθηματικός και αστρονόμος. Καταγόταν από τους Θούριους της Κάτω Ιταλίας και άκμασε περί τον 6ο αιώνα π.Χ.. Η Θεανώ ήταν κόρη του ιατρού Βροντίνου. Υπήρξε αρχικά μαθήτρια και στη συνέχεια σύζυγός του κατά 30 χρόνια μεγαλύτερού της Πυθαγόρα.
Πηγή : https://m.tvxs.gr/mo/i/181707/f/news/paideia/oi-ellinides-mathimatikoi-tis-arxaiotitas.html
https://antikleidi.com/2014/11/02/ginekes-filosofi/
http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2015/01/ena_22.html
http://hellenicns.gr/2017/02/21/η-αρχαία-σπαρτιάτισσα/
http://www.pontos-news.gr/article/17192/i-gynaika-stin-arhaia-ellada
https://chilonas.com/2013/02/13/httpwp-mep1op6y-kf-2/

Κυριακή 24 Ιουνίου 2018

Οι "σκοτεινοί αιώνες" της Αρχαίας Ελλάδας και η μετανάστευση των ελληνικών φύλων

Η σταδιακή κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού, που την τοποθετούμε με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα ανάμεσα στο τέλος του 13ου και το τέλος του 12ου αιώνα π.Χ., είναι σημαντικό ιστορικό ορόσημο για την Ελλάδα. Σημασία έχει ακόμη η διαπίστωση ότι στους επόμενους αιώνες, τον 11ο και τον 10ο, σημειώνεται στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής μια σημαντική τεχνολογική αλλαγή: εξαπλώνεται η τεχνική κατεργασίας του σιδήρου και το νέο αυτό μέταλλο υποκαθιστά τον χαλκό σε διάφορες χρήσεις, όπως η κατασκευή όπλων και εργαλείων. Με αυτή την εξέλιξη η ανθρώπινη ιστορία περνάει από την Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου. Παράλληλα, στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου σημειώνονται πολεμικές επιδρομές και μετακινήσεις πληθυσμών και συντελούνται κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Στην Ελλάδα η αρχή του τέλους της μυκηναϊκής εποχής σηματοδοτείται από την εγκατάλειψη των κτηριακών συγκροτημάτων που ονομάζουμε ανάκτορα, που ήταν χτισμένα σε οχυρωμένες ακροπόλεις με τα λεγόμενα κυκλώπεια τείχη· από εκεί ένας ηγεμόνας που λεγόταν αναξ, πλαισιωμένος από αξιωματούχους, ήλεγχε οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά μια ευρύτερη περιοχή. Η αλλαγή του τρόπου διακυβέρνησης, όποια και αν ήταν η αιτία που την προκάλεσε, δημιούργησε χωρίς αμφιβολία νέα πολιτικά δεδομένα και οδήγησε σε μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση, η οποία, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που δεν μας είναι επαρκώς γνωστοί, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη γέννηση ενός νέου πολιτισμού. Τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν πράγματι ότι, με την πάροδο του χρόνου, στη θέση του μυκηναϊκού πολιτισμού διαμορφώνεται ένας νέος, με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα στην τέχνη οι αλλαγές είναι, όπως θα δούμε, σημαντικές. Τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι, από τα πιο απλά ως τα πιο πολυτελή, τα σπίτια όπου κατοικούσαν, οι χώροι λατρείας έχουν ελάχιστες ομοιότητες με εκείνα της προηγούμενης περιόδου. Η απουσία αξιόπιστων ιστορικών μαρτυριών οδήγησε στη διατύπωση υποθέσεων που, παρά το ενδιαφέρον τους, δεν προσφέρουν ικανοποιητική εξήγηση. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι το τέλος του μυκηναϊκού κόσμου συμπίπτει χρονικά και συνδέεται με σημαντικές εξελίξεις και ανακατατάξεις που εκδηλώνονται στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Γνωρίζουμε πράγματι ότι την ίδια περίπου εποχή η Αίγυπτος συνταράσσεται από τις επιδρομές των «λαών της θάλασσας», ενώ διαλύεται το ισχυρό κράτος των Χετταίων στην κεντρική Μικρά Ασία. Το ερώτημα «τι ήταν αυτό που προκάλεσε μια τόσο σημαντική πολιτική και πολιτιστική αλλαγή» έκανε αρχικά τους ιστορικούς και τους αρχαιολόγους να σκεφτούν ότι η απάντηση βρίσκεται στην αρχαία παράδοση σχετικά με την Κάθοδο των Δωριέων, ενός νέου ελληνικού φύλου, το οποίο, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εμφανίστηκε πράγματι στην Ελλάδα στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. Η σκέψη αυτή φαίνεται καταρχήν απόλυτα δικαιολογημένη. Οι ίδιοι οι αρχαίοι ήταν πεπεισμένοι ότι η Κάθοδος των Δωριέων ήταν ιστορικό γεγονός και τη συνέδεαν με ένα κύμα ταραχών και μεταναστεύσεων που το τοποθετούσαν στα χρόνια μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει συνολικά την περίοδο που μας απασχολεί ο Θουκυδίδης (1.12) στην «Αρχαιολογία», στην αρχή της ιστορικής του συγγραφής: Και μετά τα Τρωικά εξακολούθησαν στην Ελλάδα οι μεταναστεύσεις και οι εισβολές και η έλλειψη ησυχίας την εμπόδισε να αναπτυχθεί. Η μακρόχρονη απουσία των Ελλήνων στην Τροία προκάλεσε πολλές αναταραχές και σε πολλές πολιτείες έγιναν επαναστάσεις που ανάγκασαν πολλούς να φύγουν και να πάνε να ιδρύσουν άλλες πολιτείες. Εξήντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας οι Θεσσαλοί έδιωξαν από την Άρνη τους σημερινούς Βοιωτούς, που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που λέγεται σήμερα Βοιωτία και άλλοτε ονομαζόταν Γη του Κάδμου. Μερικοί Βοιωτοί ήσαν κιόλας εγκατεστημένοι εκεί και μερικοί από αυτούς πήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Ογδόντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, οι Δωριείς με τους Ηρακλείδες κατέκτησαν την Πελοπόννησο. Μόνο μετά από πολλά χρόνια η Ελλάδα ησύχασε οριστικά, σταμάτησαν οι μετοικεσίες και έτσι μπόρεσε να ιδρύσει αποικίες. Οι Αθηναίοι εγκαταστάθηκαν στις Ιωνικές πολιτείες και στα περισσότερα νησιά. Οι Πελοποννήσιοι εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία και στη Σικελία και σε μερικά μέρη της υπόλοιπης Ελλάδας. Όλες αυτές οι αποικίες ιδρύθηκαν μετά τα Τρωικά.»
Η εμφάνιση στην Ελλάδα νέων πληθυσμιακών ομάδων (Δωριείς) ανάμεσα στον 11ο και τον 8ο αιώνα π.Χ. είναι αναμφισβήτητη. Εκείνο που δεν γνωρίζουμε είναι αν αυτή η μετακίνηση πληθυσμών ήταν μια από τις αιτίες που προκάλεσαν το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού ή συνέπεια της αποσύνθεσής του. Βέβαιο είναι ότι οι Δωριείς απουσιάζουν από τις παλαιότερες μυθολογικές παραδόσεις καθώς και από τα ομηρικά έπη, ενώ η μόνη αναντίρρητη μαρτυρία για την παρουσία τους, η δωρική διάλεκτος, εμφανίζεται στα ιστορικά χρόνια, μετά τον 8ο αιώνα π.Χ. Οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι δίνουν συχνά στην εποχή ανάμεσα στο τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού και τον 8ο αιώνα π.Χ. την ονομασία «Σκοτεινοί Αιώνες» εξαιτίας των λίγων σχετικά αρχαιολογικών ευρημάτων και της έλλειψης ιστορικών μαρτυριών. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως στοιχεία που φωτίζουν αρκετά ορισμένες πλευρές της σκοτεινής αυτής περιόδου. Τα αρχαιολογικά λείψανα μαρτυρούν ότι στο τέλος της 2ης και στην αρχή της 1ης χιλιετίας π.Χ. ο πληθυσμός στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο μικρότερος από ό,τι στα χρόνια της ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού αλλά, το κυριότερο, κατοικούσε διάσπαρτος σε μικρούς οικισμούς, σε σπίτια κατασκευασμένα από φθαρτά υλικά που δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν. Οι εμπορικές ανταλλαγές ήταν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, περιορισμένες, όπως δείχνει ανάμεσα στα άλλα και το γεγονός ότι τα πολύτιμα μέταλλα απουσιάζουν σχεδόν εντελώς. Από πολιτική άποψη οι οικισμοί της εποχής αυτής φαίνεται ότι αποτελούσαν, μόνοι τους ή μαζί με άλλους γειτονικούς, ανεξάρτητες και αυτοδιοίκητες κοινότητες. Επικεφαλής της κάθε κοινότητας πρέπει να ήταν ισχυρές οικογένειες που εξουσίαζαν μικρές σχετικά περιοχές, περίπου σαν τα μεσαιωνικά τιμάρια. Φαίνεται ακόμη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρχηγοί των οικογενειών αυτών (που μπορούμε να τις ονομάσουμε αριστοκρατικές) συμμαχούσαν μεταξύ τους και επέλεγαν έναν κοινό ανώτερο άρχοντα, που ονομαζόταν βασιλεύςκαι είχε ταυτόχρονα πολιτικές και θρησκευτικές αρμοδιότητες. Παρακάτω παραθέτω τον κατάλογο με κάποιες από τις αρχαίες ελληνικές φυλές που μετανάστευαν στην κυρίως Ελλάδα εκείνη την εποχή.
1) Θεσσαλοί : Οι Θεσσαλοί ήταν αρχαίος λαός με κοιτίδα την Θεσπρωτία. Κατά τον 11ο αιώνα π.Χ. μετακινήθηκαν στην περιοχή της Θεσσαλίας στην οποία έδωσαν το όνομά τους. Κατά την εγκατάστασή τους στην Θεσσαλία υπέταξαν ή εκτόπισαν τους προγενέστερους λαούς που ήταν εγκατεστημένοι εκεί. Οι παλαιότεροι κάτοικοι της Θεσσαλίας, οι Αιολείς, οι Βοιωτοί, οι Αινιάνες κ.α. μετακινήθηκαν ανατολικά ή νότια ιδρύοντας νέα κράτη και αποικίες. Οι Αιολείς στα νησιά του βορείου Αιγαίου και στα βόρεια παράλια της Μικράς Ασίας απέναντι από την Λέσβο και την Χίο, οι Βοιωτοί στην περιοχή της Βοιωτίας ενώ οι Αινιάνες στον κάμπο του Σπερχειού. Οι Θεσσαλοί  χωρίστηκαν σε τέσσερα κράτη, την Πελασγιώτιδα, την Εστιαιώτιδα, την Θεσσαλιώτιδα και την Φθιώτιδα (ή Αχαΐα Φθιώτιδα). Σε καιρό πολέμου εξέλεγαν έναν αρχηγό ανάμεσα στους τέσσερις βασιλείς που ονομαζόταν Ταγός. Ο Ταγός προερχόταν από την αριστοκρατική οικογένεια του Δάοχου από την Φάρσαλο και των Αλευάδων της Λάρισας. Οι Θεσσαλοί σταδιακά κυριάρχησαν πάνω στα γειτονικά κράτη των παλαιότερων λαών της Θεσσαλίας, των Μαγνητών, των Περραιβών, των Αινιανών, των Μαλιέων, των Οιταίων και των Δολόπων. Η Θεσσαλία  εξαπλώθηκε σε μία περιοχή από τον Όλυμπο, μέχρι την Οίτη.
2) Βοιωτοί : Αν και οι Βοιωτοί συνδέθηκαν πολιτικά, διέφεραν στην καταγωγή. Στον χώρο της Βοιωτίας είχαν εγκατασταθεί τρία διαφορετικά φύλα, οι Καδμείοι, οι Μινύες και οι Βοιωτοί που έδωσαν και το όνομα τους στην περιοχή. Οι Μινύες ήταν εγκατεστημένοι κυρίως στην περιοχή του Ορχομενού και θεωρείται ότι προέρχονταν από την περιοχή της Θεσσαλίας. Από την περιοχή της Θεσσαλίας προέρχονταν και οι Βοιωτοί, που μιλούσαν την αιολική διάλεκτο, ενώ οι Καδμείοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Θήβας. Ο Όμηρος αναφέρει πως οι Βοιωτοί συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο ενωμένοι σε ομοσπονδία. Τα πρώτα χρόνια υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των Καδμείων και των Μινύων που οδηγούσε συχνά σε σύγκρουση τον Ορχομενό και την Θήβα. Σταδιακά στον χώρο της Βοιωτίας κυριάρχησε η Θήβα και το 550 π.Χ. περίπου, οι πόλεις της Βοιωτίας ενώθηκαν σε μία ομοσπονδία που ονομάστηκε Κοινό των Βοιωτών. Οι Βοιωτοί εκπροσωπούνταν στο Αμφικτυονικό συνέδριο των Δελφών με δύο ψήφους. Βοιωτοί ονομάζονταν οι κάτοικοι της αρχαίας Βοιωτίας. Η Βοιωτία συνόρευε με τους Αθηναίους στον νότο, στα ανατολικά με τους Ευβοείς, με τους Φωκείς βόρεια, δυτικά και ΝοτιοΔυτικά και επίσης με τους Λοκρούς στα βόρεια. Αποτελούταν από πολυάριθμες πόλεις οι οποίες συνδέθηκαν σταδιακά σε μία συμπολιτεία που ονομάστηκε Κοινό των Βοιωτών.
3) Αιτωλοί : Οι Αιτωλοί, ως οντότητα διοικητική και πολιτική, μνημονεύονται για πρώτη φορά στον Όμηρο, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά την παρουσία τους και τη  δράση τους που προηγείται των τρωικών γεγονότων. Στην Ιλιάδα λοιπόν και  ειδικότερα στον «Κατάλογο Νεών» (ή Βοιώτεια, όπου απογράφονται οι συμμετοχές  των ελληνικών βασιλείων στην τρωική εκστρατεία), εμφανίζονται για πρώτη φορά οι «Αιτωλοί», ως φυλετική ομάδα (με το δικό της όνομα) και ως βασίλειο, περιφερειακή στρατιωτική  δύναμη (των Μυκηναίων). Ο Εύηνος χωρίζει τις αιτωλικές περιοχές της Πλευρώνας και της Καλυδώνας, οι οποίες μπορεί να ήταν φημισμένες στους ηρωικούς χρόνους, αλλά αναδείχθηκαν πολύ περισσότερο ένδοξες στην εποχή μας, γιατί εκεί, γύρω από την Πλευρώνα, βρίσκεται το ηρωικό προπύργιο του νεότερου ελληνισμού, το Μεσολόγγι. Και επειδή μερικές αιτωλικές φυλές έφταναν μέχρι τις έρημες κορυφές της Οίτης, όπου είχαν γείτονες τους Δωριείς και τους Μαλιείς, η Ακαρνανία συνόρευε από ολόκληρη την ανατολική της πλευρά με την Αιτωλία, έχοντας νοτιοδυτικά το Ιόνιο πέλαγος και βόρεια τη μεγάλη χώρα της Ηπείρου, η οποία βόρεια έφτανε μέχρι τα Κεραύνια όρη, στα δυτικά μέχρι το Ιόνιο πέλαγος και στα ανατολικά χωριζόταν από τη Θεσσαλία από την οροσειρά της Πίνδου. Οι Αιτωλοί που, όπως είναι γνωστό, ήταν χωρισμένοι σε πολλές και ποικίλες φυλές, ήταν ξακουστοί στα ηρωικά χρόνια, συμμετείχαν στην Κάθοδο των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο, αλλά στους ιστορικούς χρόνους υπήρξαν αφανείς και χωρίς ιδιαίτερες σχέσεις με τους άλλους Έλληνες, τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Εμφανίστηκαν και πάλι στο ιστορικό προσκήνιο τον 3ο αιώνα π.Χ. Οι Αιτωλοί διακρίθηκαν σε όλη την πορεία τους για τη βαρβαρότητα των ηθών τους. Μάλιστα, στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, δηλαδή στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., ο Θουκυδίδης λέει γι’ αυτούς ότι δεν κατοικούσαν σε πόλεις αλλά σε μεγάλα ατείχιστα χωριά. Για πολλούς από αυτούς πρόσθετε ότι ήταν «αγνωστότατοι την γλώσσαν και ωμοφάγοι», δηλαδή, ότι μιλούσαν μια ακατάληπτη γλώσσα και έτρωγαν ωμό κρέας. Παρ’ όλα αυτά είναι βέβαιο ότι οι Αιτωλοί είχαν πάντα -και πριν από την τελευταία τους ακμή- ελληνικό πολίτευμα, για το οποίο έγραψε και ο Αριστοτέλης στο σπουδαίο έργο του για τα πολιτεύματα. Δυστυχώς, επειδή αυτό το σύγγραμμα χάθηκε, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για εκείνη την πολιτεία, για τα χρόνια πριν από τον 3ο αιώνα π.Χ., εκτός από την πληροφορία ότι οι συγκεντρώσεις τους και οι κοινές θρησκευτικές τους γιορτές τελούνταν στο Θέρμο, πόλη που βρίσκεται στα ανατολικά της λίμνης Τριχωνίδας η λίμνη Ζυγού ή λίμνη Βραχωρίου. 
4) Ηλείοι : Οι Ηλείοι ήταν αρχαίο ελληνικό φύλο, εγκατεστημένο στην Βορειοδυτική Πελοπόννησο στην περιοχή ονομάστηκε Ηλεία. Οι Ηλείοι προερχόμενοι από την περιοχή της Αιτωλίας, αποτέλεσαν συμμάχους των Δωριέων κατά την εκστρατεία των τελευταίων στην Πελοπόννησο. Εκμεταλευόμενοι την εκστρατεία αυτή κατέλαβαν για λογαριασμός τους την Ηλεία και υπέταξαν τις παλαιότερες φυλές, τους Επειούς στην βόρεια Ηλεία και τους Καύκωνες και Μινύες στην νοτιότερη που πήρε το όνομα Τριφυλία, λόγω της εγκατάστασης στην περιοχή τριών φύλων. Οι Ηλείοι χωρίστηκαν σε τρία κράτη, την Κοίλη Ηλεία ή Ήλιδα, την Πισάτιδα και την Τριφυλία. Ο πρώτος βασιλιάς των Ηλείων, ο οποίος κατέλαβε την περιοχή που πήρε το όνομά τους, ονομαζόταν Όξυλος. Αυτός προερχόταν από την Αιτωλία, γεγονός που μαρτυρά την Αιτωλική καταγωγή των Ηλείων. Σε αυτόν αποδίδεται η ίδρυση των Ολυμπιακών Αγώνων. Σημαντικοί βασιλείς των Ηλείων ήταν ο Πέλοπας, ο Οινόμαος, ο Λάιας και ο Ίφιτος. Σπουδαιότερη πόλη των Ηλείων ήταν η Ολυμπία και ο έλεγχος της πόλης προκάλεσε μεγάλες διαμάχες ανάμεσα στα δύο ισχυρά κράτη των Ηλείων, την Ήλιδα και τηνΠισάτιδα. Η Πίσα είχε αρχικά τον έλεγχο των αγώνων καθώς η πόλη βρισκόταν μέσα στην επικράτειά της. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο πόλεις για τον έλεγχο των Αγώνων οδήγησε σε πόλεμο ανάμεσά τους που κράτησε από το 588 έως το 580 π.Χ. και είχε ως αποτέλεσμα την επικράτηση της Ήλιδας. Σε νέο πόλεμο που ξέσπασε στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. η Ήλιδα επικράτησε ξανά και κατέστρεψε την Πίσα (464 π.Χ.).
5) Μολοσσοί : Οι Μολοσσοί ήταν αρχαίο ελληνικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο κατά τη διάρκεια των Μυκηναϊκών χρόνων. Στα βορειοανατολικά σύνορά τους είχαν τους Χάονες, στα νότια σύνορά τους το βασίλειο των Θεσπρωτών, ενώ στα βόρεια τους ήταν οι Ιλλυριοί. Οι Μολοσσοί ανήκαν στο Κοινό των Ηπειρωτών, έως ότου τάχθηκαν εναντίον της Ρώμης στον Τρίτο Μακεδονικό Πόλεμο (171–168 π.Χ.). Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό, και οι εκδικητικοί Ρωμαίοι υποδούλωσαν 150.000 από τους κατοίκους τους και προσάρτησαν την περιοχή στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Οι Μολοσσοί ήταν απόγονοι του επώνυμου ήρωά τους, του Μολοσσού, ενός από τους τρεις γιούς του Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέα και της Δειδάμειας. Μετά την πτώση της Τροίας από τους Αχαιούς, ο Νεοπτόλεμος μαζί με τον στρατό του εγκαταστάθηκαν στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας (Ανδρομάχη-Ευρυπίδη). Ο γιος του Μολλοσός εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο, όπου συνενώθηκαν με τον τοπικό πληθυσμό. Ο Μολοσσός κληρονόμησε το βασίλειο της Ηπείρου μετά τον θάνατο του Έλενου, γιου του Πριάμου και της Εκάβης, που είχε παντρευτεί την πρώην νύφη του Ανδρομάχη μετά το θάνατο του Νεοπτόλεμου. Ο Πλούταρχος αναφέρει, ότι σύμφωνα με κάποιους αρχαίους ιστορικούς ο πρώτος τους βασιλιάς ήταν ο Φαίδων, ένας από αυτούς που εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο με τον Πελασγό. Ο Πλούταρχος, επισημαίνει κιόλας, ότι ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, εγκαινίασαν στην περιοχή των Μολοσσών την λατρεία του Δωδωναίου Δία. Ο Στράβων μας λέει ότι οι Μολοσσοί, μαζί με τους Χάονες και τους Θεσπρωτούς, ήταν οι διασημότεροι μεταξύ των δεκατεσσάρων Ηπειρώτικων φυλών, που κάποτε εξουσίαζαν όλη την περιοχή. Οι Χάονες ήταν εγκατεστημένοι στην Ήπειρο πριν από τους Μολοσσούς, οι Θεσπρωτοί και οι Μολοσσοί εισήλθαν στην περιοχή κάποια ύστερη εποχή.
6) Οι Θεσπρωτοί ήταν αρχαίο ελληνικό φύλλο εγκατεστημένο στην περιοχή της Ηπείρου, ήταν ένα από τα κύρια ελληνικά φύλλα της περιοχής μαζί με τους Μολοσσούς και τους Χάονες. Ο Όμηρος αναφέρεται συχνά στην Θεσπρωτία (την γη δηλαδή των Θεσπρωτών), οι οποία είχε φιλικές σχέσεις με την Ιθάκη και το Δουλίχι. Στα βορειοδυτικά των Θεσπρωτών γειτνίαζαν με τους Χάονες και στα ανατολικά με τους Μολοσσούς. Οι Θεσπρωτοί ανήκαν στο Κοινό των Ηπειρωτών, μέχρι την στιγμή που υποτάχθηκαν από τους Ρωμαίους μαζί με την υπόλοιπη Ήπειρο. Σύμφωνα με την Τηλεγόνεια (που ανήκει στον Τρωικό Επικό Κύκλο), ο Οδυσσέας επισκέφτηκε την Θεσπρωτία και παρέμεινε για λίγα χρόνια εκεί. Παντρεύτηκε την βασίλισσα της Θεσπρωτίας Καλλιδίκη, και έκαναν έναν γιο, τον Πολυποίτη. Ο Οδυσσέας ηγήθηκε των Θεσπρωτών ενάντια των Βρυγών, αλλά έχασε την μάχη καθώς ο Άρης ο θεός του πολέμου, ήταν με το μέρος των Βρυγών. Η Αθηνά επενέβη υπέρ του Οδυσσέα, προκαλώντας τον Άρη σε μια ακόμη σύγκρουση, τους οποίους σταμάτησε ο Απόλλωνας. Όταν η Καλλιδίκη πέθανε, ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη, αφήνοντας τον γιο του Πολυποίτη να βασιλεύσει στην Θεσπρωτία.
Αρχαιολογικά επιβεβαιωμένη είναι η αραιή αλλά συνεχής παρουσία προελληνικών φύλων στο Θεσπρωτικό χώρο στην πρώιμη εποχή του Χαλκού (3 π.Χ. χιλιετία), όπως ονομάζεται η αμέσως επόμενη πολιτιστική περίοδος. Στο τέλος της Πρώιμης Χαλκοκρατίας (2.000 π.Χ. περίπου) τοποθετείται η ειρηνική εγκατάσταση των πρώτων ελληνόφωνων φύλων, των Ελλήνων Θεσπρωτών, στη Θεσπρωτία και εν γένει σε ολόκληρη την Ήπειρο. Κατά τη διάρκεια της Ύστερης Χαλκοκρατίας (14ο-13οπ.Χ. αι.), μυκηναίοι άποικοι από τη Δυτική Πελοπόννησο φτάνουν μέχρι τους νοτιότερους όρμους της Θεσπρωτίας, ιδρύοντας οχυρωμένες εγκαταστάσεις κατά το πρότυπο των μυκηναϊκών ακροπόλεων της νότιας Ελλάδας: την Εφύρα στις εκβολές του Αχέροντα και την προϊστορική Τορύνη στον όρμο του Λυχνού, στην περιοχή της Κίπερης. Κατά τη διάρκεια της μετακίνησης προς Νότο των βορειοδυτικών ελληνικών φύλων γνωστής ως «Κάθοδος των Δωριέων» ( 1.100 π.Χ.), εγχώρια θεσπρωτικά φύλα μετανάστευσαν προς την Θεσσαλία και τη νότια Ελλάδα. Την ίδια περίοδο οι Μολοσσοί περιορίζοντας τους Θεσπρωτούς δυτικά της πεδιάδας των Ιωαννίνων.
7) Ίωνες : Οι Ίωνες και τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα, ήταν απόγονοι του Δευκαλίωνα και της Πύρρας οι οποίοι είχαν γιό τον Έλληνα. Ο Έλληνας είχε τρεις γιους με την Ορσηίδα, τον Δώρο, τον Ξούθο και τον Αίολο. Ο Ξούθος είχε κι αυτός δύο γιούς τον Αχαιό, πρόγονο των Αχαιών και τον Ίωνα, πρόγονο των Ιώνων. Οι Ίωνες λοιπόν ονομάστηκαν σύμφωνα με το όνομα του πρόγονού τους. Οι Ίωνες κατά την εποχή του Χαλκού ήταν εξαπλωμένοι μεταξύ της Εύβοιας, της Αττικής και της βορειοανατολικής Πελοποννήσου. Το 1100 π.Χ. περίπου κατά την αρχή της γεωμετρικής περιόδου, που σηματοδοτήθηκε από την κάθοδο των Δωριέων, οι ανακατατάξεις στο εσωτερικό της Ελληνικής χερσονήσου τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν μεγάλο μέρος της περιοχής στην οποία ζούσαν. Οι μετακινήσεις αυτές των αρχαίων ελληνικών φύλων ονομάζονται Α' Ελληνικός αποικισμός. Οι Ίωνες λοιπόν μετακινήθηκαν προς τα ανατολικά δημιουργώντας αποικίες στα νησιά του Αιγαίου (Χίος,Σάμος κ.α.) καθώς και στην κεντρική Μικρά Ασία, στην περιοχή γνωστή ως Ιωνία.
Κατά τους ιστορικούς χρόνους η Ελληνική Ιωνία αποτελούνταν από 12 πόλεις που συνιστούσαν το Κοινό των Ιώνων (Ιωνική Δωδεκάπολις): Μίλητος, Μυούς, Πριήνη, Έφεσος, Κολοφώνα, Λέβεδος, Τέως, Κλαζομενές, Ερυθρές, Φώκαια, και τα νησιά της Σάμου και της Χίου. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, αυτές οι πόλεις ιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια ενός μεταναστευτικού κύματος που είχε ξεκινήσει από την Αθήνα και οι γιοι του Αθηναίου βασιλιά Κόδρου είχαν ηγηθεί αυτού. Η αιτία αυτής της μαζικής μετακίνησης, όπως αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς, ήταν η διαφωνία μεταξύ των γιων του Κόδρου για τη διαδοχή στο θρόνο, όπου τελικά επικράτησε ο Μέδωνας. Τρεις αρχαίοι συγγραφείς μελέτησαν αναλυτικά την Ιωνική Μετανάστευση. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Ίωνες είχαν αρχικά κατοικήσει σε 12 πόλεις στην Αχαΐα της Πελοποννήσου. Αμέσως μόλις εκδιώχθηκαν από τους Αχαιούς, αναζήτησαν καταφύγιο στην Αθήνα. Οι απόγονοί τους μετανάστευσαν στη Μικρά Ασία, όπου ίδρυσαν 12 πόλεις εις μνήμη του πρώτου τους οικισμού στην Αχαΐα. Αυτοί ήταν «πραγματικοί» Ίωνες οι οποίοι γιόρταζαν τα Απατούρια. Ωστόσο, όπως συνεχίζει ο Ηρόδοτος, δεν ήταν μόνο οι Ίωνες που μετανάστευσαν από την ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και οι Άβαντες, καθώς και άνθρωποι από τον Ορχομενό, Κάδμειοι, Δρύοπες, Φωκείς, Μολοσσοί, Πελασγοί από την Αρκαδία, Δωριείς από την Επίδαυρο και «άλλα τε έθνεα πολλά». Μόνο οι Εφέσιοι και οι Κολοφώνιοι δεν γιόρταζαν τα Απατούρια. Όσον αφορά τη χρονολόγηση, οι αρχαίοι συγγραφείς αποδίδουν την Ιωνική μετανάστευση στην τέταρτη γενιά μετά τον Τρωικό Πόλεμο και στη δεύτερη γενιά μετά την επιστροφή των Ηρακλειδών. Με όρους απόλυτης χρονολόγησης, ο Σακελλαρίου αποδέχτηκε ως χρονολογία τον 11ο αι. π.Χ.
8) Οι Αιολείς ήταν κατά τους ιστορικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδας η μία από τις τέσσερις φυλές (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς) του αρχαίου ελλαδικού χώρου. Επρόκειτο για λαό που αρχικά ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και στη συνέχεια αποίκισε στα έναντι παράλια του Αιγαίου. Οι Αιολείς εντοπίζονται στη Λέσβο, την Τένεδο και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Ωστόσο η Λέσβος αποικίστηκε από Έλληνες μόνο μετά το τέλος της Μυκηναϊκής Εποχής και τα μικρασιατικά παράλια ακόμη αργότερα. Οι παραδόσεις για τον αποικισμό των Αιολέων στη Μικρά Ασία αναφέρουν ως μητροπολιτικές χώρες διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας, της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Επιπλέον, στις ίδιες περιοχές παρατηρούνται διαλεκτικά φαινόμενα που δηλώνουν αιολικό υπόστρωμα. Αρχική κοιτίδα των Αιολέων ήταν η δυτική Μακεδονία και συγκεκριμένα οι ορεινές περιοχές στα βόρεια του Αλιάκμονα, καθώς και η κοιλάδα της Πελαγονίας. Από εκεί μετακινήθηκαν νότια στη Θεσσαλία, την οποία κατέλαβαν ολόκληρη. Ακολούθησαν κύματα μετανάστευσης προς τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και προς τη νότια Ελλάδα, που οφείλονταν στην επέλαση των Θεσσαλών. Παρ' όλα αυτά σημαντικοί αιολικοί πληθυσμοί παρέμειναν στις εστίες τους και αποτέλεσαν το κύριο διαλεκτικό υπόβαθρο της θεσσαλικής και της βοιωτικής διαλέκτου. Στα νέα εδάφη που εγκαταστάθηκαν ανέπτυξαν σε μεγάλο βαθμό τον πολιτισμό τους και απέκτησαν φήμη μεταξύ των υπόλοιπων Ελλήνων. Η Αιολική Γη παρέμεινε αναλλοίωτη για χιλιάδες χρόνια.
9) Οι Αχαιοί ήταν κατά τους ιστορικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδας η μία από τις τέσσερις φυλές (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείςκαι Δωριείς) του αρχαίου ελλαδικού χώρου που αποτέλεσαν το πρώιμο ελληνικό έθνος. Επρόκειτο στην ουσία για ένα δυναμικό φύλο, που με τη δύναμη των όπλων επικράτησε στην Ελλάδα της Μυκηναϊκής εποχής. Γύρω στο 1600 π.Χ. ομάδες αυτού του φύλου (των Αχαιών) που σχηματίσθηκε από την προσέγγιση των εθνικών στοιχείων που προαναφέραμε, κινήθηκαν προς νότον και έφθασαν ώς την βορειοδυτική Πελοπόννησο. Αυτοί λοιπόν ήσαν οι περίφημοι Αχαιοί, οι δημιουργοί του λαμπρού Μυκηναϊκού πολιτισμού (1600-1100 π.Χ.), που κατά την περίοδο της μεγίστης ακμής του κατά τον ΙΔ΄ και ΙΓ΄ αιώνα π.Χ., θα εξαπλωθεί σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο και όχι μόνον. Σήμερα, χρησιμοποιείται περισσότερο ο όρος Μυκηναίοι, αντί του όρου Αχαιοί προς αποφυγήν συγχύσεων με τους κατοίκους της Αχαΐας των ιστορικών χρόνων. Επίσης η γλώσσα των Αχαιών-Μυκηναίων, γνωστή από τις πινακίδες της Γραμμικής Β ονομάζεται Μυκηναϊκή και σήμερα πιστεύεται ότι δεν προέκυψε απ’ ευθείας από την Κεντρική διάλεκτο, αλλά ως εξέλιξη της αιολικής, που έφεραν οι Αχαιοί στην Πελοπόννησο, όπου δέχτηκε επιδράσεις από την Αρκαδοκυπριακή, δηλ. την διάλεκτο των Αρκάδων της κεντρικής Πελοποννήσου πριν από την διαφοροποίησή της σε Αρκαδική και Κυπριακή. Σύμφωνα με την παράδοση, μετά την εισβολή των Δωριέων στην Αργολίδα ο βασιλεύς του Άργους Τισαμενός, υιός του Ορέστη και της κόρης του Μενελάου Ερμιόνης, επικεφαλής των ηττημένων Αχαιών, εγκατέλειψαν την χώρα τους και έφθασαν στην ΒΔ Πελοπόννησο όπου, μετά από σκληρές μάχες, θα νικήσουν τους Ίωνες που ήσαν εγκατεστημένοι εκεί. Οι Ίωνες θα εγκαταλείψουν την περιοχή και θα καταφύγουν στην Αττική, ενώ οι Αχαιοί αφού θάψουν στη Ελίκη τον βασιλέα τους Τισαμενό, που σκοτώθηκε στην μάχη, θα γίνουν κύριοι της χώρας που θα ονομασθεί Αχαΐα. Η έρευνα έχει επιβεβαιώσει ότι οι παραδόσεις αυτές ανταποκρίνονται σε πραγματικά γεγονότα.
10) Η «Κάθοδος των Δωριέων» ή «Επιστροφή των Ηρακλειδών» είναι θεωρία ιστορική και γλωσσολογική σύμφωνα με την οποία περί τον 12ο αιώνα π.Χ. ελληνικά φύλα κατήλθαν από το βορρά προς την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησο με συνέπεια την καταστροφή του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Η παράδοση οφείλεται στον Ηρόδοτο ο οποίος πρώτος αναφέρθηκε στις μετακινήσεις των Δωριέων στην Ελλάδα. Σύμφωνα με αυτή την παράδοση οι Δωριείς μετανάστευσαν από την Φθιώτιδα στην Ιστιαιώτιδα, στην Πίνδο, στη Δρυοπίδα και τελικά στην Πελοπόννησο. Οι υποτιθέμενες αυτές μετακινήσεις έμειναν γνωστές ως «Κάθοδος των Δωριέων» ή «Επιστροφή των Ηρακλειδών». Οι Δωριείς ήταν μαζί με τους Ίωνες, τους Αιολείς και τους Αχαιούς, τα τέσσερα μεγάλα ελληνικά φύλα, τα οποία εξαπλώθηκαν στην Ελλάδα σε διαφορετικές περιόδους κατά τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ. και διαμόρφωσαν το ελληνικό έθνος. Οταν βασίλευε ο Δευκαλίων, οι Δωριείς κατοικούσαν στην Φθιώτιδα. Από εκεί, ενώ βασιλιάς τους ήταν ο Δώρος, από τον οποίο πήραν και το όνομά τους, πήγαν στις πλαγιές της Όσσας και του Ολύμπου, στην περιοχή που ονομαζόταν Ιστιαιώτις. Οι Κάδμειοι τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν την περιοχή αυτή και να εγκατασταθούν στην Πίνδο (Λάκμος, Βόιο), σε μια περιοχή που εκτείνεται από την περιφέρεια Καστοριάς, Γρεβενών έως και την επαρχία Μετσόβου, όπου ονομάστηκαν Μακεδνοί (Μακεδόνες) . Από εκεί ξεκίνησε η λεγόμενη "Κάθοδος των Δωριέων" στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ., μέσω του περάσματος της Δεσκάτης, που αποτέλεσε ιστορικό γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας, και είχε το χαρακτήρα εγκατάστασης ενός λαού σε πιο εύφορα και προσοδοφόρα εδάφη. Αυτή η εσωτερική μετανάστευση των Δωριέων αποτέλεσε τμήμα της γενικότερης προσπάθειας των δυτικών φυλετικών ομάδων να κατακτήσουν νέες περιοχές. Οι Δωριείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους εγκατάστασής τους, καθώς είτε δέχτηκαν την πίεση άλλων φυλετικών ομάδων, είτε οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι δεν επαρκούσαν.
Από την Πίνδο και συγκεκριμένα από την περιοχή Λάκμου - Βοΐου, οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν στην Δωρίδα, στην περιοχή της Φωκίδας. Εκεί ίδρυσαν την Δωρική Τετράπολη, την μητρόπολη των δωρικών φύλων. Πολιτιστικά κατώτεροι των Αχαιών αλλά στρατιωτικά ισχυρότεροι, πέρασαν στην Πελοπόννησο από τα παράλια της Κεντρικής Ελλάδας, την οποία εποφθαλμιούσαν για τα εύφορα εδάφη της και διαχωρίστηκαν: μία ομάδα, της οποίας πιθανότερο είναι η πλειοψηφία της να ήταν Υλλείς, αν κρίνουμε από τα αγάλματα του Ύλλου που υπήρχαν στα Μέγαρα, στην Κόρινθο και στο Άργος, κατέλαβε την ιωνική περιοχή της Αργολίδας και Κυνουρίας, μία δεύτερη κατέλαβε την κοιλάδα του Ευρώτα και η τελευταία τη Στενύκλαρο στο μεσσηνιακό κάμπο, ενώ μια σημαντική ομάδα Δωριέων παρέμεινε στην Δωρίδα. Αυτή η εισβολή προκάλεσε μεγάλα προσφυγικά κύματα των παλαιότερων κατοίκων, Αχαιών κυρίως και Αρκάδων δευτερευόντως. Εκπληκτικό είναι το γεγονός της πλήρους επικράτησης του δωρικού γλωσσικού ιδιώματος σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, παρ' όλη τη μακρά πολιτιστική πορεία του τόπου αυτού. Ακολούθησε ένα κύμα μετανάστευσης των Δωριέων στα νησιά του Αιγαίου, τα μικρασιατικά παράλια και την Κύπρο. Περιοχές όπως τα Κύθηρα, η Κρήτη, η Μήλος, η Θήρα, η Ρόδος και η Κως, καθώς και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια, περιήλθαν στον δωρικό έλεγχο. Οι Δωριείς επιχείρησαν επίσης να καταλάβουν την Αττική, χωρίς όμως επιτυχία. Κατά το δεύτερο ελληνικό αποικισμό, μαζί με τις άλλες ελληνικές δυνάμεις, οι Δωριείς δημιούργησαν αποικίες στη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή την νότια Ιταλία και Σικελία, όπως τις Συρακούσες, καθώς και στα στενά του Βοσπόρου.
Πηγή : http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/art/page_002.html?prev=true
http://omiriki-ereuna.blogspot.com/p/blog-page_2325.html
https://theancientwebgreece.wordpress.com/
http://www.kathimerini.gr/867460/article/epikairothta/kosmos/diadromes-xaones-oi-froyroi-ths-hpeiroy-glwttas
http://www.mixanitouxronou.gr/molossi-i-sklirotrachili-ipirotes-pou-itan-xakousti-gia-tous-skilous-tous-antimetopisan-tin-orgi-ton-romeon-epidi-arnithikan-na-paradothoun-i-poli-tous-sozete-ke-echi-ta-kalitera-diatirimena-spitia/
https://www.gtp.gr/LocInfo.asp?InfoId=28&Code=EGRETSbe&PrimeCode=EGRETSbe&Level=6&PrimeLevel=6&lng=1
http://www.ehw.gr/asiaminor/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaId=9341
http://ethnologic.blogspot.com/2010/04/blog-post_02.html
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%AF
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%BF%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%AF
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B9%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%82
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CE%B9
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%83%CF%83%CE%BF%CE%AF
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%AF
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%8A%CF%89%CE%BD%CE%B5%CF%82
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%82
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%AF
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%B5%CE%AF%CF%82



Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

The mysteries of the Moon and the Ancient Greeks : The mythology and the astronomy of Earth's natural satellite in Greece

The Moon is an astronomical body that orbits planet Earth and is Earth's only permanent natural satellite. It is the fifth-largest natural satellite in the Solar System, and the largest among planetary satellites relative to the size of the planet that it orbits (its primary). The Moon is after Jupiter's satellite Io the second-densest satellite in the Solar System among those whose densities are known. The Moon is thought to have formed about 4.51 billion years ago, not long after Earth. The most widely accepted explanation is that the Moon formed from the debris left over after a giant impact between Earth and a Mars-sized body called Theia. The Moon is in synchronous rotation with Earth, and thus always shows the same side to earth, the near side. The near side is marked by dark volcanic maria that fill the spaces between the bright ancient crustal highlands and the prominent impact craters. After the Sun, the Moon is the second-brightest regularly visible celestial object in Earth's sky. Its surface is actually dark, although compared to the night sky it appears very bright, with a reflectance just slightly higher than that of worn asphalt. Its gravitational influence produces the ocean tides, body tides, and the slight lengthening of the day. The Moon's average orbital distance is 384,402 km, or 1.28 light-seconds. This is about thirty times the diameter of Earth. The Moon's apparent size in the sky is almost the same as that of the Sun (because it is 400x farther and larger). Therefore, the Moon covers the Sun nearly precisely during a total solar eclipse. This matching of apparent visual size will not continue in the far future, because the Moon's distance from Earth is slowly increasing.
In Proto-Indo-European religion, the moon was personified as the male god *Mehnot. The ancient Sumerians believed that the Moon was the god Nanna, who was the father of Inanna, the goddess of the planet Venus, and Utu, the god of the sun. Nanna was later known as Sîn, and was particularly associated with magic and sorcery. In Greco-Roman mythology, the Sun and the Moon are represented as male and female, respectively (Helios/Sol and Selene/Luna); this is a development unique to the eastern Mediterraneanand traces of an earlier male moon god in the Greek tradition are preserved in the figure of Menelaus. In Mesopotamian iconography, the crescent was the primary symbol of Nanna-Sîn. In ancient Greek art, the Moon goddess Selene was represented wearing a crescent on her headgear in an arrangement reminiscent of horns. The star and crescent arrangement also goes back to the Bronze Age, representing either the Sun and Moon, or the Moon and planet Venus, in combination. It came to represent the goddess Artemis or Hecate, and via the patronage of Hecate came to be used as a symbol of Byzantium. An iconographic tradition of representing Sun and Moon with faces developed in the late medieval period. Philosophers Aristotle and Pliny the Elder argued that the full moon induced insanity in susceptible individuals, believing that the brain, which is mostly water, must be affected by the Moon and its power over the tides, but the Moon's gravity is too slight to affect any single person. The Moon's regular phases make it a very convenient timepiece, and the periods of its waxing and waning form the basis of many of the oldest calendars. The ~30-day month is an approximation of the lunar cycle. The PIE root of moon, *méhnōt, derives from the PIE verbal root *meh-, "to measure", "indicat[ing] a functional conception of the Moon, i.e. marker of the month" and echoing the Moon's importance to many ancient cultures in measuring time (see Latin mensisand Ancient Greek μείς (meis) or μήν (mēn), meaning "month").Most historical calendars are lunisolar. 
In Greek mythology, Selene ("Moon") is the goddess of the moon. She is the daughter of the Titans Hyperion and Theia, and sister of the sun-god Helios, and Eos, goddess of the dawn. She drives her moon chariot across the heavens. Several lovers are attributed to her in various myths, including Zeus, Pan, and the mortal Endymion. In classical times, Selene was often identified with Artemis, much as her brother, Helios, was identified with Apollo.Selene and Artemis were also associated with Hecate, and all three were regarded as lunar goddesses, but only Selene was regarded as the personification of the moon itself. Her Roman equivalent is Luna. The usual account of Selene's origin is given by Hesiod. In the Theogony, the sun-god Hyperion espoused his sister Theia, who gave birth to "great Helios and clear Selene and Eos who shines upon all that are on earth and upon the deathless Gods who live in the wide heaven." Moon figures are found on Cretan rings and gems (perhaps indicating a Minoan moon cult), but apart from the role played by the moon itself in magic, folklore, and poetry, and despite the later worship of the Phrygian moon-god Men, there was relatively little worship of Selene. An oracular sanctuary existed near Thalamai in Laconia. Described by Pausanias, it contained statues of Pasiphaë and Helios. Here Pasiphaë is used as an epithet of Selene, instead of referring to the daughter of Helios and wife of Minos. Pausanias also described seeing two stone images in the market-place of Elis, one of the sun and the other of the moon, from the heads of which projected the rays of the sun and the horns of the crescent moon. Originally Pandia may have been an epithet of Selene, but by at least the time of the late Homeric Hymn, Pandia had become a daughter of Zeus and Selene. Pandia (or Pandia Selene) may have personified the full moon, and an Athenian festival, called the Pandia, usually considered to be a festival for Zeus, was perhaps celebrated on the full-moon and may have been associated with Selene.
Geographically, ancient Arcadia occupied the highlands at the centre of the Peloponnese. The Arcadians were an ancient Greek tribe which was situated in the mountainous Peloponnese. It is considered one of the oldest Greek tribes which settled in Greece and it was probably a relative tribe of the proto-Greeks who are mentioned by the ancient authors as Pelasgians. Whilst Herodotus seems to have found the idea that the Arcadians were not Greek far-fetched, it is clear that the Arcadians were considered as the original inhabitants of the region. This is testified by ancient myths, like the myth of Arcas, the myth of Lycaon etc. Arcadia is also one of the regions described in the "catalogue of ships" in the Iliad. Agamemnon himself gave Arcadia the ships for the Trojan war because Arcadia did not have a navy. Due to its remote, mountainous character, Arcadia seems to have been a cultural refuge. When, during the Greek Dark Age (c. 1200 BC–800 BC), Doric Greek dialects were introduced to the Peloponnese, the older language apparently survived in Arcadia, and formed part of the Arcado-Cypriot group of Greek dialects. The Arcadians founded numerous towns. Lycosura was a city of Arcadia said by Pausanias to be the oldest city in the world, although there is no evidence for its existence before the fourth century BCE. Its current significance is chiefly associated with the sanctuary of the goddess Despoina, which contained a colossal sculptural group, that perhaps inaccurately, Pausanias wrote was made by Damophon of Messene. This group comprises acrolithic-technique statues of Despoina and Demeter seated on a throne, with statues of Artemis and the Titan Anytos standing on either side of them - all in Pentelic marble. The dates of both the temple and the sculptural group have occasioned some dispute. Remains of a stoa, altars, and other structures have been found at the site as well. The Sanctuary of Despoina at Lycosoura is located 9 km WSW of Megalopolis, 6.9 km SSE of Mount Lykaion, and 160 km SW of Athens. In the second century CE, the Greek periegetic writer Pausanias, relying on personal observations, available texts, and consultation with local persons, wrote the only extant account of the ancient city and its sanctuary. He relates that Lycosura was founded by Lycaon the son of Pelasgus, and asserted that it was the oldest city in the world. He notes that Cleitor, the grandson of Arcas (hence the toponym Arcadia), dwelled in Lycosura. In Greek mythology, Pelasgus was the eponymous ancestor of the Pelasgians, the mythical inhabitants of Greece who established the worship of the Dodonaean Zeus, Hephaestus, the Cabeiri, and other divinities. In the different parts of the country once occupied by Pelasgians, there existed different traditions as to the origin and connection of Pelasgus. The ancient Greeks even used to believe that he was the first man. According to the Arcadian tradition, he was either an autochthon, or a son of Zeus by Niobe (brother of Argus). The Oceanide Meliboea, the nymph Cyllene, or Deianeira, became by him the mother of Lycaon of Arcadia. In Greek mythology, Lycaon was a king of Arcadia, son of Pelasgus and Meliboea, who, in the most popular version of the myth, tested Zeus' omniscience by serving him the roasted flesh of Lycaon's own son Nyctimus, in order to see whether Zeus was truly all-knowing. In return for these gruesome deeds, Zeus transformed Lycaon into a wolf, along with his offspring; Nyctimus was restored to life. Despite being notorious for his horrific deeds, Lycaon was also remembered as a culture hero: he was believed to have founded the city Lycosura, to have established a cult of Zeus Lycaeus and to have started the tradition of the Lycaean Games, which Pausanias thinks were older than the Panathenaic Games. According to Hyginus, Lycaon dedicated the first temple to Hermes of Cyllene. The Arcadian town Nonakris was thought to have been named after the wife of Lycaon. Arcas was a hunter who became king of Arcadia. He was remembered for having taught people the art of weaving and baking bread. Arcas was the son of Zeus and Callisto. Arcas became the new king of Arcadia and the country's greatest hunter. One day, when Arcas went hunting in the woods, he came across his mother. Seeing her son after so long, she went forth to embrace him. Not knowing that the bear was his mother, he went to kill her with an arrow. Zeus however, watching over them, stopped Arcas from shooting Callisto, and turned Arcas into a bear, then putting them into the stars. They are now referred to as Ursa Majornand Ursa Minor, the big and little bears. When Hera heard of that, she became so angry that she asked Tethys to keep them in a certain place so that the constellations would never sink below the horizon and receive water.
The name Pelasgians was used by classical Greek writers to either refer to populations that were the ancestors or forerunners of the Greeks, or to signify all pre-classical indigenes of Greece. In general, "Pelasgian" has come to mean more broadly all the indigenous inhabitants of the Aegean Sea region and their cultures, "a hold-all term for any ancient, primitive and presumably indigenous people in the Greek world". During the classical period, enclaves under that name survived in several locations of mainland Greece, Crete, and other regions of the Aegean. Populations identified as "Pelasgian" spoke a language or languages that at the time Greeks identified as "barbaric", though some ancient writers nonetheless described the Pelasgians as Greeks. The Pelasgians first appear in the poems of Homer: those who are stated to be Pelasgians in the Iliad are among the allies of Troy. Later Greek writers offered little unanimity over which sites and regions were "Pelasgian". One of the first was Hesiod; he calls the oracular Dodona, identified by reference to "the oak", the "seat of Pelasgians", clarifying Homer's Pelasgic Zeus. He mentions also that Pelasgus (the eponymous ancestor of the Pelasgians) was the father of King Lycaon of Arcadia.
In the History of the Peloponnesian War, the Greek historian Thucydides wrote about the Pelasgians stating that : Before the time of Hellen, son of Deucalion ... the country went by the names of the different tribes, in particular of the Pelasgian. It was not till Hellen and his sons grew strong in Phthiotis, and were invited as allies into the other cities, that one by one they gradually acquired from the connection the name of Hellenes; though a long time elapsed before that name could fasten itself upon all. He regards the Athenians as having lived in scattered independent settlements in Attica but at some time after Theseus they changed residence to Athens, which was already populated. A plot of land below the Acropolis was called "Pelasgian" and was regarded as cursed, but the Athenians settled there anyway.
In historical times, the Earth was Moonless. Giordano Bruno (a 16th century Italian philosopher) is reputed to have written in De Immenso: “There are those who have believed that there was a certain time (as our Mythologian says) when the moon, which was believed to be younger than the sun, was not yet created. The Arcadians, who dwelt not far from the Po, are believed to have been in existence before it (the moon).” “Theodorus writes in his first book that the moon had appeared a little while before the war which was fought by Hercules against the giants. Aristochius and Dionysius Chalcidensis, in the first of their works, confirm the same.”  “Mnaseas said that the Arcadians were born before the moon, and so they were called ‘proselenian’; meaning, ‘before the moon’.” Bruno goes on to step upon the sensibilities of future scholars by noting that, “the earth, which is of the same species as the moon, is of creatable and destructible substance, and is truly animal and even mortal, although divine. Therefore, the planets (worlds) are able to be created and destroyed, and it is not possible that they have been eternal, since we have proved them to be alterable and consisting of changing parts.” Velikovsky has discussed this same idea by noting that one of the most remote recollections of mankind is in regard to the period of Earth’s history when it was Moonless. Velikovsky quotes everyone from Democritus and Anaxagoras to Aristotle and Apollonius of Rhodes to show that such a pre-Hellenic time existed. Those humans living at the time were called Pelasgians, Proselenes (“before the Moon”), and Arcadians (pre-Danai and pre-Deukalion).  They were said to have dwelt in the mountains, fed on acorns, and lived as aborigines. Plutarch, Hippolytus, Censorinus, and a doubting Lucian wrote of pre-Lunar people, as did Ovid, who said that the Arcadians possessed their land before the birth of Jove, and were older than the Moon. There are even Biblical references which allude to a Moonless Earth or at least can be so interpreted.  Finally, the memory of a Moonless Earth is contained in the oral traditions of such Indians as those of the Bogota highlands in the eastern Cordilleras of Columbia, i.e. according to tribesmen of Chibchas, “In the earliest times, when the moon was not yet in the heavens.” The references to the aboriginal nature of the pre-Moon folk, and the fact they lived before “the birth of Jove” is particularly noteworthy.  
The period when the Earth was Moonless is probably the most remote recollection of mankind. Democritus and Anaxagoras taught that there was a time when the Earth was without the Moon. Aristotle wrote that Arcadia in Greece, before being inhabited by the Hellenes, had a population of Pelasgians, and that these aborigines occupied the land already before there was a moon in the sky above the Earth; for this reason they were called Proselenes. Apollonius of Rhodes mentioned the time “when not all the orbs were yet in the heavens, before the Danai and Deukalion races came into existence, and only the Arcadians lived, of whom it is said that they dwelt on mountains and fed on acorns, before there was a moon.”  Plutarch wrote in The Roman Questions: “There were Arcadians of Evander’s following, the so-called pre-Lunar people.”Similarly wrote Ovid: “The Arcadians are said to have possessed their land before the birth of Jove, and the folk is older than the Moon.”  Hippolytus refers to a legend that “Arcadia brought forth Pelasgus, of greater antiquity than the moon.” Lucian in his Astrology says that “the Arcadians affirm in their folly that they are older than the moon.” Censorinus also alludes to the time in the past when there was no moon in the sky.
By the Archaic period, educated Greek men and women knew from observing solar eclipses and ships sailing to the horizon that the moon was a round ball. The astronomer Thales in the 600s BC also knew that the moon didn’t make its own light, but shone by reflecting light from the sun. In the 400s BC, Greek scientists like Anaxagoras knew why eclipses happened. By the Hellenistic period, in the 200s BC, Aristarchus figured out that the moon went around the earth, and (based on the work of the Libyan Eratosthenes) about how big the moon was.
The development of astronomy by the Greek and Hellenistic astronomers is to be a major phase in the history of astronomy. Greek astronomy is characterized from the start by seeking a rational, physical explanation for celestial phenomena. Most of the constellations of the northern hemisphere derive from Greek astronomy, as are the names of many stars, asteroids, and planets. It influenced Indian, Arabic-Islamic and Western European astronomy. Philolaus (c. 480 BC–c. 405 BC) the Pythagorean described a cosmos with the stars, planets, Sun, Moon, Earth, and a counter-Earth (Antichthon) ten bodies in all circling an unseen central fire. Such reports show that Greeks of the 6th and 5th centuries BC were aware of the planets and speculated about the structure of the cosmos. Also, a more detailed description about the cosmos, Stars, Sun, Moon and the Earth can be found in the Orphism, which dates back to the end of the 5th century BC, and it is probably even older. Within the lyrics of the Orphic poems we can find remarkable information such as that the Earth is round, it has an axis and it moves around it in one day, it has three climate zones and that the Sun magnetizes the Stars and planets. In the 3rd century BC, Aristarchus of Samos proposed an alternate cosmology (arrangement of the universe): a heliocentric model of the solar system, placing the Sun, not the Earth, at the center of the known universe ("Greek Copernicus"). His astronomical ideas were not well-received, however, and only a few brief references to them are preserved. We know the name of one follower of Aristarchus: Seleucus of Seleucia. Aristarchus also wrote a book On the Sizes and Distances of the Sun and Moon, which is his only work to have survived. In this work, he calculated the sizes of the Sun and Moon, as well as their distances from the Earth in Earth radii.
On the Sizes and Distances (of the Sun and Moon) (Peri megethon kai apostematon) is widely accepted as the only extant work written by Aristarchus of Samos, an ancient Greek astronomer who lived circa 310–230 BCE. This work calculates the sizes of the Sun and Moon, as well as their distances from the Earth in terms of Earth's radius.
Shortly afterwards, Eratosthenes calculated the size of the Earth, providing a value for the Earth radii which could be plugged into Aristarchus' calculations. Hipparchus wrote another book On the Sizes and Distances of the Sun and Moon, which has not survived. Both Aristarchus and Hipparchus drastically underestimated the distance of the Sun from the Earth.  Hipparchus is considered to have been among the most important Greek astronomers, because he introduced the concept of exact prediction into astronomy. He was also the last innovative astronomer before Claudius Ptolemy, a mathematician who worked at Alexandria in Roman Egypt in the 2nd century. Ptolemy's works on astronomy and astrology include the Almagest, the Planetary Hypotheses, and the Tetrabiblos, as well as the Handy Tables, the Canobic Inscription, and other minor works. The Almagest is one of the most influential books in the history of Western astronomy. In this book, Ptolemy explained how to predict the behavior of the planets, as Hipparchus could not, with the introduction of a new mathematical tool, the equant. The Almagest gave a comprehensive treatment of astronomy, incorporating theorems, models, and observations from many mathematicians. This fact may explain its survival, in contrast to more specialized works that were neglected and lost.
A True Story is a novel written in the second century AD by Lucian of Samosata (ancient city in river Euphrates), a Greek-speaking author of Syrian descent. The novel is a satire of outlandish tales which had been reported in ancient sources, particularly those which presented fantastic or mythical events as if they were true. It is Lucian's most well-known work. It is the earliest known work of fiction to include travel to outer space, alien lifeforms, and interplanetary warfare. As such, A True Story has been described as "the first known text that could be called science fiction". The novel begins with an explanation that the story is not at all "true" and that everything in it is, in fact, a complete and utter lie. The narrative begins with Lucian and his fellow travelers journeying out past the Pillars of Heracles, in the Atlantic Ocean. Blown off course by a storm, they come to an island (America) with a river of wine filled with fish and bears, a marker indicating that Heracles and Dionysus have traveled to this point, and trees that look like women. Shortly after leaving the island, they are caught up by a whirlwind and taken to the Moon, where they find themselves embroiled in a full-scale war between the king of the Moon and the king of the Sun over colonization of the Morning Star. Both armies include bizarre hybrid lifeforms. The armies of the Sun win the war by clouding over the Moon and blocking out the Sun's light. Both parties then come to a peace agreement. Lucian then describes life on the Moon and how it is different from life on Earth. 
After returning to Earth, the adventurers are swallowed by a 200-mile-long (320 km) whale, in whose belly they discover a variety of fish people, whom they wage war against and triumph over. They kill the whale by starting a bonfire and escape by propping its mouth open. Next, they encounter a sea of milk, an island of cheese, and the Island of the Blessed. There, Lucian meets the heroes of the Trojan War, other mythical men and animals, as well as Homer and Pythagoras. They find sinners being punished, the worst of them being the ones who had written books with lies and fantasies, including Herodotus and Ctesias. After leaving the Island of the Blessed, they deliver a letter to Calypso given to them by Odysseus explaining that he wishes he had stayed with her so he could have lived eternally. They then discover a chasm in the ocean, but eventually sail around it, discover a far-off continent and decide to explore it.The book ends abruptly with Lucian stating that their future adventures will be described in the upcoming sequels.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Moon
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Selene
http://www.halexandria.org/dward200.htm
https://www.varchive.org/itb/sansmoon.htm
https://en.m.wikipedia.org/wiki/A_True_Story
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Aristarchus_On_the_Sizes_and_Distances
https://quatr.us/history/moon-greek-astronomy.htm
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Ancient_Greek_astronomy
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Arcadians
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Arcadia_(ancient_region)#Arcadians
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Lykosoura
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Pelasgus
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Lycaon_of_Arcadia
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Arcas
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Pelasgians