Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Η Νεοπλατωνική σχολη των Αθηνών και οι τελευταίοι φιλόσοφοι του Αρχαίου ελληνικού κόσμου

Ο Νεοπλατωνισμός αποτέλεσε την τελευταία αναλαμπή του Αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας. Ιδρυτής του Νεοπλατωνισμού είναι πρακτικά ο Πλωτίνος, αλλά ουσιαστικά ήταν ο δάσκαλος του ο Αμμώνιος Σακκάς, ο οποίος έζησε περίπου το 175 μ.χ έως το 242 μ.Χ, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το 193 μ.χ ιδρύει και διδάσκει τον Νεοπλατωνισμό ή Εκλεκτισμό. Ο Αμμώνιος (έτος γενν. Ι75 μ.Χ.) δεν έγραψε όπως και ο Σωκράτης, απολύτως τίποτα η ζωή και η διδασκαλία του περιβάλλονται για τον λόγο αυτό από πυκνό μυστήριο. Οπως μας αναφέρει ο Πορφύριος μετέπειτα μαθητής του Πλωτίνου, οι ίδιοι οι μαθητές του Βρέννιος, Ωριγένης και Πλωτίνος είχαν συμφωνήσει να μην αποκαλύψουν τίποτα για τις διδαχές του. Οι λιγοστές σωζόμενες μαρτυρίες για τον Αμμώνιο περιορίζονται κυρίως στους: Νεμέσιο, Περί φύσεως ανθρώπου και Ιεροκλή, Περί προνοίας, όπως αναφέρεται από τον Φώτιο. Για την Νεοπλατωνική σχολή του Αμμωνίου, το Εν βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας όλων των όντων. Είναι άρρητο, διότι τα μόνα πράγματα που μπορούν να αντιληφθούμε είναι αυτά που συνιστούν αποτελέσματα κάποιων αιτίων. Το Εν είναι απολύτως αναίτιο και δεν γίνεται γνωστό ούτε μέσω της καταφατικής, ούτε μέσω της αποφατικής θεολογίας. Ως προς την ύπαρξη του Ενός δεν είναι δυνατό να έχουμε αποδείξεις, αλλά μόνο ενδείξεις. Από το Εν παράγονται η νοητή Μονάς και η νοητή Δυάς. Η Μονάς είναι η μεταφυσική αρχή της ενότητας, της συνέχειας, της ομοιότητας και της ταυτότητας στο σύμπαν. Αντίθετα, η Δυάς είναι η μεταφυσική αρχή της διαίρεσης, της ετερότητας και του πλήθους στο σύμπαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Δυάς είναι και η μεταφυσική αρχή του κακού. Τέτοια αρχή δεν υπάρχει, διότι ως κακό ορίζεται η εκούσια απομάκρυνση κάποιου ανθρώπου από το αγαθό, το οποίο του είναι γνωστό εκ των προτέρων, αφού διαθέτει κοινές έννοιες δοσμένες από το Δημιουργό. Αμέσως μετά ιεραρχικά ακολουθούν ένα πλήθος κατώτερων Θεοτήτων. O Δημιουργός δεν ανήκει στα εμπειρικά δεδομένα, ούτε γίνεται αντικείμενο παρατήρησης, εν τούτοις είναι δυνατό να γίνει αντιληπτός ως ένα βαθμό, από τον άνθρωπο, δια μέσω των ομοιοτήτων μεταξύ του αισθητού και του νοητού κόσμου. Η τάξη που διέπει το σύμπαν δίνει μια ιδέα για την ύπαρξη του Δημιουργού, που είναι υπεύθυνος γι' αυτήν την τάξη. Στην ουσία, όμως η γνήσια επαφή με το Δημιουργό συντελείται με την ενόραση. Αυτή εξασφαλίζει μια μυστική ένωση με το Δημιουργό, η οποία δεν είναι γνώση με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Κυριότεροι των Νεο-Πλατωνιστών ήταν οι: Πλωτίνος, Πορφύριος, Ιάμβλιχος, Ωριγένης, Πλούταρχος ο Αθηναίος, Πρόκλος, Μαρίνος, Ισίδωρος, Στοβαίος, Δαμάσκιος, Σιμπλίκιος, Σαλλούστιος, Θέων ο Αλεξανδρεύς, Υπατία, Συνέσιος, Ιεροκλής, Λογγίνος. Ο Νεοπλατωνισμός επηρέασε την Βυζαντινή σκέψη μέσω του Διονυσίου Αρεοπαγίτη και του Μιχαήλ Ψελλού, γονιμοποίησε τη μεσαιωνική σκέψη μέσω του Αγίου Αυγουστίνου, ενώ επηρέασε και την Ισλαμική φιλοσοφία με την έλευση των Αράβων. Γενικεύοντας (μιας και οι Νεοπλατωνικοί διαφοροποιούνταν μεταξύ τους) θα μπορούσαμε να αναφέρουμε κάποια γενικά χαρακτηριστικά της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Υπάρχει μια πολλαπλότητα σε κοσμικό επίπεδο, η οποία ακολουθεί μία ιεραρχία, όπου τo κάθε επίπεδο εκπορεύεται από το ανώτερό του. Η τελευταία και χαμηλότερη βαθμίδα περιλαμβάνει τον φυσικό κόσμο, ο οποίος υπάρχει στον χρόνο και στον χώρο και είναι αντιληπτός δια των αισθήσεων. Το ύψιστο επίπεδο του όντος, και μέσω αυτού οτιδήποτε αισθητό υπάρχει, απορρέει από την έσχατη αρχή, που είναι απόλυτα απελευθερωμένη από προσδιορισμούς και περιορισμούς, και υπερβαίνει εντελώς κάθε νοητή πραγματικότητα. Επειδή δεν έχει περιορισμούς, δεν έχει χαρακτηριστικά γνωρίσματα ή προσδιορισμούς είναι άρρητο, μπορεί να ονομαστεί κατ’ υπέρβαση ως «Εν», ή «Αγαθόν» ως πηγή κάθε τελειότητας. Εφόσον η ανώτατη αυτή αρχή είναι εντελώς απλή και απροσδιόριστη (ή στερείται ιδιαζόντων χαρακτηριστικών), η γνώση του ανθρώπου μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν υψώσει κανείς το πνεύμα του σε μια άμεση ένωση μαζί της, που δεν μπορεί κανείς να την φανταστεί ή να την περιγράψει.  Ο Νεοπλατωνισμός θέλησε να αναδείξει την υπέρτατη αρετή, την οποία αντιπροσωπεύουν άνθρωποι που θεωρήθηκε ότι διέθεταν εξαιρετική ωριμότητα και θεωρητική διαύγεια. Παρά όλα αυτά, συνδύαζαν εκτός από τη διδασκαλία, υπερφυσικά χαρίσματα, όπως την πρόβλεψη του μέλλοντος, διαίσθηση, αιώρηση, μαγικές επικλήσεις και επωδές. Προσχώρησαν στον πανθεϊσμό και συνέχισαν το παγανιστικό ιδεώδες, αν και αποδέχονται όλοι την προτεραιότητα της μία και μόνης, έστω απροσδιόριστης, πρώτης αρχής του παντός. Από αυτήν την αρχή απορρέει το σύνολο του υπαρκτού σύμφωνα με τις διαβαθμίσεις των υποστάσεων, που μετέχουν, λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα με τη μακρινή ή κοντινή απόσταση τους, στην αρχή δηλαδή στο Αγαθό, τον Θεό ή το Εν. Η προσέγγιση του τελευταίου προϋποθέτει μία λογική προετοιμασία και ένα είδος ενατένισης, που ομοιάζει με την εισχώρηση κατά τις μυστηριακές τελετές, στα άδυτα των αδύτων (Unio Mystica). Ακολουθεί κατάλογος των εννέα (9) τελευταίων φιλοσόφων την φιλοσοφικής σχολής.
1) ΠΡΟΚΛΟΣ : Ο Πρόκλος ο Λύκιος ή Πρόκλος ο Διάδοχος (Κωνσταντινούπολη, 412 - Αθήνα, 485) ήταν νεοπλατωνικός φιλόσοφος, ένας από τους τελευταίους, σημαντικότερους κλασικούς φιλοσόφους. Πρότεινε ένα από τα πιο ανεπτυγμένα συστήματα του νεοπλατωνισμού και επηρέασε σημαντικά την μετέπειτα δυτική φιλοσοφία καθώς και την ισλαμική σχολή σκέψης. Από το 450 μέχρι τον θάνατό του διηύθυνε την Ακαδημία Πλάτωνος. Στην Παλατινή Ανθολογία σώζεται το επίγραμμα του τάφου του: " Ο Πρόκλος, εγώ που γεννήθηκα με καταγωγή από τη Λυκία, τον οποίο ο Συριανός εδώ ανέθρεψε με τη διδασκαλία του ως διάδοχό του, και των δυο τα σώματα δέχτηκε αυτός ο τάφος, είθε δε και οι ψυχές να βρεθούν στον ίδιο χώρο." Ο Συριανός ήταν ο δάσκαλός του και διευθυντής της Ακαδημίας του Πλάτωνα. Ο Πρόκλος ανέλαβε τη διεύθυνση της Ακαδημίας μετά τον Συριανό. Ο πατέρας του Πρόκλου ήταν πατρίκιος. Η καταγωγή του ήταν από τη Λυκία. Ο Πρόκλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 6 Φεβρουαρίου 412, όπως προκύπτει από ωροσκόπιο που γράφτηκε από τον μαθητή του Μαρίνο το Νεαπολίτη, αλλά μεγάλωσε στην Ξάνθο. Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια ρητορική, φιλοσοφία και μαθηματικά με την πρόθεση να ακολουθήσει δικαστική σταδιοδρομία όπως ο πατέρας του. Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εκεί άρχισε να εργάζεται ως δικηγόρος, αλλά ανακάλυψε ότι προτιμά τη φιλοσοφία και επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, όπου άρχισε να μελετά τον Αριστοτέλη με δάσκαλο τον Ολυμπιόδωρο. Το κύριο μαθηματικό έργο του Πρόκλου είναι τα "Σχόλια στο 1ο Βιβλίο των Στοιχείων του Ευκλείδη". Εκεί, πέραν των εκτεταμένων σχολίων (700 σελίδες), παραθέτει στην εισαγωγή ένα ιστορικό σημείωμα των αρχαίων Ελληνικών μαθηματικών. Ξεκινώντας από την εποχή του Θαλή φτάνει μέχρι την εποχή του Ευκλείδη, διατρέχοντας μια χρονική περίοδο περίπου τριακοσίων ετών, και αναφέρει 24 γεωμέτρες καθώς και τη συμβολή κάθε ενός στη γεωμετρία. Αυτό είναι το πληρέστερο ιστορικό σημείωμα που σώζεται και τα στοιχεία του έχουν αντληθεί από την "Ιστορία της Γεωμετρίας" του Ευδήμου.
2) ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ : Ο Ιάμβλιχος (245 - 325) ήταν Σύρος νεοπλατωνικός φιλόσοφος, αραβικής καταγωγής, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην κατεύθυνση που ακολούθησε στη συνέχεια η νεοπλατωνική φιλοσοφία, και ακόμη και ο δυτικός παγανισμός. Είναι ευρύτερα γνωστός λόγω του έργου του αναφορικά με την πυθαγόρεια φιλοσοφία. Ο Ιάμβλιχος έζησε σε μια ταραγμένη εποχή, μια περίοδο μεγάλων ζυμώσεων, κατά την οποία ένας πολιτισμικός κύκλος πλησιάζει στο τέλος του κι ένας καινούργιος ανοίγει. Τη μεταβατική αυτή περίοδο εμφανίζεται το φιλοσοφικό ρεύμα των νεοπλατωνικών. Με επίκεντρο αρχικά την Αλεξάνδρεια , οι νεοπλατωνιστές εργάστηκαν με στόχο να συνθέσουν τις διδασκαλίες του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των Μυστηρίων σε ένα ενιαίο σύστημα, αναζωογονώντας την ψυχή του ελληνορωμαϊκού κόσμου που έβλεπαν να βυθίζεται γοργά στην πνευματική και την ηθική παρακμή. Η ανταπόκριση ήταν εντυπωσιακή. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η διδασκαλία τους διαδόθηκε στη Ρώμη και άλλες ρωμαϊκές μητροπόλεις, διαμορφώνοντας τρεις ιδιαίτερες σχολές: την Αλεξανδρινή, όπου διακρίνονται κυρίως ο Πλωτίνος και ο Πορφύριος, την Αθηναϊκή, με κύριο εκπρόσωπο τον Πρόκλο και τη Συριακή, με κορυφαίο τον Ιάμβλιχο. Η διδασκαλία του Ιάμβλιχου θεμελιώνεται πάνω στην αρχή «τα πάντα είναι μέσα στα πάντα, αλλά σε καθένα σύμφωνα με τη φύση του» και στο ερμητικό αξίωμα «όπως επάνω, έτσι κάτω», δηλαδή στο αντικαθρέφτισμα των πανομοιότυπων δομών του Μακρόκοσμου στον Μικρόκοσμο. Τα «άφατα σύμβολα, που είναι νοητά μόνο στους θεούς» είναι οι αριθμοί, που αποκαλύπτουν και περιέχουν το κλειδί για την κατανόηση του Σύμπαντος. Η αριθμολογία των πυθαγορείων είναι ουσιαστικό μέρος της διδασκαλίας του Ιάμβλιχου, που την επεξεργάστηκε και τη συστηματοποίησε, χαρτογραφώντας με λεπτομέρεια την εκδήλωση του δημιουργημένου κόσμου, μέσα από διαδοχικά επίπεδα, από το Ένα στα Πολλά. Ο ηθικός βίος θεωρείται εξίσου σημαντικός με την καλλιέργεια της ψυχής. Ο Ιάμβλιχος δεν απορρίπτει τον υλικό κόσμο, ούτε το φυσικό σώμα. Για εκείνον το πνεύμα, η ψυχή, το σώμα και η ύλη είναι μια αδιαίρετη αλληλουχία, βαθμιαίες συμπυκνώσεις της εκδήλωσης από την «άρρητον Αρχήν» μέχρι το φυσικό κόσμο. Για αυτό η ηθική στάση και η εσωτερική ποιότητα, η συνειδησιακή κατάσταση, του ατόμου είναι ουσιαστικό να εναρμονίζονται με τους συμπαντικούς νόμους. Ο ίδιος ο Ιάμβλιχος κέρδισε με τον εγκρατή και ισορροπημένο τρόπο ζωής του το προσωνύμιο του δίκαιου, ενώ οι μαθητές του τον αποκαλούσαν «θείο» και του απέδιδαν υπερφυσικές δυνάμεις. Χωρίς να αντιτίθεται ουσιωδώς στο συνεπές μεταφυσικό και σωτηριολογικό σύστημα του Πλωτίνου, ο Ιάμβλιχος απέρριψε τη νοητική φιλοσοφική άσκηση ως οδό έκστασης και έδωσε αντιθέτως έμφαση στη θεουργία ως μέσον λύτρωσης της ψυχής από τα δεσμά της ύλης. Για τον Ιάμβλιχο η θεουργία αποτελεί αναγκαία επιλογή καθώς εξαναγκάζει τους θεούς, κατώτερες, κερματισμένες όψεις του πλωτινικού Ενός, να ανυψώσουν την «καθαρή ψυχή» από τον φυσικό κόσμο προς την πηγή της, τον νοητικό κόσμο των ιδεών, μέσω μίας αδιάσπαστης οντολογικής αλυσίδας υπερφυσικών πλασμάτων: δαίμονες, ήρωες, άγγελοι, αρχάγγελοι και, τελικώς, οι ίδιοι οι θεοί, πάνω από τους οποίους τοποθετείται μόνον το Εν, η «απόλυτη ενότητα» και αυτάρκης αιτία των πάντων κατά τον Πλωτίνο. Ο Ιάμβλιχος ωστόσο έθεσε την «άρρητον Αρχήν» του πάνω ακόμα και από το Εν, ενώ με τη διδασκαλία του περί του λυτρωτικού φιλοσοφικού ρόλου της δημοφιλούς θεουργίας διεύρυνε σημαντικά την επιρροή του νεοπλατωνισμού και το πλήθος των ενδιαφερομένων για αυτόν.
3) ΠΛΩΤΙΝΟΣ : Ο Πλωτίνος (περ. 203 - 270) ήταν σημαντικός φιλόσοφος της ύστερης αρχαιότητας και ιδρυτής της νεοπλατωνικής σχολής της φιλοσοφίας. Βασική πηγή πληροφοριών γύρω από τη ζωή και το έργο του Πλωτίνου αποτελεί το έργο του μαθητή του Πορφύριου. Ο Πλωτίνος γεννήθηκε στην Λυκόπολη της Άνω Αιγύπτου περίπου το 203 μ.Χ. και πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια . Σε ηλικία 28 ετών ξεκίνησε να ασχολείται με τη φιλοσοφία κοντά στους Αλεξανδρινούς δασκάλους, ωστόσο, ο μόνος που τον ενέπνευσε ήταν ο πλατωνικός φιλόσοφος Αμμώνιος Σακκάς. Κατά την παρακολούθηση μιας ομιλίας του Αμμώνιου, ο Πλωτίνος φέρεται να δήλωσε "αυτός είναι ο άνθρωπος που αναζητούσα". Στο τέλος των σπουδών του ορκίστηκε να διατηρήσει κρυφά όσα διδάχτηκε κοντά στον Αμμώνιο. Περίπου σε ηλικία 38 ετών, ο Πλωτίνος αποφάσισε να αφοσιωθεί στις ανατολικές φιλοσοφίες και κατατάχθηκε στον στρατό του αυτοκράτορα Γορδιανού κατά τη διάρκεια εκστρατείας του στην Περσία. Όταν ο αυτοκρατορικός στρατός νικήθηκε, ο Πλωτίνος κατάφερε να σωθεί και έφθασε τελικά στη Ρώμη όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη Ρώμη αποφάσισε επίσης να διδάξει φιλοσοφία. Σύντομα απέκτησε φήμη και έναν ευρύ κύκλο μαθητών, μεταξύ των οποίων ο Πορφύριος αλλά και σημαντικά πρόσωπα της ρωμαϊκής κοινωνίας όπως ο αυτοκράτορας Γαλλιηνός. Τα μαθήματα του ήταν πολύ ζωντανά και οι συζητήσεις διεξάγονταν κυρίως μέσω ερωταποκρίσεων. Η γνωριμία του με τον αυτοκράτορα Γαλλιηνό και ο σεβασμός του τελευταίου προς το πρόσωπο του φιλοσόφου, ώθησε τον Πλωτίνο να προτείνει στον αυτοκράτορα την δημιουργία μίας πόλης στην περιοχή της Καμπανίας, η διοίκηση της οποίας θα ακολουθούσε τα πλατωνικά ιδεώδη. Ωστόσο, το φιλόδοξο αυτό σχέδιο του Πλωτίνου τελικά δεν ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Ο Πλωτίνος καταγράφεται ως προσωπικότητα υψηλού ηθικού αναστήματος στην προσωπική και κοινωνική ζωή. Ο ίδιος ο Πορφύριος εστιάζει στην ικανότητα του Πλωτίνου να αντιλαμβάνεται την ψυχολογική κατάσταση του συνομιλητή του, ενώ αναφέρει χαρακτηριστικά πως τον έσωσε από την αυτοκτονία όταν έχοντας διαγνώσει πως πάσχει από μελαγχολία του πρότεινε να ταξιδέψει. Πέθανε το 270 στην Καμπανία της Ιταλίας. Ο Πλωτίνος -σύμφωνα με τον Πορφύριο- ξεκίνησε να γράφει σε ηλικία 11 ετών και συνέχισε μέχρι το τέλος της ζωής του. Αναφέρεται πως αν και ο Πλωτίνος ήταν ιδιαίτερα προικισμένος στον προφορικό λόγο, δεν διέθετε την ίδια έφεση στη συγγραφή με αποτέλεσμα τα περισσότερα κείμενα του που έχουν διασωθεί να μην έχουν καμιά πνευματική και φιλοσοφική αξία. Η φιλοσοφία του Πλωτίνου πέρα από τον πλατωνικό της χαρακτήρα, λειτουργεί στο ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο της αρχαιοελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης. Έτσι, πέρα απο τον θείο Πλάτωνα, οι Εννεάδες είναι διάσπαρτες από άμεσες και έμμεσες αναφορές του Πλωτίνου σε αρχαιότερους στοχαστές, όπως στον Φερεκύδη, τους Πυθαγόρειους, τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη, τον Αναξαγόρα, τον Εμπεδοκλή, τον Σωκράτη, τους Επικούρειους και τους Στωικούς. Η αρχαιοελληνική παράδοση λειτουργεί σπερματικά στη σκέψη του Νεοπλατωνικού και γονιμοποιεί τον φιλοσοφικό του στοχασμό. Ο Πλωτίνος θεμελιώνει και αναπτύσσει στις Εννεάδες την θεωρία των τριών υποστάσεων. Βασικές αρχές της πλωτινικής θεωρίας είναι οι τρεις οντολογικές βαθμίδες του Όντος, Εν – Νους - Ψυχή. Με βάση αυτό το μεταφυσικό μοντέλο, όλο το πλωτινικό σύστημα δομείται από την οργανική ενότητα αυτών των υποστάσεων και οργανώνεται μέσα από την οντολογική τους ιεράρχηση. Πιο συγκεκριμένα, στον πυρήνα της πλωτινικής οντολογίας εδρεύει το απόλυτα υπερβατό Εν - Αγαθό, αντίστοιχο του πλατωνικού Αγαθού, αιτία προέλευσης, απαρχή και σκοπός όλων των υπολοίπων υποστάσεων και των όντων που μετέχουν σ’ αυτές. Δεύτερος στην τάξη, ύστερος του Ενός και πρώτος άριστος φορέας του, βρίσκεται ο Νους. Ο πλωτινικός Νους, σύνθεση του αριστοτελικού Θεού και του πλατωνικού νοητού κόσμου των Ιδεών, μεταλαμβάνει της απόλυτης πρώτης λάμψης και σοφίας του Ενός, ένας αιώνιος, άφθαρτος, αμετάβλητος και αυτο-προσδιοριζόμενος Νους. Τρίτη και τελευταία στην μεταφυσική ιεραρχία του πλωτινικού συστήματος βρίσκεται η Ψυχή. Η πλωτινική Ψυχή, σε αντίθεση με την αιώνια αμεταβλητότητα τον Νου, είναι μια διαρκώς μεταβαλλόμενη διαμορφωτική δύναμη, ποιητική αιτία του αισθητού κόσμου που κοσμεί και διοικεί όλο το Σύμπαν σύμφωνα με το αιώνιο νοητικό πρότυπο του Νου.
4) ΠΡΙΣΚΟΣ : Ο Πρίσκος (Ήπειρος, περ. 305- Αθήνα, περ. 396) ήταν νεοπλατωνικός φιλόσοφος. Σπούδασε στην νεοπλατωνική σχολή της Περγάμου κοντά στον
Αιδέσιο, δίδαξε εκεί για ένα σύντομο χρονικό διάστημα και γύρω στο 350 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και ανέλαβε τη διεύθυνση της Πλατωνικής Ακαδημίας. Εκεί είχε ανάμεσα στους μαθητές του τον Μέγα Βασίλειο, Ιουλιανό και τον Λιβάνιο. Το 361 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως σύμβουλος του Ιουλιανού. Επί των διαδόχων του Ιουλιανού πέρασε από δίκη ως συνεργάτης του αυτοκράτορα στην προσπάθεια του για την επαναφορά της εθνικής θρησκείας, αλλά αθωώθηκε. Επανήλθε στην Αθήνα και συνέχισε το διδακτικό έργο του στην Ακαδημία. Το τέλος του συνδέεται με την επιδρομή των Βισιγότθων στην Ελλάδα και την καταστροφή του εθνικού θρησκευτικού κέντρου της Ελευσίνας το 396. Ο Πρίσκος είχε ασχοληθεί κυρίως με ηθικά και ερμηνευτικά προβλήματα της φιλοσοφίας και είχει εκτιμηθεί ιδιαίτερα για τη σοφία και το ήθος του. Πηγή ειδήσεων για το πρόσωπό του και το έργο του αποτελεί η βιογραφία του από τον Ευνάπιο και ορισμένες επιστολές προς αυτόν του Ιουλιανού και του Λιβάνιου.
5) ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ : Ο Πορφύριος (Τύρος, 234 - 305) ήταν νεοπλατωνικός φιλόσοφος από την Τύρο της Φοινίκης, με σημαντική προσφορά στον τομέα της λογικής. Επιμελήθηκε και εξέδωσε τις Εννεάδες του Πλωτίνου, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλός του. Η Εισαγωγή του, έργο το οποίο αποτελεί εισαγωγή στη λογική και τη φιλοσοφία, υπήρξε (σε λατινική μετάφραση) το βασικό σχολικό εγχειρίδιο επί της λογικής κατά το Μεσαίωνα. Επίσης έγραψε σχόλια στον Ευκλείδη, τα οποία χρησιμοποίησε ως πηγή ο Πάππος Αλεξανδρεύς. Έγραψε κείμενα κατά των χριστιανών τα οποία μετά το θάνατό του παραδόθηκαν στην πυρά από την εκχριστιανισμένη αυτοκρατορία. Ο Πορφύριος, ο οποίος θεωρείται πως ήταν πιθανώς αραβικής καταγωγής, έγραψε στα ελληνικά και έζησε στη Ρώμη και τη Σικελία. Το αρχικό όνομά του ήταν Μάλχος (που σημαίνει "βασιλεύς " στις σημιτικές γλώσσες), επικράτησε όμως η ελληνική του ονομασία. Σημαντικό έργο του είναι το Κατά χριστιανών, ένα δεκαπεντάτομο έργο στο οποίο, δεχόμενος πως ο Ιησούς ήταν ευσεβής φιλόσοφος εν ζωή, επιχειρηματολογεί κατά των δογμάτων των χριστιανών, των ανακριβειών στις χριστιανικές γραφές και των χριστιανικών προφητειών. Το έργο παραδόθηκε στη πυρά με την εφαρμογή αυτοκρατορικού διατάγματος του Κωνσταντίνου, και διασώθηκε μόνο ένα κομμάτι του.
6) ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ : Ο Πλούταρχος (περ. 350 - 430 ) ήταν Έλληνας Νεοπλατωνικός φιλόσοφος που δίδαξε στην Αθήνα στις αρχές του 5ου αιώνα. Διετέλεσε σχολάρχης στην Ακαδημία Πλάτωνος και έγραψε σχόλια για τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα. Θεωρείται γενικά το πρόσωπο που απεκατεστάθη η Ακαδημία σε νεοπλατωνική κατεύθυνση. Ανάμεσα στους μαθητές του συγκαταλέγονται ο Συριανός που τον διαδέχθηκε στη διεύθυνση της Ακαδημίας και ο Πρόκλος. Βασική πηγή του Πλουτάρχου ήταν οτι η μελέτη του Αριστοτέλη πρέπει να προηγηθεί για να γίνουν περισσότερο αντιληπτά κάποια ζητήματα. Έγραψε σχόλια για το περί ψυχής για τον Αριστοτέλη και η συνεισφορά του μαζί με εκείνη του Αλεξάνδρου Αφροδισέα στο Αριστοτελικό corpus είναι οι σημαντικότερες.
7) ΔΑΜΑΣΚΙΟΣ : Ο Δαμάσκιος (458-πρώτο ήμισυ του 6ου αι.) ήταν σημαντικός νεοπλατωνικός φιλόσοφος, που ασχολήθηκε με τα βασικά ζητήματα της οντολογικής ιεραρχίας, της σχέσης του όντος με το εν και της θέσης της ψυχής μέσα στην οντολογική αλυσίδα. Ήταν ο τελευταίος σχολάρχης της Νεοπλατωνικής Σχολής των Αθηνών. Γεννήθηκε στη Δαμασκό της Συρίας, από όπου έλαβε και το όνομά του. Το συριακό του όνομα είναι άγνωστο. Φοίτησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ρητορική με τον Θέωνα και φιλοσοφία με τον Ερμεία, τον Αμμώνιο και τον Ηλιόδωρο. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου ήταν μαθητής του Μαρίνου, του Ζηνόδωτου και του Ισίδωρου, τον οποίο και διαδέχθηκε στην διεύθυνση της Νεοπλατωνικής Σχολής των Αθηνών το 515 περίπου. Έκλεισε τη Σχολή γιατί εκδιώχθηκε από τον Ιουστινιανό τον Μέγα το 529. Μαζί με τους μαθητές του Σιμπλίκιο , Ευλάμπιο τον Φρύγα, Πρισκιανό τον Λυδό, Ερμεία και Διογένη από τη Φοινίκη και Ισίδωρο τον Γαζαίο, μετανάστευσαν στην Αυλή του Πέρση βασιλιά Χοσρόη. Στη συνέχεια λέγεται ότι μετέβη μαζί με τους έξι προαναφερθέντες μαθητές του στην Αιγυπτιακή όαση Σίβα, όπου λειτουργούσε το ιερό του Άμμωνα Δία, συνεχίζοντας τη φιλοσοφική τους δράση. Το κυρίως σύγγραμμά του ονομάζεται Απορίαι καὶ λύσεις περι των πρώτων αρχων στο οποίο επικεντρώνεται σε οντολογικά μεταφυσικά ερωτήματα και υποστηρίζει ότι το "Εν" (ο Θεός) (έτσι όπως το εννοεί ο Πλωτίνος και ο Πρόκλος) συνδέεται με το "Ον" και τον "Νου", και ότι δεν είναι κάτι απόλυτο σε έναν ανώτερο κόσμο. Σώζεται ακόμα το σύγγραμμα Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδην απορίαι και και λύσεις. Άλλα έργα του Δαμάσκιου είναι κυρίως σχόλια σε έργα του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα.
8) ΣΥΜΠΛΙΚΙΟΣ : Ο Σιμπλίκιος ήταν νεοπλατωνικός φιλόσοφος του 6ου αιώνα, μέλος της Πλατωνικής Ακαδημίας στην Αθήνα και σημαντικότατος σχολιαστής έργων του Αριστοτέλη. Προερχόμενος από την Κιλικία, σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και στη Αθήνα κοντά στον Αμμώνιο του Ερμείου και τον Δαμάσκιο. Όταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός το 529, απαγόρεψε σε όσους δασκάλους της επικράτειας του δεν είχαν ασπαστεί τον χριστιανισμό «την ανοσίαν Ελλήνων μανίαν διδάσκεσθαι »ο Σιμπλίκιος, πιστός στις αρχές και τις ιδέες του, έμεινε ως το 532 σε αξιοπρεπή απομόνωση ασχολούμενος κυρίως με τη σύνταξη ενός ερμηνευτικού υπομνήματος στο Εγχειρίδιον του Επικτήτου. Το 532 ακολούθησε έξι από τους συνεργάτες του ακαδημαϊκούς στο ταξίδι του τους στην Περσία, ελπίζοντας, όπως και εκείνοι ότι εκεί θα βρισκόταν φιλόξενη στέγη για την ελληνική φιλοσοφία, αλλά ήδη τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στην Αθήνα μαζί τους με γενική την απογοήτευση, την οποία μετρίαζε κάποια εγγύηση προσωπικής ασφάλειας, με τη μεσολάβηση του Πέρση μονάρχη Χοσρόη Α΄ στον Ιουστινιανό. Ο Σιμπλίκιος, εκτός από το «Εγχειρίδιον» του Επικτήτου, συνέγραψε υπομνήματα στα «Στοιχεία» του Ευκλείδη, καθώς και στα έργα του Αριστοτέλη «Φυσικά» , «Κατηγορίες», «Περί ψυχής» και «Περί ουρανού» , όπου επιχειρείται η εναρμόνιση των διδασκαλιών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη στα κύρια σημεία τους. Μέσα από τα έργα του διασώθηκε ένα μεγάλο πλήθος αποσπασμάτων των Φυσικών ή «Προσωκρατικών» Φιλοσόφων.
9) ΥΠΑΤΙΑ : Η Υπατία (370 -415 ή 416) ήταν Ελληνίδα νεοπλατωνική φιλόσοφος, αστρονόμος και μαθηματικός, διευθύντρια της νεοπλατωνικής σχολής στην Αλεξάνδρεια. Δίδαξε φιλοσοφία και αστρονομία στην Αλεξάνδρεια, όπου και δολοφονήθηκε από όχλο που αποτελούνταν από φανατικούς χριστιανούς. Κόρη του μαθηματικού και αστρονόμου Θέωνα, έλαβε με τις φροντίδες του πατέρα της πολύ καλή εκπαίδευση και ταξίδεψε στην Αθήνα και στην Ιταλία. Στην Αθήνα παρακολούθησε μαθήματα στη νεοπλατωνική σχολή του Πλούταρχου του Νεότερου και της κόρης του Ασκληπιγένειας αλλά μαθήτευσε και κοντά στον Ιεροκλή. Επιστρέφοντας στην Αλεξάνδρεια , επικεφαλής της εκεί σχολής των Πλατωνιστών (400 μ.Χ.), δίδαξε φιλοσοφία και μαθηματικά και αποτέλεσε πόλο έλξης για τους διανοούμενους της εποχής ενώ έκανε και εκτενή και ουσιώδη σχόλια στα μαθηματικά έργα του Διόφαντου και του Απολλώνιου. Δυστυχώς παρότι η ίδια η Υπατία υπήρξε πολυγραφότατη κανένα από τα έργα της δεν σώζεται και έχουμε μόνο αναφορές για αυτά. Πολλοί από τους μαθητές της ανήκαν στους ανώτατους κύκλους της αριστοκρατίας της πόλης και έγιναν σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο επίσκοπος Κυρήνης Συνέσιος και ο έπαρχος της Αλεξανδρείας Ορέστης. Η ίδια επηρεάστηκε φιλοσοφικά από τους νεοπλατωνικούς Πλωτίνο και Ιάμβλιχο. Σύμφωνα με πηγές, εκτός από φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος, κατείχε και την προεδρία της Νεοπλατωνικής Σχολής της Αλεξάνδρειας και ήταν ένα άτομο άξιο σεβασμού, που ασκούσε επιρροή στους σημαντικούς άρχοντες της Αλεξάνδρειας αλλά και της Μεσογείου. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ορέστης, ο Ρωμαίος έπαρχος. Συναντιόντουσαν πολύ συχνά και μιλούσαν κυρίως για πολιτικά ζητήματα. Η Υπατία ασκούσε επιρροή όχι μόνο στην Αλεξάνδρεια, αλλά και στη Κωνσταντινούπολη, στη Συρία και στην Κυρήνη. Η Υπατία είναι σημαντική για τον ρητορικό κανόνα, γιατί αποδεικνύει ότι και οι γυναίκες συμμετείχαν στις κοινωνικές και πνευματικές δραστηριότητες του αρχαίου κόσμου. Η Υπατία δίδασκε δημόσια για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αποδεικνύοντας την εκπαίδευσή της στη φιλοσοφία και στη ρητορική. Υπάρχουν πολλά κείμενα που επικυρώνουν την ενασχόλησή της ως διδάσκουσα εκτός από τα μαθηματικά φιλοσοφία και ρητορεία. Η Υπατία μάλλον έκανε δύο είδη μαθημάτων. Ένα ιδιαίτερο, για την ελίτ των μαθητών της και τα δημόσια κηρύγματα της, στα οποία ασκούσε επιρροή στους Αλεξανδρινούς υπαλλήλους. Ήταν αγαπητή απ’ όλο τον κόσμο και οι διάφοροι επικεφαλής την συμβουλεύονταν πολύ συχνά.
Πηγή: http://www.logiosermis.net/2014/03/blog-post_8406.html#.WN4AZmjl62c
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πρόκλος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ιάμβλιχος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πλωτίνος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πρίσκος_(φιλόσοφος)

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πορφύριος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πλούταρχος_(Αθηνών)

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δαμάσκιος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σιμπλίκιος

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Υπατία

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017

La storia antica di Campania : Pithecusa una citta greca sull'isola di scimmie, Cuma mysteriosa greca e Ercolano la citta del Erocle

In seguito ad alcuni scavi archeologici, si è capito che la regione venne popolata già 70000 anni fa da popolazioni sannitiche. In quell'epoca gli Appennini erano ricoperti di fitte foreste dove gli uomini si recavano per cacciare e raccogliere i frutti del bosco, siccome non sapevano né coltivare piante né allevare animali. Sono stati trovati oggetti come pietre scheggiate che probabilmente erano usate come coltelli o raschiatoi. Infine, sono stati scoperti oggetti dell'età del ferro. Nell'attuale territorio di Poggiomarino sono state rinvenute tracce di insediamenti dei Sarrasti, un popolo di origine osca, risalenti alla media età del Bronzo (2000–1750 a.C.) fino agli inizi del VI sec.a.C. Il villaggio era costruito su una rete di isolotti artificiali poggiati su palafitte. Gli isolotti erano circondati da canali navigabili nei quali i Sarrasti si spostavano grazie all'utilizzo di apposite imbarcazioni lunghe e strette. Nell'antichità, soprattutto tra i Greci, era diffusa l'idea che le Sibille fossero delle donne capaci di leggere il futuro. A Cuma vi era la famosa Sibilla Cumana, che, per dare risposta a coloro che volevano sapere il loro futuro, scriveva una parola per volta del suo responso su delle foglie e poi le gettava al vento. Allora colui che aveva fatto la domanda doveva raccoglierle e interpretare il responso della sibilla. L'antro, un nascondiglio di 131 metri scavato nella roccia, venne costruito dai Greci nel V secolo a.C. Mentre in alcuni tratti della costa si sviluppava la civiltà greca, nell'area pianeggiante della regione vi fu l'insediamento degli Etruschi. In breve tempo costituirono una federazione di città detta Dodecapoli, che aveva come capitale Capua. La zona collinare e montuosa della regione fu occupata dai Sanniti sin dall'VIII secolo a.C. I centri più importanti della Campania sannita erano Caudium (attuale Montesarchio) e Maloenton (l'odierna Benevento ). Le colonie greche del sud della Campania furono poi conquistate dai Lucani. Caso celebre è Paestum, che da Poseidonia assunse il nome di Paistom. Nella seconda metà dell'VIII secolo a.C. in Campania arrivarono i Greci che vi fondarono fiorenti colonie o, più semplicemente, ampliarono insediamenti già esistenti. A Ischia fondarono Pithecusa, sulla costa della penisola Cuma, Ercolano, Pompei, Partenope (che diventerà Napoli assieme a Neapolis), Posidonia, che in epoca romana diverrà Paestum, ed Eboli.
Pithecusa, o Pitecussa ("delle scimmie, popolata dalle scimmie"), sull'attuale isola di Ischia, è considerata il più antico stanziamento greco in Italia, la cui fondazione viene fatta risalire alla prima metà dell' VIII secolo a.C. (775 a.C. ca.), per opera dei Greci di Eretria e di Calcide (sull' Eubea). Il ritrovamento fortuito di muri a secco, avvenuto nel 1989 a seguito di uno smottamento, in località Punta Chiarito, nella frazione di Panza, ha dato l'avvio tra il 1993 ed il 1995 ai lavori di scavo che hanno permesso il ritrovamento di una fattoria greca tenuta da agricoltori benestanti, come dimostra la buona fattura dei vasi che sono stati rinvenuti ed ha permesso di anticipare lo sbarco dei primi coloni greci di circa venti anni rispetto all'originaria ipotesi, cioè intorno al 790 -780 a.C., da qui poi i coloni avrebbero colonizzato via via l'isola per stabilirsi sulle alture di Monte Vico, nella zona settentrionale dell'isola e perciò prospiciente il continente. Infatti, la baia di Sorgeto , che si trova ai piedi di Punta Chiarito , offre un riparo ideale per le navi, soprattutto dai venti di maestrale , vento dominante nella zona, un requisito importante per i Greci nella scelta di approdo. Tale requisito, infatti, non è presente nella zona di Monte Vico e costituiva per gli studiosi un'anomalia non facilmente spiegabile. Secondo lo storico greco Strabona, la ricchezza dell'isola era dovuta alle risorse agrarie spontanee e alla lavorazione dell'oro, disciplina che gli Euboici avevano portato con loro e mantenuta viva. Dai risultati archeologici provenienti dallo studio della necropoli si deduce che la comunità euboica sull'isola di Ischia era principalmente dedita allo scambio e alla lavorazione artigianale. Sono state ritrovate ceramiche a decorazione geometrica, nella quale fanno la loro prima comparsa le figurazioni umane, con una certa significativa presenza di scene di navigazione e di naufragio. Inoltre a Pithecusa si registra la più antica firma di arte vasaia greca finora pervenuta (testimonianza ne è la Coppa di Nestore ). A Pithecusa si lavorava anche il ferro, come dimostrato dal rinvenimento di uno scarto di fibula e scorie, probabilmente provenienti dall'Isola d'Elba e dalle colline metallifere della Toscana, attestate in località Mazzola. La necropoli presenta l'aspetto di un emporio al quale affluiscono merci e mercanti di varia origine. I contatti commerciali con le città della costa siriana, in particolare con il sito di al-Mina, sono documentati da una grande quantità di oggetti di importazione orientale, quali sigilli incisi di fattura siriaca, ceramica fenicia, scarabei egizi o di imitazione fenicia. Il sito di Pithecusa era gestito da un gruppo aristocratico proprietario di navi ed era caratterizzato da una comunità dedita prevalentemente all'artigianato e alle attività marinare. Tra i segni che dimostrano la fisionomia aristocratica del ceto dominante è la coppa rodia, detta di Nestore (del seconda metà dell'VIII secolo a.C.), parte del corredo di un fanciullo di circa dieci anni, che rimanda ad uno dei primi esempi fino ad oggi attestati di pratica conviviale. Nell'iscrizione che vi è graffita l'autore vanta la capacità di essere presi, grazie al vino della sua coppa, dal desiderio di "Afrodite dalle belle corone".
Cuma è un sito archeologico della città metropolitana di Napoli , nel territorio dei comuni di Bacoli e di Pozzuoli, localizzato nell'area vulcanica dei Campi Flegrei. Il nome deriva dal nome greco Kýmē, che significa "onda", facendo riferimento alla forma della penisola sulla quale è ubicata. La città di Cuma era interamente protesa verso l'acropoli, la parte alta di ogni città greca, posta in una posizione geografica molto favorevole, cioè su una collina e in prossimità del mare. Inoltre questa ospitava il tempio di Giove. Il territorio dove sorse questa colonia greca, fu abitato fin dall'età preistorica e protostorica. Fra tutte le colonie elleniche della Magna Grecia, Cuma posta sul litorale campano di fronte all'isola di Ischia, era una delle più antiche e più lontane dalla madrepatria. In linea di massima si pensa che sia stata fondata intorno al 740 a.C., anche se la più antica documentazione archeologica risale al 725-720 a.C. Secondo la leggenda, i fondatori di Cuma furono gli Eubei di Calcide, che sotto la guida di Ippocle di Cuma (è dibattuto se si sia trattato di Cuma euboica o di Cuma eolica) e Megastene di Calcide, scelsero di approdare in quel punto della costa perché attratti dal volo di una colomba o secondo altri da un fragore di cembali. Tali fondatori trovarono un terreno particolarmente fertile ai margini della pianura campana. Pur continuando le loro tradizioni marinare e commerciali, i coloni di Cuma rafforzarono il loro potere politico ed economico proprio sullo sfruttamento della terra ed estesero il loro territorio contro le mire dei popoli confinanti. Cuma fu la colonia che diffuse in Italia la cultura greca, diffondendo l'alfabeto Calcidese, che sarebbe stato, forse, assimilato e fatto proprio dagli Etruschi e dai Latini. Intimamente legato a Cuma è il mito della Sibilla Cumana. Già dal terzo libro dell'Eneide è scritto che Enea, se vorrà finalmente trovare la terra destinata al suo popolo dagli dei, dovrà recarsi ad interrogare l'oracolo di Cuma (Eneide, III, 440-452). Attualmente l' antro della Sibilla costituisce un'attrazione turistica di notevole interesse. Tante furono le battaglie che i Cumani combatterono per difendere la propria terra dagli attacchi degli Etruschi di Capua, degli Aurunci e dalle popolazioni interne della Campania. Col passare del tempo, Cuma stabilì il suo predominio su quasi tutto il litorale campano fino a Punta Campanella, raggiungendo il massimo della sua potenza. La riscossa dei popoli confinanti, però non si lasciò attendere a lungo, infatti nel 524 a.C. gli Etruschi di Capua formarono una lega con altre popolazioni, per conquistare Cuma ed espandersi sia territorialmente che commercialmente. Lo scontro si risolse favorevolmente per i Cumani, grazie anche all'abilità strategica del futuro tiranno Aristodemo, detto Malakos, ossia l'effeminato. Dopo questa battaglia ne seguirono altre due vittoriose per i Cumani, una prima accanto ai Latini nella Battaglia di Aricia contro gli Etruschi ed una seconda nel 474 a.C. al fianco dei Siracusani i quali avevano inviato la loro flotta sempre contro gli Etruschi, riuscendo definitivamente a cacciarli dalla Campania. Scontro ricordato come battaglia di Cuma. Le gloriose vittorie della colonia ne avevano accresciuto il prestigio, tanto che a quanto riferisce Diodoro Siculo, col nome di 'campagna di Cuma' si soleva indicare tutta la regione dei Campi Flegrei. La fortuna di Cuma tuttavia non resisté a lungo poiché, intorno al 421 a.C., soccombette all'avanzata dei Campani che la conquistarono. Tarquinio il Superbo, l'ultimo re di Roma, visse gli ultimi anni della sua vita in esilio a Cuma dopo l'instaurazione della Repubblica romana. Nella conquista romana della Campania, a Cuma fu data (nel 334 a.C.) la civitas sine suffragio e quando, oltre un secolo dopo, Annibale tentò in ogni modo di conquistarla insieme a Puteoli, essa gli si oppose risolutamente infliggendo, presso Hamae (che alcuni studiosi identificano nei dintorni dell'attuale Torre di Santa Chiara, mentre altri più al nord, verso il Volturno) una dura sconfitta alle truppe di Capua che si allearono coi Cartaginesi (215 a.C.). Da allora Cuma si servì della lingua latina nei suoi atti ufficiali e fu fedele alleata di Roma di cui diventò municipium . Sempre nel 215 a.C., ai 300 cavalieri campani che avevano compiuto il servizio militare in Italia e si erano recati a Roma, venne concessa la cittadinanza romana e vennero iscritti nel municipio di Cuma.  In quel periodo la Campania era in pieno sviluppo economico e Cuma, che da un lato godeva di un'ottima posizione strategica per le azioni militari, dall'altro soffriva per la difficile comunicazione commerciale dovuta dalla presenza della Silva Gallinaria e degli acquitrini da cui era circondata. Durante le guerre civili Cuma fu una delle più valide roccaforti che Ottaviano oppose a Sesto Pompeo , ma dopo la vittoria di Ottaviano, essa diventò posto di riposo e di quiete, un rifugio dalla vita tempestosa ed agitata di Puteoli, città tanto tranquilla che Giovenale, nella III satira, non può fare a meno di invidiare ad un suo amico. In seguito divenne uno dei maggiori centri del Cristianesimo campano e baluardo di civiltà. È anche il posto dove, secondo la tradizione, fu ispirato da una visione Il Pastore di Hermas, uno dei primi scritti cristiani . Caduta inesorabilmente la fortuna di Puteoli a causa delle incursioni barbariche, al contrario, Cuma posta su una collina inaccessibile, fortificata e circondata dalla Silva Gallinaria, riuscì a resistere ancora per lungo tempo.
Ercolano è una città dell'evo antico, corrispondente all'attuale Ercolano , la cui storia ha origine dal XII secolo a.C. per terminare nel 79, quando, a seguito dell'eruzione del Vesuvio, viene ricoperta sotto una colte di materiali vulcanici, trasformatosi successivamente in pappamonte. Gli scavi della città, iniziati nel 1710, hanno riportato alla luce un sito archeologico entrato a far parte della lista dei patrimoni dell'umanità dell'UNESCO nel 1997 : ogni anno attira oltre 300.000 visitatori. Secondo la leggenda, Dionigi di Alicarnasso narra che Ercolano sarebbe stata fondata da Ercole , di ritorno dall'Iberia con una mandria di buoi presi a Gerione, nel 1243 a.C., mentre storicamente non si hanno notizie certe sulla sua fondazione poiché mancano elementi di verifica come reperti, che non vanno oltre il II secolo a.C. Strabone sostiese che la città fu fondata dagli Osci nel XII secolo a.C.: l'ipotesi potrebbe essere veritiera in quanto sono state ritrovate alcune trascrizioni dalla lingua osca, la quale sarebbe rimasta in uso ad Ercolano fino alla conquista romana. Secondo altri invece la città fu fondata dagli Etruschi tra il X e l'VIII secolo a.C., quando tutto il territorio entra sotto l'influenza del popolo italico. Nel 479 a.C. Ercolano venne conquistata dai Greci, precisamente dai Pelasgi : sotto l'influsso del popolo ellenico venne adottato l'impianto urbano proposto da Ippodamo da Mileto, simile alla vicina Neapolis, di cui si sostiene fosse un suburbio ; sotto i Greci compare per la prima volta la menzione di Ercolano, precisamente nel 314, in uno scritto di Teofrasto, con il nome greco di Ηράκλεια. La città fu in seguito ampliata durante il V secolo a.C. dopo la conquista dei Sanniti ; tra il IV ed il III secolo a.C. entra a far parte dell'orbita romana: se durante la seconda guerra sannitica è incerta la sua posizione, se schierata come nemica di Roma insieme a Napoli o come alleata con Pompei, nella terza guerra sannitica è contro i Romani, venendo successivamente sconfitta. È in questo periodo che i Romani iniziano a prediligere le ville lungo la costa ercolanense costruendo sfarzose dimore ; durante la guerra sociale, entrata nella confederazione nocerina, la città venne assalita e conquista nel 89 a.C. da un legato di Lucio Cornelio Silla, Tito Didio, facendo terminare quindi la sua indipendenza politica e divenendo municipio di Roma, amministrata da una colonia di veterani dell'esercito sillano. Al termine dell'età repubblicana era già divenuto un affermato centro di villeggiatura per l'aristocrazia romana: Lucio Anneo Seneca, nel suo De ira, narra che Gaio Giulio Cesare avrebbe distrutto una villa nei pressi della costa di Ercolano nei quali era stata relegata la madre, vendicandola. Durante l' epoca imperiale visse il periodo di massimo splendore grazie al tribuno, eletto nel 32 a.C., e in seguito dichiarato patrono, Marco Nonio Balbo, il quale promosse l'edificazione di nuovi edifici, come la Basilica e la restaurazione delle mura: nello stesso periodo seguono la costruzione del Teatro, dell'acquedotto e di due complessi termali. Nel 62 Ercolano fu colpita da un terremoto che rese necessari lavori di ristrutturazione: da una epigrafe risulta che Vespasiano fece restaurare a sue spese la Basilica e un tempio. Non erano ancora terminati i restauri che nel 79, precisamente il 25 agosto, o comunque un periodo posteriore a questa data, venne interessata dall'eruzione del Vesuvio : rispetto a Pompei non subì la pioggia di ceneri e lapilli a causa della direzione del vento, pur trovandosi alle pendici del monte. Tuttavia nel corso della notte, a seguito del crollo della colonna di materiali vulcanici, venne investita da colate piroclastiche alla velocità di oltre cento km/h ad elevata temperatura, formate da acqua, fango, roccia e pomici liquefatti, le quali la ricoprirono sotto uno strato variabile dai dieci ai quindici metri, successivamente arrivato a venticinque a seguito di altre eruzioni, come quella del 1631. Tale materiale con il passare degli anni si è solidificato diventando pappamonte, una sorta di tufo ma più tenero, che ha permesso di conservare materiali organici come legno, papiri e alimenti, carbonizzati istantaneamente dalle alte temperature delle colate piroclastiche. Ercolano quindi cessa di esistere; dopo l'eruzione non si assiste alla ripresa di un centro abitato: nel 121 Adriano ordina di riaprire la strada litoranea che passa per la città e che va da Napoli verso Stabia e Nocera, lungo la quale viene costruita qualche sporadica casa.
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Ercolano_antica

https://it.m.wikipedia.org/wiki/Storia_della_Campania

https://it.m.wikipedia.org/wiki/Pithecusa

https://it.m.wikipedia.org/wiki/Cuma




Византийский Фемы Понта и Трапезу́ндская импе́риягреческое государство

Фе́ма наименование военно-административного округа Восточной Римской (Византийской) империи после эволюционной смены латинского языка греческим в качестве официального и наиболее употребимого языка государства. Фемы были созданы в середине VII столетия вслед за отторжением части византийской территории арабскими завоевателями.
Фемами была заменена провинциальная система диоцезов, установленная императорами Диоклетианом и Константином I. Первые фемы были созданы на основе лагерных стоянок армии Восточной Римской империи, их названия соответствовали воинским частям, бывших их прародителями. Система фем достигла своего апогея в IX-X веках, когда к созданию новых территориальных подразделений побудило разделение старых и завоевание новых земель. Оригинальная система фем подверглась существенным изменениям в XI и XII столетии, но термин оставался в использовании в качестве провинциального и финансового ограничения до самого конца империи. Стоит отметить, что не все фемы имели одинаковое значение. Азиатские фемы, до конца XI века бывшие оплотом империи, занимали первое место в административной иерархии, а европейские фемы, кроме столичной Фракийской и Македонской, считались низшими по рангу, причём часто указывается на существовавший антагонизм между востоком и западом империи, фемами малоазийскими, проникнутыми греческим духом, и фемами балканскими, заполонёнными славянскими племенами.
Армениакон или Армениак фема (военно-административный округ) на востоке
Восточной Римской (Византийской) империи. Несмотря на упоминание в 629 году, во время персидского похода императора Ираклия, о «Георгии, турмахе Армениака» (пр. 610—641), первые упоминания в литературных источниках о феме приходятся на восстание генерала Сабория в 667/668 годах. Позже она упоминается в 717/718 годах. Наряду с другими тремя первыми фемами, Армениак был создан на основе остатков восточных армий Византии, которые не смогли предотвратить арабские вторжения в конце 640-х годов. Таким образом, армия magister militum Армении («Армениака») разместилась на территории Понта, Пафлагонии и Каппадокии. Столицей фемы был город Амасья, и её управлял стратиг, который вместе с наместниками Анатолика и Фракиссии получал ежегодное жалование в 40 фунтов золота. В IX веке, он управлял армией в 9 000 человек и 17 крепостями. Размер Армениака и его стратегическое значение на границе с мусульманами сделало его стратига важной фигурой, и войска фемы участвовали в нескольких революциях в VIII веке. По этой причине в IX веке из неё выделили провинции Харсиан и Каппадокию, которые сперва стали клисурами, а затем полноправными фемами. А с 819 года из её состава были вынесены фемы Пафлагония и Халдия, а потом Колонея (первая с 863 года управлялась уже не дукой, а стратигом), оставив под контролью стратига Армениакона только западный Понт.
Фема Колонея военно-административная единица Византийской империи, расположенная на территории Северной Каппадокии и Южного Понта (современная Турция). Она была основана приблизительно в середине IX века и существовала до её завоевания турками-сельджуками вскоре после битвы при Манцикерте в 1071 году. Первоначально часть фемы Армениакон, фема Колонея была сформирована вокруг города Колонея на реке Ликос (современный Шебинкарахисар). Фема была упомянута в первый раз в 863 году, но видимо она существовала как отдельный район ранее: Николас Ойкономид, интерпретируя сообщение арабского географа Аль-Масуди, выяснил, что она первоначально являлась клисурой (укрепленная пограничная линия). Кроме того, «Житие 42 аморийских мучеников» рассказывает, что император Феофил назначил некоего спафария Каллиста дуксом Колонеи около 842 года, что делает возможным установить приблизительную дату создания фемы (наряду с соседней фемой Халдия). Отдаленное местоположение Колонеи сохранило её от губительных арабских набегов, за исключением рейда Сайфа аль-Даула в 939/940 году. В 1057 году местный полк под начальством Катакалона Кекавмена поддержал восстания Исаака Комнина, ставшего императором. В 1069 году фема была оккупирована восставшими норманнами-наемниками Роберта Криспина. Региона был завоеван турками-сельджуками вскоре после битвы при Манцикерте в 1071 году. В своём сочинении « Об управлении империей» император Константин VII Багрянородный описывает фему как небольшой округ, включающий, помимо Колонеи, Неокесарию на востоке, Арабараку, гору Фалакр, Никополь и Тефрику. Она также включает в себя шестнадцать неназванных крепости. Константин VII Багрянородный ещё пишет, что его отец, Лев VI Мудрый, отделил турму Камахи от Колонеи чтобы сформировать новую фему Месопотамия.
Фема Пафлагония военно-административный округ Византийской империи, расположенный в одноимённом регионе на северной границе Анатолии. Фема Пафлагония, управляемая стратигом впервые упомянута в ноябре 826 года, и судя по всему была основана в 820 году. Уоррен Треадголд, считает, что Пафлагония входила в состав фемы Армениак, и получила свой новый статус из-за усиления флота русов на Чёрном море. После битвы при Манцикерте в 1071 году, большая часть региона была захвачена сельджуками, а военные походы Иоанна II Комнина помогли возвратить лишь побережье. После Четвёртого крестового похода, Пафлагония попала под власть Давида Комнина, дед которого Андроник Комнин был её наместником. Но в 1214 году никейский император Феодор I Ласкарис смог захватить западную часть фемы, включая Амастриду. Область оставалась под властью Византии до конца XIII века, когда попала под власть турецких бейликов. Фема занимала территорию, на которой раньше находилась римская провинция Пафлагония, ранее входившая в состав фем Опсикий и Букеларии. Столицей этой области со времён античности был город Гангра. Арабские географы Куама ибн Джафар и Ибн-аль-Факих сообщали о том, что провинция располагает 5 000 армией и 5 укреплениями. Фема отличалась наличием в Амастриде катепана, отвечавшего за военный флот.
Халдия исторический регион на малоазийском побережье Чёрного моря. Область была названа в честь народа халды, проживавших здесь в античности. Халдия подчинялась Византийской империи, которая основала здесь в 820 году одноимённую фему. В XIII веке она составила основу Трапезундской империи, и попала под власть Османской империи лишь в 1461 году. Первыми поселенцами на этих землях оказались халды, занимавшиеся кузнечным ремеслом Греческая колония была основана в 756 году до н. э. в Трапезунте выходцами из города Милет. Но колонисты проживали на побережье, и при римском владычестве контроль над внутренними районами региона был весьма номинальным. При византийском императоре Юстиниане I (пр. 527-565) местные племена подчинились центральной власти и приняли христианство. Регион вошёл в состав провинции Армения I Магна, чьей столицей стал Трапезунд. (при императоре Маврикии административная единица была переименована в Армения III). В 7 веке регион вошёл в состав фемы Армениак, но в 820 году был выделен в отдельную фему Халдия. До приобретения новых земель в X веке, она была северо-восточной границей империи. В 1091/1095-1098 и 1126-1140 годах Халдия не признавала власть центрального правительства. Подчиняясь сначала дуке Феодору Гавру область была отрезана от Византии владениями сельджуков, а во второй раз дука Константин Гавр восстал против императора Иоанна II Комнина. После распада Византийской империи в 1204 году, регион вошёл в состав Трапезундской империи, но к XIV столетию территория этого государства полностью повторяла границы фемы. Императоры Трапезунда смогли выжить за счёт искусной дипломатии и труднодоступности своих владений, но в 1461 году страну захватили османы.
Трапезу́ндская импе́риягреческое государство, образовавшееся в 1204 году на анатолийском побережье Чёрного моря. В 1204 году на территории Трапезундской империи утвердилась династия Великих Комнинов, правившая империей в течение двух с половиной веков. После гибели византийского императора Андроника I Комнина и его сыновей (1185 год), сторонникам низвергнутого дома удалось спасти двух несовершеннолетних сыновей царевича Мануила Алексея и Давида (их матерью была Русудан, дочь грузинского царя Георгия III ); они воспитывались сначала в Константинополе, скрываясь от мстительных Ангелов, а в 1203 году, во время войны с латинянами, бежали в Трапезунд (где находились их фамильные земли), а затем в Грузию, где царствовала их тётка по матери царица Тамара. Находясь в ссоре с Алексеем III, царица дала своим племянникам средства на приобретение самостоятельного владения на территории империи. Во главе грузинских войск Алексей и Давид перешли из Грузии в Понт. Алексей был провозглашён своими воинами «императором ромеев» и 23 апреля 1204 года вступил в Трапезунд, который и стал столицей нового царства, а 25 апреля состоялась его коронация. Население испытывало симпатию к Комнинам; императорские войска в Халдии перешли на сторону Алексея, правитель области (из династии Гаврасов) был изгнан. Давид утвердился западнее и проник до Пафлагонии, с восторгом встречаемый населением, которое нуждалось в защите против турок и крестоносцев. Он овладел Керасунтом, Амастридой, Теосом и Синопом. Всё Черноморское побережье, от Гераклеи до Кавказа, кроме Амиса (Самсуна), находившегося в руках сельджуков, покорилось Великим Комнинам. Основанное ими царство привело к раздроблению греческих сил в Азии: вслед за падением Константинополя (1204) открылось соперничество между Великими Комнинами и основателем Никейского царства, Феодором Ласкарисом. В 1205 году Давид готовился завладеть Никомедией, очищенной франками; но Ласкарис заключил против Комнинов союз с иконийскими сельджуками. Алексей был разбит турками под стенами осаждённого им Самсуна, а на реке Сангарии Давид потерпел поражение от Ласкариса. Чтобы отстоять Гераклею (в Вифинии), Давид стал вассалом латинского императора Генриха I. Этот союз повредил Великим Комнинам в глазах греческого населения, ненавидевшего франков, а франкское вспомогательное войско было уничтожено у Никомедии полководцем Ласкариса. Давид был осаждён в Гераклее, и только нападение Генриха I на Никею временно спасло Комнина.
В 1212 году Ласкарис отнял у Давида все западные области и заставил его довольствоваться городом Синоп, находившимся в бывшей Пафлагонской феме. Ещё опаснее оказались сельджуки, также стремившиеся утвердиться на Чёрном море. В 1214 году они взяли город хитростью: прознав о том, что в его окрестностях отдыхает Алексей, они захватили его в плен. После этого на виду у осаждённых началась пытка правителя, который начал упрашивать своих подданных сдаться. Трапезундская империя признавала себя вассалом Конийского султаната и в обмен на защиту обещала ежегодно выплачивать дань (12.000 золотых, 500 коней, 2000 коров, 10 000 баранов и 50 вьюков) и выставлять войско по требованию султана. Тем самым была обеспечена безопасность сухопутной торговли государства, доходившего на востоке до Фазиса. С приобретением флота, Комнины пытались упрочить свою власть в Ператии, находившейся под управлением вполне самостоятельных трапезундских губернаторов (возможно, всё тех же Гаврасов). Алексей I, принявший титул «Великого Комнина», был способным правителем. После его смерти открылась борьба между схолариями и месохалдиями придворной аристократией, пришедшей в Трапезунд вместе с Комнинами, и местными магнатами. Зять и преемник Алексея I Андроник I Гид мужественно оборонялся от сельджуков. Около этого времени Малой Азии стал угрожать новый страшный враг монголы ; общая опасность заставила прежних соперников сплотиться, и Трапезундская империя при Мануиле I тесно примкнула к Конийскому султанату. Войска султана, в состав которых входили и отряды его союзников и вассалов, были разбиты монголами в Армении (1244 ); монголы вторгнулись в Икониум , дошли до Ангоры и заставили сельджуков купить мир деньгами. Тяжкий удар, постигший турецкую державу, был полезен для маленького греческого царства, которому постоянно угрожали сельджуки.
Мануил Комнин стал данником монголов, чем обезопасил свои владения от грабежей победителей. Захват монголами Багдадского халифата вызвал запустение прежних торговых путей от Тигра и Евфрата к Средиземному морю и перемещение их к Чёрному морю; монголы сделали персидский Тавриз торговым центром, откуда среднеазиатские товары двигались на Чёрное море. С другой стороны, Трапезунд уже издавна посещался малоазиатскими, сирийскими, месопотамскими, русскими и кавказскими торговцами, привозившими свои товары. Таким образом, после гибели Багдада этот город стал передаточной станцией между Востоком и Западом. Иоанн II Комнин, женившись на дочери византийского императора Михаила VIII Палеолога, сложил с себя титул «императора ромеев» (1282). С тех пор Трапезундский царь носит титул «императора Востока, Иверии и Ператии ». Несмотря на внутренние раздоры, Иоанн удачно отражал туркменскую орду Кара-Коюнлу. Алексею II пришлось с оружием в руках отстаивать достоинство своей державы против генуэзцев, хотевших хозяйничать в Трапезунде так же произвольно, как и на Босфоре. После его смерти (1340) наступила смута. Несовершеннолетнего Мануила II устранили; государством стал править его дядя Василий I, а затем его вдова Ирина, незаконная дочь византийского царя. Часть аристократии восстала против правительницы; начались уличные побоища, пожары и разрушения. В то же время диярбакырские турки сожгли предместья города и конторы иностранных купцов. Царский престол стал игрушкою в руках партий, которые то возводили, то низвергали государей по своему усмотрению. Дочь Алексея II, Анна, опираясь на местную знать, изгнала Ирину, но сама вскоре погибла насильственной смертью. После кратковременного правления Михаила, младшего брата Алексея II, часть знати, тянувшая к Византии, посадила на престол 20-летнего сына Михаила. Новый государь, принявший имя Иоанна III, вскоре перессорился со своими сторонниками и должен был уступить престол своему отцу Михаилу. Этому царю удалось справиться с вождями аристократии и своевольными схолариями, но он втянулся в распрю с генуэзцами, опустошившими в 1348 году Керасунт и заставившими престарелого царя возвратить им отнятый у них при Алексее II украденный квартал Леонтокастрон. В 1349 году вспыхнула революция схолариев, поддержанная византийским правительством, и на место свергнутого Михаила на престол был посажен 12-летний незаконный сын Василия Алексей III (1350—1390). По достижении зрелости оказался удовлетворительным правителем, но принуждён был вести изнурительную борьбу с генуэзцами и туркменами. Чтобы сломить монополию генуэзцев, он заключил в 1367 году торговый договор с Венецией. Город украсился при нём храмами и монастырями. Его талантливый сын Мануил III получил в наследство цветущее государство, пользовавшееся, после разложения сельджукской державы, полной самостоятельностью. С нашествием Тамерлана Трапезундская империя снова стала данницей монголов, но разумной уступчивостью Мануил избавил свои земли от разгрома. Он должен был доставить Тимуру военные корабли и помогать во время борьбы его с Баязидом. После смерти Тимура зависимость от монголов прекратилась. В XV веке династия Комнинов совершенно выродилась. Двор становится очагом страшных преступлений, противоестественных пороков и полного нравственного одичания. Вместе с тем Трапезундская империя стала данницей османских турок. После падения Константинополя она просуществовала только 8 лет. Отцеубийца Иоанн IV стал искать союзников против турок и нашёл их в туркменской орде Ак-Коюнлу («белого барана»), владевшей частью Армении и Персии ; союз этот был скреплён браком царской дочери Екатерины с ханом Узун-Хасаном. После смерти Иоанна его брат Давид, устранив законного наследника, захватил в руки власть, но своей трусливой и коварной политикой окончательно погубил империю. Союз его с туркменами был неудачен, так как хан при первом приближении османских турок к Эрзеруму заключил с Магометом II мир. Султан блокировал Трапезунд с моря и с суши, и Давид сдался (1461). Вскоре турки стали подозревать его в тайных сношениях с племянницей, женою хана. Давид отказался принять ислам и был задушен вместе с 7 сыновьями и племянником (1470). У него осталась единственная дочь, которая вышла замуж за грузинского князя из рода Гуриели. Ещё ранее Трапезунд был превращён в турецкий город; аристократия и более зажиточные жители были переселены в Стамбул, а поместья их розданы турецким солдатам.
Трапезундская империя делилась на три части банды (Трапезунд, Мацука и Гимора). Во главе этих административных единиц стояли дуки, обладавшие военной и гражданской властью. Ими становились представители авторитетных знатных родов этих областей. Кроме этого, особую роль имел южный район Халдии, которым правил полунезависимый дука, обладавший собственными крепостями и находившийся в вассальных отношениях с императором. Этот правитель не стал независимым лишь из-за агрессивных соседей. Власть в мелких районах и селах нередко прямо принадлежала крупным собственникам, правившим на основе местного права и бывших фактически независимыми. Они только состояли в вассальных отношениях с наместниками: дуками, начальниками крепостей и гарнизонов. Кроме Малой Азии, власть империи признало единственное владение Византии на Чёрном море фема Херсон. Это произошло благодаря тому, что Никея и Эпир не обладали доступом к Чёрному Морю, а Трапезунд сумел сохранить связи с заморскими колониями Византии и оказался их наследником. Крымские колонии выплачивали подати, а архонт был подвластен самому императору. Между колониями и метрополией осуществлялись постоянные морские сношения.
Πηγή: https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Трапезундская_империя

https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Халдия

https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Фема

https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Пафлагония_(фема)

https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Колонея_(фема)

https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Армениакон




Karl Topia the Byzantine Greek prince of Nova Epirus (Arvanon) and the Arvanitic migration to the Southern Greece

The Despotate of Epirus was one of the successor states of the Byzantine Empire established in the aftermath of the Fourth Crusade in 1204 by a branch of the Angelos imperial dynasty. It claimed to be the legitimate successor of the Byzantine Empire, along the Empire of Nicaea and the Empire of Trebizond. The term "Despotate of Epirus" is, like "Byzantine Empire" itself, a modern historiographic convention and not a name in use at the time. The Despotate was centred on the region of Epirus, also Albania and the portion of Greek Macedonia and also included Thessaly and western Greece as far south as Nafpaktos. Through a policy of aggressive expansion under Theodore Komnenos Doukas the Despotate of Epirus also briefly came to incorporate central Macedonia, with the establishment of the Empire of Thessalonica in 1224, and Thrace as far east as Didymoteicho and Adrianopolis, and was on the verge of recapturing Constantinople and restoring the Byzantine Empire before the Battle of Klokotnitsa in 1230. After that, the Epirote state contracted to its core in Epirus and Thessaly, and was forced into vassalage to other regional powers. It nevertheless managed to retain its autonomy until conquered by the restored Palaiologan Byzantine Empire in ca. 1337. In the 1410s, the Count palatine of Cephalonia and Zakynthos Carlo I Tocco managed to reunite the core of the Epirote state, but his successors gradually lost it gain to the advancing Ottoman Empire, with the last stronghold, Vonitsa, falling to the Ottomans in 1479. When the Christian church split in 1054 between the East and Rome, the region of southern Albania retained its orthodox ties to Constantinople while the north reverted to the jurisdiction of Rome. This split marked the first significant religious fragmentation of the country. After the Crusaders captured Constantinople in 1204, the pronoia system continued in the Empire of Nicaea, where the emperors ruled in exile. John III Ducas Vatatzes also gave pronoiai to the church and noblewomen, which had not been done before. When Constantinople was recaptured by Michael VIII Palaeologus in 1261, he allowed pronoiai to be inherited, which made the empire more like the feudal states in Europe. He also audited the pronoiai to make their values more realistic according to contemporary conditions, as the empire had lost much of its land and revenue since the 11th century. The administrative system created by the Byzantine Empire, contributed to the eventual rise of feudalism in Albania, as peasant soldiers who served military lords became serfs on their landed estates. Among the leading families of the Byzantine greek feudal nobility were the Thopias, Balshas, Shpatas, Muzakas, Aranitis, Dukagjins, and Kastriotis. The first three of these rose to become rulers of principalities that were autonomous of Byzantium.
Karl Topia was an byzantine feudal prince and warlord who ruled byzantine areas of modern Albania from the middle of the 14th century until the first Ottoman conquest of Albania. Topia maintained good relations with the Roman Curia. In 1376 a vacant place became an ore diocese in Durrës, again with a Latin Bishop to be occupied. The first mention of the Topia is from 1329, when Tanusio (Athanasius) Topia was mentioned as one of the Byzantine counts of Albania. In 1338, Tanusio was mentioned as Count of Matia (conte di Matia). According to Karl Hopf, Tanusio's son or brother Andrea, as told by Gjon (John) Muzaka (fl. 1510), had fallen in love with the daughter of King Robert of Naples when her ship, en route to the Principality of the Morea to be wed with the bailli, had stopped at Durazzo where they met. Andrea abducted and married her, and they had two sons, Karl and George. King Robert, enraged, under the pretext of reconciliation had the couple invited to Naples where he had them executed.
The long protracted turmoil of dynastic wars had made germinate in their real victims, the Byzantines of Albania, the seeds of national sentiment which contained great promise, so that, when after Emperor Stefan Dušan's death, a descendant of Stefan Uroš I , returned to the province, the inhabitants rose en masse and, under the leadership of Karl Topia, cut down the pretender and his entire force in the battle of river Acheloos. Nikephoros II Orsini Doukas was the ruler of Epirus from 1335 to 1338 and from 1356 until his death in 1359. In late 1355, taking advantage of the renewal of the Byzantine civil war and the death of Tsar Stefan Uroš IV Dušan of Serbia, who had conquered Epirus in the late 1340s, Nikephoros returned to Greece and rallied support. Taking advantage of the anarchy caused by the death of the Serbian governor of Thessaly, Nikephoros took over the region in Spring 1356, and advanced on Epirus. He chased out Dušan's brother Simeon Uroš, who had married Nikephoros' sister Thomais, from Arta and asserted his control over the cities of the region. The countryside, however, had been overrun by the Arvanitic clans and was effectively impossible to control. To strengthen his position and avert a Serbian reaction, Nikephoros set aside his greek wife Maria Kantakouzene and prepared to marry Theodora of Bulgaria, the sister of Dušan's widow Helena, who governed Serbia for her son. However, Maria was popular and her husband was forced to recall her by the Epirote nobility. Nikephoros also entered into negotiations with his brother-in-law Simeon Uroš. Soon after recalling his wife, Nikephoros was killed in 1359 while fighting against the Arvanites in the Battle of river Achelous in Aetolia. Nikephoros II Orsini gathered his forces and marched against the Arvanites in the regions they had settled in Aetolia, modern western Greece. The Arvanites gathered their forces and under the leadership of Peter Losha fought against Orsini in the late spring of 1359 near the Achelous river. The Arvanites won the battle. Orsini was killed and his whole army was destroyed. After Nikephoros's death the remaining major towns in the Despotate of Epirus, being under risk of capture by the Arvanitic troops, submitted to Simeon Uroš and the remaining areas of the Despotate were divided between him and Radoslav Hlapen. Simeon, unable to expel the Arvanitic leaders, tried to maintain indirect control of Epirus by recognizing Peter Losha and John Spata as despots, in the regions of Arta and Angelokastron and Lepanto respectively. Although most of Epirus came temporary under Arvanitic rule, due to their tribal structure and lack of central authority the Arvanites didn't replace any existing Greek or Serbian rule with a centralized Arvanitic state. As an aftermath by 1366-67 only the city of Ioannina wasn't under Arvanitic control. In 1358, Karl Topia rose against the rule of the Anjou and managed to drive them out of Durrës from Epirus and Albania. He ruled most of modern central Albania from 1358 to 1388 and claimed the title of princeps Albaniae. Since 1362, Karl sought himself to set Durrës, which was in the possession of the Duchess Joanna of Anjou. The first, certainly still unsuccessful siege lasted from April 1362 until May 1363. Then, Topia had to withdraw his troops, who were weakened by an epidemic disease. Only in 1367 could Karl conquer Durrës, who had attained in the meantime the tacit agreement of the Venetians for his project and turn this important port into his residence. Karl gained control of Durrës in 1368, which was where the Angevins held out due to their Kingdom becoming smaller in size. Topia ruled over the regions of Durrës, Kruja, Peqin, Elbasan, Mokra and Gora, that is, along both sides of the Via Egnatia as far east as Lake Ohrid. Balša II made a fourth attempt to conquer Durrës, an important commercial and strategic center, which was ruled by his rival, Karl Topia. In 1385, Balša II started an offensive, capturing Durrës from Karl Topia the following year, and proclaimed himself Duke of Durazzo (Durrës). Topia called on the Turks for assistance. Ottoman Sultan Murad I gladly sent an army of 40,000 men from Macedonia. In the plain of Savra between Elbasan and Lushnja, Balša II fought the Turks and was defeated and killed. Thopia again gained control over Durazzo, probably under Ottoman suzerainty.
The Battle of Savra or the Battle of the Vjosë was fought on 18 September 1385 between Ottoman and much smaller Zetan forces, at the Savra field near Lushnjë. The Ottomans were invited by Karlo Thopia to support him in his feud against Balša II. In 1372, Balša II married the Greek Komnina, the daughter of byzantine John Komnenos Asen, the ByzantineDespot of Valona. As a dowry, Balša gained the cities of Valona (Vlorë), Berat and Kanina, located in Asen's province. In 1385 Balša II conquered Durazzo (Durrës), presumably from Karl Topia. In a charter to Ragusa issued in April 1385, he called himself "Duke of Durazzo". The expansion of Balšić's realm into Byzantine Epirus brought him to the frontline against the Ottomans. Being aware of Ottoman aspirations to his territory, on 8 August 1385 Balša II asked Venetians to support him with four galleys. Karlo Thopia invited Ottomans to support him in conflict with Balša II. Thopia's invitation was accepted and Hayreddin Pasha brought his forces from region of Ohrid to Saurian field, near Lushnjë. News about incursion of the Ottoman forces into the region of Berat reached Balša II while he was in Durrës. According to Mavro Orbini, Balša II rounded up one thousand men in Durrës and, ignoring the advice of his nobles, headed out to take on the Ottoman raiders. Unsurprisingly, Balša's small forces had little success and Balša II was killed. Orbini's work is the only source that mention Ivaniš Mrnjavčević as participant in this battle. Some scholars believe he did not even exist, while other believe that he was not independent medieval lord, but loyal member of Balšić family. Another person mentioned only by Orbini is Balša's voivode Đurađ Krvavčić, described as brave warrior who also died in this battle. Mavrini explains that body of Balša II was decapitated and his head taken to Hayreddin Pasha. Since the Ottomans were victorious, most of the local Serbian and Albanian lords became vassals. Immediately after this battle Thopia recaptured Durrës, under the Ottoman suzerainty. The Ottomans captured Krujë, Berat and Ulcinj and soon retreated from them keeping only greek Kastoria under their permanent control. Some sources explain that Ottomans probably remained in Berat with intention to use it as foothold to capture Vlorë. This battle set foundation for centuries-long Ottoman presence in this part of the Balkans. Serbian historian Stojan Novaković emphasized that the battle's importance for these Serbian and Albanian lords was comparable to that of the Battle of Marica (1371) and Battle of Kosovo (1389)together. In the last decade of his rule, Karl Topia closely followed the Republic of Venice, particularly with regard to foreign policy. On August 17, 1386, Karl Topia allied himself with Venice and committed himself to participate in all wars of the Republic or pay auxiliary funds and supply grain. In addition, he promised the Venetian buyers protection in his lands. In return, Venice supplied a galley, permitted recruitment of Topia's mercenaries in Venetian areas and instructed the captain of their Adriatic fleet to protect Karl's coasts from the Ottomans. The Ottomans undertook several heavy attacks on Durrës, which also still persisted as Karl died in January 1388. His son, Gjergj (George),became Karl's successor. In 1381, Karl built the St. Gjon Vladimir's Church in the proximity of Elbasan , where Gjon Vladimir's remains were held until 1995. He is depicted in the icon of St. Vladimir, painted by Onufri, wearing a crown and standing by the Church of the Saint. Inscriptions: A calligraphic inscription in Greek says: " ΚΑΡΛΑ ΘΕΩΠΙΑC ΚΑΙ ΚΤΗΤΩΡ ΤΗC ΑΓΙΑC ΜΟΝΗC ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ " (Karla Theopias, builder of the Holy Monastery of the Saint). Another Greek inscription in the building refers to him as: "... ο πανυψηλώτατος πρώτος Κάρλας Θεωπίας ανεψιός δε και αίματος ρύγας της Φραγγίας... οικοδόμησεν τον πάνσεπτον ναόν τούτον του αγίου Ιωάννου του Βλαδιμήρου ..." ( the highest and prime Karlas Theopias, nephew and by blood king of Francia ... built this holy church of St. John Vladimir ... ) dated 1382. This inscription is currently located in the Albanian Historical Museum in Tirana. "These signs of a great lord ... Carla Thopea " (ετουτα τα σιμαδηα αυθεντου μεγα ... Καρλα θοπηα).
Πηγή: https://en.m.wikipedia.org/wiki/Pronoia

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Albania_under_the_Byzantine_Empire

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Achelous_(1359)

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Savra

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Karl_Topia






Η ενδιαφέρουσα θεωρία της κοίλης Γής μέσα από αναφορές των αρχαίων Ελλήνων και Χριστιανικών ιερών πηγών

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ το κατά πόσο “γήινοι” είμαστε; Μήπως η λέξη γήινος υποδεικνύει αυτόν που ζει μέσα στη Γη; Μήπως λοιπόν είμαστε έξω-γήινοι; Κι αν θεωρήσουμε πως είμαστε εξωγήινοι, υπάρχουν οι γήινοι; Κι αν δεν έχουμε αποδείξεις για το αν υπάρχουν ή υπήρξαν, τουλάχιστον είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε για το αν είναι δυνατή η εξέλιξη της ζωής εκεί κάτω; Τέτοια απλά και λογικά ερωτήματα φίλοι μου με οδήγησαν στο να ασχοληθώ με το παρόν θέμα, που η αλήθεια είναι πως δεν του είχα δώσει την πρέπουσα σημασία. Στην αρχαία Ελλάδα ο Άδης ή Kάτω Kόσμος ήταν μια τοποθεσία κάτω από τη Γη, όπου κατέληγαν οι χαμένες ψυχές. Σύμφωνα με την Ιλιάδα ο Άδης βρίσκεται “κάτω από τη Γη”, ενώ η Οδύσσεια τον τοποθετεί “στα πέρατά της”. Στα συγκεκριμένα έργα (και όχι μόνο ο Στράβων), αναφέρονται επίσης επισκέψεις κοινών θνητών στο εσωτερικό της Γης (π.χ Οδυσσέας). Παρατηρούμε ότι η πρόσβαση στον κάτω κόσμο δεν είναι εύκολη και πάντα φυλάγεται καλά (Κέρβερος). Επίσης μπορούμε να αναφέρουμε και την τιμωρία που επέβαλλε ο βασιλίας των θεών Δίας στους τιτάνες, φυλακίζοντας τους στο εσωτερικό της Γης. Η σουμεριακή λέξη για τον κάτω κόσμο ήταν “κουρ” κάτι που σήμαινε βουνό και Ξένη Χώρα. Πολλές αναφορές υπάρχουν και στο γνωστό μας έπος του Γκιλγκαμές. Τέλος αναφορές που μαρτυρούν πως κάτι συνέβαινε με το εσωτερικό της Γης και στα αρχαία χρόνια, υπάρχουν στην Ισπανία, την Βόρειο Αφρική, την Ανατολική Ασία, στις Σκανδιναβικές χώρες, την Ιταλία, τους Εσκιμώους, όπως επίσης και στους Λαούς της Νότιου Αμερικής.
Αναφέρουμε μέρος του χωρίο της προφητείας Γ' του Οσίου Ανδρέα του δια Χριστόν σαλού  «Περί του τέλους του κόσμου» 6ος αιώνας: Εν Εκείνω γαρ τω καιρώ αποφράξει Κύριος ο Θεός τας πύλας* τας εν Ιδαλαία {εν. αλ. Ινδίαι} άς έκλεισεν Αλέξανδρος ο των Μακεδόνων Βασιλεύς, και εξελεύσονται οι εβδομήκοντα δύο βασιλείς* μετά του λαού αυτών τα λεγόμενα ρυπαρά έθνη, τα βδελυρότατα πάσης συγχασίας και διωδίας και διασκορπισθήσονται εν ταίς χώραις ταις υπ' ουρανόν, σάρκας ζώντων ανθρώπων αισθίονταις και το αίμα πίοντες, κύνας και μυίας και βατράχους νεμόμενοι και πάσαν ρυπαρίαν. Ουαί τη οικουμένη πάση εν η πορεύσονται από προσώπου αυτών, τας μεν ούν ημέρας εκείνας, μη έστω Χριστιανός Κύριε εί δυνατόν ήν αλλ' οίδα ότι έσονται. Ημέραι εκείναι σκοτισθήσονται δίκην θρυνούσαι εν τω αέρι δια το μίσος, όπερ τα βδελυρά εργάζονται έθνη ο ήλιος σκοτισθήσεται, και η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής, βλέποντας τα βδελύγματα επί της γης αμιλλώμενα φάγονται γαρ και τον χουν της Γής και τα θυσιαστήρια κύθρους {χύτρας} οίκων εργάσονται, τα τίμια σκεύη εν μιάσματι χρήσονται. Οι κατοικούντες την Ασίαν φευγέτωσαν εις τας κοιλάδας των νήσων-πενθήσει γαρ Ασία τας νήσουν ου γαρ πορεύσονται εν αυτή οι λαοί, άλλ' έσονται πενθούντες ημέρας ρν' εκοτόν πεντήκοντα εν άλ. εξακοσΐας εξήκοντα. Τότε εγερθήσεται ο Σατανάς ο αντίχριστος φημί, εκ της φυλής του Δάν, ού μέντοι ιδία θελήσει γενόμενος άνθρωπος αλλ' ευρεθήσεται ένεκεν αυτού σκεύος αισχρόν και ρυπαρόν, όπως πληρωθεί εν αυτώ τα των προφητών. Είδαμε στην αρχή της προφητείας αναφέρεται η λέξη «πύλας». 
Γνωρίζουμε επίσης απο κείμενο του 15ου αιώνα οποιου ο συγγραφέας παραμένει άγνωστος και που αναφέρεται στον Μέγα Αλέξανδρο και Περί των Πυλών. Περί των Πυλών τούτων τα εξής αναφέρονται εν χειρογράγω ιε αιώνος, «Μετά το νικήσαι Δαρείον τον Μήδον ο Αλέξανδρος κατήλθε έως θαλάσσης της καλούμενης Ηλίου χώρας, ένθα εώρακεν ακάθαρτα έθνη και δυσειδή ά ήσαν εκ των υιών Ιάφεθ, ων την ακαθαρσίαν θεασάμενος, ήσθιον γαρ πάν ακάθαρτον έδεσμα, και ετέρων ζωυφίων μυσαρών κώνωπας, μυίας κάττας, όφεις νεκρών σάρκας, αμβλώματα, εκρώματα, έμβρυα ούπω τελείως απαρτισθέντα, πάν είδος θηρίων ακαθάρτων- τους νεκρούς ούκ έθαπτον αλλά τους πλείονας ήσθιον… θεορήσας δε τα αναγώς γενόμενα και δεδοικώς μήπος πλατυνθώσινεν τη γή και μιάνωσιν αυτήν εκ των μιαρών αυτών επιτηδευμάτων, εδεήθει του Κυρίου εκτενώς, και συνήγαγεν απαντάς, άνδρας τε και γυναίκας και τα τέκνα, και απλώς ειπείν πάσας τας παρεμβολάς αυτών και εξήγαγεν αυτούς έως τας εώας γης και κατεδίωξεν αυτούς έως ού εισήλθον εν τοις πέραση του βορρά και ούκ εστί είσοδος από ανατολών έως δυσμών, και επήκουσεν ο Θεός τας δεήσεις, και προσέταξε Κύριος ο Θεός δύο όρεσι εν οίς έστι προσηγορία μαζοί του βορρά και επλησίασαν αλλήλους άχρι πηχών ιβ' και κατασκεύασε πύλας χαλκάς και επέχρισεν αυτάς ασύγκριτον ύαλον και εί δύνανται ανοίξει σιδήρω, μη δύνανται δυαλεισαι αυτάς...Ταίτα τοίνυν τα εναγή και μυσαρά και κίβδηλα έθνη πάσαις ταίς μαγικαίς κακοτεχνίες κέχρηνται και τη μισοθέω γοητεία, αλλά κατήργησε αυτάς ή του ασύγκριτου φύσις. Ουκ ηδυνήθησαν δε ούτε δια πυρός ούτε δια σιδήρου, είτε δι'οιασδήποτε επινοίας ανοίξαι τας πύλας και αποδράσαι» * Αντί εβδομήκοντα δύο βασιλείς, εύρομεν είς 5 χειρόγραφα κβ', οίτινες συνταυτίζονται προς τον Γώγ και Μαγώγ της Αποκαλύψεως {κε 3'} « Εν τοις εσχάτοις καροίς και εν τη εσχάτη ημέρα της συντέλειας του αιώνος εξελεύσεται Γωγ και Μαγώγ εις την γήν του Ισμαήλ, οί εισίν έθνη και βασιλείς, και εξελεύσοναται αι εποκεκλεισμέναι γλώσαι κβ: Ανοίγ, Ανίγ, Αχενάζ, Διφάρ, Φωτιναίοι, Λεσβίοι {άλ Αλβιανοί}, Εύνιοι, Φαριζαίοι, Δεκλισμοί, Ζαρμάται, Φλιβαίοι, Ζαρματιανοί {αλ Ζαγανιανοί}, Χανώνιοι, Ασαρμάσται, Γαρμιάδαι, Κουνοκέφαλοι, Θάρβιοι, Αλάνες, Φισολονίκιοι, Αρήναοι, Ασαρτάνιοι, και Μαγώθ- ούτοι κβ' βασιλείς καθεστήκασιν ένδον των Κασπίων πυλών, ας κατασκεύασεν Αλέξανδρος ο βασιλεύς. Και ότε εξελεύσονται ήγγικεν η συτέλεια και ούκ έσται μήκος.
Και ο Πλατων, Φαιδων, Περί κοίλης γης: "Υπάρχουν δε εντός της γης εις όλην την περιφέρειάν της και κατά τα κοίλα μέρη αυτής τόποι πολλοί· και άλλοι μεν είναι βαθύτεροι και περισσότερον αναπεπταμένοι εν συγκρίσει προς εκείνον, όπου ημείς κατοικούμεν, άλλοι δε βαθύτεροι μεν, αλλά ολιγώτερον αναπεπταμένοι από τον ιδικόν μας τόπον· υπάρχουν τέλος άλλοι οι οποίοι έχουν μικρότερον βάθος από τον εδώ και είναι πλατύτεροι. Όλοι αυτοί συγκοινωνούν αναμεταξύ των υπό την γην εις πολλά μέρη με οπάς άλλοτε στενωτέρας και άλλοτε ευρυτέρας και έχουν διεξόδους. Εκεί και πολύ ύδωρ ρέει από τους μεν εις τους δε, όπως εις μεγάλα δοχεία, ούτω δε σχηματίζονται από την γην μέγιστοι και αστείρευτοι ποταμοί με θερμά και ψυχρά ύδατα· και πολύ πυρ και έτσι σχηματίζονται και μεγάλοι ποταμοί πυρός."
Ο Όμηρος αναφέρει επίσης περί κοίλης γης:  "Aυτό δε εις άλλο μέρος και εκείνος και άλλοι πολλοί ποιηταί ωνόμασαν Τάρταρον. Εις τούτο λοιπόν το χάσμα συρρέουν όλοι οι ποταμοί και εξ αυτού πάλιν εκρέουν, λαμβάνει δε έκαστος των ποταμών τούτων τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του εκ της συστάσεως του εδάφους, το οποίον διασχίζει κατά την ροήν του. Η δε αιτία, διά την οποίαν και εκρέουν απ' εδώ και εισρέουν όλα τα ρεύματα είναι ότι το υγρόν τούτο ούτε πυθμένα έχει ούτε βάσιν· αιωρείται λοιπόν και φέρεται κυματιστά πότε προς τα άνω και πότε προς τα κάτω. Και ο αήρ και η περί τον αέρα πνοή το αυτό πράττουν∙ διότι παρακολουθούν το ύδωρ και όταν τούτο ορμά προς το απ' εκεί μέρος της γης και όταν ορμά προς το απ' εδώ· και καθώς συμβαίνει εις την αναπνοήν, κατά την οποίαν η πνοή ρέει πάντοτε πότε προς τα έξω και πότε προς τα μέσα, έτσι και εκεί καθώς η πνοή συναιωρείται μετά του υγρού, προκαλεί με την είσοδον και την έξοδόν της ανέμους ισχυρούς και βίαιους."
Επίσης και ο Ησίοδος στην Θεογονία του αναφέρεται στην κοίλη γη: "Στην αρχή γεννήθηκε το Χάος, κι έπειτα η πλατύστηθη Γαία, παντοτινός και ασφαλής τόπος των αθανάτων που εξουσιάζουν τις χιονισμένες κορφές του Ολύμπου και τα σκοτεινά Τάρταρα στα βάθη της γης με τους πλατείς δρόμους...Κι όλοι, θεές και θεοί,  σήκωσαν τη μέρα εκείνη μάχη που δεν θα τη ζήλευες, οι Τιτάνες οι θεοί κι όσοι  γεννήθηκαν απ΄τον Κρόνο, τους οποίους ο Ζευς έφερε στο φως απ΄το υποχθόνιο Έρεβος, φοβεροί και δυνατοί, έχοντας ακατανίκητη ισχύ. Απ΄τους ώμους τους τινάζονταν εκατό χέρια κι απ΄τον ώμο του καθενός πενήντα κεφάλια ξεφύτρωναν στα στιβαρά μέλη τους... Απ’ την ορμή των αθανάτων, ο ψηλός Όλυμπος σειόταν απ’ τις ρίζες, και βαρύς σεισμός έφτανε μέχρι τον ομιχλώδη Τάρταρο. Κι έγειρε η μάχη ενώ μέχρι αυτήν την ώρα, μένοντας στην ίδια θέση, χτυπιόταν σε φοβερές συγκρούσεις. Ανάμεσα στους πρώτους, ξεσήκωσαν άγρια μάχη ο Κόττος, ο Βριάρεως και ο Γύης, αχόρταγος για πόλεμο, οι οποίοι έρριξαν τρακόσιους βράχους, τον ένα πισ’ απ’ τον άλλον, με τα στιβαρά χέρια τους. Και με τις βολές τους σκέπασαν τους Τιτάνες και τους ξαπόστειλαν κάτω απ’ τη πλατειά γη και τους έδεσαν τα χέρια με πικρά δεσμά, όταν τους νίκησαν, κι ας είχαν  γενναία ψυχή. Τόσο βαθειά μέσα στη γη όσο απέχει ο ουρανός απ΄τη γη (γιατί τόσο είναι απ’ τη γη μέχρι τον σκοτεινιασμένο Τάρταρο). Εννιά νύχτες κι εννιά μέρες χάλκινο αμόνι πέφτοντας απ’ τον ουρανό, φτάνει στη γη τη δεκάτη. Κι εννιά πάλι νύχτες κι εννιά μέρες χάλκινο αμόνι πέφτοντας απ΄τη γη τη δεκάτη θα φθάσει στο Τάρταρο. Τριγύρω τον περιζώνει χάλκινος φραγμός και γύρω απ΄τον λαιμό του χύνεται η νύχτα με τρεις σειρές από σκοτάδι. Κι από πάνω φυτρώνουν οι ρίζες της γης και της ακένωτης θάλασσας. Εκεί ‘ναι καταχωνιασμένοι οι Τιτάνες οι θεοί, κάτω απ΄τον ομιχλώδη ζόφο, απ΄τη θέληση του Δία που μαζεύει τα νέφη, (σε τόπο μουχλιασμένο, στα έσχατα της πελώριας γης). Να βγουν είναι αδύνατο,  γιατί ο Ποσειδώνας τοποθέτησε χάλκινες πύλες και τείχος το περιτριγυρίζει από παντού. Εκεί η Νύχτα και η Ημέρα συναντιούνται και αλληλοχαιρετιούνται, περνώντας το χάλκινο σκαλοπάτι. Η μια μπαίνει μέσα κι η άλλη βγαίνει έξω, γιατί ποτέ και τις δυο μαζί δεν τις σηκώνει το σπίτι. Αλλά ενώ η μια είναι έξω και περιφέρεται στη γη, η άλλη μένει μέσα και περιμένει την ώρα της για να βγει. Η μια κρατώντας το Φως που το βλέπουν όλοι, κι η άλλη η ολοσκότεινη Νύχτα, τυλιγμένη σε μαύρο σύννεφο, έχοντας στα χέρια της τον Ύπνο τον αδελφό του Θανάτου. Εκεί είναι η κατοικία των παιδιών της μαύρης Νύχτας, του Ύπνου και του Θανάτου, θεοί φοβεροί που ποτέ σ’ αυτούς ο λαμπερός Ήλιος δεν ρίχνει τις ακτίνες του, ούτε όταν ανεβαίνει στον ουρανό, ούτε όταν κατεβαίνει απ’ αυτόν. Ο ένας απ’ αυτούς, ήρεμος και γλυκός τριγυρίζει τη γη, και την απέραντη θάλασσα ενώ ο άλλος έχει καρδιά από σίδερο και ψυχή χάλκινη κι ανελέητη μέσα στα στήθεια του, κι όποιον αρπάξει απ’ τους ανθρώπους δεν τον αφήνει κι είναι εχθρός ακόμα και στους αθάνατους θεούς."
Αναφορά στην θεωρία της κοίλης γής γίνεται και από τον απόστολο Ιωάννη, τον αγαπημένο μαθητή του Χριστού που έγραψε στα ελληνικά την Αποκάλυψη στο ελληνικό νησί της Πατμου: "Και ο τέταρτος άγγελος εσάλπισε και εκτυπήθη και εχάθη το εν τρίτο απο τον ήλιον, ώστε να μειωθή το φώς και η θερμότης του και το εν τρίτον της σελήνης και το εν τρίτον των ατέρων, ώστε να σκοτισθή και να χαθή το εν τρίτον απο το φως των ουρανίων αυτών σωμάτων. Και η ημέρα έχασε το έν τρίτον απο το φώς της και η νύκτα επίσης έχασε το έν τρίτον από την αστροφεγγιά της και απο το σεληνόφως. Και είδα και ήκουσα τότε έναν αετόν (΄άγγελον του Θεού) να πετά εις τα μεσουράνιακαι να φωνάζη με φωνήν μεγάλην' <<αλοίμονον, αλοίμονον, αλοίμονον εις τους απίστους και ασεβείς, που κατοικούν εις την γήν, δια τας άλλας συμφοράς που θα επακολουθήσουν εις τασ φωνάς της σάλπιγγος των τριών αγγέλλων, οι οποίοι πρόκειται με την σειρά των να σαλπίσουν>>. Και ο πέμπτος άγγελος εσάλπισε ' και είδα ένα αστέρι να έχη πέσει απο τον ουρανόν εις την γήν, τον σατανάν τον επαναστάτην εναντίον του Θεού, και εδόθη εις αυτόν το κλειδί και του παρεχωρήθη η άδεια να ανοίξη το πηγάδι της κατασκότεινης αβύσου. Καί ήνοιξε πράγματι το πηγάδι της φρικτής αβύσου και ανρίθμητον πλήθος πονηρών πνευμάτων, που ήσαν εκεί φυλακισμένα, ξεπετάχθηκαν και ανέβηκαν σαν πυκνός καπνός καιομένης καμίνου και εσκοτίσθη ο ήλιος και ο αέρας απο τον καπνόν του πηγαδιού. Και απο τον καπνόν αυτών, των δαιμονικών πνευμάτων, εξεχώρησαν και εβγήκαν προς τα διάφορα μέρη της γής ακρίδες, κακοποιά δηλαδη πνεύματα, και παρεχωρήθη εις αυτά τυραννική και κακοποιός εξουσία, σαν αυτή που εχουν οι σκορπιοί εις την γήν, να βασανίζουν τους ανθρώπους με τα δηλητηριώδη κεντριά των. Και ελέχθη εις αυτά να μη βάψουν το χορτάρι της γης , ούτε κάθε πράσινον φυτόν ούτε κανένα δένδρον, παρά μόνο τους ανθρώπους, που δεν έχουν εις τα μέτωπάτων την σφραγίδα του Θεού. Και εδόθη εις αυτά η διαταγή να μη φονεύσουν τους ανθρώπους, αλλα να τους βασανίσουν επι ωρισμένον χρονικόν διάστημα, που συμβολίζεται με τον αριθμόν των πέντε μηνών....Και αι μορφαί αυταί των δαιμονικών ακρίδων είναι και τρομακτικαί και δελεαστικαί. Ομοιάζουν με άλογα ετοιμασμένα φια τον πόλεμον. Και επάνω εις τα κεφάλια των έχουν στεφάνους σαν απο χρυσάφι, και τα πρόσωπά των είναι σαν πρόσωπα ανθρώπων. Και είχαν τρίχας, σαν τρίχας γυναικών και τα δόντια των ήσαν σάν δόντια λεόντων (δια να συμβολίζουν την θηριωδίαν των και το καταστρεπτικόν των έργον). Και έχουν ουρές, σαν τις ουρές των σκορπιών, και κεντριά εις τις ουρές των. Και τους παρεχωρήθη  άδεια να βασανίζουν με τις δηλητηρίώδεις ουρές των τους ανθρώπους επί πέντε μήνες, εις περιωρισμένον δηλαδή χρονικόν διάστημα, Έχουν δε βασιλέαν και αρχηγόν της πονηράς παρατάξεως των τον άγγελον της αβύσου. Το όνομα αυτού εις τη Εβραϊκήν είναι Αβαδδών, εις δε την Ελληνικήν ονομάζετα Απολλύων, δηλαδή εξολοθρευτής. Και αφού τα δαιμονικά αυτά πνεύματα εβασάνιζαν φρικτά τους ανθρώπους κατά τους πέντε αυτούς μήνας, η πρώτη ουαί, δηλάδή η πρώτη πληγή, επέρασε. Ιδού έρχονται δύο ακόμη ουαί. δύο πληγαί ύστερα απο αυτά."
Τέλος και στο απόκρυφο βιβλίο του Ενωχ γίνεται αναφορά στην θεωρία της κοίλης γης: Ας δούμε ποια είναι αυτή: « Και εγένετο όταν επληνθύνθησαν οι υιοί των ανθρώπων εν εκείναις ταις ημέραις εγεννήθησαν αυτοίς θυγατέραι ωραίαι και καλαί. Και εθεάσαντο αυτάς οι άγγελοι, υιοί ουρανού και είπον προς αλλήλους. Δεύτε εκλεξώμεθα εαυτοίς γυναίκας από των ανθρώπων και γεννήσωμεν εαυτοίς τέκνα. Και είπεν ο Σεμειαζάς προς αυτούς, ος ην άρχων αυτών. Φοβούμαι μη ου θελήσετε ποιήσαι το πράγμα τούτον και έσομαι εγώ μόνος οφειλέτης αμαρτίας μεγάλης. Απεκρίθησαν ουν αυτώ πάντες. Ομόσωμεν όρκω πάντες και αναθεματίσωμεν πάντες αλλήλους μη αποστρέψαι την γώμην ταύτην, μέχρις ουν αν τελέσωμεν αυτήν και ποιήσωμεν το πράγμα τούτον. Τότε ώμοσαν πάντες ομού και ανεθεμάτισαν αλλήλους εν αυτώ…» « Και έλαβον εαυτοίς γυναίκας, έκαστος αυτών εξελέξαντο εαυτοίς γυναίκας και ήρξαντο εισπορεύεσθαι προς αυτάς και μιάνεσθαι εν αυταίς και εδίδαξαν αυτάς φαρμακείας και παοιδάς και ριζοτομίας και τας βοτάνας εδήλωσαν αυτάς. Αι δε εν γαστρί λαβούσιν ετέκοσαν γίγαντας μεγάλους εκ πηχών τρισχιλίων οίτινες κατήσθοσαν τους κόπους των ανθρώπων. Ως δε ουκ εδυνήθησαν αυτοίς οι άνθρωποι επιχορηγείν, οι γίγαντες ετόλμησαν επ’ αυτούς και κατησθίοσαν τους ανθρώπους και ήρξαντο αμαρτάνειν εν τοις πετεινοίς και τοις θηρίοις και ερπετείς και τοις ιχθύσιν και αλλήλων τας σάρκας κατεσθίειν και το αίμα έπινον. Τότε η γη ενέτυχεν κατά των ανόμων…» Η διήγηση συνεχίζει αναφέροντας αναλυτικά τις τέχνες που δίδαξαν οι άγγελοι στις γυναίκες και το κακό που έσπειραν οι γίγαντες στη γη, μέχρις ότου οι τέσσερις ισχυρότεροι άγγελοι, ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, ο Σουριήλ και ο Ουριήλ έριξαν το βλέμμα τους στη γη και διαπίστωσαν τι είχε συμβεί, οπότε και ενημέρωσαν το Θεό. Ο Θεός αποφάσισε να ριφθούν οι εκπεσόντες στα βάθη της αβύσσου για πάντα, οι γίγαντες να αφανιστούν από τα ίδια τους τα χέρια και το αμαρτωλό γένος των ανθρώπων να εκλείψει από τον Κατακλυσμό. Οι εκπεσόντες παρακάλεσαν τον Ενώχ να μεσολαβήσει για αυτούς στο Θεό αλλά Εκείνος τους απάντησε ότι οι άγγελοι μεσολαβούν για τους ανθρώπους και όχι το αντίστροφο. Συνεχίζοντας το κείμενο αναφέρει το εξαιρετικά ενδιαφέρον, ότι οι γίγαντες θα γεννήσουν πονηρά πνεύματα που θα καλούνται πνεύματα του κακού, δεν θα τρώνε, δεν θα πίνουν, θα είναι αόρατα και υπεύθυνα για κάθε συμφορά των ανθρώπων.
Mε λίγα λόγια η θεωρία της κούφιας Γης συνοψίζεται στα εξής: Οι αστρονόμοι και οι φυσικοί πιστεύουν ότι κατά τη δημιουργία της Γης τα αέρια βαθμιαία συμπυκνώθηκαν σε μια σπειροειδή δίνη, μέχρις ότου η δύναμη της βαρύτητας τα οδήγησε σε μια στερεή μορφή. Υπάρχουν όμως και άλλες δυνατότητες. Ο απλός συνυπολογισμός της φυγόκεντρου δύναμης θα μπορούσε να δημιουργήσει μια εντελως διαφορετική Γη. Η φυγόκεντρος δύναμη είναι που έκανε τη Γη να συμπιεστεί-επιπεδωθεί στους πόλους και να εξωγκοθεί στον ισημερινό. Τα ρούχα στο πλυντήριο στον κύκλο της ταχείας περιστροφής μαζί με τα υγρά σταγονίδια πάνω τους, πετιούνται προς τα έξω, προς την περιφέρεια του τύμπανου, αφήνοντας άδεια την κεντρική περιοχή. Όσο το πλυντήριο συνεχίζει να περιστρέφεται τα ρούχα θα περιστρέφονται κι αυτά ατέλειωτα γύρω από το κούφιο κέντρο. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Γη. Επίσης είναι πολύ γνωστό ότι ο Βόρειος και ο Νότιος μαγνητικός πόλος δεν συμπίπτουν με τους γεωγραφικούς πόλους, όπως θα όφειλαν εάν η Γη ήταν μια συμπαγής σφαίρα με δυο πόλους στα άκρα του άξονά της. Εφόσον αυτή είναι ένας μαγνήτης, οι μαγνητικοί πόλοι της θα έπρεπε να συμπίπτουν με τους γεωγραφικούς. Το γεγονός ότι δεν συμπίπτουν αποτελεί σίγουρα ένα ανεξήγητο φαινόμενο. Αν όμως δεχθούμε την ύπαρξη πολικών ανοιγμάτων με τους μαγνητικούς πόλους κατά μήκος των χειλών αυτών των ανοιγμάτων και όχι σαν ένα σταθερό σημείο, τότε τα πράγματα απλουστεύονται. Οι αριθμοί για να τελειώνουμε με τις “επιστημονικές εξηγήσεις” που μας δίνουν οι οπαδοί της κούφιας Γης, ας αναφέρουμε εδώ και τα αριθμητικά στοιχεία που μας δίνουν για το εσωτερικό της. Ο πλανήτης μας λοιπόν είναι ένα κέλυφος με πάχος 1280 χιλιόμετρα. Υπάρχουν δυο ανοίγματα-κύριοι είσοδοι στο Βόρειο και στο Νότιο πόλο μήκους 2240 χιλιομέτρων. Στο κέντρο της Γης δεν υπάρχει ο κεντρικός πυρήνας που μας πληροφορούν εδώ και χρόνια οι επιστήμονες (άλλωστε κι αυτοί υποθέσεις κάνουν), άλλα ένας εσωτερικός ήλιος πλάτους 960 χιλιομέτρων που απέχει 4640 χιλιόμετρα από τις εξωτερικές επιφάνειες. Η διάμετρος του χείλους στο άνοιγμα των πόλων είναι 1920 χιλιόμετρα και έτσι ένα άτομο δεν μπορεί να δει την άλλη πλευρά του ανοίγματος. Είναι δυνατή η ύπαρξη και διαβίωση ζωής εκεί κάτω; Ναι, είναι η απάντηση των οπαδών της κούφιας Γης μέσω διαφόρων υδροπονικών και αεροπονικών μεθόδων. Και έχουν δίκιο. Μάλιστα οι μέθοδοι αυτοί είναι επιστημονικά αποδεκτοί ακόμα και από τη ΝΑΣΑ, η οποία λέγεται ότι κάνει τέτοιου είδους πειραματισμούς.(π.χ. ανάπτυξη φυτών χωρίς χώμα κτλ.). Είναι πολλά τα περίεργα φαινόμενα που συμβαίνουν στις περιοχές των πόλων, καθώς και τα διάφορα ευρήματα που βάζουν σε σκέψεις την επιστημονική κοινότητα. Ας δούμε μερικά από αυτά. Η πυξίδα τρελαίνεται. Μετά τον 80ο παράλληλο είναι κοινό μυστικό πως οι πυξίδες τα χάνουν. Όπως αναφέρει ο Ρώσος ερευνητής Σνέγκιρεφ: “Το βέλος θα δείχνει βόρεια μετά ξαφνικά θα δείξει προς τα δυτικά και μέτα ξανά σχεδόν απρόθυμα θα γυρίσει πίσω στη θέση του”. Το συμπέρασμα των οπαδών της κούφιας γης είναι πως όταν βρίσκονται στη πλευρά του πολικού ανοίγματος όπου βρίσκεται ο μαγνητικός πόλος, η πυξίδα βυθίζεται προς τα κάτω. Όταν βρίσκονται στην αντίθετη πλευρά η πυξίδα δείχνει προς τα πάνω. Επίσης αξίζει να αναφέρουμε και τις παράξενα υψηλές θερμοκρασίες που παρατηρούνται όσο βορειότερα κατευθύνονται οι εξερευνητές σε εκείνα τα μέρη! Δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε και τους διάφορους σπόρους ή κόκκους γύρης που εντοπίζονται στις συγκεκριμένες περιοχές και δημιουργούν ερωτηματικά,όπως επίσης και τις τουλάχιστον περίεργες μεταναστεύσεις ζώων προς άγνωστους τόπους. Τέλος,είναι αλήθεια ότι συχνά μένουμε έκπληκτοι όταν πληροφορούμαστε πως στις πολικές αυτές περιοχές ανακαλύπτονται προϊστορικά μαμούθ μέσα σε πάγους, υπολλείματα από μαλιαρούς ρινόκερους, γιγαντιαία ελάφια, αλεπούδες. Οι υποστηρικτές της θεωρίας της κούφιας γης πιστεύουν πως όλα αυτά δεν είναι παρά νεκρά ζώα της εσωτερικής Γης που πέφτουν μέσα σε ρήγματα πάγου των ποταμών της, οι οποίοι χύνονται μέσα στο άνοιγμα του Βόρειου Πόλου, όπου παγώνουν και μεταφέρονται αργότερα μέσω των παγόβουνων στην ανοικτή Βόρεια θάλασσα. Ο Όμηρος αναφέρεται περί κοίλης γης: «Ένα ξεχωριστό από όλα τα χάσματα της Γής, υπάρχει και είναι μέγιστο, αφού διαπερνά ολόκληρη την γή από το ένα άκρο αυτής ως το άλλο ( διαμπερές ). Περί αυτού ακριβώς ομιλεί και ο Όμηρος λέγοντας, πολύ μακριά, εκεί κάτω από την Γη, υπάρχει ένα βαθύτατο βάραθρο.»
Πηγή: https://sites.google.com/site/profitis2009/apokalypse-ioanne
http://www.metafysiko.gr/?p=996
http://www.metafysiko.gr/?p=397
http://atheatignosi.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html