Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο 24 Αυγούστου 2019

Ένα Βυζάντιο στο κέρας της Αφρικής : Η χριστιανική αυτοκρατορία της Αιθιοπίας

Η πόλη Αξούμ (Αξώμη) βρίσκεται στη βόρεια Αιθιοπία. Ήταν το ναυτικό εμπορικό κέντρο του Βασιλείου Αξούμ, το οποίο έφτασε στην ακμή του κατά την εποχή της γέννησης του Ιησού, υπήρξε εν μέρει σύμμαχος του Βυζαντίου εναντίον της τότε Περσικής Αυτοκρατορίας και παρήκμασε μετά τον 7ο αιώνα, πιθανότατα λόγω της εξάπλωσης του Ισλάμ, η οποία εμπόδισε το εμπόριο με την Άπω Ανατολή, καθώς και τις μεγάλες αγορές στην Αλεξάνδρεια, το Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τη νότια Ευρώπη. Το βασίλειο του Αξούμ είχε τη δική του γραπτή γλώσσα, την Ge'ez, και ανέπτυξε αρχιτεκτονική χαρακτηριστική για τους τεράστιους οβελίσκους της, ο παλαιότερος από τους οποίους χρονολογείται από το 5.000-2.000 π.Χ. Τον 4ο αιώνα μ.Χ., το Βασίλειο ασπάστηκε το Χριστιανισμό. Η Εκκλησία της Αιθιοπίας ισχυρίζεται ότι φυλάσσει στο ναό της Παναγίας της Σιών στο Αξούμ την Κιβωτό της Διαθήκης, στην οποία περιέχονται οι Δέκα Εντολές που παρέδωσε ο Θεός στο Μωυσή. Το Αξούμ θεωρείται η ιερότερη πόλη στην Αιθιοπία και αποτελεί τόπο προσκυνήματος. Σημαντικές θρησκευτικές γιορτές είναι το T'imk'et, τα Θεοφάνια, στις 7 Ιανουαρίου, και η γιορτή της Μαριάμ της Σιών στα τέλη Νοεμβρίου. Λόγω της ιστορικής της αξίας, η πόλη το 1980 ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Το Βασίλειο του Αξούμ ή της Αξώμης, επίσης γνωστό ως η Αξουμιτική Αυτοκρατορία, ήταν εμπορικό έθνος των Αιθιοπων που περιλάμβανε εδάφη στη σημερινή περιοχή της Ερυθραίας, στη περιοχή Τιγκράι της Αιθιοπίας και στη Νουβική έρημο. Υπήρχε περίπου από το 100 μ.Χ. έως το 940 μ.Χ. Αναπτυσσόταν από την πρωτοαξουμιτικη εποχή του σιδήρου, τον 4ο αιώνα π.Χ, για να εμφανιστεί στο προσκήνιο τον 1ο αιώνα μ.Χ.. Έγινε σημαντικός παράγοντας στην εμπορική διαδρομή μεταξύ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Αρχαίας Ινδίας. Οι κυβερνήτες της Αξώμης διευκόλυναν το εμπόριο κόβοντας το δικό τους νόμισμα, το κράτος καθιέρωσε την ηγεμονία του επί του παρακμάζοντος Βασιλείου του Κους ενώ επενέβαινε τακτικά στα ζητήματα των βασιλείων στην Αραβική Χερσόνησο, επεκτείνοντας τελικά την κυριαρχία του στην περιοχή με την κατάκτηση του βασιλιά των Χιμιαριτών (Υεμένη). Ο Πέρσης προφήτης Μάνης θεωρούσε την Αξούμ ως μία από τις τέσσερις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του, παράλληλα με την Περσία, τη Ρώμη και την Κίνα. Η αρχαία πρωτεύουσα, που ονομάζεται επίσης Αξούμ, ήταν στη βόρεια Αιθιοπία. Το Βασίλειο χρησιμοποίησε το όνομα "Αιθιοπία" ήδη από τον 4ο αιώνα. Η παράδοση ισχυρίζεται ότι ο Αξούμ είναι ο υποτιθέμενος τόπος ανάπαυσης της Κιβωτού της Διαθήκης και της κατοικίας της βασίλισσας της Σαβά.
Τα πρώτα νομίσματα της Αιθιοπίας κόπηκαν με ελληνικές επιγραφές, αφού η ελληνική γλώσσα ήταν μια σημαντική γλώσσα της αιθιοπική αυλής για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Έλληνας ήταν ο Άγιος Φρουμέντιος, ο οποίος έγινε ο πρώτος επίσκοπος της Αιθιοπίας και η κοινή μας πίστη αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της σχέσης μας. Κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων, οι δύο αυτοκρατορίες, Βυζάντιο και Αιθιοπία ήταν σε συνεχή συμμαχία και θεωρούνταν οι βόρειοι και νότιοι πόλοι του ίδιου του πολιτισμού. Μεταξύ αυτών, σφυρηλάτησαν πολιτικές συλλογικής ασφάλειας τόσο εξειδικευμένες, όσο εκείνες που βλέπουμε να δημιουργούνται στον σύγχρονο κόσμο. Και οι δύο πολιτισμοί ήταν απομονωμένοι και έπρεπε να αγωνιστούν για να επιβιώσουν.
Αρχαία Χριστιανική Αυτοκρατορία, η Αιθιοπία αποτελεί το πιο ιδιόρρυθμο και ανεξερεύνητο κομμάτι της χριστιανοσύνης. Διαφέρει ριζικά από άλλες αφρικανικές χώρες, έχοντας να επιδείξει καταγεγραμμένη ιστορία χιλιετιών, ιδιαίτερο αλφάβητο και ημερολόγιο και εντυπωσιακή τέχνη. Εδώ η Μαύρη Αφρική αγκάλιασε τον αρχαίο κόσμο. Πολλοί ταυτίζουν την Αιθιοπία με τη μυθική Χώρα του Πουντ, που οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν γενέτειρά τους και από την οποία προμηθεύονταν χρυσό, ελεφαντοστό και δούλους. Στον αιθιοπικό βορρά άνθησε, την πρώτη χιλιετία π.Χ., λαμπρός πολιτισμός με κέντρο την πόλη Αξούμ, αποτέλεσμα συνεύρεσης των Αιθιόπων με τους κατοίκους της νότιας Αραβίας. Από εδώ πιστεύεται πως ξεκίνησε η βασίλισσα του Σαββά, που -κατά τον μύθο- επισκέφθηκε το βασιλιά Σολομώντα, με τον οποίο απέκτησε γιο, το Μενελίκ. Ο τελευταίος θεωρείται μυθικός γεννήτορας των Αιθιόπων. Η βασίλισσα και ο Μενελίκ, όπως και πολλοί Αιθίοπες, ασπάσθηκαν τον ιουδαϊσμό. Τη βάση του μύθου σε πραγματικά γεγονότα πιστοποιεί η επιβίωση πληθώρας εβραϊκών εθίμων μεταξύ των χριστιανών Αιθιόπων, και η μέχρι πρότινος παρουσία πολλών Εβραίων (Φαλάσα). Τον τέταρτο αιώνα μ.Χ. ένας Ελληνας μοναχός από την Τύρο, ο Φρουμέντιος, έφερε τον χριστιανισμό στην Αιθιοπία, προσηλυτίζοντας τον βασιλιά της Αξούμ Αϊζάνα. Ο χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας γύρω στο 340 μ.Χ, ενώ ο Φρουμέντιος ανακηρύχθηκε Αμπούνα (αρχιεπίσκοπος) της Αξούμ, που παραμένει η ιερή πόλη των Αιθιόπων. Τον Φρουμέντιο είχε χειροτονήσει επίσκοπο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αθανάσιος. Ο αιθιοπικός χριστιανισμός ξεκίνησε και παρέμεινε στενά συνδεδεμένος με την Κοπτική Εκκλησία της Αιγύπτου. Ωστόσο, οι ίδιοι οι Αιθίοπες, καίτοι Μονοφυσίτες, αποκαλούν την Εκκλησία τους Ορθόδοξη. Η Ορθοδοξία τους διαφέρει από εκείνη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Η επέλαση του Ισλάμ της στέρησε κάθε δυνατότητα επικοινωνίας με την υπόλοιπη χριστιανοσύνη. Σε καθεστώς απομόνωσης, υπό το βάρος συνεχών αγώνων επιβίωσης κατά των μουσουλμάνων, η αιθιοπική Ορθοδοξία εξελίχθηκε σε ιδιόμορφο κράμα εβραϊκών, χριστιανικών και αφρικανικών εθίμων. Οι Αιθίοπες ορθόδοξοι τηρούν παραδοσιακά τόσο την αργία της Κυριακής, όσο και την Εβραϊκή του Σαββάτου, ενώ τα αγόρια περιτέμνονται την έβδομη ημέρα μετά τη γέννηση. Οπως οι Εβραίοι, τηρούν διαιτητικούς κανόνες για τη σφαγή των ζώων, ενώ δεν τρώνε χοιρινό κρέας. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, μέρες νηστείας, δεν καταναλώνουν ζωικά προϊόντα.
Οι αιθιοπικές εκκλησίες είναι είτε κυκλικές με στέγη από άχυρο, σαν τεράστιες καλύβες είτε μονόκλιτες βασιλικές, είτε συνδυάζουν μια από τις προηγούμενες μορφές με τη διάρθρωση σε επάλληλα επίπεδα, μοιάζοντας με παγόδες. Καθεμία χωρίζεται σε τρία μέρη, εκ των οποίων το ιερότερο, τα Αγια των Αγίων, είναι άβατο για τους μη κληρικούς. Εκεί φυλάσσεται πάντα ένα αντίγραφο της Κιβωτού της Διαθήκης (των πλακών με τις Δέκα Εντολές που έδωσε ο Θεός στοΝ Μωυσή) που ονομάζεται ταμπότ. Το ταμπότ καθαγιάζει τοΝ ναό, και αντιστοιχεί στη δική μας Αγία Τράπεζα. Τόσο η τριμερής διάρθρωση όσο και το αντίγραφο της Κιβωτού θυμίζουν τοΝ Ναό του Σολομώντα. Το μεγαλύτερο καλλιτεχικό επίτευγμα του αιθιοπικού χριστιανισμού είναι οι εκκλησίες οι λαξευμένες σε γιγάντιους μονόλιθους. Πάνω από τριακόσιες λαξευμένες εκκλησίες στολίζουν τα αιθιοπικά υψίπεδα. Οι εντυπωσιακού μεγέθους μονολιθικές εκκλησίες της Λαλιμπέλα θεωρούνται το όγδοο θαύμα του κόσμου, ενώ η περιοχή Τιγκράι, με τις αναρίθμητες εκκλησίες τις λαξευμένες σε απόμακρους βράχους, είναι η Καππαδοκία της Αφρικής. Η εικονογραφία τους μοναδική. Αν και εδράζεται στη βυζαντινή παράδοση, περιλαμβάνει θέματα άγνωστα στον λοιπό χριστιανισμό. Προστάτης της χώρας ο γνωστός μας Αγιος Γεώργιος, που οι Αιθίοπες θεωρούν μισό Ελληνα και μισό Λιβανέζο. Η παρακολούθηση μιας αιθιοπικής λειτουργίας αποτελεί αλησμόνητη εμπειρία. Το τελετουργικό είναι ασυναγώνιστα υποβλητικό και η όλη μυσταγωγία μοιάζει βγαλμένη από τη Βίβλο. Οι Αιθίοπες προσέρχονται στην εκκλησία, τυλιγμένοι σε λευκούς μανδύες, στις πέντε το πρωί. Η τρίωρη λειτουργία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, ιερείς και διάκονοι συγκεντρώνονται σε κύκλο και ψέλνουν ύμνους. Στα χέρια τους φέρουν σείστρα, τα οποία σείουν συνοδεύοντας τις μελωδίες, ενώ κάποιοι χτυπούν ταμπούρλα. Σε τακτά διαστήματα, συνοδεύουν τους ύμνους με αργές χορευτικές κινήσεις. Το δεύτερο μέρος της ακολουθίας μοιάζει περισσότερο στο ορθόδοξο τυπικό, όπως το ξέρουμε. Οι πιστοί, καθόλη τη διάρκεια της τρίωρης λειτουργίας, στηρίζονται σε μπαστούνια, καθώς απαγορεύεται να καθήσουν. Σε αυτήν την παράδοση, τόσο για τα εξαίρετα έργα τέχνης όσο και για τα μοναδικά έθιμα και τελετουργίες που κατέλιπε, εδράζεται η εθνική υπερηφάνεια των Αιθιόπων, κατοίκων μιας χώρας μοναδικής, που θα μπορούσαμε δικαιολογημένα να θεωρήσουμε το Βυζάντιο της Αφρικής.
Πηγή : https://www.kathimerini.gr/242640/article/epikairothta/kosmos/ai8iopia-to-agnwsto-vyzantio-ths-mayrhs-hpeiroy
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BE%CE%BF%CF%8D%CE%BC
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%91%CE%BE%CE%BF%CF%8D%CE%BC
https://neoskosmos.com/el/56883/%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE/





Ένα δεύτερο Βυζάντιο στις όχθες του Νείλου : Τα χριστιανικά βασίλεια της Νουβίας

Η πρώτη μεθοδική προσπάθεια για τον εκχριστιανισμό της Νουβίας έγινε επί Ιουστινιανού. Περί το 540, με διαταγή του έφυγε από την Κωνσταντινούπολη μία Αποστολή, για να προσελκύσει στην πίστη τα μικρά βασίλεια της Νουβίας. Πριν όμως φθάσουν οι Ορθόδοξοι Ιερείς στον προορισμό τους, μια άλλη αντίζηλη μονοφυσιτική αποστολή βρισκόταν καθ’ οδόν, υποστηριζόμενη από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα που, ως γνωστόν, συμπαθούσε τους Μονοφυσίτες. Αρχηγός της τελευταίας ήταν ο Ιερέας Ιουλιανός, ο οποίος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον κρατούμενο μονοφυσίτη αρχιεπίσκοπο Αλεξάνδρειάς Θεοδόσιο. Όταν ο Ιουλιανός έφθασε στη χώρα των Νοβαταίων, που κατοικούσαν στην περιοχή του Άνω Νείλου με πρωτεύουσα την Ντογκόλα, παρουσιάσθηκε στον ηγεμόνα Σίλκω και, εφοδιασμένος με δώρα και γράμματα της αυτοκράτειρας του Βυζαντίου, κατόρθωσε να τον πείσει να δεχθεί τον Χριστιανισμό. Παρά τις φοβερές δυσκολίες, που συνάντησε από τον αφόρητο καύσωνα, παρέμεινε εκεί επί δύο χρόνια κατηχώντας τους νεοφύτους. Κατόπιν γύρισε πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Η μονοφυσιτική αυτή ιστορία είναι γραμμένη στα εύρισκα. Εν τω μεταξύ έφθασαν στη Νουβία και οι Ορθόδοξοι Ιεραπόστολοι, τους οποίους είχε στείλει ο Ιουστιανιανός, αλλά οι Νοβαταίοι, υπό την επίδραση των Μονοφυσιτών, τους δέχθηκαν πολύ ψυχρά. Χωρίς να χάσουν τον ενθουσιασμό τους οι Ορθόδοξοι Ιερείς κατευθύνθηκαν προς άλλο λαό της Νουβίας, τους Μακορίτες, και είλκυσαν πολλούς στην πίστη. Δεν είναι εξακριβωμένο ποια από τις δύο εκείνες αποστολές είχε μεγαλύτερη επιτυχία. Το γεγονός πάντως είναι ότι και οι δύο συνέβαλαν ώστε, μέσα σε μία γενιά, να εκχριστιανισθεί ολόκληρη η Νουβία. Για να συνεχισθεί το έργο του μονοφυσίτη Ιουλιανού χειροτονήθηκε Επίσκοπος Φίλων ο Θεόδωρος. Η καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών των Φίλων από τον στρατηγό Ναρσή διευκόλυνε το έργο του. Ο Θεόδωρος οικοδόμησε επάνω στα ερείπια του παλαιού ναού της Ίσιδος τον Ναό του Αγίου Στεφάνου, όπως δε μας πληροφορούν πολλές επιγραφές, ανέπτυξε μεγάλη ιεραποστολική δράση και ο Χριστιανισμός έφθασε σύντομα σε μεγάλη ακμή στη Νουβία. Για την ανάπτυξη της Ιεραποστολής πέραν της χώρας στην οποία εργαζόταν ο Θεόδωρος, το 567 χειροτονήθηκε Επίσκοπος, από τον κρατούμενο στην Κωνσταντινούπολη μονοφυσίτη αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, ο Λογγίνος. Επί τρία χρόνια οι Ορθόδοξοι παράγοντες της πρωτεύουσας εμπόδιζαν την αναχώρησή του. Τελικά όμως το 569 κατόρθωσε να διαφύγει και να φθάσει στη Νουβία, όπου ανέπτυξε μεγάλη Ιεραποστολική δράση. Προσείλκυσε πολλούς στον Χριστιανισμό και οργάνωσε την Εκκλησία με ιθαγενή κλήρο. Με τον Λογγίνο διαδόθηκε το ευαγγέλιο και στη φυλή των Αλοδαίων, που κατοικούσαν κοντά στα σύνορα της Αιθιοπίας, στη δεξιά όχθη του κυανού Νείλου. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ίδιοι οι Αλοδαίοι ζήτησαν από τον ηγεμόνα των Νοβαταίων να πάει σ’ αυτούς ο Λογγίνος για να τους διδάξει τον Χριστιανισμό. Και όταν μετά από πολλές περιπέτειες, περνώντας μέσα από το εχθρικό προς τους Νοβαταίους βασίλειο των Μακοριτών, κατόρθωσε να φθάσει στα σύνορα των Αλοδαίων, τον υποδέχθηκαν με πολλές τιμές. Ο βάρβαρος ηγεμόνας με ενθουσιασμό αποδέχθηκε τον Χριστιανισμό και βαπτίσθηκε, ενώ τον ακολούθησε και το μεγαλύτερο μέρος του λαού του.
Με την επίδραση των Νοβαταίων ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό και οι Βλέμμυες, οι οποίοι κατοικούσαν μεταξύ Αιγύπτου και Νουβίας, νότια της Συήνης, και οι οποίοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, μέχρι εκείνη την εποχή θυσίαζαν ακόμη και ανθρώπους. Σε μια από τις πολυάριθμες ελληνικές επιγραφές που ανακαλύφθηκαν στα ερείπια της πόλεως Τάλμεως της Νουβίας, αναφέρονται τα κατορθώματα του πρώτου Χριστιανού ηγεμόνα των Νοβαταίων Σίλκω κατά των ειδωλολατρών ακόμη Βλεμμύων. Ο Ιουστιανιανός ενίσχυσε ποικιλοτρόπως τους Βυζαντινούς Ιεραποστόλους διότι, συγχρόνως με το γνωστό ιεραποστολικό του ενδιαφέρον, ήλπιζε ότι με την εξημέρωση των βαρβάρων αυτών λαών θα βελτιωνόταν η συνοριακή κατάσταση στον νότο. Και όπως φαίνεται, κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του η Ορθόδοξη Ιεραποστολή είχε μεγαλύτερη ανάπτυξη από τη μονοφυσιτική. Τα ερείπια εξήντα ναών, τα οποία υπάρχουν στο Σουδάν και εκτείνονται από τα σύνορα της Αίγυπτου μέχρι το Χαρτούμ, και το πλήθος των Χριστιανικών επιγραφών που ανακαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία της Νουβίας από τον 7ο και 8ο αιώνα, αποδεικνύουν την ακμή του Χριστιανισμού στη χώρα. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι στην περιοχή αυτή η Εκκλησία, παρά την προσχώρησή της στον Μονοφυσιτισμό, διακρινόταν για τον ελληνικό της χαρακτήρα. Ελάχιστες κοπτικές επιγραφές ανακαλύφθηκαν. Οι περισσότερες είναι ελληνικές. Την μεγάλη επίδραση της Βυζαντινής Εκκλησίας υπογραμμίζει μία ανακάλυψη (1963) από τον Πολωνό καθηγητή Μιχαλόφσκυ. Η πολωνική αρχαιολογική Αποστολή που εργαζόταν για τη διάσωση αρχαίων θησαυρών στην περιοχή που επρόκειτο να κατακλυσθεί από τα νερά, λόγω του φράγματος του Ασσουάν, ανακάλυψε στην περιφέρεια των Φαρών, στην άμμο της ερήμου της Νουβίας, ωραιότατη βυζαντινή Εκκλησία του 8ου έως 10ου αιώνα, με εκατό άθικτες σχεδόν τοιχογραφίες. Η τεχνοτροπία και οι χρωματισμοί έχουν σαφή τη σφραγίδα της βυζαντινής επαρχιακής τέχνης. Υπάρχουν δε παραδείγματα (ασυμπλήρωτη τοιχογραφία του Πάθους και της αναστάσεως) που δείχνουν ανάπτυξη εντόπιας νουβιακής τέχνης. Τα μελαψά πρόσωπα ορισμένων από τους εικονιζόμενους επισκόπους φανερώνουν την επικράτηση του Χριστιανισμού και την ανάπτυξη τοπικής ιεραρχίας. Παρά την εισβολή των Μουσουλμάνων κατά τα έτη 641-642, η Εκκλησία διατηρήθηκε επί μακράν. Σύμφωνα δε με πληροφορία του πατριάρχη Ευτυχίου (933-940), όσο και χρονογράφων του 14ου αιώνα, η Εκκλησία της Νουβίας είχε ως επίσημη λειτουργική της γλώσσα την Ελληνική. Η Χριστιανική πίστη διατηρήθηκε σε διάφορες περιοχές τής Νουβίας μέχρι τον 18ο αιώνα.
Οι Νούβιοι τοξότες ήσαν διάσημοι για τις ικανότητές τους και αποτελούσαν το φόβητρο όλων των γνωστών στρατών της εποχής και ειδικότερα όσων τους είχαν δει εν δράσει. Η Νουβία ήταν γνωστή στους Αιγυπτίους ως η «χώρα του τόξου» και συγχρόνως διάσημη στην αρχαία ιστορία, ως χώρα έμπειρων και φοβερών τοξοτών, με παραστάσεις χρονολογούμενες το 3200 π.Χ. οι οποίες απεικονίζουν Νούβιους τοξότες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν το τόξο ως ιερογλυφική γραφή για το όνομα «Νουβία». Σε όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα της Νουβίας απεικονίζονται θεοί βασιλείς πολεμιστές να φέρουν τόξα. Η γεωγραφική θέση της αρχαίας Νουβίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την μετέπειτα ιστορική πολιτιστική εξέλιξη της αρχαίας Αιγύπτου. Μέχρι την απώλεια του τελευταίου τους βασιλείου (Χριστιανική Νουβία) οι Νούβιοι παρέμειναν οι κύριοι αντίπαλοι του έτερου μεγάλου αφρικανικού πολιτισμού της Αιγύπτου. Τον 6ο αιώνα, η Νουβία ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Οι τοξότες ήσαν αυτοί που καθυστέρησαν την Ισλαμοποίηση της Νουβίας μέχρι τον 14ο αιώνα.
Η Νοβαδία ήταν βασίλειο της ύστερης αρχαιότητας στη Κάτω Νουβία, και στη συνέχεια μια περιοχή ενός μεγαλύτερου Βασιλείου, της Μακουριας. Το βασίλειο της Νοβαδίας ιδρύθηκε την πρώην Μεροϊτική επαρχία Akine, η οποία περιελάμβανε μεγάλα τμήματα της Κάτω Νουβίας και τα οποία πιθανολογείται να έχουν αυτονομηθεί ήδη πριν από την τελική πτώση του Μεροϊτικού βασιλείου στα μέσα του 4ου αιώνα. Ενώ η Νοβαδία είχε προσκληθεί σε μια περιοχή από την Δυτική Έρημο από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Διοκλητιανό από το 297 μ.Χ το βασίλειο τους γίνεται απτό μόνο γύρω στο 400 μ.Χ. Μέχρι το 701, η Νοβαδία είχε προσαρτηθεί από τον νότιο γείτονα, τη Μακουρια. Οι συνθήκες αυτής της συγχώνευσης είναι άγνωστες. Είναι πιο πιθανό να είχε συμβεί πριν από τη Μουσουλμανική κατάκτηση σε 652, το οποίο προκύπτει από τις Αραβικές ιστορίες οι οποίες μιλούν μόνο ένα Χριστιανικό κράτος στη Νουβία το οποίο να φθάσει τουλάχιστον όσο η Παλιά Δονγκόλα. Η Νοβαδία φαίνεται να έχει διατηρήσει κάποια αυτονομία στο νέο κράτος. Κυβερνώνταν από έναν έπαρχο της Νοβαδίας που ήταν επίσης γνωστός, με τον τίτλο Δομέστικο των Πακχόρας. Αυτοί είχαν αρχικά διοριστεί αλλά φαίνεται να είναι ηγεμόνες σε μεταγενέστερη περίοδο. Μερικά από τα αρχεία τους έχουν βρεθεί στο Fort Ibrim, παρουσιάζοντας μια προσωπικότητα με μεγάλη δύναμη. Ωστόσο, ορισμένοι Άραβες συγγραφείς αναφέρονται στο συγχωνευμένο κράτος ως το "Βασίλειο της Μακουριας και της Νοβαδίας", το οποίο θα μπορούσε να σημαίνει μια διπλή μοναρχία , τουλάχιστον για ορισμένες περιόδους. Το όνομα της Νοβαδίας συχνά δίνεται ως al-Maris στην αραβική ιστορία. Η Νοβαδία ήταν το πιο κοντινό μέρος της Νουβίας στην Αίγυπτο και κατά συνέπεια δέχτηκε τη μεγαλύτερη Αραβοποίηση και Εξισλαμισμό. Με την πάροδο του χρόνου οι άνθρωποι της Νοβαδίας σταδιακά εξισλαμίστηκαν και αναμείχτηκαν με Αραβικές φυλές όπως η Μπανού Kanz, αν και μερικοί παρέμειναν ανεξάρτητοι στο Χριστιανικό βασίλειο της Ντοτάουο μέχρι την κατάκτησή της από τους Σεμνάρ το 1504.
Η Μακουρια ήταν ένα βασίλειο της Νουβιας που βρίσκεται στο σημερινό Βόρειο Σουδάν και τη Νότια Αίγυπτο. Η Μακουρια καλύπτει αρχικά την περιοχή κατά μήκος του ποταμού Νείλου από τον Τρίτο Καταρράκτη σε κάπου νότια του Αμπού Χαμάντ, καθώς και τμήματα του βόρειου Κορδοφάν. Η πρωτεύουσά του ήταν Dongola και το βασίλειο είναι μερικές φορές γνωστό με το όνομα της πρωτεύουσάς του. Μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα, είχε μετατραπεί σε χριστιανικό, αλλά τον 7ο αιώνα, η Αίγυπτος κατακτήθηκε από τους αραβικούς στρατούς. Το 651 ένας αραβικός στρατός εισέβαλε, αλλά απωθήθηκε και μια συνθήκη γνωστή ως baqt υπογράφηκε δημιουργώντας μια σχετική ειρήνη μεταξύ των δύο πλευρών που κράτησε μέχρι τον 13ο αιώνα. Η Μακουρια επεκτάθηκε προσαρτώντας τον βόρειο γείτονά της Νοβατια σε κάποιο σημείο του έβδομου αιώνα, διατηρώντας επίσης στενούς δεσμούς με το βασίλειο της Αλόδιας προς τα νότια. Η περίοδος από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα ήταν το αποκορύφωμα της πολιτιστικής ανάπτυξης της Μακουριας: ανέγερσαν νέα μνημειώδη κτήρια, καλλιτεχνικές τέχνες όπως τοιχογραφίες και άκρως επεξεργασμένη και διακοσμημένη αγγειοπλαστική και η Νουβιακη αναπτύχθηκε για να γίνει η κυρίαρχη γραπτή γλώσσα. Η αυξημένη επιθετικότητα από την αραβική Αίγυπτο, οι εσωτερικές έριδες, οι εισβολές των Βεδουινων και ενδεχομένως η πανουκλα και η μετατόπιση των εμπορικών οδών οδήγησαν στην παρακμή του κράτους τον 13ο και 14ο αιώνα. Λόγω εμφύλιου πολέμου το 1365, το βασίλειο περιορίστηκε σε κατάσταση υποτέλειας και έχασε μεγάλο μέρος των νότιων εδαφών της, συμπεριλαμβανομένης της Dongola. Είχε εξαφανιστεί από τη δεκαετία του 1560, όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κάτω Νουβία. Στη συνέχεια, η Νουβια εξισλαμίστηκε, ενώ οι Νουβιοι που ζούσαν πρίν από το Al Dabbah και στο Kordofan επίσης αραβοποιήθηκαν.
Η Αλόδια, γνωστή και ως Alwa, ήταν ένα μεσαιωνικό βασίλειο της Νουβίας στο κεντρικό και το νότιο Σουδάν. Η πρωτεύουσά του ήταν η πόλη Soba, που βρίσκεται κοντά στο σύγχρονο Χαρτούμ, στη συμβολή των ποταμών του Γαλάζιου και του Λευκού Νείλου. Ιδρύθηκε λίγο μετά την κατάρρευση του αρχαίου βασιλείου του Kush, περίπου το 350 μ.Χ. Η Αλόδια αναφέρεται αρχικά σε ιστορικά αρχεία το 569. Ήταν το τελευταίο από τα τρία Νουβιακα βασίλεια που μετατράπηκε στον Χριστιανισμό το 580, ακολουθώντας την Νοβατια και την Μακουρια. Πέτυχε να φτάσει στο αποκορύφωμά της κατά τον 9ο-12ο αιώνα, όταν τα αρχεία δείχνουν ότι ξεπέρασε τον βόρειο γείτονά της, το Μακουρια, με το οποίο διατήρησε στενούς δυναστικούς δεσμούς, μεγάλη σε μέγεθος, στρατιωτική δύναμη και οικονομική ευημερία. Όντας μια μεγάλη, πολυπολιτισμική κατάσταση, η Αλόδια διαχειριζόταν από έναν ισχυρό βασιλιά και διοικητές επαρχίας που διορίστηκαν από αυτόν. Η πρωτεύουσα Soba, η οποία περιγράφεται ως πόλη "εκτεταμένων κατοικιών και εκκλησιών γεμάτων χρυσό και κήποι", αναπτύχθηκε ως εμπορικός κόμβος. Τα εμπορεύματα έφθασαν από την Μακουρια, τη Μέση Ανατολή, τη Δυτική Αφρική, την Ινδία και ακόμη και την Κίνα. Η εξάπλωση της γνώσης γραφής Νουβιακών και ελληνικών αναπτύχθηκε. Από τον 12ο και ιδιαίτερα τον 13ο αιώνα, η Αλόδια παρακμάσε, πιθανώς λόγω εισβολών από το νότο, ξηρασίας και μετατόπισης εμπορικών οδών. Τον 14ο αιώνα, η χώρα μπορεί να είχε καταστραφεί από την πανώλη, ενώ οι αραβικές φυλές άρχισαν να μεταναστεύουν στην κοιλάδα του Άνω Νείλου. Μέχρι περίπου το 1500 η πόλη Soba είχε πέσει είτε στους Άραβες, είτε στο Funj. Αυτό πιθανότατα σηματοδότησε το τέλος της Αλοδιας, αν και ορισμένες προφορικές παραδόσεις του Σουδάν ισχυρίστηκαν ότι επέζησε με τη μορφή του βασιλείου του Φαζούλι στα σύνορα Αιθιοπίας-Σουδάν. Μετά την καταστροφή της Soba, οι Funj δημιούργησε το σουλτανάτο του Sennar, εισάγοντας μια περίοδο εξισλαμισμού και αραβοποίησης.
Από το 2009 δύο αρχαιολόγοι εργάζονται (2011) στο νησί του Νείλου Σάι, στο Βόρειο Σουδάν, με σκοπό να αναδείξουν το μεσαιωνικό παρελθόν του χώρου. Ένα παρελθόν όπου το πολύμορφο αφρικανικό πολιτισμικό υπόβαθρο του πληθυσμού της περιοχής που κάποτε ονομαζόταν Νουβία, ήδη επηρεασμένο και από τους βορειότερους γείτονες Αιγυπτίους, καθορίστηκε από την παρουσία των Ελλήνων Πτολεμαίων και κλασικά μορφωμένων πολιτικών και θρησκευτικών αρχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της χριστιανικής (Βυζαντινής) συνέχειάς της. Τα τρία ανεξάρτητα βασίλεια Νοβατία, Μακουρία και Άλωα (Αλοδια) που άκμασαν στο Σουδάν κατά τον Μεσαίωνά του παρόμοιο παραδόξως με τον δικό μας Βυζαντινό Μεσαίωνα, ήταν χριστιανικά από πλευράς θρησκείας και νουβιακά στον πολιτισμό τους. Η ελληνική ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν, αρχικά τουλάχιστον, στις μνημειακές επιγραφές τους, παράλληλα με την αιγυπτιακή κοπτική, ενώ η ντόπια λεγόμενη «Παλαιά Νουβιακή» γλώσσα, που εμφανίζεται κυρίως σε χειρόγραφα και γκράφιτι, γράφεται με το ελληνικό αλφάβητο, εμπλουτισμένο με τα επιπλέον γράμματα που εμφανίζονται στις αιγυπτιακές κοπτικές επιγραφές και ορισμένα άλλα, ίσως προερχόμενα από την παλαιότερη, ντόπια, Μεροϊτική γραφή. Η τέχνη, αν και φανερά συγγενής με την κοπτική της χριστιανικής Αιγύπτου, διαθέτει στην πραγματικότητα έναν δικό της, ανεξάρτητο χαρακτήρα. Ωστόσο, αυτό το ανεξάρτητο πνεύμα που μετουσίωνε το ξένο σε κάτι απόλυτα εναρμονισμένο με τη γη και το περιβάλλον της Νουβίας προσπάθησαν να ελέγξουν οι βόρειοι δυνατοί: οι μονοφυσίτες χριστιανοί της Αλεξάνδρειας από τη μία και οι «δυοφυσίτες» Κωνσταντινουπολίτες οπαδοί του δόγματος της Συνόδου της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ). Την εποχή του Ιουστινιανού, το τι συμβαίνει στα τρία βασίλεια ερμηνεύεται συνήθως ως ένδειξη των θρησκευτικών αντιθέσεων μεταξύ του αυτοκράτορα και της συζύγου του, Θεοδώρας. Όταν ο Ιουστινιανός στέλνει ιεραποστόλους να κηρύξουν την «ορθή» πίστη, η Θεοδώρα καταφέρνει να καθυστερήσει την αποστολή για να φτάσουν πρώτοι δικοί της, μονοφυσίτες, ιεραπόστολοι που προσηλυτίζουν τα βασίλεια της Νοβατίας και της Άλωας (Αλοδια). Μια μεταγενέστερη αποστολή του Ιουστινιανού προσηλυτίζει τη Μακουρία, που ακολουθεί για το διάστημα εκείνο το δόγμα της Κωνσταντινούπολης! Στη συνέχεια όμως φαίνεται ότι συνάφεια υπάρχει με το κοπτικό δόγμα, των γειτονικών Αιγυπτίων. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τοποθετήθηκε από τους δύο αρχαιολόγους και ο Καθεδρικός Ναός του Σάι που ερευνήθηκε συστηματικά τα δύο τελευταία χρόνια 2009 και 2010.
Πηγή : https://www.archaiologia.gr/blog/2011/10/13/%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%AF-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF/
http://www.oodegr.com/oode/ierapostoli/istoria/evagelismos_noubias_1.htm
https://chilonas.com/2013/08/05/httpwp-mep1op6y-12t/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%BF%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B1
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Makuria
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Alodia





Ιούλιος Ασκληπιόδοτος : Ο Έλληνας τρομερός πολέμαρχος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Το πρώτο διάστημα της δημιουργίας της, η Ρώμη ήταν μία ακόμα μικρή πόλη-κράτος και ένα μεγάλο μέρος είχε καταληφθεί από Έλληνες αποίκους. Οι Ρωμαίοι επηρεάστηκαν σε κάποια πράγματα από τους Έλληνες. Υιοθέτησαν την στρατιωτική τους τακτική να φτιάχνουν φάλαγγες με καλά εξοπλισμένους οπλίτες. Προστατεύονταν με τις ασπίδες τους και μάχονταν με δόρατα. Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε σε μεγάλες μάχες. Ευεργετική για τους υποτελείς, άτομα και πολιτείες, ήταν η απαλλαγή τους από τη φορολογία, ενώ ύψιστη επιβράβευση για όσους αποδείκνυαν έμπρακτα την αφοσίωσή τους στη Ρώμη ήταν να τους απονεμηθεί ο τίτλος και να τους αναγνωριστούν τα δικαιώματα του ρωμαίου πολίτη. Το τελευταίο γινόταν όλο και συχνότερα όσο προχωρούσαν τα χρόνια, ώσπου το 212 μ.Χ. να ονομαστούν, με διάταγμα του Καρακάλλα, ρωμαίοι πολίτες όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας και φυσικά και τα εκατομμύρια των Ελλήνων που ζούσαν στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η ρωμαϊκή λεγεώνα (από τη λατινική λέξη legio που σημαίνει "επιστράτευση", "στρατολόγηση", από το legere "επιλέγω") ήταν μία μεγάλη μονάδα του ρωμαϊκού στρατού. Επανδρώνονταν αποκλειστικά από Ρωμαίους πολίτες, καθώς, μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ., κάθε Ρωμαίος πολίτης ήταν υποχρεωμένος να υπηρετεί στο ρωμαϊκό στρατό και λάμβανε μισθό για τις υπηρεσίες του. Για να στρατολογηθεί έπρεπε να περάσει το 17ο έτος και υπηρετούσε μέχρι το 46ο έτος. Πάντως η διάρκεια της θητείας διέφερε από εποχή σε εποχή. Τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας των λεγεώνων ο λεγεωνάριος ήταν απλός πολίτης που υπηρετούσε όσο χρειαζόταν και μετά επέστρεφε στις πολιτικές ασχολίες του. Από τον 1ο αιώνα και μετά, η στρατιωτική υπηρεσία γίνεται επαγγελματική. Η θητεία ήταν αρχικά 12 χρόνια, αργότερα γίνεται 20 και κάποτε έφτασε τα 25 χρόνια. Η λεγεώνα στελεχωνόταν ειδικά από Ρωμαίους πολίτες.
Ο Ιούλιος Ασκληπιόδοτος (λατ.: Iulius Asclepiodotus) ήταν Ρωμαίος πραιτοριανός έπαρχος επί Αυρηλιανού, Πρόβου και Διοκλητιανού και ύπατος το έτος 292. Ένας από τους πολλούς Έλληνες που υπηρέτησαν στις Ρωμαϊκές Λεγεώνες, και μάλιστα σε υψηλότατα αξιώματα, είναι ο επικεφαλής της Πραιτωριανης Φρουράς, Έπαρχος του Πραιτωριου (Praetoria Praefecti) Ιουλιος Ασκληπιοδοτος. Γεννημένος στην Ήπειρο το 251, κατατάχτηκε στις Λεγεώνες κάποια στιγμή την εποχή του Αυρηλιανου (270-75) πιθανότατα την εποχή που ο Αυτοκράτορας βρισκόταν στα Βαλκάνια (271/2) και ζητούσε συνεχώς νεοσύλλεκτους για τις Λεγεώνες, αφού ετοιμαζόταν για εκστρατεία εναντίον της Παλμύρας, στη Συρία. Η εξέλιξη του υπήρξε ραγδαία, και όπως λέει και η Historia Augusta: «Πολεμησε παντου». Στο Ιράκ με τον Αυτοκράτορα Κάρο και την θρυλική εκπόρθηση της Κτησιφωντος (Μεσοποταμία) για 4η(!) φορα, το 282, εναντίον των Γερμανικών φυλών των Αλαμανων και Βουργουνδων στον ποταμό Ρήνο το 288, των Γερμανών Γότθων και Ταιφαλων στον Κάτω Δούναβη το 290, και των ατίθασων Βλεμμυων (Νουβία) και Αξουμιτων (Αιθιοπία) στον 3ο καταρράκτη του Νείλου, στα σύνορα του Σουδαν, το 292. Κάπου το 285 μεταπήδησε απο τις Λεγεώνες στην Πραιτωριανη Φρουρά και εκεί η εξέλιξη του έφτασε στο αποκορύφωμα της: Το 293 ήταν επικεφαλής πια, και λίγο αργότερα, το 296, του δόθηκε η μεγάλη ευκαιρία συμμετέχοντας με 20.000 άνδρες στο πλευρό του «Καισαρα» της Δυσεως, Κωνσταντίου του Χλωρου (πατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου) για την κατάπνιξη της εξέγερσης στη Βρετανία του στασιαστη στρατηγού Allectus, που ήδη απο το 286 ηταν αποσπασμένη από την Αυτοκρατορία. Πράγματι, ένα βράδυ τέλους Σεπτεμβρίου του 296, κάτω απο εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, τρείς μεγάλοι Ρωμαϊκοί στόλοι έφυγαν ταυτόχρονα απο Γαλατικους και Γερμανικούς λιμένες (Κωνστάντιος απο Vononia (Βουλώνη) με 100 σκάφη και 15.000 άνδρες, ο Ασκληπιοδοτος με 130 σκάφη και 20.000 ανδρες απο την Grannona, κοντα στο Σηκουάνα, και 120 σκάφη, κυρίως μεταγωγικά υπο άγνωστο αξιωματικό απο το στόμιο του Ρήνου με 25.000 ανδρες). Ο Κωνστάντιος επιζητούσε τον κακό καιρό, για να μην γίνει αντιληπτός απο τους στασιαστές λόγω της συνηθισμένης Βρετανικής ομίχλης. Ο Allectus όμως τους περίμενε με τις Ρωμαϊκές ναυτικές μοίρες της Βρετανίας (110 σκαφη- Classis Britannica) και 30.000 άνδρες (οι 3 Βρετανικές Λεγεώνες και γύρω στις 10.000 Φράγκοι μισθοφόροι). Τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως ανώμαλα, αλλά όχι αρνητικά τελικά: Ο Ασκληπιοδοτος κατάφερε να μην γίνει αντιληπτός και πλέοντας «ταχεως» να αποβιβάσει τους 20.000 άνδρες του στο Chichester, κοντα στο Southampton. Τα μεταγωγικά, έχασαν τον δρόμο τους και αποβιβάστηκαν πιο βόρεια, ενω ο Κωνστάντιος, δεν τα βρήκε στο Kent που ηταν προκαθορισμένο να βρεθούνε και έξω φρενών, επέστρεψε στη Γαλατία. Ο Ασκληπιοδοτος όμως απτόητος, βάδιζε ολοταχώς για το κέντρο των στασιαστών, το Λονδίνο (Londinium). Ο Allectus, που περίμενε πρώτα τον Κωνστάντιο στο Kent, αιφνιδιάστηκε από την θυελλώδη προέλαση του Έλληνα Επάρχου και επέστρεψε οσο γρηγορότερα γινόταν πίσω στη βάση του. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν 15 χλμ ΝΔ του Λονδίνου, σε μια τρομερή μάχη, οπου ο Allectus σκοτώθηκε με τους περισσότερους άνδρες του. Τα υπολείμματα του στρατού του (κυρίως Φράγκοι) υποχώρησαν μέσα στο Λονδίνο οπου άρχισαν να το λεηλατούν. Σύντομα όμως εισχώρησαν στα προάστια τα στρατεύματα του Ασκληπιοδοτου, μαζί με τους 25.000 άνδρες των μεταγωγικών, που είχαν βρεί τον δρόμο τους μέσα στην ομιχλη, αγνοώντας που ήταν ο Κωνστάντιος, ο οποίος τους έψαχνε στη…Μάγχη. Στις σφοδρές οδομαχίες που έγιναν μέσα στο Λονδίνο οι Φράγκοι κατακρεουργηθηκαν, ενω οι κάτοικοι ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές. Ο Κωνστάντιος αποβιβάστηκε και αυτός τελικά στο Dover, εκκαθαριζοντας κάθε εστία αντίστασης. Η επανάκτηση της Βρετανίας για την Αυτοκρατορία ηταν μια λαμπρή επιτυχία, και δίκαια ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πήρε τον τίτλο του «Redditor Lucis Aeternae» (Αναμορφωτής του Αιωνίου Φωτός), ο δε εκπληκτικός Ασκληπιοδοτος, εκτός οτι τιμήθηκε πολύ απο τη Ρώμη, πέρασε και στην Βρετανική(!) παράδοση σαν «Δουκας της Κορνουαλλης» στο έργο «Historia Regum Britanniae» (1136) του Geoffrey of Monmourth. Ηταν μια μεγαλη «δικη μας» μορφη. Ο Ασκληπιόδοτος εμφανίζεται και σε ένα θρύλο της μεσαιωνικής Αγγλίας ως Δούκας της Κορνουάλλης που ζει στα χρόνια του Ρωμαίου κατακτητή Αλλέκτου που καταπιέζει το λαό της Βρετανίας στο έργο του Τζέφρι του Μόνμαουθ Ιστορία των Βασιλέων της Βρετανίας (1136). Ο θρύλος λέει ότι ο Ασκληπιόδοτος σκότωσε και νίκησε τον Αλλέκτο και κατόπιν άφησε τους Ρωμαίους, που είχαν παραδοθεί, να εγκαταλείψουν ασφαλείς το νησί. Ωστόσο δέχτηκαν επίθεση από ένα κελτικό φύλο, τους Venedoti που ήταν σύμμαχοι του Ασκληπιοδότου. Τους έκοψαν τα κεφάλια τα οποία και έριξαν σε ένα ποτάμι. Ύστερα, ο Ασκληπιόδοτος ανήλθε στο θρόνο και βασίλεψε δίκαια για δέκα χρόνια. Όμως η βασιλεία του συμπίπτει χρονικά με τους διωγμούς του Διοκλητιανού και ο Τζέφρι χρονολογεί τη μαρτυρία του Αγίου Αλβανού (St. Alban) εκείνη την περίοδο. Ο Κόουλ, δούκας του Κόλτσεστερ αντιδρώντας στις κτηνωδίες προς τους Χριστιανούς ηγήθηκε μιας εξέγερσης, σκότωσε τον Ασκληπιόδοτο και του πήρε τον θρόνο.
Πηγή :  https://cognoscoteam.gr/%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%80%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CE%B7%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%BF/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%80%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%82
https://www.mixanitouxronou.gr/o-romekos-stratos-antegrapse-tous-archeous-%CE%84ellines-ke-egine-anikitos-gia-pollous-eones-o-ipnos-en-ora-ipiresias-timorountan-me-thanato/
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/grammatologia/page_072.html?prev=true
https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CF%8E%CE%BD%CE%B1





Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

Eastern Rumelia : The modern Greek population of SE Balkans

Thrace (Θράκη) is a geographical and historical region in Southeast Europe, now split between Bulgaria, Greece and Turkey, which is bounded by the Balkan Mountains to the north, the Aegean Sea to the south and the Black Sea to the east. It comprises southeastern Bulgaria (Northern Thrace), northeastern Greece (Western Thrace) and the European part of Turkey (East Thrace). In terms of ancient Greek mythology the name appears to derive from the heroine and sorceress Thrace, who was the daughter of Oceanus and Parthenope, and sister of Europa. The provincial and urban policy of Roman emperors, with the foundation of several cities of Greek type (city-state), contributed more to the progress of Hellenization than to the Romanization of Thrace. So by the end of Roman antiquity, the phenomenon of Romanization occurs only upon the Lower Moesia, while Thrace lying south of the Haemus mountains had been almost completely Hellenized. The surviving eastern portion of the Roman Empire in the Balkans, later known as the Byzantine Empire, retained control over Thrace until the end of 7th century when the northern half of the entire region was incorporated into the First Bulgarian Kingdom and the remainder was reorganized in the Byzantine Thracian theme. The Byzantine Empire regained the lost regions in the late 10th century until the Bulgarians regained control of the northern half at the end of the 12th century. Throughout the 13th century and the first half of the 14th century, the region was changing in the hands of the Bulgarian and the Byzantine Empire. In 1352, the Ottoman Turks conducted their first incursion into the region subduing it completely within a matter of two decades and occupying it for five centuries. In 1821, several parts of Thrace and Samothraki island rebelled during the Greek War of Independence (1821).
The term Rûm means "Roman", while Rumelia (Turkish: Rumeli) means "Land of the Romans" in Turkish, referring to the lands conquered by the Ottoman Turks from the Byzantine Empire, at the time still known as the Roman Empire (the neologism "Byzantine Empire" was coined only in 1557 by a German historian, Hieronymus Wolf). As such, "Roman" was long used in various languages around the Balkans to refer to the lands of Byzantine empire. Rumelia also known as Turkey in Europe, was the name of a historical region in Southeast Europe that was administered by the Ottoman Empire, mainly the Balkan Peninsula. Rumelia included the provinces of Thrace, Macedonia and Moesia, today's Bulgaria, bounded to the north by the rivers Sava and Danube, west by the Adriatic coast, and south by the Morea. Owing to administrative changes between 1870 and 1875, the name ceased to correspond to any political division.
Eastern Rumelia (Ανατολική Ρωμυλία, Anatoliki Romylia) was an autonomous territory in the Ottoman Empire, created in 1878 by the Treaty of Berlin and de facto ended in 1885, when it was united with the principality of Bulgaria, also under Ottoman suzerainty. It continued to be an Ottoman province de jure until 1908, when Bulgaria declared independence. Eastern Rumelia was created as an autonomous province within the Ottoman Empire by the Treaty of Berlin in 1878. The region roughly corresponded to today's southern Bulgaria, which was also the name the Russians proposed for it; this proposal was rejected by the British.
It encompassed the territory between the Balkan Mountains, the Rhodope Mountains and Strandzha, a region known to all its inhabitants Greeks, Bulgarians, Ottoman Turks, Roma, Armenians and Jews as Northern Thrace. The artificial name, Eastern Rumelia, was given to the province on the insistence of the British delegates to the Congress of Berlin: the Ottoman notion of Rumelia refers to all European regions of the empire, i.e. those that were in Antiquity under the Roman Empire. Some twenty Pomak villages in the Rhodope Mountains refused to recognize Eastern Rumelian authority and formed the so-called Republic of Tamrash. The province is remembered today by philatelists for having issued postage stamps from 1880 on.
According to the Treaty of Berlin, Eastern Rumelia was to remain under the political and military jurisdiction of the Ottoman Empire with significant administrative autonomy (Article 13). The law frame of Eastern Rumelia was defined with the Organic Statute which was adopted on 14 April 1879 and was in force until the Unification with Bulgaria in 1885. According to the Organic Statute the head of the province was a Christian Governor-General appointed by the Sublime Porte with the approval of the Great Powers. The legislative organ was a Provincial Counsel which consisted of 56 persons, of which 10 were appointed by the Governor-General, 10 were permanent and 36 were directly elected by the people. The first Governor-General was the Bulgarian prince Alexander Bogoridi (1879–1884) who was acceptable to both Bulgarians and Greeks in the province. Prince (Alexander Bogoridi (Αλέξανδρος Βογορίδης) (1822 - 1910) was an Ottoman statesman of Greek and Bulgarian origin. Born in Constantinople, Alexander Bogoridi was the youngest son of one of the most influential persons in the Ottoman Empire Stefan Bogoridi and brother of Nicolae Vogoride, who became a prominent Moldavian politician. Alexander Bogoridi studied in the Greek School in Phanar, in Constantinople and in France. The second Governor-General was Gavril Krastevich (1884–1885), a famous Bulgarian historian. Before the first Governor-General, Arkady Stolypin was the Russian Civil Administrator from 9 October 1878 to 18 May 1879. During the period of Bulgarian annexation Georgi Stranski was appointed as a Commissioner for South Bulgaria (1885 - 1886), and when the province was restored to nominal Ottoman sovereignty, but still under Bulgarian control, the Prince of Bulgaria was recognized by the Sublime Porte as the Governor-General in the Tophane Agreement of 1886.
After a bloodless revolution on 6 September 1885, the province was annexed by the Principality of Bulgaria, which was de jure an Ottoman tributary state but de facto functioned as independent. After the Bulgarian victory in the subsequent Serbo-Bulgarian War, the status quo was recognized by the Porte with the Tophane Agreement on 24 March 1886. With the Tophane Act, Sultan Abdul Hamid II appointed the Prince of Bulgaria as Governor-General of Eastern Rumelia, thus retaining the formal distinction between the Principality of Bulgaria and Eastern Rumelia and preserving the letter of the Berlin Treaty. However, it was clear to the Great Powers that the union between the Principality of Bulgaria and Eastern Rumelia was permanent, and not to be dissolved. The Republic of Tamrash and the region of Kardzhali were reincorporated in the Ottoman Empire. The province was nominally under Ottoman suzerainty until Bulgaria became de jure independent in 1908. September 6, Unification Day, is a national holiday in Bulgaria.
On 18 September 1885, Bulgaria and the semi-autonomous Ottoman province of Eastern Rumelia declared their unification in the city of Plovdiv. After the declaration of unification massive protests broke out in Greece, in fear of the creation of a greater Bulgarian state in the Balkans, calling upon the Greek government to declare war on Bulgaria. Serbia proposed to Greece a joint military action against Bulgaria but Greece rejected the proposal. Serbia took the initiative in starting the war but was decisively defeated. Austria demanded Bulgaria stop its invasion, and a truce resulted. No territorial changes were made to either country, but the Bulgarian unification was recognized by the Great Powers. However, the relationship of trust and friendship between Serbia and Bulgaria, built during their long common fight against Ottoman rule, suffered irreparable damage.
In the period under examination, the Hellenism of Thrace and Eastern Rumelia suffered systematic blows from both Bulgarians and the Young Turks after 1908. In addition, Thrace was a pawn in the international diplomatic game. In July and August 1906 the great persecution of the Greeks of Eastern Rumelia took place. Demonstrations of armed bands and violent anti-Greek manifestations rapidly developed into pillaging, arson and vandalism not only in Philippopolis (Plovdiv), the centre of the riots, but also in Pyrgos (Burgas), Stenimachos, Anchialos (Pomorie) and elsewhere. From September 1906 the Greek population of the area fled as refugees to Greece and eastern Thrace, while those who remained underwent Bulgarization. In May 1914 new persecutions completed the extermination of 1906. With a special Greco-Bulgarian convention within the Treaty of Neuilly (1919) the two countries decided upon a voluntary exchange of populations. On the basis of this convention, Hellenic official presence in Eastern Rumelia came to an end. From 1900 onwards, armed Bulgarian bands living in hide-outs in the Bulgarian-speaking areas of Bunar-Hisar and Saranta Ekklisies, attacked centres of Greek population. The Bulgarian komitadjis sought, through violence and intimidation, the Bulgarization of the Greek population. This continued until 1911. In the meantime, Athens was organizing a plan to protect the Greeks of Thrace and to awaken their national consciousness. It sent officials, teachers and commercial and insurance agents there. Georgios Kondylis and Stylianos Gonatas engaged in resistance activity. At the beginning of 1908 the Pan-Hellenic Organization was founded, with its headquarters in Athens. Its goal was resistance not only in Thrace but throughout all areas of 'unreedemed' Greece. During the same period the Political Organization was established in Constantinople. Its founding members included the secretary general of the Greek embassy in Constantinople, Ion Dragoumis, Captain Athanassios Souliotis-Nikolaidis and the deputy Giorgos Bousios, who was in collaboration with the committees of the Pan-Hellenic Organization. Stylianos Gonatas was in charge of the Thracian branch of the organization and with arms dispatched there the groups of Bulgarian komitadjis were dealt with summarily. The Slav threat inspired the Ottoman Empire to a policy of friendship towards the Greeks. Thus, generally speaking, the position of the Greeks of Thrace was a good one in this period. With the revolution of the Young Turks, the Greeks of Thrace, as all the Greeks of the Empire, hoped for the amelioration of their position believing in the declarations of equality and brotherhood. They were soon disillusioned, however, since the measures of the Young Turks against the Greek communities affected many of their privileges. The economy of Thrace (arable and cattle farming and trade) was hit by heavy taxation and the wars. During the First World War and under the pretext of the 'military security' of the Turkish cities, a large part of the population of eastern Thrace was deported towards the hinterland of Asia Minor hinterland (as was the case with the population of Asia Minor and Pontos). Many were forced to convert to Islam, and they were distanced from the Patriarchate and had no access to Greek schools. A large part of the male population was exterminated in amele taburu or labour batallions. Many fled as refugees to Greece. Thrace was occupied by the Greek troops during the Asia Minor Campaign. But she would share the fate of the rest of Hellenism in the East as a consequence of the Catastrophe. Western Thrace, however, was annexed to Greece.
With the Congress of Berlin in 1878, Northern Thrace was incorporated into the semi-autonomous Ottoman province of Eastern Rumelia, which united with Bulgaria in 1885. The rest of Thrace was divided among Bulgaria, Greece and Turkey at the beginning of the 20th century, following the Balkan Wars, World War I and the Greco-Turkish War.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Eastern_Rumelia
http://www.ime.gr/chronos/13/en/foreign_policy/choros/07.html
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Rumelia
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Thrace
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Thracia
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Alexander_Bogoridi
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Serbo-Bulgarian_War





Σάββατο 13 Ιουλίου 2019

Panagyurishte treasure - The famous Thracian gold of ancient Greece

The Thracians were a group of Northern Greek tribes inhabiting a large area in Central and Southeastern Europe, centred in Bulgaria, Northern Greece and Eastern Thrace in Turkey. They were bordered by the Scythians to the north, the Celts and the Illyrians to the west, the Southern Greeks to the south, and the Black Sea to the east. The Thracians either had skillful craftsmen themselves, or access to Greek craftsmen. They made beautifully ornate golden and silver objects such as various kinds of vessels, rhytons, facial masks, pectorals, jewelry, weapons, etc. These show strong, and increasing, influence from the neighbouring cultures, especially the Southern Greeks. They used to bury rich hoards of precious objects both to hide them in times of enemy invasions and unrest as well as for ritual purposes. To date, more than 80 Thracian treasures have been excavated in Bulgaria.
Ancient Greek and Roman historians agreed that the ancient Thracians, who were of Indo-European stock and language, were superior fighters; only their constant political fragmentation prevented them from overrunning the lands around the northeastern Mediterranean. Although these historians characterized the Thracians as primitive partly because they lived in simple, open villages, the Thracians in fact had a fairly advanced culture that was especially noted for its poetry and music. Their soldiers were valued as mercenaries, particularly by the Macedonians and Romans. The Greeks founded several colonies on the Thracian coasts, the most notable being Byzantium. Others were on the Bosporus, Propontis, and Thracian Chersonese peninsula. On the Aegean were Abdera near the Néstos delta and Aenus near Alexandroúpoli. Farther north on the Black Sea’s Gulf of Burgas, the Milesians founded Apollonia (7th century BCE), and the Chalcedonians founded Mesembria (end of the 6th century BCE). Most Thracians became subject to Persia about 516–510 BCE. Members of the Odrysae tribe briefly unified their fellow Thracians into an empire that in 360 BCEsplit three ways and was quite easily assimilated (356–342) by Philip II of Macedon. The Thracians provided Philip’s son, Alexander the Great, with valuable light-armed troops during his conquests. In 197, Rome assigned much of Thrace to the kingdom of Pergamum, though the coastal area west of the Maritsa was annexed to the Roman province of Macedonia. In the 1st century BCE, Rome became more directly involved in the affairs of the whole region, and dynastic quarrels among the local Thracian rulers, who had by then become client kings of Rome, prompted the emperor Claudius I to annex the entire Thracian kingdom in 46 CE. Thrace was subsequently made into a Roman province. The emperor Trajan and his successor, Hadrian, founded cities in Thrace, notably Sardica (Sofia) and Hadrianopolis (Edirne). About 300 CE, Diocletian reorganized the area between the Lower Danube and the Aegean into the diocese of Thrace.
The Panagyurishte treasure is by far the richest and most brilliant gold hoard yet discovered which was unearthed by accident by three brothers Pavel, Petko and Michael Deykovs in 1949, during clay digging near the town of Panagyurishte. Town of Panagyrishte is located 90 km east of Sofia, 80 km northwest of Plovdiv and only 35 km distant from the Temple of Thracian cult in Starosel village. The Panagyurishte gold has been dated to the 4th century BC. The Panagyurishte find consists of nine solid gold vessels of highest and most sophisticated perfection in craftsmanship, decorated with different zoomorphic and anthropomorphic figures, including seven rhyta, a rare amphora-rhyton and a phiale. The amphora-rhyton, the four rhyta shaped like animal heads/fore-parts and decorated with mythological scenes of the Scynthian-Sarmatian cultures, the three jug rhyta shaped like women’s heads, and the phiale decorated with representations of warrior men’s heads and acorns are all pieces of a ceremonial tableware drinking set for feasts that belonged to a Thracian king (presumably Seuthes III), from the end of the 4th and the beginning of the 3rd centuries BC. The inscriptions on the phiale and on two of the vessels refer to the town of Lampsak on the Dardanelles as the place where they had been made. The origin of the Panagyurishte treasure and the interpretations of the scenes on the vessels, however, still remain disputable among researchers.
Panagyurishte is a town in Pazardzhik Province, Southern Bulgaria, situated in a small valley in the Sredna Gora mountains. It is 91 km east of Sofia, 43 km north of Pazardzhik, and 37 km south of Zlatitsa. The town is the administrative centre of the homonymous Panagyurishte Municipality. As of December 2009, it has a population of 17,959 inhabitants. The root of the name, "panagyur", comes from the Greek πανηγύρι, panēgýri, a festival or fair. Eastern Rumelia (Ανατολική Ρωμυλία, Anatoliki Romylia) was an autonomous territory in the Ottoman Empire, created in 1878 by the Treaty of Berlin and de facto ended in 1885, when it was united with the principality of Bulgaria, also under Ottoman suzerainty. It continued to be an Ottoman province de jure until 1908, when Bulgaria declared independence. The population in Eastern Rumelia was mainly Christian Orthodox (Greek and Slavic) with Ottoman minorities. The artificial name, Eastern Rumelia, was given to the province on the insistence of the British delegates to the Congress of Berlin: the Ottoman notion of Rumelia refers to all European regions of the empire, i.e. those that were in Antiquity under the Roman Empire (Rum=Roman, Byzantine). According to the Treaty of Berlin, Eastern Rumelia was to remain under the political and military jurisdiction of the Ottoman Empire with significant administrative autonomy. The law frame of Eastern Rumelia was defined with the Organic Statute which was adopted on 14 April 1879 and was in force until the Unification with Bulgaria in 1885. According to the Organic Statute the head of the province was a Christian Governor-General appointed by the Sublime Porte with the approval of the Great Powers. The legislative organ was a Provincial Counsel which consisted of 56 persons, of which 10 were appointed by the Governor-General, 10 were permanent and 36 were directly elected by the people. The first Governor-General was the Bulgarian prince Alexander Bogoridi (1879–1884) who was acceptable to both Bulgarians and Greeks in the province because his parents were Greek or Bulgarian. Panagyurishte was part of Eastern Rumelia.
Panagyurishte is overshadowed in tourism by nearby Koprivshtitsa, which has a much larger collection of restored Bulgarian Revival style houses. Like Koprivshtitsa, Panagyurishte has a picturesque location in the Sredna Gora mountains, and is one of the towns associated with the historic April Uprising in 1876. Panagyurishte also gained fame for the "Panagyurishte gold" treasure discovered there in 1949 and the Apriltsi National Memorial Complex erected in 1976 in honor of the 100th anniversary of the April Uprising. It is situated on the historic hill above the town known as Manyovo Bardo. It is also near the mineral water spas of Banya, and recreational facilities in Panagyurski koloni (Panagyur columns).
The Panagyurishte treasure is unique not only for its weight in gold a total of 6.1 kg, but also for the originality of its shapes and ornamentation, as well as for its exquisite craftsmanship. The Panagyurishte treasure combines the artistic tastes of the Greek world and the Orient, blending Eastern forms with imagery of Greek origin. The archaeological finding indicates the emergence of the Hellenistic style in the scenes of Aphrodite, Athena, and Hera before the judgment of Paris and demonstrates the significant role played by the Thracians. The Panagyurishe golden artifacts reveal the virtuosity of the ancient goldsmiths, who have reached the pinnacle of arts. The Panagyuristhe treasure is a witness to a particularly brilliant civilization and impress with their decorative richness. The Panagyurishte Treasure confirms the stories of ancient Greek writers and historians that the Thracians, besides the horses and wine, loved gold ornaments and jewelry most of all. The golden Thracian treasure from Panagyurishte has been touring the world for years, making the civilization of the Ancient Thrace famous all around the globe. It was exhibited in numerous towns and capitals London, Rome, Paris, New York, Moscow, Budapest, Tokyo, Mexico, Montreal, Madrid, Boston, Detroit, New Delhi, Helsinki, Berlin, Prague. Permanent place of display of the Panagyurishte Thracian gold is the National History Museum on Sofia. The perfect original copy of the Panagyuristhe Thracian gold is exhibited in the History Museum in Panagyurishte.
Πηγή : http://www.panacomp.net/panagyurishte-thracian-treasury/
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Thracian_treasure
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Panagyurishte
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Eastern_Rumelia
https://www.britannica.com/place/Thrace





Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Το έπος των Βυζαντινών Ελλήνων στην Αφρική (Μέρος Β) : Η μάχη στα Πεδία του Κάτωνος 548 Μ.Χ.

Την άνοιξη του 548 μ.Χ. η κατάσταση για τους Βυζαντινούς στη Βόρεια Αφρική δεν ήταν ευχάριστη.Οι μικρές βυζαντινές δυνάμεις είχαν ηττηθεί από από τους εξεγερμένους Νουμίδες. Ο στρατηγός Ιωάννης Τρωγλίτης όμως που στάλθηκε από τον Ιουστινιανό δεν ήταν από αυτούς που παραιτούνταν εύκολα. Ο Ιωάννης κινήθηκε προς την πεδιάδα του Αρσούρις. Εκεί συναντήθηκε με τους Νουμίδες συμμάχους του οι δυνάμεις των οποίων αριθμούσαν 142.000 άνδρες. Ο Ο εν λόγω αριθμός που αναφέρουν κάποιες πηγές είναι προφανώς εξαιρετικά υπερεξογκωμένος ακόμα και σε αυτόν υπολογιζόταν το σύνολο του πληθυσμού των φυλών που συντάχθηκαν με τους Βυζαντινούς.  Ένας αριθμός 14-15.000 Νουμίδων πολεμιστών φαντάζει πιο κοντά στην πραγματικότητα και είναι ακόμα και έτσι μάλλον εξογκωμένος. Οι ίδιες δυνάμεις του Ιωάννη από την άλλη δεν θα μπορούσαν να αριθμούν περισσότερους από 3-5.000 στρατιώτες, δηλαδή τα υπολείμματα των δυνάμεων που υπήρχαν στην περιοχή μαζί με φρουριακά στρατεύματα που του διατέθηκαν καθώς δεν υπάρχουν αναφορές ότι ενισχύθηκε με στρατεύματα από την Κωνσταντινούπολη. Στο μεταξύ οι εξεγερμένοι υπό τους φυλάρχους Καρκασάν και Αντάλαείχαν στρατοπεδεύσει στην πεδιάδα των Μαμμών, στο κέντρο σχεδόν της επαρχίας του Βυζακίου, στην σημερινή κεντρική Τυνησία, η οποία ταυτίζεται με την εν λόγω βυζαντινή επαρχία. Στις τάξεις τους όμως επικρατούσε διχογνωμία. Ο μεν Καρκασάν επιθυμούσε να συγκρουστεί άμεσα με τους Βυζαντινούς, ενώ ο πιο επιφυλακτικός Αντάλας, ο οποίος είχε στο παρελθόν πολλές φορές ηττηθεί, συνιστούσε πιο μετριοπαθή στάση.Τελικά επικράτησε η γνώμη του Αντάλα και οι Νουμίδες υποχώρησαν νοτιοανατολικά, εφαρμόζοντας την τακτική της καμένης γης, θέλοντας να υποχρεώσουν τους Βυζαντινούς να καταπονηθούν καταδιώκοντάς τους και να απομακρυνθούν από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους. Οι Νουμίδες υποχωρούσαν επί 10 συνεχείς ημέρες φτάνοντας τελικά στο Λούντσι, 45 χλμ. νότια της σημερινής Σφαξ της Τυνησίας. Σε όλο αυτό το διάστημα ο Ιωάννης ακολουθούσε με την εμπροσθοφυλακή του να συγκρούεται συχνά με τις εχθρικές οπισθοφυλακές. Όταν οι Βυζαντινοί έφτασαν στο Λούντσι οι Νουμίδες υποχώρησαν και πάλι προς τα βουνά. Ενήμερος όμως για τα σχέδια των αντιπάλων του από πράκτορές του ο Ιωάννης δεν τους ακολούθησε αλλά στρατοπέδευσε κοντά στο μικρό λιμάνι του Λαρίσκου από όπου μπορούσε να ανεφοδιάζει ευχερώς τις δυνάμεις του. Ωστόσο οι στρατιώτες του που αδυνατίσουν να κατανοήσουν τις κινήσεις του επικεφαλής τους σχεδόν στασίασαν. Σύντομα όμως τα πνεύματα ηρέμησαν.
Μετά από αυτό ο Ιωάννης βάδισε κατά των αντιπάλων του που είχαν στρατοπεδεύσει στα λεγόμενα Πεδία του Κάτωνος. Οι Νουμίδες, μαζί με Βέρβερους συμμάχους τους είχαν δημιουργήσει οχυρό στρατόπεδο εναντίον του οποίου ο Ιωάννης δίσταζε να επιτεθεί, αφού δε διέθετε και πολιορκητικές μηχανές. Έτσι προτίμησε να το αποκλείσει φιλοδοξώντας να εξαναγκάσει τους εχθρούς να κινηθούν λόγω της πείνας. Αφού για μερικές ημέρες διατήρησε τον αποκλεισμό ώστε να εξαντληθούν τα εχθρικά εφόδια, εφάρμοσε ένα άλλο στρατήγημα για να τους παρασύρει σε μάχη. Σκηνοθέτησε επεισόδια μεταξύ των ανδρών του και διέσπειρε τη φήμη ότι οι άνδρες του ήταν έτοιμοι να στασιάσουν. Έτσι οι Νουμίδες και οι σύμμαχοί τους αποφάσισαν να επιτεθούν. Επέλεξαν μάλιστα να επιτεθούν ημέρα Κυριακή πιστεύοντας πως στο βυζαντινό στρατόπεδο θα επικρατούσε χαλαρότητα. Ενθαρρυμένοι και από τις θυσίες που οι σαμάνοι τους εκτέλεσαν για να ζητήσουν τη βοήθεια των θεών τους, οι Νουμίδες επιτέθηκαν. Ο Ιωάννης όμως μόνο απροετοίμαστος δεν ήταν. Ωστόσο οι αντίπαλοι ήταν πολλοί. Η μάχη ξεκίνησε με τους Βυζαντινούς να βάλλουν με τα τόξα τους κατά των επιτιθέμενων αντιπάλων τους. Σύντομα όμως η κλαγγή των όπλων αντήχησε στην πεδιάδα. Ήταν μια σύγκρουση των αριθμών έναντι της ποιότητας. Σταδιακά οι Βυζαντινοί άρχισαν να κερδίζουν έδαφος. Ο Κόρριπος αναφέρει πως ο Ιωάννης και πάλι οδήγησε τους άνδρες του μαχόμενος στην πρώτη γραμμή σκοτώνοντας με τα ίδια του τα χέρια τουλάχιστον τέσσερις αντιπάλους. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και οι άνδρες του και οι Νουμίδες του Αντάλα και οι Νουμίδες και Βέρβεροι του Καρκασάν άρχισαν να υποχωρούν. Ο Καρκασάν όμως αναδιοργάνωσε τους άνδρες του και εκτέλεσε νέα επίθεση τιθέμενος προσωπικά επικεφαλής. Τότε ενώπιον του στάθηκε ο Ιωάννης. Οι δύο στρατηγοί ενεπλάκησαν σε μια θανάσιμη μονομαχία που θα έλεγε κανείς πως ξεπήδησε από τις σελίδες του Ομήρου. Ο έμπειρος Ιωάννης όμως κατάφερε να σκοτώσει τον αντίπαλό του. Οι άνδρες του γενναίου Καρκασάν βλέποντας το κεφάλι του να πέφτει στο χώμα δείλιασαν και τράπηκαν σε φυγή. Αμέσως το βυζαντινό ιππικό ρίχθηκε στην καταδίωξη των ηττημένων σφαγιάζοντας εκατοντάδες από τους φυγάδες που έτρεχαν πανικόβλητοι , ανίκανοι να υπερασπιστούν και τις ζωές τους ακόμα.  Οι έφιπποι Νουμίδες και Βέρβεροι, χάρη στην ταχύτητα των αλόγων τους εν πολλοίς ξέφυγαν. Δεν συνέβη το ίδιο όμως και τους πεζούς που κατακόπηκαν. Ο Αντάλας πάντως κατάφερε να σωθεί και παραδόθηκε στον Ιωάννη. Η νίκη αυτή έθεσε οριστικό τέλος στον πόλεμο και εμπέδωσε τη βυζαντινή κυριαρχία στη περιοχή.
Σχετική με τις κατακτήσεις των Λογγοβάρδων είναι και μια σημαντική μεταβολή που έγινε στη διοίκηση της Ιταλίας, η οποία μαζί με μια παρόμοια καινοτομία που έγινε στη διοίκηση της Β. Αφρικής, έθεσε τις βάσεις για τη νέα διοίκηση των επαρχιών της αυτοκρατορίας: το σύστημα δηλαδή των Θεμάτων.
Οι αρχές της Ιταλίας δεν μπόρεσαν να αντισταθούν όπως έπρεπε στους Γερμανούς Λογγοβάρδους, οι οποίοι κατέλαβαν τα 2/3 της χερσονήσου με μεγάλη ευκολία. Για το λόγο αυτόν, αντιμετωπίζοντας το μεγάλο κίνδυνο, η κυβέρνηση του Βυζαντίου, αποφάσισε να ενισχύσει την εξουσία της στην Ιταλία, αναθέτοντας την πολιτική διοίκηση στα χέρια των στρατιωτικών διοικητών. Τη διοίκηση της Ιταλίας θα αναλάμβανε ένας στρατιωτικός γενικός διοικητής, ο Έξαρχος, ο οποίος θα διεύθυνε από τη Ραβέννα όλη τη δράση των πολιτικών υπαλλήλων. Η δημιουργία του Εξαρχάτου της Ραβέννας ανάγεται στα τέλη του 6ου αιώνα, την εποχή δηλαδή του αυτοκράτορα Μαυρίκιου. Ο συνδυασμός των διοικητικών και των δικαστικών υπηρεσιών με τη στρατιωτική εξουσία δεν είχε ως αποτέλεσμα την άμεση κατάργηση των ανώτερων πολιτικών υπαλλήλων, οι οποίοι συνέχιζαν το έργο τους μαζί με τους στρατιωτικούς διοικητές, αλλά κάτω από την καθοδήγηση του στρατιωτικού Έξαρχου. Μόνον αργότερα φαίνεται ότι οι ανώτεροι πολιτικοί υπάλληλοι αντικαταστάθηκαν τελείως από τις στρατιωτικές αρχές. Ο Έξαρχος, ως αντιπρόσωπος της αυτοκρατορικής δύναμης, ακολούθησε στη διοίκησή του ορισμένες αρχές του καισαροπαπισμού, που τόσο πολύ ευνοούσαν οι αυτοκράτορες. Η τακτική αυτή εκδηλωνόταν με πράξεις τέτοιες, όπως είναι η επέμβαση στις θρησκευτικές υποθέσεις του Εξαρχάτου. Απεριόριστος στην εξουσία του, ο Έξαρχος, απολάμβανε αυτοκρατορικές τιμές. Το ανάκτορό του στη Ραβέννα θεωρείτο ιερό και ονομαζόταν Sacrum palatium, με όνομα δηλαδή που συνήθως δινόταν στην αυτοκρατορική κατοικία. Όταν ερχόταν στη Ρώμη τού γινόταν αυτοκρατορική υποδοχή: η Σύγκλητος, ο κλήρος και ο λαός τον συναντούσαν με μια θριαμβευτική πομπή, έξω από τα τείχη της πόλης. Όλες οι στρατιωτικές υποθέσεις, η διοίκηση, καθώς και οι δικαστικές και οικονομικές υποθέσεις, ήταν στη διάθεση του Έξαρχου. Όπως το Εξαρχάτο της Ραβέννας δημιουργήθηκε εξαιτίας των επιθέσεων των Λογγοβάρδων στην Ιταλία, έτσι διαμορφώθηκε το Εξαρχάτο της Αφρικής λόγω της απειλής των Αφρικανών μαύρων ή, όπως μερικές φορές ονομάζονται στα βιβλία, Βέρβερων, οι οποίοι συχνά επαναστατούσαν κατά του στρατού του Βυζαντίου, που κατείχε τη χώρα αυτή. Η διαμόρφωση του Εξαρχάτου της Αφρικής ή της Καρχηδόνας ανάγεται επίσης στα τέλη του 6ου αιώνα, στην εποχή δηλαδή του αυτοκράτορα Μαυρίκιου. Το Εξαρχάτο της Αφρικής διαμορφώθηκε, όπως και αυτό της Ραβέννας, διαθέτοντας την ίδια απεριόριστη δύναμη. Φυσικά μόνον η εξαιρετική ανάγκη οδήγησε τον αυτοκράτορα στο να δημιουργήσει μια τέτοια απεριόριστη εξουσία, όπως αυτή του Έξαρχου, που κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες μπορούσε να μεταβληθεί σε πολύ επικίνδυνο αντίπαλο του ίδιου του αυτοκράτορα. Και πράγματι, ο Έξαρχος της Αφρικής επαναστάτησε κατά του Φωκά, ενώ ο γιος του Έξαρχου έγινε αυτοκράτορας το 610.
Στην Αφρική οι Έξαρχοι εκλέγονταν πολύ σοφά από τον Μαυρίκιο και διέθεταν μεγάλη ικανότητα και ενεργητικότητα για τη διοίκηση της χώρας και την επιτυχημένη άμυνά της κατά των επιθέσεων των εγχωρίων. Αφετέρου οι Έξαρχοι της Ραβέννας ήταν ανίκανοι να υπερνικήσουν την απειλή των Λογγοβάρδων. Όπως λέει ο Γάλλος επιστήμονας Diehl, τα δύο Εξαρχάτα πρέπει να θεωρηθούν ως πρόδρομοι των Θεμάτων, της μεταρρύθμισης δηλαδή της διοίκησης των επαρχιών, που άρχισε τον 7ο αιώνα για να απλωθεί σιγά - σιγά σε όλη την αυτοκρατορία και της οποίας κύριο χαρακτηριστικό υπήρξε η βαθμιαία επικράτηση της στρατιωτικής επί της πολιτικής εξουσίας. Ενώ οι επιθέσεις των Λογγοβάρδων και των Βερβερίνων προκάλεσαν σημαντικές μεταβολές στη Δύση και το Βορρά, στα τέλη του 6ου αιώνα, οι επιθέσεις των Περσών και των Αβάρων προκάλεσαν αργότερα την ανάληψη ίδιων μέτρων στην Ανατολή, ενώ η επίθεση των Σλάβων και των Βουλγάρων οδήγησαν σε παρόμοιες μεταρρυθμίσεις στη Βαλκανική χερσόνησο.
Πηγή : https://slpress.gr/istorimata/pedia-toy-katonos-vyzantino-stratigima-kai-megali-niki/
http://byzantin-history.blogspot.com/2010/10/blog-post.html





Το έπος των Βυζαντινών Ελλήνων στην Αφρική (Μέρος Α) : Η μάχη της Μάμμης 535 Μ.Χ.

Μετά την καταστροφή των Βανδάλων από τον Βελισάριο, η νέα επαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στη σημερινή Λιβύη, Τυνησία και Αλγερία, δεν ησύχασε. Οι Μαυριτανοί απόγονοι των αρχαίων Νουμίδων, επαναστάτησαν κατά της αυτοκρατορίας. Με τον Βελισάριο και το άνθος του Βυζαντινού Στρατού στην Ιταλία, η διοίκηση της ταραγμένης επαρχίας ανατέθηκε στον στρατηγό Σολόμωνα, ο οποίος έμελλε να γράψει νέες σελίδες δόξας, αλλά και να αφήσει την τελευταία του πνοή εκεί, ηρωικά μαχόμενος. Ο Ιουστινιανός ανέθεσε στον Σολόμωνα τόσο την στρατιωτική, όσο και τη πολιτική διοίκηση της επαρχίας, στα τέλη της άνοιξης του 534 μ.Χ. δίνοντάς του τον τίτλο του Magister Militum Africae, αλλά και του Praetorian Prefect Africae (στρατιωτικός διοικητής Αφρικής και πολιτικός διοικητής Αφρικής). Το 534 μ.Χ. οι Μαυριτανοί είχαν εξεγερθεί και είχαν συγκεντρώσει πολύ μεγάλες δυνάμεις. O Σολόμων αντίθετα είχε στη διάθεσή του μερικούς Βουκελάριους (επίλεκτοι ιππείς) που του εμπιστεύτηκε ο Βελισάριος, στην Καρχηδόνα. Στις λοιπές επαρχίες είχαν εγκατασταθεί βυζαντινές φρουρές, οι οποίες όμως, μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης είχαν απομονωθεί και πάλευαν μόνο για την επιβίωσή τους. Κέντρο της εξέγερσης ήταν η επαρχία του Βυζακίου, η οποία ταυτίζεται με την σημερινή νότια Τυνησία. Στην περιοχή αυτή στάθμευαν βυζαντινές δυνάμεις υπό τον στρατηγό Ρουφίνο. Οι δυνάμεις αυτές όμως, περί τους 500 μόλις άνδρες, συντρίφθηκαν από τους Μαυριτανούς και ο Ρουφίνος αιχμαλωτίστηκε, και σύντομα αποκεφαλίστηκε. Η εξέλιξη αυτή κατάστησε φανερό στον Σολόμωνα ότι απαιτούντο ισχυρές δυνάμεις για να αντιμετωπιστεί η εξέγερση, στην οποία πλέον μετείχαν οι μεγαλύτεροι πολέμαρχοι των Μαυριτανών, ο Κουτζίνας, ο Εσδιλάσα, ο Ιουρφούρθης και ο Μεδισινίσσας. Ο τελευταίος ήταν που αποκεφάλισε και τον Ρουφίνο και μάλιστα πήρε το κεφάλι του ως τρόπαιο. Ο Σολόμων αποφάσισε να ενεργήσει άμεσα. Κατ’ αρχήν έστειλε μήνυμα στον Ιουστινιανό ζητώντας του ενισχύσεις. Παράλληλα προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με τους εξεγερμένους, ώστε να λήξει ειρηνικά το όλο θέμα. Ενώπιον της αδιαλλαξίας των Μαυριτανών όμως ο Σολόμων αποφάσισε να τους αποστείλει μια επιστολή. Ουσιαστικά προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, περιμένοντας την αποστολή ενισχύσεων, οι οποίες αναμενόταν στις αρχές της άνοιξης του 535 μ.Χ. Οι Μαυριτανοί απάντησαν με θράσος στην επιστολή του Σολόμωνα και του ανακοίνωσαν πως είναι αποφασισμένοι να πολεμήσουν. Στο μεταξύ οι αναμενόμενες ενισχύσεις έφτασαν και ο Σολόμων είχε στη διάθεσή του περί τους 18.000 άνδρες. Η δύναμη αυτή ήταν πολύ μικρή για να αντιμετωπίσει τις πολλές χιλιάδες των Μαυριτανών. Παρόλα αυτά ο Σολόμων βάδισε με τον στρατό του εναντίον των αντιπάλων. Η μικρή βυζαντινή στρατιά κινήθηκε νοτιοδυτικά της Καρχηδόνας και συνάντησε τους εχθρούς στη θέση Μάμμες, στα όρια των επαρχιών Βυζακίου - Νουμιδίας.
Οι Μαυριτανοί ηγέτες είχαν ενώσει τις δυνάμεις τους και διέθεταν συντριπτική αριθμητική υπεροχή έναντι των Βυζαντινών. Παρόλα αυτά, μη διαθέτοντες βαρύ ιππικό, οι Μαυριτανοί αποφάσισαν να εφαρμόσουν ένα στρατήγημα με τον οποίο, παλαιότερα, είχαν συντρίψει τους Βανδάλους. Οι Μαυριτανοί έταξαν το πεζικό τους στην πεδιάδα των Μαμμών, στα όρια μιας σειράς λόφων. Στους λόφους έταξαν το ιππικό τους, με σκοπό, όταν οι Βυζαντινοί εμπλακούν με το πεζικό, το μαυριτανικό ιππικό να τους επιτεθεί στα πλευρά, επιχειρώντας να τους κυκλώσει. Όσον αφορά το πεζικό τους, αυτό τάχθηκε κυκλικά, ανάμεσα σε μια σειρά 12 ζυγών καμηλών, τις οποίες είχαν υποχρεώσει να γονατίσουν. Τα μη συνηθισμένα στη θέα, στις φωνές και στη μυρωδιά των καμηλών άλογα των Βυζαντινών, θα πανικοβάλλονταν, όπως είχαν πάθει και τα άλογα των Βανδάλων. Οι Μαυριτανοί πεζοί τάχθηκαν ανάμεσα και πίσω από τις καμήλες, έτοιμοι να πλήξουν με μια βροχή ακοντίων τους προελαύνοντες Βυζαντινούς. Οι Μαυριτανοί πεζοί ήταν εξοπλισμένοι με ακόντια, σπαθί και ασπίδα. Ορισμένοι έφεραν τόξο και σφενδόνη. Πολεμούσαν «πελταστικώς», δηλαδή σε χαλαρή τάξη, πλήττοντας τον αντίπαλο με τα ακόντιά τους και υποχωρώντας όταν δέχονταν πίεση. Μόνο όταν ο αντίπαλος, καταπονημένος από τη βροχή των ακοντίων και των λοιπόν βλημάτων, άρχιζε να δείχνει σημάδια αταξίας και διάλυσης εφορμούσαν εναντίον του. Το ιππικό τους επίσης ήταν ελαφρύ. Η προτιμώμενη τακτική των Μαυριτανών ιππέων ήταν να πλησιάζουν τον εχθρό, να τον πλήττουν με ακόντια και να υποχωρούν, χωρίς να εμπλέκονται σε μάχη μαζί του. Κάθε ιππέας ριχνόταν στη μάχη με μερικά ακόντια, σπάθη και μικρή ασπίδα. Κράνη και θώρακες φορούσαν μόνο οι ευγενείς και οι σωματοφύλακές τους και αυτοί όχι πάντα. Για τη σύνθεση της στρατιάς του Σολόμωνα δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι ο πυρήνας της στρατιάς ήταν μια ομάδα επίλεκτων Βουκελάριων ιππέων της φρουράς του Βελισάριου. Σίγουρα θα διέθετε και αρκετούς Καβαλάριους, τον κλασικό τύπο ιππέα του Βυζαντινού Στρατού της εποχής, δηλαδή, και προφανώς έναν αριθμό Σκουτάτων βαρέων πεζών και αριθμό ελαφρών πεζών, τοξοτών, ακοντιστών και σφενδονητών και ίσως ορισμένα τμήματα Ούννων και Γερμανών μισθοφόρων. Οι Βουκελάριοι έφεραν μακριά λόγχη, μακριά σπάθη, αλλά και τόξο. Άρχιζαν τη μάχη τοξεύοντας τον αντίπαλο και μόλις αυτός άρχιζε να χάνει την συνοχή του εφορμούσαν εναντίον του με τη λόγχη και την σπάθη. Οι Καβαλάριοι έφεραν τόξο και σπάθη, αλλά όχι ακόμα λόγχη. Η τακτική τους ήταν παρόμοια με αυτή των Βουκελάριων, αλλά μπορούσαν να πολεμήσουν ακόμα και σε διάταξη ακροβολισμού. Οι Σκουτάτοι ήταν το βαρύ πεζικό του Βυζαντινού Στρατού. Την ονομασία τους την όφειλαν στο «σκούτουμ», την οβάλ σχήματος ασπίδα που έφεραν, απόγονο της αρχαίας ασπίδας τύπου θυρεού. Ήταν οπλισμένοι με ένα ελαφρύ δόρυ, το οποίο χρησιμοποιείτο και ως ακόντιο και με μια μακριά σπάθη. Πολεμούσαν σε πυκνή τάξη. Εναντίον του αντιπάλου πεζικού εκτόξευαν τα ελαφρά τους δόρατα, πριν την επαφή και στη συνέχεια εφορμούσαν εναντίον τους με τις σπάθες, όπως οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι. Εναντίον αντιπάλου ιππικού πύκνωναν τις τάξεις τους και πρότασσαν τα δόρατά τους, σχηματίζοντας ένα φράγμα δοράτων και ασπίδων, όπως οι αρχαίοι Έλληνες οπλίτες. Οι Σκουτάτοι διέθεταν και άλλα μικρότερα ακοντίδια, τα λεγόμενα «ριπτάρια». Σε περίπτωση ανάγκης το πεζικό σχημάτιζε το λεγόμενο «Φούλκον», έναν εξαιρετικά πυκνό σχηματισμό, που επέτρεπε ολόπλευρη άμυνα, όπως τα κλειστά ναπολεόντεια τετράγωνα. Το βυζαντινό ελαφρύ πεζικό πολεμούσε αποκλειστικά σε διάταξη ακροβολισμού. Σε πολλές περιπτώσεις όμως τμήματα ελαφρών πεζών διατίθεντο ως οργανικές υπομονάδες στα τάγματα των Σκουτάτων, για να τους παράσχουν υποστήριξη «πυρός». Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό πως ο Βυζαντινός Στρατός υπερείχε συντριπτικά σε «βάρος», οργάνωση και οπλισμό των αντιπάλων του, αλλά όχι σε αριθμό.
Φτάνοντας στην πεδιάδα της Μάμμης, ο Σολόμων διέταξε την κατασκευή οχυρού στρατοπέδου για να αποφευχθεί εχθρική αιφνιδιαστική επίθεση. Παρόλα αυτά έβλεπε πως το ηθικό των ανδρών του δεν ήταν όσο υψηλό θα έπρεπε, καθώς υπήρχε το πρόσφατο προηγούμενο του αφανισμού των δυνάμεων του Ρουφίνου. Ο Σολόμων, ως έμπειρος στρατηγός που ήταν αποφάσισε, πριν πολεμήσει , να εμψυχώσει τους άνδρες του. Για τον λόγο αυτό τους συγκέντρωσε και τους μίλησε. «Βλέπετε πως ο εξοπλισμός σας είναι καλύτερος αυτού των αντιπάλων και πέραν αυτού έχετε ανδρεία ψυχής και πείρα πολέμου και σωματική δύναμη ανώτερη. Οι Μαυριτανοί τίποτα από αυτά δεν διαθέτουν, παρά μόνο μεγάλο αριθμό. Όμως είναι εύκολο σε λίγους, μα καλά οπλισμένους άνδρες να νικήσουν ένα συρφετό χωρίς συνοχή. Ο γενναίος στρατιώτης εμπιστεύεται τις δυνάμεις του, ο δειλός το πλήθος…», είπε, μεταξύ άλλων, ο Σολόμων. Οι άνδρες του ξέσπασαν σε επευφημίες και αμέσως σχημάτισαν τις γραμμές τους. Ο Σολόμων, αν και υστερούσε αριθμητικά τουλάχιστον 3:1, είχε αποφασίσει να επιτεθεί, αντί να περιμένει τον αντίπαλο να κινηθεί. Η στρατιά του με υποδειγματική τάξη εξήλθε του οχυρού στρατοπέδου, στο οποίο όμως αφέθηκε η αναγκαία, φρουρά, για την περίπτωση ατυχήματος, και αναπτύχθηκε για μάχη, έναντι των Μαυριτανών. Ο Σολόμων εκμεταλλεύτηκε την παθητική διάταξη των αντιπάλωνκαι κίνησε την στρατιά του λοξώς δεξιά, ώστε το δεξιό του πλευρό να υπερκερά τον εχθρικό κύκλο, αλλά και να καλύπτεται από το ανεπτυγμένο στους κοντινούς λόφους εχθρικό ιππικό. Ήταν ένας παρακινδυνευμένος ελιγμός, καθώς το βυζαντινό αριστερό πλευρό αφήνονταν ακάλυπτο και υποκείμενο σε υπερκερωτική κίνηση. Όμως ο ελιγμός βασιζόταν στην ψυχρή λογική και πάνω από όλα στη γνώση του αντιπάλου. Το μαυριτανικό ιππικό, το μόνο ικανό να εκτελέσει τον υπερκερωτικό ελιγμό, ήταν ταγμένο απέναντι από το βυζαντινό δεξιό και λόγω των υπαρχόντων ορέων, δεν μπορούσε να ελιχθεί επί εσωτερικών γραμμών και να μετακινηθεί τασσόμενο έναντι του βυζαντινού αριστερού. Οι Μαυριτανοί θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να χρησιμοποιήσουν το πολυάριθμο πεζικό τους. Τότε όμως ο αμυντικός κύκλος που είχαν δημιουργήσει θα έσπαζε και αν το βυζαντινό ιππικό, που αποτελούσε την πλαγιοφυλακή στο βυζαντινό αριστερό εφορμούσε, θα τους σάρωνε, στην πεδιάδα. Η καλύτερη λύση για τους Μαυριτανούς θα ήταν η προσπάθεια υπερκέρασης του βυζαντινού αριστερού πλευρού με τμήματα πεζικού μεταφερόμενα επί καμηλών. Με τον τρόπο αυτό και πιο γρήγορα θα κινούντο, αλλά και τον κίνδυνο από το βυζαντινό ιππικό θα εξουδετέρωναν. Παρόλα αυτά φαίνεται πως η προηγούμενη νίκη τους έναντι του μικρού τμήματος του Ρουφίνου είχε σε τέτοιο βαθμό εξυψώσει το ηθικό των ηγετών των Μαυριτανών, που επηρέασε τις αποφάσεις τους. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από τον λόγο που εκφώνησαν προς τους άνδρες τους, πριν τη μάχη. Στο μεταξύ η βυζαντινή στρατιά άρχισε να βαδίζει εναντίον τους με απόλυτη ησυχία και τάξη. Το μόνο που ακούγονταν ήταν τα παραγγέλματα των αξιωματικών. Όταν όμως το βυζαντινό ιππικό του αριστερού πλευρού πλησίασε τον κύκλο των καμηλών τα άλογα τρομοκρατήθηκαν από τις καμήλες και αρνήθηκαν να προχωρήσουν. Έτσι προκλήθηκε σύγχυση την οποία οι Μαυριτανοί έσπευσαν να εκμεταλλευτούν, εξαπολύοντας αντεπίθεση. Ο Σολόμων είδε τα συμβαίνοντα και αμέσως βρήκε τη λύση. Διέταξε τους ιππείς του να κατέβουν από τα άλογα και να πεζομαχήσουν. Τα άλογα, προφανώς, αποσύρθηκαν πίσω από τους άνδρες, υπό τον έλεγχο των ιπποκόμων. Ο Σολόμων αφίππευσε και τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής 500 Βουκελαρίων που είχε υπό τον άμεσο έλεγχό του. Με τη δύναμη αυτή κινήθηκε πεζός εναντίον του εχθρικού αριστερού πλευρού, με τους Βουκελάριους να μάχονται καλυμμένοι από τις μικρές τους ασπίδες, χρησιμοποιώντας τις λόγχες τους ως δόρατα. Σε λίγο η μικρή αυτή δύναμη πλησίασε τον κύκλο των καμηλών. Τότε ο Σολόμων διέταξε τους άνδρες του να επιτεθούν σφάζοντας τις καμήλες. Οι Βουκελάριοι έσφαξαν 200 περίπου καμήλες, ανοίγοντας διάδρομο ανάμεσα στην εχθρική παράταξη και φτάνοντας στο κέντρο του κύκλου, όπου οι Μαυριτανοί είχαν συγκεντρωμένες τις οικογένειές τους. Οι άμαχοι τρομοκρατήθηκαν και επιχείρησαν να ξεφύγουν αποδιοργανώνοντας πλήρως το μαυριτανικό πεζικό, δίνοντας την ευκαιρία στους υπόλοιπους Βυζαντινούς ιππείς να ανέβουν και πάλι στα άλογά τους και να ορμήσουν κατά του ατάκτως φεύγοντα εχθρού. Τα γυναικόπαιδα των Μαυριτανών αιχμαλωτίστηκαν, ενώ από το πεζικό τους 10.000 άνδρες σκοτώθηκαν, στη φάση της καταδίωξης, χωρίς το ιππικό τους να επιχειρήσει να τους καλύψει. Η συντριβή των Μαυριτανών ήταν απόλυτη, όσο και ο θρίαμβος του Σολόμωνα. Ψάλλοντας ύμνους, η στρατιά του νικητή στρατηγού επέστρεψε στην Καρχηδόνα με τους αιχμαλώτους, τα λάφυρα και όλες τις υπόλοιπες, πλην των 200, καμήλες, καθώς δεν μπορούσε να παραμείνει στην εχθρική ενδοχώρα, με εκτεθειμένες τις γραμμές ανεφοδιασμού της.
Πηγή : https://slpress.gr/istorimata/i-machi-tis-mammis-535-m-ch-to-stratigima-toy-solomona/