Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Κλέφτες και Αρματολοί - Η ελληνική αντίσταση στην τουρκοκρατία

Η τουρκική κατάκτηση δημιούργησε τις συνθήκες για την ανάπτυξη ενός ρεύματος, που οδηγούσε τους κατοίκους από τις πεδινές περιοχές προς τους ορεινούς όγκους. Μπροστά στην απειλή της σφαγής ή της αιχμαλωσίας οι πληθυσμοί πεδινών οικισμών έπαιρναν τον δρόμο που οδηγούσε μακριά από την ταπείνωση και τον εξευτελισμό. Για την επιλογή των τόπων της νέας εγκαταστάσεως βασική προϋπόθεση ήταν η εξασφάλιση όρων μιας ελεύθερης διαβιώσεως, απαλλαγμένης από την καταπίεση της τουρκικής εξουσίας, από τον κίνδυνο του εξανδραποδισμού και από τις καταστροφές που δημιουργούσαν άτακτα στρατιωτικά στίφη ή τακτικός στρατός που μετακινιόταν για πολεμικές επιχειρήσεις από τόπο σε τόπο. Αρκεί να επισκεφθεί κανείς και σήμερα ορισμένα χωριά της Ελλάδας για να διαπιστώσει ότι την απομόνωση ζητούσαν οι πληθυσμοί που κατέφευγαν εκεί προσπαθώντας να γλιτώσουν από τις συνέπειες της γειτνιάσεως με τουρκικούς στρατιωτικούς ή διοικητικούς σταθμούς. Στους οικισμούς αυτούς διαμορφώθηκε μια ζωή καινούρια, που την πορεία της ρύθμισε όχι μόνο ο άνθρωπος αλλά και η φύση. Οι φυγάδες ήξεραν ότι, στην πρώτη περίοδο τουλάχιστον, θα αντιμετώπιζαν οξύτατο το πρόβλημα της τροφής. Το χώμα για την καλλιέργεια ήταν λιγοστό, το νερό συχνά σπάνιο, οι καιρικές συνθήκες τον χειμώνα δυσμενείς, ώστε να συντελούν σε μια πολυήμερη και πολύμηνη κάποτε απομόνωση από τον κόσμο του κάμπου. Για την επιβίωση χρειαζόταν σκληρός αγώνας, που είχε ως συνέπεια τόσο την ανάπτυξη σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων όσο και τη δημιουργία μιας νοοτροπίας και μιας ψυχοσυνθέσεως διαφορετικής. Μέσα στα πλαίσια της καινούριας ζωής οι οικογένειες και τα άτομα ξαναγύριζαν στις αρχέγονες πηγές ζωής, στην κτηνοτροφία και στη γεωργία. Στις ανώμαλες όμως περιστάσεις - όπως ήταν η πρώτη περίοδος της τούρκικης κατακτήσεως - στους ορεινούς πληθυσμούς δημιουργείται και η ψυχοσύνθεση του αντάρτη, του ανυπότακτου, που αρνείται να συμβιβαστεί με την εξουσία και καταφεύγει, και για την ηθική του ικανοποίηση, και για την επιβίωσή του, στην αρπαγή, μοναδικό τις περισσότερες φορές μέσο για τη συντήρησή του. Από τους οικισμούς αυτούς προήλθαν σε μεγάλο ποσοστό οι κλέφτες, που με το πέρασμα των χρόνων, κυρίως στον 18ο αι., απετέλεσαν την έκφραση ενός έντονου φιλελευθερισμού και απλώθηκαν σε όλο τον ελληνικό χώρο, από την Μακεδονία ως την Πελοπόννησο. Για να φθάσει όμως ο κλέφτης να γίνει ο θρυλικός αγωνιστής της ελευθερίας, όπως μας τον παρουσιάζουν τα δημοτικά μας τραγούδια και η παράδοση, χρειάσθηκε να περάσουν τρεις περίπου αιώνες μετά την Άλωση. Είναι άλλωστε παραδεκτό ότι οι κλέφτες στους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας δεν είχαν συνείδηση ότι αγωνίζονται για την ελευθερία του συνόλου. Οι αγώνες τους, οι ατομικές τους επιτεύξεις και επιδιώξεις περιορίζονταν σε μια στενή εδαφικά περιοχή, σε μια μικρή ομάδα, τα συμφέροντα της οποίας υπεράσπιζαν. Πολύ αργότερα, δύο ή τρεις γενεές πριν από την επανάσταση του 1821, οι κλέφτες θα γίνουν οι πυρήνες των στρατιωτικών σωμάτων αντιστάσεως εναντίον των τουρκικών αυθαιρεσιών. Η τούρκικη εξουσία θα οργανώσει τότε στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον τους ή θα αναγκασθεί να λάβει άλλα μέτρα στις περιοχές που άκμαζε η κλεφτουριά, με σκοπό να τους δελεάσει ή να τους εξουδετερώσει. Κάθε ομάδα κλεφτών αριθμούσε γύρω στα 50 παλικάρια, χωρίς να αποκλείεται και μεγαλύτερος αριθμός. Άγραφοι νόμοι και συνήθειες σφυρηλατημένες στον χρόνο ρύθμιζαν τις σχέσεις των κλεφτών μεταξύ τους και με τον καπετάνιο, τον μόνο που μπορούσε να κρίνει και να αποφασίζει για ό,τι αφορούσε την ομάδα του και τα παλικάρια του. Το αξίωμά του ο καπετάνιος το χρωστούσε αποκλειστικά στις ικανότητές του, πράγμα που τον ανέβαζε στη συνείδηση των κλεφτών. Η τακτική της ενέδρας και του αιφνιδιασμού ήταν η μόνη που γνώριζαν οι κλέφτες στις συγκρούσεις τους με τους Τούρκους. Αυτή η τακτική, που τόσο αποτελεσματική υπήρξε και κατά την επανάσταση του 1821, αλλά και σε μεταγενέστερα απελευθερωτικά κινήματα στον ελληνικό χώρο και αλλού, ο κλεφτοπόλεμος, ευνοήθηκε από την ορεινή διαμόρφωση του εδάφους. Βασικό στοιχείο του κλεφτοπολέμου ήταν το γιουρούσι,που η επιτυχία του ήταν πάντα εξαρτημένη από την αποφασιστικότητα, τον ενθουσιασμό και την ταχύτητα των ενεργειών. Στο γιουρούσι, εκτός από την ομαδική προσπάθεια, σημασία είχε περισσότερο η προσωπική ικανότητα και πρωτοβουλία. Ο κλέφτης έπρεπε να κινηθεί μέσα στα πλαίσια που είχαν αποφασισθεί πριν από την έναρξη της επιχειρήσεως, μπορούσε όμως και να αντιμετωπίσει χωρίς περιορισμούς τακτικής τον αντίπαλο, αν αυτό φαινόταν αποτελεσματικότερο. Στις επιθέσεις που έκαναν οι τούρκοι εναντίον των κλεφτών η τακτική της άμυνας στηριζόταν στα ταμπούρια, που ήταν τις πιο πολλές φορές φυσικά οχυρώματα. Τα τεχνικά οχυρώματα κατασκευάζονταν μόνο όταν οι συνθήκες του εδάφους-το απαιτούσαν, πράγμα όμως σπάνιο για τα ελληνικά βουνά. Πλούσιες είναι οι πληροφορίες που συγκέντρωσε ο Faurie για την καθημερινή ζωή των κλεφτών στα λημέρια και για την πολεμική άσκησή τους, που τους προετοίμαζε για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του εχθρού. Η σκοποβολή και η λιθοβολία, το πήδημα και το τρέξιμο - αγαπητή ενασχόληση των κλεφτών στις πλαγιές των βουνών - συνδυασμένα με τις κακουχίες και τις σωματικές ταλαιπωρίες έδωσαν στους κλέφτες τα εφόδια για τον αγώνα του 1821. Το «σύστημα των Κλεπτών», που ήταν κατά τον Ι. Φιλήμονα «το πρότυπον πολεμικόν σχολείον της μελλούσης μεταβολής, σχηματίζον την πρώτην στρατιωτικήν δύναμιν της Ελλάδος», ξεκίνησε, όπως είδαμε, από ομάδες, που ο τρόπος της δράσεώς τους θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ληστρικός. Η μεταμόρφωση όμως που πραγματοποιήθηκε κάτω από την επίδραση πολλών παραγόντων, και κυρίως των πολεμικών γεγονότων που διαδραματίσθηκαν στις ελληνικές χώρες κατά τον 18ο αιώνα, ήταν τόση και τέτοια, ώστε να θεωρείται η κλεφτουριά, μαζί με το αρματολίκι, για το οποίο αμέσως θα γίνει λόγος, οι πυρήνες και οι βάσεις για την παρασκευαζόμενη εξέγερση, που θα στηριζόταν στους «σταυραϊτούς του Ολύμπου» και «ξεφτέρια των Αγράφων», όπως είχε ονομάσει τους κλεφταρματολούς ο Ρήγας.
Παράλληλος προς τον θεσμό των κλεφτών, αλλά δημιούργημα άλλων παραγόντων, υπήρξε ο θεσμός των αρματολών, που οι αρχές του χάνονται επίσης στα πρώτα χρόνια της εμφανίσεως των Οθωμανών. Η λέξη αρματολός, που τόση διάδοση είχε στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, δεν συναντιέται σε ελληνικά κείμενα ως τον 17ο αι. Αντίθετα, σε πολύ παλαιά τούρκικα κείμενα βρίσκουμε τον όρο martolos, martoloz, και σε βενετικά χρονικά και έγγραφα του 16ου αι., έχουμε συχνή μνεία των martolosi, που σημαίνουν ακριβώς τους αρματολούς. Στην πρώιμη χρήση της, όπως προκύπτει από τα τούρκικα κείμενα, η λέξη σημαίνει τον ένοπλο, τον φρουρό του κάστρου, όπως επίσης και τον πειρατή, όχι μόνο των θαλασσών, αλλά και των ποταμών, και ιδιαίτερα του Δουνάβεως. Η συστηματική οργάνωση του θεσμού και η εφαρμογή του στην Ευρώπη τοποθετείται στα χρόνια του σουλτάνου Μουρατ Β' (1421 - 1451), όταν ακριβώς, ιδρύεται και το πρώτο αρματολίκι στην Ελλάδα, στην περιοχή των θεσσαλικών Άγράφων, λίγες δεκαετίες μετά την υποταγή της Θεσσαλίας στους Τούρκους. Τα Άγραφα βρίσκονταν σε σημείο καίριο για την ασφάλεια των προωθημένων τουρκικών δυνάμεων, που φυσικό ήταν να επιδιώκουν κατά τις πρώτες τους επιχειρήσεις τη δημιουργία συνθηκών ευνοϊκών για την παραπέρα πραγματοποίηση των σχεδίων τους. Καθώς η γεωγραφική διαμόρφωση του τόπου ευνοούσε τη δημιουργία νησίδων αντιστάσεως ή ορμητηρίων για τυχόν παρενοχλητικές επιχειρήσεις εκ μέρους των παλαιών κυρίων του τόπου, η επιτήρηση των περασμάτων και των επικίνδυνων σημείων ήταν απαραίτητη. Σ' αυτή τη φύλαξη των περασμάτων και των κλεισούρων ο Μουράτ είναι πολύ πιθανό ότι δεν χρησιμοποίησε Έλληνες, αλλά Τούρκους παλαίμαχους πολεμιστές, που είχαν κουρασθεί από τις μακρόχρονες πολεμικές συγκρούσεις, αλλά ήταν σε θέση να αναλάβουν αυτού του είδους τις βοηθητικές υπηρεσίες. Από την εποχή αυτή και πέρα διαμορφώνεται όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες της Βαλκανικής, ο αρματολισμός, θα χρειασθεί όμως να περάσει από διάφορες φάσεις για να φθάσει στη μορφή που έχει στο τέλος του 18ου αι. Αρματολοί αναφέρονται αρχικά ως επικουρικά στρατεύματα των Τούρκων - τα οποία αυτοί σχημάτιζαν από ντόπιους, στις χώρες που κατακτούσαν, και τα χρησιμοποιούσαν στις εκστρατείες τους. Τα μέλη των σωμάτων αυτών κατά τον 15ο αι. απαλλάσσονταν από τους συνηθισμένους φόρους που πλήρωναν οι υπόδουλοι και λάμβαναν μισθό για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν. Στα μέσα του 15ου αι. μνημονεύονται χριστιανοί αρματολοί στο σαντζάκι των Σκοπίων. Το 1492 αναφέρονται πάνω από 500 αρματολοί ως φρουρές στα σύνορα προς το Βελιγράδι. Κατά την ίδια περίοδο αναφέρονται αρματολοί να υπηρετούν σε φρούρια των δαλματικών συνόρων και να ενοχλούν σοβαρά τους Βενετούς. Τον Σεπτέμβριο του 1503, αρματολοί χρησιμοποιήθηκαν στην επίθεση κατά της πόλεως Σπαλάτο (Split). Επί Σουλεϊμάν Α' (1520 - 1566) αρματολοί εκτελούσαν υπηρεσία και στη μεθόριο και στο εσωτερικό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στα χρόνια του Σουλεϊμάν Α' του Μεγαλοπρεπούς (1520 - 1566) ιδρύεται στην Ελλάδα μια αλυσίδα από αρματολίκια, πού, όπως είδαμε, είναι προέκταση των αρματολικιών της βόρειας Βαλκανικής. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, στηριγμένοι σε μιαν αμάρτυρη πληροφορία (του Αραβαντινού), ξέραμε ονομαστικά 15 αρματολίκια, που απλώνονταν κατά την εποχή αυτή στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στην Αιτωλοακαρνανία και στη Θεσσαλία, και συγκεκριμένα: στη Μακεδονία, δυτικά του Άξιου, τα αρματολίκια της Βέροιας, των Σερβίων, της Ελάσσονος, των Γρεβενών και της Μηλιάς- στην Ήπειρο και Αιτωλοακαρνανία τα αρματολίκια των Τζουμέρκων, του Μαλακασίου, του Ξερόμερου, του Λιδορικίου και του Βενέτικου, στη Θεσσαλία τα αρματολίκια του Ολύμπου, των Αγράφων των Χασίων, του Μαυροβουνίου και του Πατρατζικίου. Ό κατάλογος αυτός των αρματολικιών, που όπως είπαμε είναι αμάρτυρος και δημοσιεύθηκε τον περασμένο αιώνα, επιβεβαιώνεται στο μεγαλύτερο μέρος του από τουρκικά έγγραφα, που ανήκουν στο β' ήμισυ του 16ου αι. Στα έγγραφα αυτά αναφέρονται τα αρματολίκια των Ιωαννίνων, της Άρτας (Τζουμέρκων), των Αγράφων, των Σερβίων, των Γρεβενών, της Ελασσόνας, του Δομενίκου, των Τρικάλων, της Ανασελίτσας, του Κάρλελι, του Πατρατζικίου. Βορειότερα μνημονεύονται αρματολίκια στο Βελιγράδι, στο Σμενδέροβο, στο Δέλβινο, στην Κορυτσά, στο Ελμπασάν, στην Αυλώνα, στα Σκόπια και μερικά ακόμη, που οι τούρκικες ονομασίες, με τις οποίες αναφέρονται, κάνει εξαιρετικά δύσκολη την ταύτισή τους. Αντίθετα, στην Πελοπόννησο δεν αναφέρεται ούτε ένα αρματολίκι, παρά το γεγονός ότι και εδώ η μορφολογία του εδάφους θα ευνοούσε την ίδρυση τους. Οι αρματολοί βαθμιαία εντάσσονται στο ισχυρό ρεύμα που οδηγεί προς τον αγώνα για την ελευθερία. Έτσι λίγα χρόνια πριν από τα Ορλωφικά, το 1765, πολλοί καπετάνιοι, παλαιοί αρματολοί, προσπαθούν να εξεγείρουν τους κατοίκους της περιοχής της Λάρισας εναντίον των διορισμένων από τις τουρκικές αρχές δερβεναγάδων. Και αν αύτη η προσπάθεια δεν είναι γνήσια απελευθερωτική, λίγα χρόνια αργότερα, μόλις αρχίζει να συνταράζεται ο τόπος από το κίνημα των Ορλώφ, οι αρματολοί της Ρούμελης, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, μαζί με τους κλέφτες, θα πρωτοστατήσουν, καθώς και αργότερα στο κίνημα του Κατσώνη. Τα αρματολίκια, στην τελευταία περίοδο της τουρκοκρατίας, μαζί με τα λημέρια των κλεφτών είναι οι εστίες που πυρακτώνουν το εθνικό φρόνημα. Σ' αυτά τα αρματολίκια και τα λημέρια στήριζε τις ελπίδες του για την εξέγερση ο Ρήγας Βελεστινλής, που στον «Ύμνο Πατριωτικό της Ελλάδος και όλης της Γραικίας» αναφέρει ονομαστικά τριάντα περίπου κλεφταρματολούς, σαν παράδειγμα που πρέπει να μιμηθούν όλοι οι Έλληνες.
Πηγή: http://www.egolpion.com/113FBFFB.el.aspx

Η μάχη του Κριμησου Σικελιας 341 π.χ. : Οι Έλληνες συντρίβουν τους Καρχηδονιους

Η μάχη του Κρίμησου έγινε αρχές καλοκαιριού (τέλη Θαργηλιώνος) του 341 π.Χ. μεταξύ Καρχηδονίων και Ελλήνων τουΤιμολέοντα στις όχθες του ομώνυμου ποταμού της δυτικής Σικελίας. Ήταν η μεγαλύτερη σύγκρουση μεταξύ των δύο "αιώνιων" αντιπάλων από την Μάχη της Ιμέρας. Αν και οι Έλληνες ήταν συντριπτικά λιγότεροι των πολεμίων τους, κέρδισαν μια περιφανή νίκη που συνέπεια είχε την διατήρηση της ελληνικής παρουσίας στη Σικελία.  Κατά την αρχαιότητα, η Σικελία αποτέλεσε πεδίο σφοδρής αντιπαράθεσης μεταξύ Καρχηδονίων και Ελλήνων. Ούσα μεγάλη, πλούσια και κοντά στις βορειοαφρικανικές ακτές, η νήσος αποτελούσε άμεσο στόχο της εξωτερικής πολιτικής των Καρχηδονίων, αλλά οι επιδιώξεις τους προσέκρουαν στην έντονη και πολυπληθή ελληνική παρουσία. Όσο το ελληνικό στοιχείο εκυβερνάτο από ισχυρές προσωπικότητες, όπως ο Γέλων και ο Διονύσιος ο Πρεσβύτερος, οι Καρχηδόνιοι περιορίζονταν στο βορειοδυτικό άκρο της Σικελίας, όπου βρίσκονταν και οι περισσότερες φοινικικές αποικίες. Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. όμως, στη Σικελία ανθούσαν οι τυραννίες, με αποτέλεσμα συνεχείς συγκρούσεις να μαίνονται είτε μεταξύ των πόλεων είτε μεταξύ αντιθέτων παρατάξεων στο εσωτερικό των πόλεων. Επίσης, η ύπαιθρος βρισκόταν στο έλεος ομάδων μισθοφόρων που είχαν έρθει αρχικά κατόπιν πρόσκλησης κάποιου τυράννου, έπειτα όμως εκμεταλλευόμενοι την αστάθεια της περιοχής, δρούσαν ανεξάρτητα προς ίδιον όφελος. Οι Καρχηδόνιοι, λοιπόν, προσπάθησαν ξανά να επιβληθούν στην ευάλωτη πλέον νήσο, συνάπτοντας ευκαιριακές συμμαχίες με τυράννους, καθώς η κατάληψη ολόκληρης της Σικελίας φαινόταν εφικτή. Η έλευση όμως του Τιμολέοντα το 344 π.Χ. ανέτρεψε άρδην την κατάσταση. Μέσα σε έναν χρόνο και με ελάχιστες δυνάμεις ελευθέρωσε τις Συρακούσες τόσο από την τυραννία του Διονυσίου Β' όσο και από την επιβουλή του Ικέτα, τυράννου των Λεοντίνων και συμμάχου των Καρχηδονίων. Οι εξελίξεις αυτές δεν πτόησαν τους Καρχηδονίους. Άλλωστε ο Τιμολέων, παρά τις επιτυχίες του, διέθετε δραματικά ολιγάριθμες δυνάμεις σε σχέση με τα στρατεύματα που μπορούσε να κινητοποιήσει η φοινικική πολιτεία. Πράγματι, οι δυνάμεις που απέστειλαν οι Καρχηδόνιοι στην Σικελία ήταν τεράστιες: 70.000 στρατιώτες (Κέλτες, Ίβηρες, Λιβύοι κ. ά. μισθοφόροι εκ των οποίων 10.000 Καρχηδόνιοι πολίτες), 10.000 άλογα για το ιππικό και τα πολεμικά άρματα και αρκετές πολεμικές μηχανές. Όλα αυτά χρειαζόταν 200 πολεμικά πλοία και 1000 μεταγωγικά για να διεκπεραιωθούν στην Σικελία. Η παρουσία του Ιερού Λόχου των Καρχηδονίων, δύναμης 2.500 ανδρών δείχνει την σπουδαιότητα που απέδιδε η Καρχηδόνα στην εκστρατεία αυτή. Επικεφαλής της εκστρατευτικής δύναμης ψηφίστηκαν οι στρατηγοί Ασδρούβας και Αμίλκας, καθώς ο προηγούμενος διοικητής που είχε συμμαχήσει με τον Ικέτα, γύρισε άπραγος στην Καρχηδόνα, όπου και θανατώθηκε. Από την άλλη, ο Τιμολέων διέθετε 12.000 άνδρες κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη ή 6.000 κατά τον Πλούταρχο, μεταξύ των οποίων μόνον 3.000 Συρακούσιοι. Η λιποψυχία, που έσπειραν τα νέα για την τεράστια εκστρατεία των Καρχηδονίων, εμπόδισε την στρατολόγιση περισσότερων. Δεν δίστασε όμως να βαδίσει κατά των Καρχηδονίων για να προστατέψει τις συμμαχικές περιοχές και να μεταφέρει τον πόλεμο στην καρχηδονιακή επικράτεια. Ωστόσο κατά την διάρκεια της πορείας οι μισθοφόροι του, υπό την παρότρυνση κάποιου Θράσιου που εκμεταλλεύτηκε τον φόβο τους για το μέγεθος του καρχηδονιακού στρατού, στασίασαν. Αν και τελικά ο Τιμολέων κατάφερε με πολύ κόπο να κατευνάσει τα πνεύματα , 1.000 μισθοφόροι υπό τον Θράσιο αποχώρησαν με πρόσχημα την μη καταβολή των μισθών. Οι Καρχηδόνιοι εν τω μεταξύ είχαν στρατοπεδεύσει στον Κρίμησο ποταμό και ο Τιμολέων με τους υπόλοιπους μισθοφόρους του έσπευσε να τους συναντήσει πριν περάσουν τον ποταμό. Η ελληνική δύναμη έφτασε, με σύντομες πορείες, στον Κρίμησο και ανέβηκε σ’ έναν λόφο για να κατοπτεύσει την περιοχή. Η πρωινή ομίχλη, όμως, δεν επέτρεπε την θέαση της αντίπερα όχθης. Τότε εμφανίστηκαν κάποιοι οιωνοί που προκάλεσαν ανησυχία στο στράτευμα. Εθεάθησαν ημίονοι φορτωμένοι με πετροσέλινο το οποίο χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες στα ταφικά έθιμα. Οι δεισιδαίμονες μισθοφόροι ερμήνευσαν το γεγονός αυτό ως προοίμιο της επερχόμενης καταστροφής τους, αλλά ο Τιμολέων τους θύμισε ότι από το φυτό αυτό οι Κορίνθιοι στεφάνωναν τους συμπατριώτες τους νικητές των Ισθμίων. Μάλιστα, έφτιαξε ένα στεφάνι από πετροσέλινο και το φόρεσε παροτρύνοντας τους στρατιώτες του να κάνουν το ίδιο. Ακολούθως, δύο αετοί φάνηκαν στον αέρα, ο ένας κρατώντας ένα φίδι στα πόδια του και ο άλλος πετώντας ψηλά και κράζοντας δυνατά. Οι μάντεις ερμήνευσαν ευνοϊκά και αυτόν τον οιωνό με αποτέλεσμα οι Έλληνες να αναθαρρήσουν και να αναμένουν τα εχθρικά στρατεύματα στεφανωμένοι. Όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά και διαλύθηκε η ομίχλη, φάνηκε στην απέναντι όχθη ο πολυπληθής καρχηδονιακός στρατός που προσπαθούσε να διαβεί τον ποταμό. Τα πολεμικά άρματα είχαν ήδη περάσει την κοίτη, ακολουθούσαν οι 10.000 «λευκάσπιδες» Καρχηδόνιοι οπλίτες (συμπεριλαμβανομένου και του Ιερού Λόχου) και έπειτα οι «βάρβαροι» μισθοφόροι. Ο Τιμολέων έστειλε αρχικά το ιππικό του (1.000 άνδρες) υπό τον Δημάρετο για να παρεμποδίσει την ανασύνταξη της αντίπαλης εμπροσθοφυλακής που είχε διεκπεραιωθεί. Τα πολεμικά άρματα όμως εμπόδισαν την αποτελεσματική δράση του ιππικού και οι Καρχηδόνιοι συνέχιζαν να διασχίζουν τον ποταμό. Έτσι ο Κορίνθιος στρατηγός έριξε στην μάχη και το πεζικό του. Οι Σικελιώτες και οι περισσότεροι μισθοφόροι τοποθετήθηκαν στα δύο κέρατα της ελληνικής παράταξης, ενώ ο ίδιος επικεφαλής των επίλεκτων μισθοφόρων του και των Συρακουσίων κατέλαβε το κέντρο. Το πεζικό επέπεσε κατά μέτωπο στην καρχηδονιακή φάλαγγα των «λευκάσπιδων» με το ιππικό να την προσβάλει πλαγίως. Αρχικά οι Καρχηδόνιοι πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση χάρη στον βαρύτερο οπλισμό τους και απέκρουσαν την επίθεση. Τότε ο Τιμολέων διέταξε τους στρατιώτες του να αφήσουν τα δόρατα και να σύρουν τα σπαθιά τους. Οι Έλληνες, πιο έμπειροι και επιδέξιοι στην χρήση του ξίφους, άρχισαν σταθερά να υπερτερούν των Καρχηδονίων, παρά την γενναιότητα και το θάρρος που επέδειξαν οι τελευταίοι. Εκείνη τη στιγμή, ξέσπασε μια καλοκαιρινή καταιγίδα με χαλάζι, η οποία έπληττε τους Έλληνες στην πλάτη, ενώ τους Καρχηδονίους κατά πρόσωπο. Οι τελευταίοι, βαλλόμενοι μετωπικά από τους εχθρούς τους, παγιδευμένοι στον φουσκωμένο Κρίμησο και στο λασπωμένο έδαφος και με τις βαριές πανοπλίες να δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο τις κινήσεις τους, κατέρρευσαν και υποχώρησαν άτακτα προς την απέναντι όχθη. Αρκετοί έχασαν τη ζωή τους καταδιωκόμενοι από τους άνδρες του Τιμολέοντα, αλλά δεν ήταν λίγοι και αυτοί που παρασύρθηκαν από το δυνατό ρεύμα και πνίγηκαν στον ποταμό. Οι απώλειες της καρχηδονιακής παράταξης ήταν μεγάλες: 10.000 νεκροί, αρκετοί ακόμη πνίγηκαν στον Κρίμησο, και 15.000 αιχμάλωτοι κατά τον Πλούταρχο. 3.000 Καρχηδόνιοι πολίτες, μεταξύ των οποίων και το σύνολο σχεδόν του Ιερού Λόχου, συμπεριλαμβάνονταν στους νεκρούς. Από τα πολεμοφόδια, 200 άρματα και πολλές μηχανές καταστράφηκαν. Για τις απώλειες των Ελλήνων δεν έχουμε στοιχεία. Δεν πρέπει πάντως να ήταν μεγάλες, αφού αλλιώς δεν θα μπορούσαν να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τούς 15.000 αιχμαλώτους. Τα λάφυρα που αποκόμισαν οι Έλληνες ήταν ανεκτίμητης αξίας: 10.000 ασπίδες, και χίλιοι βαρύτιμοι θώρακες, ενώ μετά την κατάληψη του αντίπαλου στρατοπέδου που βρισκόταν στην απέναντι όχθη, περιήλθαν στην κατοχή τους και οι πλουσιώτατες σε χρυσό και άργυρο αποσκευές. Μεγάλο μέρος των λαφύρων στάλθηκε ως αναθήματα σε ναούς της Σικελίας και της Ελλάδας. Τα ωραιότερα, όμως, κόσμησαν τους ναούς της Κορίνθου, ώστε σε μια εποχή που η μητροπολιτική Ελλάδα σπαρασσόταν ξανά από σφοδρές εμφύλιες διενέξεις, μόνον η Κόρινθος να καυχιέται ότι φέρει αναθήματα-τρόπαια από μάχες εναντίον βαρβάρων. Η σημασία της μάχης στον Κρίμησο ποταμό ήταν καίρια για την συνέχεια της ελληνικής παρουσίας στην Σικελία. Μαζί με την μάχη της Ιμέρας αποτελούν τις μεγαλύτερες συγκρούσεις των Σικελιωτών Ελλήνων με τους Καρχηδόνιους. Ωστόσο, τα αποτελέσματα της περιφανούς νίκης του Τιμολέοντα δεν φάνηκαν αμέσως. Τον επόμενο χρόνο οι Καρχηδόνιοι ξαναέστειλαν έναν μεγάλο στόλο στη Σικελία και συνέπραξαν με τους ισχυρότερους Έλληνες τυράννους της νήσου. Μια νέα συντριπτική νίκη του Τιμολέντα (στις όχθες κάποιου άλλου ποταμού) ήταν αυτή που τελικώς οδήγησε την Καρχηδόνα σε διαπραγματεύσεις. Η αντίστροφη μέτρηση όμως, είχε αρχίσει από την μάχη του Κριμήσου. Τότε φάνηκε καθαρά ότι ο Τιμολέων δεν ήταν απλώς ένας ακόμα από τους πολλούς μισθοφόρους στρατιωτικούς που είχαν επισκεφτεί την Σικελία για να λύσουν το βιοποριστικό τους πρόβλημα ή να ικανοποιήσουν την φιλαργυρία τους. Κέρδισε την αμέριστη συμπαράσταση των Σικελιωτών (αλλά και των γηγενών Σικελών), που μετά την αποχώρηση των Καρχηδονίων στράφηκαν εναντίον των τυράννων τους, διευκολύνοντας σημαντικά το έργο του Κορινθίου ηγέτη. Η παράταση του πολέμου έγινε οικονομικά ασύμφορη για την Καρχηδόνα, ενώ ο δυσβάστακτος φόρος αίματος (ο μεγαλύτερος μέχρι εκείνη την στιγμή) που είχαν πληρώσει οι πολίτες της, οδήγησε σε ηττοπάθεια. Με άλλα λόγια, ο χαμός του άνθους των πολιτών της, έκανε την πάντοτε επίμονη φοινικική πολιτεία να παραιτηθεί λίγο αργότερα από τον αγώνα, προτείνοντας ευνοϊκούς για τους Έλληνες όρους.
Πηγή: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μάχη_του_Κρίμησου

Η προϊστορική Ελλάδα την περίοδο των Παγετώνων

Κατά το Πλειστόκαινο η εξάπλωση των παγετώνων στο βόρειο ημισφαίριο ήταν πολύ μεγαλύτερη της σημερινής. Κατά διαστήματα ο πάγος κάλυπτε τεράστιες εκτάσεις (περίπου 46 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα). Τα παγετώδη καλύμματα στην Ευρώπη επεκτάθηκαν μέχρι τον 50ο παράλληλο. ενώ στην Β. Αμερική & Καναδά μέχρι τον 40ο. Η επίδραση του ψυχρού κλίματος είχε σαν αποτέλεσμα να κατέβει σημαντικά το όριο του αιώνιου χιονιού (κατά 1.500 m περίπου). Δεν έχει ακόμα επιτευχθεί συμφωνία στον αριθμό των παγετωδών περιόδων, όμως, τέσσερις ή πέντε γίνονται γενικά δεκτές. Από την παλαιότερη στη νεότερη είναι η Donau, η Gunz, η Mindel, η Riss και η πιο πρόσφατη η Wurm. Κάθε μια από αυτές τις παγετώδεις περιόδους είναι πιθανόν να αποτελείτο από τρεις ή τέσσερις ξεχωριστές ψυχρές φάσεις με ηπιότερης θερμοκρασίας ενδιάμεσα στάδια. Οι μεσοπαγετώδεις περίοδοι ήταν κατά πάσα πιθανότητα μεγαλύτερης διάρκειας από τις παγετώδεις. Η τελευταία παγετώδης περίοδος ήταν μικρότερη σε έκταση και εξάπλωση. Παρ’ όλα αυτά σε παγκόσμια κλίμακα οι διαφορές στην εξάπλωση των παγετώνων, κατά τη διάρκεια του χρόνου, είναι μικρής σημασίας και οφείλει να σημειωθεί ότι πολλοί παγετώνες καλύπτουν τις ίδιες περιοχές.  Η κλιματολογία του Πλειστοκαίνου είναι ακόμα σε θεωρητικό στάδιο και ανεπαρκώς κατανοητή. Οι γνώμες για τις πιθανές κλιματικές συνθήκες σε διάφορα στάδια, διχάζονται. Από ένα σημείο κι έπειτα δεν είναι ασφαλές να γίνονται γενικεύσεις πέρα από δηλώσεις ότι η μέση παγκόσμια θερμοκρασία στους παγετώνες ήταν πιθανότατα 5-7 βαθμούς C χαμηλότερη από τη σημερινή ή ότι οι μεσοπαγετώδεις περίοδοι ήταν θερμότερες. Σήμερα η παγκόσμια έκταση που καλύπτεται από πάγους είναι περίπου 15 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα ή αλλιώς το 10% της γήινης επιφάνειας. Το όριο του αιώνιου χιονιού είναι το υψομετρικό όριο πάνω από το οποίο τα χιόνια διατηρούνται όλο το έτος. Στην Ελλάδα για την περίοδο του Πλειστόκαινου το όριο αυτό ανεβαίνει υψομετρικά από τα Δυτικά προς τα Ανατολικά. Η άνοδος αυτή οφείλεται στην αποφόρτιση του μεγαλύτερου μέρους των κατακρημνισμάτων στο Δυτικό τμήμα της Πίνδου. Έτσι, για το όρος Καμήλα έχουμε τη γραμμή των αιωνίων χιονιών να βρίσκεται μεταξύ 1600 και 1700 μέτρων. Στα όρη Γράμμος και Τσουμέρκα το κατώτατο όριο αιωνίων χιονιών βρίσκεται περίπου στο ύψος των 1700 m και το ανώτερο στα 1800 m. Το όριο των αιωνίων χιονιών στο Σμόλικα είναι στα 1800 m και άνω. Τα όρη Βαρδούσσια και Ωλονός έχουν τη γραμμή των αιωνίων χιονιών να κυμαίνεται μεταξύ 1900 και 2000 m. Στα όρη Χέλμος, Γκιώνα και Ταϋγετος το κατώτερο όριο βρίσκεται στα 2100 m και το ανώτερο στα 2200 m. Τέλος, στα όρη Όλυμπος, Τύμφιστος, Παρνασσός, Ζίρια και Πάρνωνας το όριο των αιωνίων χιονιών βρίσκεται στα 2200 m υψόμετρο. Πίνδος. Οκτώβρης, 30.000 χρόνια πριν από σήμερα. Το χιόνι πέφτει απαλά και σκεπάζει σιγά-σιγά τις πλαγιές του βουνού. Σε κάποια σημεία το περσινό χιόνι παραμένει συσσωρευμένο σε κοιλάδες και κοιλότητες καθώς ο αδύναμος ήλιος του καλοκαιριού για ακόμη μια χρονιά δεν κατάφερε να το λιώσει. Ακόμη και το πιο ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου η θερμοκρασία είναι μόλις 18 βαθμοί. Τα χρόνια περνούν και τα αλλεπάλληλα στρώματα χιονιού μεταμορφώνονται σε ένα σκληρό στρώμα πάγου, το οποίο συνεχώς βαραίνει και επεκτείνεται. Οι εσωτερικές δυνάμεις που αναπτύσσονται από τη βαρύτητα είναι τεράστιες. Ο πάγος στα χαμηλότερα στρώματα γίνεται ελαστικός ενώ η ασφυκτική πίεση κοντά στην επιφάνεια του εδάφους προσφέρει στον εφαπτόμενο πάγο την ενέργεια που χρειάζεται για να λιώσει. Ένας συνδυασμός φαινομένων ολίσθησης (με τη βοήθεια του νερού μεταξύ εδάφους- πάγου), ερπυσμού (λόγω της ελαστικότητας των χαμηλότερων στρωμάτων) και θραύσης (στην επιφάνεια του πάγου) δίνουν ζωή στον μέχρι τώρα άψυχο γαλανό πάγο. Γίνεται ένα επιβλητικό, αργοκίνητο ποτάμι που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Ένας παγετώνας. Καθώς τα χρόνια περνούν, η γη στρέφει τον άξονα της, ώστε να ξαναφέρει το παγωμένο βορινό της μάγουλο προς τον καλοκαιρινό ήλιο. Αρχίζει σιγά-σιγά να ξεμουδιάζει και οι πάγοι συρρικνώνονται υποχωρώντας τελικά άτακτα, προς τα πάνω. Έτσι, και αυτή η παγετώδης περίοδος είναι πια παρελθόν. Μέχρι να έρθει η επόμενη, ο δυνατός ήλιος λιώνει τα χιόνια κάθε καλοκαίρι και το μόνο που έχει απομείνει πλέον από τους παγετώνες είναι τα σημάδια που έχει χαράξει το σαρωτικό πέρασμά τους στη γη. Τα βουνά του ελλαδικού χώρου φέρουν πολλά τέτοια σημάδια και αν κανείς τα γνωρίζει είναι αρκετά εύκολο να τα εντοπίσει. Που; Συνήθως σε υψόμετρα άνω των 1.800 μέτρων, χωρίς αυτό να αποτελεί κανόνα. Για παράδειγμα το Σκαμνέλι Ζαγορίου στις νότιες πλαγιές της Τύμφης είναι χτισμένο μέσα σε μια εκτενή παγετωνική μορένα σε υψόμετρο 1.100 μέτρων. Ιδιαίτερα η Τύμφη και ο Όλυμπος αλλά και ο Σμόλικας, το Περιστέρι, τα Βαρδούσια, η Γκιώνα και οι λοιποί ψηλοί της παρέας αποτελούν ιδανικά πεδία για την εύρεση εντυπωσιακών παγετωνικών γεωμορφών. Παρατηρείς τα χαρακτηριστικά αυτά χνάρια, κατανοείς, και αφήνεις την φαντασία σου να αναπλάσει το παγετώδες τοπίο του παρελθόντος. Η ακριβέστερη ένδειξη ύπαρξης ενός παγετώνα είναι οι μορένες ή αλλιώς λιθώνες (moraines), δηλαδή οι αποθέσεις υλικών (χώμα, πέτρες, βράχοι) στα όρια του παγετώνα. Καθώς ο πάγος κινείται, συνθλίβει και παρασύρει τα χαλαρά στρώματα του υποκείμενου εδάφους, ωθώντας τα προς το ρύγχος του (snout) αλλά και εκατέρωθεν προς το πλάι (σχηματικά θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την συνεχόμενη κίνηση ενός αντικειμένου στην άμμο). Οι πλευρικές αυτές μορένες (lateral moraines) ενισχύονται από βράχους και πέτρες που πέφτουν δεξιά και αριστερά του παγετώνα από την αγκαλιά της κοιλάδας που τον φιλοξενεί (Εικόνα 1). Όταν το κλίμα αρχίζει να είναι πιο ζεστό και ο παγετώνας υποχωρεί σιγά-σιγά προς τα πίσω, αφήνει σε ευδιάκριτη θέση τις αποθέσεις αυτές που μαρτυρούν την συνολική του εξάπλωση σε διάφορες φάσεις επέκτασης (ή υποχώρησης) του κατά τις παγετώδεις περιόδους στις οποίες έζησε. Ακριβώς μπροστά από την τελική του θέση, διαγράφεται σε σχεδόν ημικυκλικό σχήμα η τερματική μορένα (terminal/end moraine). Το ανάχωμα αυτό πολλές φορές δεν αφήνει τα νερά που προκύπτουν από το λιώσιμο του πάγου να κινηθούν ελεύθερα ευνοώντας το σχηματισμό λιμνών (moraine dammed lakes). Μπορούμε να πούμε ότι οι παγετωνικές αλπικές λίμνες είναι το ζωντανό στοιχείο του παρόντος που μας συνδέει με τον παγετώνα του παρελθόντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δίδυμες λίμνες Φλέγγες στο Μαυροβούνι. Τόσο η Δρακόλιμνη της Τύμφης όσο και του Σμόλικα ΔΕΝ είναι παγετωνικής προέλευσης, παρά την διαδεδομένη άποψη ότι πρόκειται για παγετωνικές αλπικές λίμνες. Ο Philip Hughes στη διδακτορική του διατριβή πάνω στην παγετωνοποίηση της Τύμφης και του Σμόλικα κατά το Τεταρτογενές (βλ. βιβλιογραφία) έχει αναπαραστήσει την ανάπτυξη των παγετώνων στις διάφορες περιόδους με βάση τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα πεδίου. Στους αντίστοιχους χάρτες που δημιούργησε είναι σαφές ότι οι δυο αυτές λίμνες βρίσκονται εκτός των ορίων των παγετώνων. Άλλωστε, αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά το ανάγλυφο που περιβάλλει τις λίμνες, είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για παγετωνικά δημιουργήματα, καθώς δεν συνάδει με την ύπαρξη παγετώνων στο παρελθόν (π.χ. ανυπαρξία μορένων και αμφιθεατρικών σχηματισμών). Η δε δημιουργία τους, αποδίδεται σε καθαρά γεωλογικά αίτια. Αντιθέτως, η Ξερόλουτσα στην Τύμφη και η λίμνη της Μόσιας στο Σμόλικα είναι σαφέστατα παγετωνικές. Το πέρασμα του παγετώνα διαγράφεται επίσης στις χαραγμένες και λείες πετρώδεις επιφάνειες (glacial groove/glacial furrow), οι οποίες δημιουργούνται από την τριβή του πάγου στα σκληρά στρώματα που αποκαλύπτονται με τη διαδικασία που περιγράφεται παραπάνω. Σε αυτές που αγναντέψαμε από την κορυφή της Αστράκας φαίνεται καθαρά η κίνηση των κατερχόμενων, από τις ψηλές κορφές, παγετώνων προς την Ξερόλουτσα και το Μέγα Λάκκο. Ένα ακόμα παγετωνικό αποτύπωμα που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και με λίγο προσοχή παραπάνω εντοπίζεται εύκολα είναι οι πλάνητες λίθοι (erratic boulders). Κατά το ταξίδι του παγετώνα παρασύρονται βράχοι διαφόρων μεγεθών και σύστασης, οι οποίοι όταν απεγκλωβίζονται από τον πάγο καταλήγουν να στέκουν σε σημεία που η παρουσία τους μοιάζει αφύσικη είτε λόγω του διαφορετικού πετρώματος (π.χ. φλύσχης πάνω σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα) είτε λόγω της θέσης (π.χ. σε σημείο που δεν θα μπορούσε να έχει κυλίσει μετά από αποκόλληση από κάποια γειτονική πλαγιά). Έτσι, μοναχικοί βράχοι, αποκομμένοι από το μητρικό τους περιβάλλον, στέκουν μπροστά στον ορειβάτη μαρτυρώντας τη γεωλογική ιστορία του τοπίου. Ένα από τα πιο συνηθισμένα ανάγλυφα που ευνοεί τη γέννηση ενός παγετώνα είναι ένας βαθύς σχηματισμός στο υψηλότερο μέρος μιας μελλοντικά παγετώδους κοιλάδας όπου πραγματοποιείται η συσσώρευση του χιονιού και η δημιουργία πάγου. Ο παγετώνας που αναπτύσσεται εκεί καλείται περιφερειακός (cirque glacier) και περιστοιχίζεται από ορθοπλαγιές τις οποίες διαβρώνει, δημιουργώντας έναν χαρακτηριστικό αμφιθεατρικό σχηματισμό (cirque). Τυπικά παραδείγματα τέτοιων σχηματισμών είναι τα Μεγάλα Καζάνια του Ολύμπου και οι βορεινές ορθοπλαγιές της Τύμφης (Πλόσκος, Γκαμήλα, Καρτερός, Μεγάλα Λιθάρια, Τσούκα Ρόσσα κτλ). Συνεχίζοντας την καθοδική του πορεία προς την κοιλάδα επιφέρει την μεγαλύτερη σε κλίμακα αλλαγή στο τοπίο. Οι ορεινές κοιλάδες, οι οποίες έχουν αρχικά σχήμα V λόγω της ποτάμιας κοίτης, βαθαίνουν και διευρύνονται από την παγετωνική διάβρωση που τους προσδίδει ένα σχήμα τύπου U. Το συγκεκριμένο αποτύπωμα λόγω της κλίμακάς του διακρίνεται καλύτερα από μακριά και είναι από τις μορφές που αναζητά κανείς αγναντεύοντας ένα ορεινό τοπίο από ψηλά. Όλα τα παραπάνω είναι αποτέλεσμα της δράσης του πάγου, τα άμεσα ίχνη. Κατά το λιώσιμο των παγετώνων όμως, απελευθερώθηκαν τεράστιες ποσότητες νερού οι οποίες με τη σειρά τους διαμόρφωσαν μοναδικούς γεωλογικούς σχηματισμούς όπως το φαράγγι του Βίκου στον πυρήνα του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου. Το γειτονικό φαράγγι του Αώου όπως και το φαράγγι της Πορτίτσας στον Όρλιακα σχηματίστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Το νερό ακολούθησε τις διαδρομές που όρισαν τα ρήγματα και ταχύτατα διάβρωσε κατακόρυφα τους ασβεστολιθικούς σχηματισμούς, δημιουργώντας τα βαθιά αυτά φαράγγια. Η διαφορά στη σύσταση του ασβεστόλιθου καθορίζει και την αντίσταση στη διαβρωτική διαδικασία. Έτσι, όπου το νερό συναντούσε ανθεκτικά στρώματα χρειαζόταν περισσότερο χρόνο να τα διαβρώσει και η κοίτη του ποταμού γινόταν πιο πλατιά, αφήνοντας χαρακτηριστικά σκαλοπάτια στην κατακόρυφη ποτάμια δομή, γνωστά και ως ποτάμιες αναβαθμίδες. Παρατηρώντας τα φαράγγια του Βίκου και του Αώου μπορούμε να δούμε σε φυσική κλίμακα την αλληλουχία των ασβεστόλιθων που δημιουργήθηκαν πριν από εκατομμύρια χρόνια στον πυθμένα μιας βαθιάς θάλασσας (Τηθύς), στη συνέχεια ανυψώθηκαν μέσα από σύνθετες γεωλογικές διεργασίες, διαβρώθηκαν από το νερό και σήμερα πλέον αποτελούν ένα ζωντανό βιβλίο της γεωλογικής ιστορίας. Αρκεί να ξέρουμε να το διαβάσουμε.
Πηγή: http://www.geo.auth.gr/courses/gge/gge427y/chapter108.html
http://dilofo.gr/perasma-pagetonon-bouna-elladas-pindos/

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Storia Bizantina di Bari e Brintisi alla Puglia, Magna Grecia

    STORIA BIZANTINA DI BARI : Con la caduta dell' Impero romano d'Occidente nel 476, fu invasa dai Barbari e occupata dagli Ostrogoti. Da questi fu presa durante la Guerra gotica da parte delle truppe dell' Impero romano d'Oriente e contesa per i due secoli successivi con i Longobardi del Ducato di Benevento, che ne fecero un gastaldo. Nell'847 Bari capitolò nelle mani dei Saraceni. Per circa un quarto di secolo fu capitale di un piccolo Stato musulmano indipendente, col suo emiro e la sua moschea. Il primo califfo di Bari fuKhalfūn (847-852, un capobanda berbero della tribù dei Banu Rabi‘a, che si trovava in Puglia già da diverso tempo e proveniva probabilmente dalla Sicilia. La conquista di Bari, secondo al-Baladhuri ebbe luogo all'inizio del califfato dell' abbaside al-Mutawakkil, cioè dopo il 10 agosto 847. Dopo la morte di Khalfūn nell'852, gli successe l'emiro Mufarraj ibn Sallam, che consolidò la conquista, ampliandone i confini, e tentò di dare ad essa un fondamento giuridico secondo il diritto pubblico musulmano. Scrisse infatti al funzionario del califfato in Egitto che si occupava della posta e della polizia, informandolo dell'esistenza del nuovo Stato musulmano, ed invitandolo a chiedere per suo conto al califfo, al-Mutawakkil di Baghdad, la regolare investitura di wali, cioè di governatore, a capo di una provincia dell'impero abbaside, per ottenere il diritto di far celebrare la preghiera pubblica del venerdì come mutaghallib, ossia usurpatore illegittimo.
      In attesa venne costruita una moschea jāmi‘. Il terzo ed ultimo emiro di Bari, Sawdān, prese il potere intorno all'857, in seguito all'uccisione di Mufarraj. Invase le terre del longobardo ducato di Benevento e il duca Adelchi, malgrado l'aiuto dei Franchi, fu costretto a pagare tributo e a consegnare alcuni ostaggi. Nell' 864 ricevette l'investitura ufficiale, richiesta dal suo predecessore. La città venne abbellita con opere e palazzi, tra cui una moschea, dove venne professato l'islamismo nella sua accezione maggioritaria sunnita. Espugnata nell' 871 dall' imperatore d' Occidente Ludovico II, Bari ritornò ai Bizantini nell' 876, diventando il maggior centro politico, militare e commerciale italiano dell' Impero d' Oriente. La città infatti divenne capoluogo del thema di Longobardia, sede di uno stratego e, dal 975, del catapano, funzionario imperiale che amministrava tutti i domini bizantini nell'Italia meridionale. In questo periodo Bari divenne la città e il porto più importante della regione. Dall'anno mille la città subì tremendi assalti dai Saraceni: il più grave di questi avvenne nell'anno 1002, un lungo assedio da cui Bari venne liberata grazie all'intervento della flotta veneziana, guidata dal doge Pietro II Orseolo. Inoltre vi furono numerose rivolte antibizantine, la più importante delle quali fu capeggiata da Melo (1009-1018), che si estese a molte città della Puglia centro-settentrionale. Il dominio bizantino cessò nel 1071, anno in cui prese il potere Roberto il Guiscardo dando inizio alla dominazione normanna. Il 9 maggio 1087, arrivarono a Bari le reliquie di San Nicola, vescovo di Myra, trafugate da marinai baresi. Nel 1089, da parte dell'abate Elia, cominciò la costruzione della Basilica di San Nicola che verrà portata a termine nel 1097. Nello stesso anno Papa Urbano II, raggiunse la città per consacrare la cripta della basilica in costruzione e per deporre le reliquie del santo. Cominciò così l'afflusso di pellegrini da ogni parte del mondo. Lo stesso Papa Urbano indisse nel 1098 nella stessa cripta un importante concilio che si proponeva di riconciliare laChiesa latina con quella ortodossa, divise dallo scisma di Michele Cerulario. L'esito non fu felice, ma la città ne accrebbe enormemente in prestigio, tanto che molte schiere crociate partirono da lì. Il dominio normanno su Bari fu in seguito funestato da ribellioni e da lotte, nonostante la fortuna commerciale della città, che raggiunsero il culmine nel 1156, quando Guglielmo I detto il Malo, assalì e rase al suolo la città, salvando solamente la basilica di San Nicola. Ricostruita un decennio dopo, rifiorì sotto Guglielmo II, che protesse clero e mercanti baresi. Succedutisi ai Normanni gli Svevi, Bari vide il tramontare delle autonomie conquistate nel corso dei secoli contro Normanni, papato e i due imperi, quello d'Oriente e quello d' Occidente. Federico II però, nonostante la sua diffidenza nei confronti dei baresi, considerati all'epoca irrequieti e poco fedeli, diede a Bari il primato della regione e vi ricostruì il castello, dove vi istituì una delle sette grandi fiere che si tenevano nel regno di Sicilia, le concesse nuovi privilegi e ne favorì i commerci.
     STORIA BIZANTINA DI BRINDISI: Brindisi, con la caduta dell' Impero romano d' Occidente, si avviò verso un periodo di decadenza lungo ed inesorabile. Nei primi secoli del Medioevo subì devastazioni durante la guerra greco-gotica (535-553), fu poi sottomessa ai Longobardi che la tennero dal VII al X secolo. Subì ripetuti assalti e saccheggi da parte dei Saraceni(in particolare nell'838) e fu distrutta dall'imperatore Ludovico II nell' 868. Fu ripresa dai Bizantini ed ebbe probabilmente un vescovo greco; agli inizi dell'XI secolo, il protospatario Lupo avviò un programma di ricostruzione della città che ci è documentato solo dalla iscrizione posta sulla base di una delle colonne monumentali del porto. La città fu conquistata da Roberto il Guiscardo una prima volta nel 1060 e poi, definitivamente, nel 1071. Fu dominio di Goffredo, conte di Conversano, il quale proseguì l'opera di ricostruzione urbana con la moglie Sichelgaita, e di suo figlio Tancredi, favorendo il ritorno della sede episcopale e la costruzione di una nuova cattedrale. Divenne poi nel 1133 città demaniale sotto Ruggero II, ma nel 1156 fu devastata dal re Guglielmo il Malo a seguito della rivolta baronale. Fiorì per cultura e commerci: il porto ritornò ad essere importante scalo per l'Oriente e divenne il principale imbarco per pellegrini e crociati diretti in Terra Santa. Il re Tancredi vi fece celebrare le nozze del figlio Ruggero III con la figlia del basileus di Bisanzio e nella stessa cattedrale lo incoronò suo successore (1192). Nel 1199 Brindisi firmò un patto di alleanza commerciale e politica con la repubblica di Venezia.Federico II di Svevia aveva una speciale predilezione per Brindisi che lui definì in versi filia Solis. Il 9 novembre 1225 nella Cattedrale di Brindisi il Puer Apuliae prese in moglie Jolanda di Brienne, erede della corona di Gerusalemme, e dal porto brindisino partì nel 1227 per la Sesta crociatada lui comandata.. L'imperatore fu anche il promotore della costruzione di un robusto castello (1227) e dell'ampliamento del preesistente arsenale (1240) situato nel seno di ponente del porto presso il castello: tale arsenale poteva ricoverare ben venti navi (la città di Napoli nello stesso periodo poteva contare su un arsenale per otto navi). L'imperatore concesse inoltre alla città molti privilegi e soprattutto vi fece funzionare una delle due zecche del Regno.
Πηγή: https://it.m.wikipedia.org/wiki/Storia_di_Bari
https://it.m.wikipedia.org/wiki/Storia_di_Brindisi

Таврида Крым : греческой истории и культуры с древних времен до наших дней

Та́врика (Таври́да, Та́врия) — древнее название Крыма. Изначально Таврикой (страной тавров) эллины называли южный берег Крыма, а в период раннего Средневековья (примерно до XV века) это название использовалось для всего Крыма. Нынешнее название Крым — более позднее и происходит из крымскотатарского языка. Древнейшая история Таврики носит чисто легендарный характер. Название «Таврика» произошло, вероятно, от народа тавров, первым царём которого Геродотназывает Тоаса, жившего за 1250 лет до н. э. Однако в настоящее время более достоверной представляется гипотеза об астроморфном происхождении названия от Taurus (латинский вариант названия созвездия Тельца, с которым в древности отождествлялся Крым и прилегающие к нему области). Кроме тавров, в Тавриде жили киммерийцы, пролив между Тавридой и Синдикой (совр. Тамань) античные авторы называли Боспором Киммерийским. Около VIII века до н. э. киммерийцы были изгнаны перешедшими через Дон с востока скифами. Около VII века до н. э. на северном берегу Чёрного моря стали основываться греческие колонии. Это утвердило здесь греческое влияние, которому поддались и скифы. Из греческих колоний в Крыму особенно выделялись Херсонес и Пантикапей, которые образовали собой два греческих города-республики. Они были покорены в первой половине I века до н. э. Митридатом Евпатором царём понтийским, и Пантикапей стал столицей Боспорского царства. Со времени Помпея Боспорское царство стало зависеть от Рима. О дальнейшей истории Тавриды не имеется достоверных сведений. Во время великого переселения народов в Тавриде перебывало много народов. В III веке полуостров заняли готы, нападали на негогунны. В VII и VIII вв. Тавридой владели хазары. Заходили сюда и печенеги. В начале XI века кыпчаки (половцы) из Заволжья продвинулись в причерноморские степи, вытеснив оттуда печенегов и торков. При образовании Золотой Орды кыпчаки ассимилировали монгольских завоевателей и передали им свой язык. После европейского похода Батыя 1236—1242 годов половцы составили основной массив тюркского населения Золотой Орды, внеся очередной вклад в формирование крымскотатарского этноса. Дальнейшая её история — история Крымского Ханства. В Российской империи Таврией называли прилегающие с севера к Крыму плодородные земли Таврической губернии с городами Алешки , Бердянск, Геническ, Мелитополь и др., ограниченные с запада Херсонской губернией, с севера Екатеринославской. Феодо́ро (Θεοδωρο) или Го́тия (Γοτθία) — небольшое средневековое христианское княжество, сформировавшееся из бывших византийских, а затем трапезундскихвладений, так называемой Ператии, на юго-западе Крымa со столицей в городеМангупе, официально существовавшее вXIV—XV веках, фактически с 1140, когда сюда из Трапезунда был прислан византийский топарх (наместник) по имени Феодор Гаврас, по 1475 годы. Свое название княжество получило благодаря ему. С территорией княжества в период его раcцвета совпадала в своих границах и Готфийская епархия. Расцвет княжества пришёлся на 1420-е годы, когда оно получило международное признание и успешно противостояло генуэзцам. В эпоху своего расцвета Феодоро имело довольно широкие международные связи, в том числе и с Москвой. К примеру, дочь князя Исаака была обещана в жёны сыну московского великого князя Ивана III. Пало под ударами турков-османов в 1475 году. В 1475 году после пятимесячной осады Мангупа Феодоро (как и генуэзские владения) были завоёваны османскими войсками под командованием Гедик Ахмед-паши. Всё население Мангупа — 15 тысяч человек — было либо убито, либо уведено в Константинополь. При этом во время осады Мангупа феодоритами, в составе которых был военный отряд из трёхсот воинов, присланных молдавским господарем Стефаном III Великим, был перебит весь янычарский корпус, существовавший в тот период в Османской империи. Впоследствии в 1482 году султан Баязид II, недовольный действиями Гедик Ахмед-паши во время подавления восстания Джема, приказал казнить его в Эдирне. После завоевания из бывших земель княжества был образован Мангупский кадылык, который входил в состав эялета (провинции) Кефе с центром в Кафе (Феодосии). Земли домена султана, на которых проживало христианское население, находились вне юрисдикции крымских ханов. Татарам даже было запрещено на них селиться. Считается, что родным языком многих местных христиан был германский диалект, источником является письмо австрийского дипломата Ожье Гислена де Бусбека, датированное 1562 годом, и опубликованное впервые в 1589 году. Письмо содержит список из 96 слов и фраз, а также песню на готском языке, которую дипломат услышал от жителей Феодоро, находившихся в Константинополе. 1774 год — согласно Кючук-Кайнарджийскому мирному договору к России отошли крепости Керчь и Еникале, Крымское ханство было объявлено независимым государством и к нему перешли бывшие османские владения на полуострове (Южный и Юго-Восточный Крым). 1778 год -Суворов переселил армян и греков из Крыма в Азовскую губернию.19 апреля 1783 года — российская императрица Екатерина II подписала Манифест о присоединение Крыма к Российской империи. 1783 — основан Севастополь, создан Черноморский флот Российской империи.1853 —1856 годы — Крымская война (Восточная война). Крым полуостров в северной части Чёрного моря, с северо-востока омывается Азовским морем. Бо́льшая часть полуострова является объектом территориальных разногласий между Россией, контролирующей её с марта 2014 года, и Украиной. Большинство государств — членов ООН продолжают рассматривать весь Крым как часть Украины. Согласно федеративному устройству России, на спорной территории Крыма располагаются субъекты Российской Федерации Республика Крым и город федерального значения Севастополь. Согласно административному делению Украины, здесь располагаются Автономная Республика Крым и город со специальным статусом Севастополь. Северная частьАрабатской стрелки относится кХерсонской области Украины и не является объектом территориальных разногласий. Численность населения Крыма на 2016 год по данным Росстата составила 2 323 369 человек. В городах проживало 968 721 человек, в сельской местности — 938 385 человек. Крупнейшие города: Севастополь, Симферополь, Керчь, Евпатория и Феодосия. Крупнейший город Крымского полуострова —Севастополь — 416 263 жителей (2016), Симферополь на 2-м месте — 336 460 жителей (2016). Исторически для Севастополя и Симферополя характерно «соревнование» за 1-е место по населению, третье же место с первой всероссийской переписи населения в 1897 году неизменно принадлежит Керчи (по состоянию на 2016 год, 148 932 человек).
Πηγή: https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Таврика
https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Феодоро
https://ru.m.wikipedia.org/wiki/Крым


Gavras family : The legendary byzantine descent and the famous international presence today

Gabras or Gavras (Γαβρας), feminine form Gabraina (Γάβραινα), is the surname of an important Byzantine greek aristocratic family, which became especially prominent in the late 11th and early 12th centuries as the semi-independent and quasi-hereditary rulers of Chaldia. The Gabrades are attested for the first time in the late 10th century, when Constantine Gabras participated in the revolt of Bardas Skleros. The general Theodore Gabras captured Trebizond and ruled it and the theme of Chaldia as a virtually autonomous state (ca. 1081–1098). He was celebrated for his martial exploits, and was later venerated as a saint in the region. His son, Constantine Gabras, also became governor of Chaldia (ca. 1119–1140) and ended up ruling it as a quasi-independent prince. Several members of the family entered service with the Seljuk Turksin the 12th and 13th centuries, and in the 14th century, several Gabrades are attested in administrative positions in Byzantium, most notably the official and scholar Michael Gabras, known for his extensive correspondence with the main Byzantine literary and political figures of his day, and his brother John. A branch of the family also became rulers of the Principality of Theodoro in the Crimea. The family first appears in the northeastern corner of the Byzantine world, the province of Chaldia, centred on Trebizond. The family's ethnic origin is greek. A suggestion by Konstantinos Amantos that it is a corruption of the name "Gabriel". The historian Anthony Bryer, however, considers more likely that the name is a cognate of the Arabic kafir, Persian gabr or Turkish gavur, terms meaning "infidel" or "unbeliever", which is appropriate for the Christian–Muslim borderlands where the Gabrades first appear. It seems that the Gabrades arose from the Inner Pontus, a region with its own distinct identity: a mountainous area, it was affected by Hellenization and preserved a traditional and archaic societal structure, with lordships centred on mountain strong-holds. The first known member of the family, Constantine Gabras, participated in the 976–979 revolt of Bardas Skleros, and was killed in battle in 979. A patrikios Gabras appears in 1018, who was blinded for plotting along with the Bulgarian Elemag to restore the recently subdued Bulgarian Empire. In 1040, a Michael Gabras was one of the leaders of a failed aristocratic conspiracy against the Domestic of the Schools Constantine, a brother of Emperor Michael IV (r. 1034–1041). He too was blinded along with his fellow conspirators. The first important member of the family was Saint Theodore Gabras. A native of Chaldia, he was an energetic and valiant man. He recaptured Trebizond from the Turks in 1075, and was appointed governor (doux) of Chaldia by Alexios I Komnenos in 1081. Gabras ruled Chaldia as a virtually independent ruler, and until his death in battle in 1098, he fought with success against the Danishmend Turks and the Georgians. He became a heroic figure in both Pontic Greek and Turkoman poetry, and was recognized by the Orthodox Church as a martyr and saint. By his first wife, Irene (possibly a Taronitissa), Theodore had a son, Gregory Gabras, who was kept as a hostage in Constantinople, where he was initially betrothed to one of the daughters of the sebastokrator Isaac Komnenos and later to Maria Komnene, daughter of Alexios I. Theodore tried to kidnap him in 1091, but failed. Nothing further is known of Gregory Gabras, but he may be identical to Gregory Taronites, who as doux of Chaldia in 1103–1106 also led a rebellion against Alexios. Another member of the family, Constantine Gabras, whose exact relation to Theodore is unknown, was also appointed doux of Chaldia by John II Komnenos (r. 1118–1143) ca. 1119. He ruled it practically independently from 1126 until 1140, when John II subdued him. His exploits also formed part of an extensive oral tradition in the Pontus, but the so-called "Song of Gabras", written down ca. 1900, has been shown to be a modern work drawing from other medieval sources. The Gabrades' success in creating a more or less autonomous domain is not surprising: northeastern Asia Minor, including Chaldia, had had a long history of disaffection with the central Byzantine government in the 11th century, helped by its mixed orthodox population—the latter introduced in the early 11th century and quickly coming to dominate the Pontic hinterland. Already before the Battle of Manzikert in 1071, the renegade Frankish mercenary Robert Crispin had made the fortress of Koloneia the centre of a separate domain, and was succeeded in 1073 by Roussel de Bailleul. Thus, when Theodore Gabras appeared at Trebizond in 1075 and again in 1081, he was seen as a native leader for the Pontic Greeks of the coastlands, and his regime relied on local forces, i.e. the old thematic levies of the province.The Gabrades' Turkish counterpart and main rivals were the Danishmendid emirs of Neokaisareia and Sebasteia. On the other hand, as Bryer comments, "although rivals, the Gabrades and the Danishmendids the two often allied with each other, especially against efforts by their respective suzerains to bring them to heel, and the Gabrades are remembered as gallant foes in Turkoman heroic poetry. Following the collapse of their independent power, many of the Gabrades came to serve under the new Seljuk Sultanate at Konya, while others went to serve the Komnenoi emperors at Constantinople and mostly lost their ties to the Pontus. Already in the 1140s, a nameless member of the family fought on the side of the Seljuks and was captured and executed by Manuel I Komnenos (r. 1143–1180) in 1146. Another Gabras, possibly the son of the former, defected from Byzantium to Kilij Arslan II (r. 1155–1192) and became one of his leading advisors. He may be identical with, or the father of, Kilij Arslan's vizier during the last part of his reign (ca. 1180–1192), Ikhtiyar al-Din Hasan ibn Ghafras. Other members of the family in Seljuk service include Constantine Gabras, possibly the son of the doux Constantine, who "betrayed" the emperor while on a diplomatic mission in 1162/3; an unnamed Gabras who was accused of poisoning Kilij Arslan II in 1192; John Gabras ("Giovanni de Gabra"), who was sent to a diplomatic mission in Europe on behalf of Sultan Kayqubad I in 1234–1236; and a Michael ("Mikhail bar Gavras") who was a physician at Malatya ca. 1256. On the other hand, the pansebastos sebastos Michael Gabras was a general of Manuel I Komnenos, fighting against the Hungarians and the Seljuks, and became related to the imperial dynasty as a son-in-law of Andronikos Komnenos. The surname of Gabras is still attested in the Byzantine world during the 13th and 14th centuries, but the family had lost its prestige. Some of the Gabrades of this period were peasants who adopted the surname of their masters, and most of the family members attested in government service were lowly official. Under the Empire of Nicaea, the Gabrades appear in Macedonia and western Asia Minor. Apansebastos sebastos Ioannakios or Ioannikios Gabras is mentioned in the ca. 1216; amegaloepiphanestatos Gregory Gabras is mentioned as governor of a village near Prilep in the 1220s, and the latter's relative, the pansebastos sebastos Stephen Gabras, was active near Ohrid; a John Gabras sold land near Miletus in 1236; and a Constantine Gabras was protopapas ("senior priest") of the Metropolis of Miletus ca. 1250. In the Palaiologan period, the pansebastos sebastos Christopher Gabras died as a monk ca. 1264/5; Manuel Doukas Komnenos Gavras is attested as benefactor of a monastery in 1300/1; other members of the family are occasionally mentioned in legal documents, epigrams or correspondence as active in Constantinople and Macedonian cities like Serres or Veroia. Gabras Komnenos, of unknown first name, held the post of "judge of the army" (krites tou phossatou) and is recorded by Manuel Philes as a "slayer of the barbarians"; a John Gabras Kaballarios was hetaireiarches at Serres ca. 1348; another family member held a pronoia estate at Kalamaria before 1347. Other Gabrades were serfs (paroikoi), attached to large estates: Michael Gabras at Leros ca. 1263; Demetrios and his sons Michael and Philotheos, as well as a probably related Basil Gabras, as paroikoi of the Esphigmenou monasteryat Rentina ca. 1300; finally, Demetrios Gabras Chrito[u]s and George Gabras were paroikoi of theXeropotamou monastery at Rebenikeia in the early 14th century. The most famous of the Palaiologan-era Gabrades, however, is Michael Gabras, a sakellarios of the Patriarchate of Constantinople and "the most prolific of all Byzantine letter writers" (A. Bryer), whose correspondence spans the period 1305–1341 and includes most of the major political and literary figures of his day. He also had a brother John, who wrote a theological treatise against the doctrines of Gregory Palamas. A few Gabrades also remained in the Pontus, where they entered the service of the Empire of Trebizond, established by the exiled Komnenoi shortly before the dissolution of the Byzantine Empire by the Fourth Crusade in 1204: most notably, a member of the family was governor of Sinope during the brief period when it was reclaimed from the Turks by Trebizond (ca. 1254 or 1258/9 – 1265 or 1267/8). Other family members are mentioned as landholders, mostly in the bandon (province) of Matzouka, south of Trebizond: Andronikos Gavras, probably in the 13th century; a George Gabras ca. 1344/5; Kosmas, a military leader (polemarchos) in the bandon of Matzouka ca. 1378; and Theodore Gabras in Gemora in the early 15th century. The last notable members of the family are mentioned in Constantinople during the early centuries of the Ottoman Empire, as with Michael or Mozalos Gabras, active ca. 1555–65, or Cyril Gabras, megas skeuophylax of the Patriarchate in 1604. Other family members are attested in Crete and the Aegean islands. Thus an unnamed Gabras held lands in Santorini in the early 17th century; and numerous Gabrades are to be found at Chios and in Crete, especially around Siteia, until the early 19th century. For Crete in particular, it has been often supposed, although with no definitive evidence, that the local Gabrades came directly from the Pontus. Costa-Gavras (Konstantinos Gavras; Κωνσταντίνος Γαβράς; 12 February 1933) is a Greek-French film director and producer, who lives and works in France. He is known for films with overt political themes, most famously the fast-paced thriller Z (1969), but he has also made comedies. Most of his movies have been made in French; however, six were made in English. He produces most of his films himself, through his production company K.G. Productions. Costa-Gavras was born in Loutra Iraias (Λουτρά Ηραίας), Arcadia. His family spent the Second World War in a village in the Peloponnese, and moved to Athens after the war. His father had been a member of the Pro-Soviet branch of the Greek Resistance, and was imprisoned during the Greek Civil War. After high school he went to France, where he began studying law in 1951. In 1956, he left his university studies to study film at the French national film school, IDHEC. 
Πηγή: https://en.m.wikipedia.org/wiki/Gabras
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Costa-Gavras