Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Οι Ελληνες που κυβερνησαν την Ιταλια - Το βυζαντινο Εξαρχατο της Ραβεννας (Ιταλιας)

Το εξαρχάτο της Ραβέννας ιδρύθηκε για πρώτη φορά από το διορατικό Βυζαντινό αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582 - 602), με σκοπό να οργανώσει την άμυνα των δυτικών επαρχιών της αυτοκρατορίας που απειλούνταν από τις αλλεπάλληλες βαρβαρικές επιδρομές. Πρωτεύουσά του ήταν η ομώνυμη πόλη. Ο έξαρχος έμενε στο παλιό αυτοκρατορικό παλάτι και, όταν πήγαινε στη Ρώμη, διέμενε στο Παλατίνο των Καισάρων. Είχε την ανώτατη εξουσία στην οικονομία, στη δικαιοσύνη, στον στρατό και στην πολιτική διοίκηση. Περιστοιχιζόταν από στρατιωτική και πολιτική αυλή και ρύθμιζε τα παρουσιαζόμενα ζητήματα με μεγάλη ανεξαρτησία από τον αυτοκράτορα. Οποιαδήποτε όμως απειθαρχία των εξάρχων προς τον αυτοκράτορα είχε ως συνέπεια την καθαίρεσή τους. Το 751 η Ραβένα καταλήφθηκε από τους Λομβαρδούς και το εξαρχάτο της διαλύθηκε. Το εξαρχάτο της Βόρειας Αφρικής απέβλεπε στην οργάνωση της άμυνας εναντίον τωνΒερβερίνων επιδρομέων. Πρωτεύουσά του ήταν η Καρχηδόνα. Από εκεί ξεκίνησε οΗράκλειος, που στέφτηκε αυτοκράτορας του Βυζαντίου το 610 μ.Χ. Το 697 οι Άραβεςκατόρθωσαν να γίνουν κύριοι της Καρχηδόνας. Την ανακατελαβαν οι Βυζαντινοι αλλα την ανεκτησαν παλι οι Αραβες το 710 μ.χ και την ισοπεδωσαν καταστρεφοντας την εντελως.
Οι Λομβαρδοί ήταν αρχαίος γερμανικός λαός επίσης γνωστός ωςΛογγοβάρδοι. Τον 1ο αι. μ.Χ. ζούσαν κοντά στον ποταμό Έλβα. Μετά από μακροχρόνια μετανάστευση βρέθηκαν στην Παννονία(Ουγγαρια) και στοΝορικό(Αυστρια), όπου ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός A' τους επέτρεψε να εγκατασταθούν το 548. Το 568, υπό την ηγεσία του Αλβοΐνου, εισέβαλαν στη βόρεια Ιταλία, όπου ίδρυσαν βασίλειο με πρωτεύουσα την Παβία. Κατόπιν, προχώρησαν στην κεντρική και νότια Ιταλία, εκτός από τηνΠεντάπολη, τις Παπικές Κτήσεις και τα νότια παράλια, που παρέμειναν βυζαντινά. Μετά το θάνατο του Αλβοΐνου (περ. 570) και την βραχύβια βασιλεία του Κλέφου, η χώρα χωρίστηκε σε 36 δουκάτα. Τα δουκάτα τουΣπολέτο και του Μπενεβέντο στη νότια Ιταλία ανεξαρτητοποιήθηκαν. Το 584 οι Λομβαρδοί ευγενείς εξέλεξαν βασιλιά τον Αυθάριο, γιο του Κλέφου. Ο βασιλιάςΛιουτπράνδος (712-744) ενίσχυσε το βασίλειο με νόμους ενώ κατέκτησε και πάλι το Σπολέτο και το Μπενεβέντο.
Ο Πάπας Στέφανος Β΄ ζήτησε βοήθεια από τον Φράγκο βασιλιά Πιπίνο τον Βραχύ. Οι Φράγκοι νίκησαν τους Λομβαρδούς. Ο Κάρολος ο Μέγας βοήθησε και πάλι τον πάπα, εισέβαλε στη Λομβαρδία και στέφθηκε βασιλιάς των Λομβαρδών στην Παβία το 774.
Το 717 μ.Χ. ανέβηκε στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης ο Λέων Γ' ο Ίσαυρος (717-741). Αυτός, αφού αντιμετώπισε την επίθεση των Αράβων στην Κωνσταντινούπολη (717-718) θέλησε να απλώσει το αυτοκρατορικό του χέρι στην εκκλησιαστική περιουσία. Ως συνεργούς του είχε την αριστοκρατία της Κωνσταντινούπολης, αλλά και τις μεγάλες γαιοκτητικές στρατιωτικές οικογένειες της Μ. Ασίας, όσους δηλ. τον είχαν βοηθήσει στην άνοδό του στην εξουσία και θα ωφελούνταν από την οικειοποίηση των θησαυρών και των κτημάτων των εκκλησιών. Η σθεναρή αντίσταση της Εκκλησίας, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Επισκόπων, μοναχών, αλλά και του απλού πιστού λαού, δεν επέτρεψαν την άμεση εφαρμογή των μέτρων. Γι' αυτό ο αυτοκράτορας και οι σύμβουλοί του συνέλαβαν ένα έμμεσο σχέδιο για τον διχασμό της Εκκλησίας και την ευκολότερη καθυπόταξή της. Το 726 μ.Χ. ο Λέοντας εξέδωσε διάταγμα, με το οποίο απαγόρευσε την προσκύνηση των ιερών εικόνων, διέταξε την άμεση αποκαθήλωσή τους από τους ναούς, την καταστροφή τους και επέβαλε ποινές σε όσους δεν υπάκουαν. Έτσι έριξε την αυτοκρατορία σε μια περιπέτεια, την αίρεση της Εικονομαχίας, για ενάμισι περίπου αιώνα, με συνέπειες σε όλα τα επίπεδα του δημόσιου και ιδιωτικού, πολιτικού και εκκλησιαστικού βίου. Οι συνεργοί του σ' αυτό το πολιτικό και εκκλησιαστικό ατόπημα (είπαμε ποιοι ήταν) ονομάζονται σήμερα μεταρρυθμιστές, ενώ τότε εικονομάχοι, και το έγκλημα μεταρρύθμιση. Οποιαδήποτε ομοιότητα με σημερινές καταστάσεις δεν είναι σύμπτωση. Οι συνέπειες της πολιτικής του δεν μπορούσαν ν' αφήσουν ανεπηρέαστη την Ιταλία, καθώς οι εκεί επαρχίες αποτελούσαν οργανικό κομμάτι της αυτοκρατορίας.
Την εποχή αυτή η Β. Ιταλία βρισκόταν στα χέρια των Λογγοβάρδων. Βασιλιάς τους ήταν ο Λιουτπράνδος (712-744), ο οποίος είχε ένα (ανέφικτο) όραμα, να ενώσει την Ιταλία, υπό το σκήπτρο του. Για να το πετύχει, όμως χρειαζόταν ηρεμία στα βόρεια σύνορά του με τους Βαυαρούς και τους Φράγκους. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής συνεργάστηκε με τον Κάρολο Μαρτέλο το 725 μ.Χ. σε μια κοινή εκστρατεία κατά των Βαυαρών, με αντάλλαγμα την ουδετερότητα του στα τεκταινόμενα στην Ιταλία και όχι εδαφικά οφέλη. Επίσης παντρεύτηκε την Βαυαρή πριγκίπισσα Γκουντρούδη, ενώ ο Κάρολος την αδελφή της Σουαναχίλδη, κι έτσι οι δυο τους έγιναν συγγενής εξ αγχιστείας. Μεταξύ των εδαφών του και των εδαφών του εξαρχάτου της Ραβέννας παρεμβάλλονταν δυο ημιαυτόνομα δουκάτα, του Σπολέτο και του Βενεβέντο, τα οποία αναγνώριζαν τον Λιουτπράνδο ως επικυρίαρχο. Το εξαρχάτο της Ραβέννας  ήταν αυτοκρατορικό έδαφος, στο οποίο, όμως ο Ιουστινιανός είχε επιτρέψει έναν βαθμό αυτοτέλειας, αυτοδιοίκησης, όπως και στο εξαρχάτο της Καρχηδόνας. Η επαρχία αυτή μπορούσε να αξιοποιεί τους δικούς της πόρους για την αντιμετώπιση των κινδύνων που την απειλούσαν. Η μόνη πραγματική επέμβαση της Κωνσταντινούπολης ήταν η αποστολή του Έξαρχου, ώστε η πολιτική του εξαρχάτου να βρίσκεται σε συμφωνία με την αυτοκρατορική πολιτική. Στον διοίκηση της Ραβέννας υπαγόταν ονομαστικά και η Εκκλησία της Ρώμης. Η άσκηση, λοιπόν ημι-αυτόνομης πολιτικής ήταν επιτρεπτή στην Ιταλία από την εποχή της απελευθέρωσής της από τον Ιουστινιανό και όχι φιλοδοξία των παπών του Η' αιώνα, όπως αρέσκονται να βλέπουν οι Φράγκοι. Η οικονομική πολιτική του Λέοντα για την Ιταλία είχε δύο σκέλη. Το πρώτο ήταν η απόδοση των φόρων του εξαρχάτου στην Κωνσταντινούπολη και το δεύτερο η εκκλησιαστική περιουσία του Πατριαρχείου της Ρώμης. Σύμφωνα με τον Duchense95 το Πατριαρχείο κατείχε πολύτιμη ιδιοκτησία στην Καλαβρία, Σικελία και άλλες επαρχίες, τις οποίες ο Λέων αργότερα αφαίρεσε από την δικαιοδοσία της Ρώμης και τις υπήγαγε στην δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης. Τα μέτρα αυτά προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση του λαού που προσέτρεξε σε βοήθεια του ποιμενάρχη του και όπως αναφέρει ο ίδιος καθηγητής θα είχαν αναδείξει νέο αυτοκράτορα αν δεν τους σταματούσε ο Γρηγόριος Β'. Εξ' αυτού του γεγονότος, υποστηρίζει, ότι «ήταν, παρ' όλα αυτά, ένας πιστός υπήκοος της αυτοκρατορίας, και, αν και οργάνωσε αντίσταση, ούτε για μια στιγμή δεν είχε ως πρόθεση να κάνει επανάσταση»96. Ακολούθησε το διάταγμα του Λέοντα το 726 μ.Χ. και η επιστολή του πάπα κατά της αιρετικής στάσης του αυτοκράτορα, όπως προείπαμε.
Η αναταραχή που προκλήθηκε στις ρωμαϊκές επαρχίες τις Ιταλίας από την πολιτική του Λέοντα επέτρεψε στον Λιουτπράνδο να επιτεθεί με επιτυχία στην Ραβέννα και να καταλάβει την Κλάσση, το λιμάνι της πόλης. Επίσης κατέλαβε τις πόλεις Feronianum, Mons Bellius, Buxeta, Persiceta, Bononia, και τις πόλεις της Αιμιλίας, τις λεγόμενες Πεντάπολη και Auximum. Την ίδια εποχή ο έξαρχος Παύλος δολοφονήθηκε από δυνάμεις που υποστήριζαν την πολιτική του πάπα, με τον οποίο είχαν συμμαχήσει και τα δουκάτα του Σπολέτο και του Βενεβέντο. Ο νέος, απεσταλμένος από την Κωνσταντινούπολη, έξαρχος Ευτύχιος, αμα τη αφίξει του στην Ραβέννα διέταξε την σύλληψη ή κατ' άλλους την δολοφονία του πάπα, αλλά η διαταγή του έπεσε στο κενό. Στην συνέχεια στράφηκε για βοήθεια στον Λιουτπράνδο. Αυτός βάδισε προς την Ρώμη, υπέταξε καθ' οδόν το δουκάτο του Σπολέτο και στρατοπέδευσε έξω από την «αιώνια πόλη». Ο Ρωμαίος ποντίφικας εξήλθε προς συνάντησή του και λέγεται ότι ο Λιουτπράνδος γονάτισε ενώπιον του αλταρίου του Αγίου Αποστόλου Πέτρου και κατέθεσε τα εμβλήματα και τα όπλα του. Σκοπός του ήταν να επέμβει διαμεσολαβητικά για την αποκατάσταση της εξαρχίας και της ειρήνης στην Ρώμη, όπερ και έπραξε. Με την μεσολάβησή του η πλευρά του πάπα δέχθηκε τον Ευτύχιο ως έξαρχο, και αυτός απέσυρε τις εντολές του για καταστροφή των ιερών εικόνων. Τώρα, ίσως φαίνεται παράξενο, ότι ο Λογγοβάρδος βασιλιάς μεσολαβεί για υποθέσεις της αυτοκρατορίας. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, ότι ο Λιουτπράνδος και ο λαός του την εποχή αυτή είναι ορθόδοξοι και τρέφουν μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπο του Επισκόπου Ρώμης. Βλέπουμε κάποιες φορές τον Λιουτπράνδο να αποδίδει ολόκληρες πόλεις στον πάπα, τις οποίες είχε πρόσφατα καταλάβει. Έπειτα η πολιτική του ήταν να εμφανίζεται ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων στην Ιταλία, όχι κάνοντας πάντα πόλεμο, αλλά και διαπραγματεύσεις. Και φυσικά το να επαναφέρει τα επαναστατημένα δουκάτα στην επικυριαρχία του ήταν θέμα γοήτρου. Στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να διαλύσει την συμμαχία αυτή, οποιαδήποτε στιγμή ήθελε.
Ο Γρηγόριος ο Β' πέθανε το 731 και ποτέ στην ποιμαντορία του δεν έδρασε ενάντια στα συμφέροντα της αυτοκρατορίας. Αντίθετα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να κρατήσει εν ζωή το εξαρχάτο. Διαβάζουμε από μια επιστολή του στον Δόγη (δούκα) Ούρσο της Βενετίας, ότι όταν οι Λογγοβάρδοι πάτησαν το πόδι τους στην Ραβέννα, και ο έξαρχος κατέφυγε εκεί (η Βενετία ήταν αυτοκρατορική πόλη), ο Γρηγόριος τον παρότρυνε να παραμείνει πιστός σ' αυτόν (τον έξαρχο) και να συνεργαστεί μαζί του, ώστε να επαναφέρουν την Ραβέννα στην κυριαρχία του αυτοκράτορα, κάτι που έγινε97. Επίσης εξαγόρασε την ελευθερία πόλεων, όπως το κάστρο Sutri στα περίχωρα της Ρώμης. Ο διάδοχός του Γρηγόριος Γ' (Σύριος στην καταγωγή) ανέβηκε στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης από την πλειοψηφία του λαού της πόλης. Αυτός συγκάλεσε σύνοδο την 1η Νοεμβρίου του 731 μ.Χ. στην οποία μετείχαν 93 επίσκοποι του Πατριαρχείου στην Ρώμη, μεταξύ τους και οι Αρχιεπίσκοποι Αντώνιος του Γκράντο και Ιωάννης της Ραβέννα. Στην σύνοδο αυτή αναθεμάτισαν τους εικονομάχους98. Σε απάντηση ο Λέοντας Γ' αφαίρεσε τις επαρχίες Σικελίας, Καλαβρίας και Βροτίου από το Πατριαρχείο Ρώμης, τις υπήγαγε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, του οποίου τον Πατριάρχη Γερμανό είχε αντικαταστήσει με τον δικό του Αναστάσιο, και στην συνέχεια καταλήστευσε τους θησαυρούς των εκκλησιών αυτών των επαρχιών.
Το 737 μ.Χ. ο Λιουτπράνδος ανανέωσε τις επιθέσεις του εναντίον των ρωμαϊκών επαρχιών. Για άλλη μια φορά οι δούκες του Σπολέτο και Βενεβέντο συμμάχησαν με την Ρώμη και το εξαρχάτο για να τον αντιμετωπίσουν. Το ιστορικό αυτής της συμμαχίας ξεκίνησε λίγο πριν, όταν ο Ρώμης εξαγόρασε το οχυρό Gallese από τον Θρασαμούνδο, δούκα του Σπολέτο, ενδιάμεσο σταθμό επικοινωνίας Ρώμης-Ραβέννας. Ο Λιουτπράνδος κατατρόπωσε τον Θρασαμούνδο και ο δεύτερος κατέφυγε στην προστασία του πάπα99. Ο Λιουτπράνδος απαίτησε την παράδοση του Σπολετάνου δούκα αλλά ο Γρηγόριος αρνήθηκε. Ο Λογγοβάρδος βασιλιάς επιτέθηκε και κατέλαβε τέσσερεις πόλεις στα περίχωρα της Ρώμης, τις Ameria, Horta, Polimartium και Blera. Την εποχή αυτή τοποθετούνται οι επιστολές του Γρηγορίου στον Κάρολο Μαρτέλο και τον καλούν σε βοήθεια. Ο Φράγκος ηγεμόνας απαξίωσε ν' απαντήσει. Ορισμένα εγχειρίδια ιστορίας της εποχής μιλούν για άρνηση του Καρόλου, αλλά αυτό δεν έχει διαπιστωθεί, καθώς δεν υπάρχουν πουθενά επιστολές με την απάντησή του. Ακόμα και στον Codex Carolinus, μοναδικό έγγραφο που περιέχει τις επιστολές του πάπα, απάντηση από τον Κάρολο δεν υπάρχει. Μέχρι το τέλος του 740 μ.Χ. οι ρωμαϊκές δυνάμεις κατάφεραν να διώξουν τους Λογγοβάρδους από την περιοχή τους και να απελευθερώσουν το δουκάτο του Σπολέτου. Αποκατέστησαν, μάλιστα, και τον Θρασαμούνδο στο πρότερο αξίωμά του ως δούκα. Δυστυχώς, αυτός δεν τήρησε την υπόσχεσή του και δεν απέδωσε τις τέσσερεις πόλεις στους Ρωμαίους. Ο Λιουτπράνδος με τη σειρά του συμμάχησε με το δουκάτο του Βενεβέντο, σε μια προσπάθεια να προσεταιριστεί τώρα ευκαιριακά και τους συμμάχους των Βενεβεντίνων, Ρωμαίους. Μέσα σ' αυτό το μπλέξιμο πέθανε ο πάπας Γρηγόριος Γ' τον Δεκέμβριο του 741 μ.Χ. Την ίδια χρονιά πέθαναν οι Λέοντας Γ' (18 Ιουνίου) και Κάρολος Μαρτέλος (22 Οκτωμβρίου). Στην θέση του Γρηγορίου ανέβηκε ο Ζαχαρίας Α'. Αυτός ήρθε σε συνεννόηση με τον Λιουτπράνδο και μαζί επιτέθηκαν στον Θρασαμούνδο. Ο τελευταίος παραδόθηκε χωρίς όρους. Το δουκάτο επανήλθε στην επικυριαρχία των Λογγοβάρδων, ενώ οι τέσσερεις πόλεις επιστράφηκαν στους Ρωμαίους. Τον επόμενο χρόνο ο Λιουτπράνδος επιτέθηκε στην Ραβέννα. Ο πάπας Ζαχαρίας άφησε την Ρώμη και κατευθύνθηκε στον Λιουτπράνδο. Μετά από επιτυχημένες συνομιλίες κατάφερε να τον πείσει να εγκαταλείψει την εκστρατεία. Οι ενέργειές του επισκόπου Ρώμης έσωσαν για άλλη μια φορά το εξαρχάτο, τις κτήσεις δηλαδή τις αυτοκρατορίας στην Ιταλία. Από την πλευρά της Φραγκίας, πέρα από τις Άλπεις, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Που, λοιπόν στηρίζονται οι θέσεις, όσων βλέπουν στα παραπάνω γεγονότα, επανάσταση των Παπών, κατά της Κωνσταντινούπολης και ανεξαρτητοποίησή τους; Πουθενά στην εξέλιξη των γεγονότων δεν μπορεί να διαπιστωθεί κάτι τέτοιο και η ύπαρξη των ίδιων των επιστολών αποτελεί μια παραφωνία. Η σιωπή του Καρόλου στην ευκαιρία που του δινόταν να αναμειχθεί στις ιταλικές υποθέσεις είναι ύποπτη, και βέβαια, το επιχείρημα της συγγένειας με τον Λιουτπράνδο αδύναμο. Ας μην ξεχνάμε, ότι οι Φράγκοι δεν είχαν ενδοιασμούς να σφάξουν τα ίδια τους τα αδέλφια, προκειμένου να επεκτείνουν την εξουσία τους σε λίγα villae παραπάνω. Από πολιτικής πλευράς η μη ανάμειξή του ήταν λάθος. Δεν ήταν απαραίτητο να εκστρατεύσει εναντίον του Λιουτπράνδου. Κάποιες συνομιλίες, κάποια  διπλωματική αποστολή θα ήταν αρκετή, για να μην πούμε απαραίτητη, διότι η ύπαρξη ενός αιρετικού αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη και ενός ορθόδοξου βασιλιά στην Ιταλία θα μπορούσε να φέρει σε μειονεκτική θέση τον πιο απομακρυσμένο Φράγκο (όπως είχε γίνει και με τους Βουργουνδούς). Αυτές ήταν κινήσεις που έπρεπε να γίνουν, όπως και έγιναν από τους διαδόχους του Κάρολου Μαρτέλου σε μεταγενέστερο χρόνο και υπό άλλες συνθήκες, αν ο πάπας είχε καλέσει σε βοήθεια.
Πηγη: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Εξαρχάτο
http://www.impantokratoros.gr/A8E59C7A.el.aspx
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λομβαρδοί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου