Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Επίδαμνος ή Δυρράχιον : Η ιστορία και ο πολιτισμός της πρωτεύουσας της Νέας Ηπείρου (ελληνικής Ιλλυρίας)

Το Δυρράχιο είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη και το κυριότερο λιμάνι της Αλβανίας. Βρίσκεται στις ακτές της κεντρικής Αλβανίας, περίπου 33 χιλιόμετρα δυτικά της πρωτεύουσας Τίρανα. Είναι μια από τις αρχαιότερες και οικονομικά σημαντικότερες πόλεις της Αλβανίας. Το Δυρράχιο βρίσκεται απέναντι από τα Ιταλικά λιμάνια του Μπάρι και του Μπρίντιζι. Έχει το μεγαλύτερο λιμάνι της Αλβανίας και το νεότερο δημόσιο πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Αλεξάντερ Μοϊσίου. Έχει πληθυσμό 115.550 κατοίκους, ενώ η μητροπολιτική περιοχή έχει πληθυσμό 265.530. Είναι επίσης το σημείο συνάντησης των εθνικών οδών SH2 και SH4. Ιδρυμένο τον 7ο αιώνα π.Χ. από Ελληνες αποίκους, από την Κόρινθο και την Κέρκυρα με το όνομα Επίδαμνος, κατοικείται συνεχώς επί 2.700 χρόνια και είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Αλβανίας. Υπήρξε πρωτεύουσα της Αλβανίας από τις 7 Μαρτίου 1914 μέχρι τις 11 Φεβρουαρίου 1920. Μεταξύ άλλων σημαντικών κτιρίων στο Δυρράχιο είναι η βιβλιοθήκη, το πολιτιστικό κέντρο Αλεξάντερ Μοϊσίου, το Θέατρο Εστράντα, το κουκλοθέατρο και η φιλαρμονική ορχήστρα. Υπάρχουν επίσης αρκετά μουσεία, όπως το Αρχαιολογικό, η Βασιλική Επαυλη και το Ιστορικό Μουσείο. Στην πόλη υπάρχουν επίσης τα Αρχαία Τείχη, ονόματι Κάστρο του Δυρραχίου, και κοντά στο λιμάνι το αμφιθέατρο, ένα από τα μεγαλύτερα στα Βαλκάνια.
Το μεγάλο Ρωμαϊκό Αμφιθέατρο του Δυρραχίου χτίστηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. επί βασιλείας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού, βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και έχει ανασκαφεί μόνο κατά το ήμισυ. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα αμφιθέατρα στη Βαλκανική χερσόνησο, είχε κάποτε χωρητικότητα 20.000 ανθρώπων και δεν υπάρχει ανάλογό του στην Αλβανία. Ανακαλύφθηκε περί το 1910 και σήμερα έχει γίνει δημοφιλής τουριστικός προορισμός. Είναι υποψήφιο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Το αμφιθέατρο χρησιμοποιήθηκε για εκδηλώσεις μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ., και επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπου ανήκε, μετά την υιοθέτηση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας. Τον 6ο αιώνα χτίστηκε στο αμφιθέατρο παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Αστιο, πρώτο επίσκοπο του Δυρραχίου και μάρτυρα, στρωμένο με ψηφιδωτά. Το ένα τρίτο περίπου του χώρου ανακαλύφθηκε και ανασκάφηκε περί το 1910, το υπόλοιπο τη δεκαετία του 1960. Μετά την ανασκαφή το αμφιθέατρο σταδιακά ερειπώθηκε, καθώς δεν αναλήφθηκαν εργασίες συντήρησης μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα και συνεχιζόταν η ανοικοδόμηση γύρω από το χώρο. Το 2004 το Πανεπιστήμιο της Πάρμας ξεκίνησε εργασίες αποκατάστασης για τη διάσωση του μνημείου. Το αμφιθέατρο έχει ελλειπτικό σχήμα με άξονες 132.4 και 113.2 μέτρων. Η αρένα είναι 61.4 επί 42.2 μέτρα και το ύψος του 20 μέτρα. Είναι χτισμένο στην πλαγιά λόφου και μέσα στο αμφιθέατρο υπάρχουν σκάλες και στοές σε διαφορετικά επίπεδα. Διατηρείται το παρεκκλήσι με τα ψηφιδωτά. Ο χώρος σήμερα λειτουργεί ως μουσείο. Το αμφιθέατρο περιβάλλεται από παντού από την πόλη του Δυρραχίου και τμήμα της ίδιας της αρένας έχει επικαλυφθεί με σύγχρονες κατοικίες. Οι οικιστικές πιέσεις απειλούν τη μακροπρόθεσμη διατήρηση του μνημείου. Ο Δήμος του Δυρραχίου σχεδιάζει τώρα να απομακρύνει τις κατοικίες. Υπάρχουν διαδικαστικές δυσχέρειες και τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες σιγά-σιγά υποβαθμίζονται. Το 2013 το αμφιθέατρο καταγράφηκε, μαζί με άλλα 13 μνημεία από την Europa Nostra ως ένα από τα περισσότερο απειλούμενα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ευρώπη.
Η περιοχή είχε κατακτηθεί στην διάρκεια της Μέσης Χαλκοκρατίας (Μεσοελλαδική, 1900-1600 π.Χ.) από ελληνόφωνα φύλα της Δυτικής (Ηπειρωτικής) ομάδας, τα οποία κατείχαν επίσης την ακτή του Ιονίου και εκτεταμένο τμήμα της ενδοχώρας, μέχρι την Πελαγονία, την Λυγκηστίδα και την κοιλάδα του Αλιάκμονα. Η μεγάλη φρυγική μετανάστευση θα έχει ως αποτέλεσμα η περιοχή της κεντρικής Αλβανίας να περάσει στην κατοχή ενός λαού, που αναφέρεται στις ιστορικές πηγές ως Βρύγες. Αυτά τα γεγονότα τοποθετούνται στην διάρκεια του 12ου αιώνα π.Χ. και η κατάληψη της περιοχής της Επιδάμνου από τους Βρύγες, λίγο αργότερα, γύρω στο 1080-1050 π.Χ. Στην συνέχεια σημειώνεται η άφιξη των πρώτων ιλλυρικών φύλων στην περιοχή, των Ταυλαντίων και των Παρθίνων, που προσδιορίζεται χρονικά γύρω στο 1050-1000 π.Χ. Το δεύτερο μέρος της Φρυγικής κυριαρχίας, η Ύστερη Φρυγική Περίοδος τοποθετείται μεταξύ 950 - 800 π.Χ. Σημειώνεται απώλεια της κυριαρχίας των Φρυγών βορείως της λίμνης Αχρίδος και του ποταμού Γενούσου (Σκούμπι), λόγω της ισχυροποιήσεως και επεκτάσεως των Ιλλυρικών φύλων. Οι Φρύγες, θα συνεχίσουν να επικοινωνούν μέχρι το 850 π.Χ. περίπου, με τις Δυτικές περιοχές τους στα παράλια της Αδριατικής και την Ιταλία, μέσω της πεδιάδας της Κορυτσάς, όπου η αρχαιολογική έρευνα διαπίστωσε ότι οι τελευταίες ταφές που αποδίδονται σε Φρύγες διακόπτονται τότε. Τα προϊόντα που εξάγονται από τις Φρυγικές περιοχές της Μακεδονίας ήσαν κυρίως μεταλλικά αντικείμενα (οι Φρύγες σπουδαίοι μεταλλουργοί), υφαντά και γαλακτοκομικά προϊόντα. Το βασικό θεμέλιο της Οικονομίας τους αποτελούσε η συστηματική κτηνοτροφία, που ήταν και η κύρια πηγή πλούτου. Γύρω στο 800 π.Χ. σημειώνονται μεγάλες ανακατατάξεις: Οι Φρύγες αποχωρούν από την Μακεδονία και τις γύρω περιοχές και σύμφωνα με την παράδοση, μεταναστεύουν μαζικά προς την Μικρά Ασία, όπου ήδη είχε καταλήξει ένα σημαντικό τμήμα της Φρυγικής μετανάστευσης του 12ου αιώνα π.Χ. Ως βασική αιτία η εντεινόμενη πίεση των πολεμοχαρών Ιλλυρικών φύλων, τα οποία ήδη χρησιμοποιούν σιδερένια όπλα σε μεγάλες ποσότητες, γεγονός που τους προσέδιδε σαφή πολεμική υπεροχή.
Η Επίδαμνος είναι αρχαία ελληνική πόλη, που ιδρύθηκε το 627 π.Χ. ως αποικία των Κερκυραίων στις ιλλυρικές ακτές και ονομάζεται τώρα Δυρράχιο. Αν και αποικίστηκε από Κερκυραίους πολίτες, αρχηγός της αποικίας ήταν ένας Κορίνθιος, ο Φαλίας ο γιος του Ερατοκλείδη. Αυτό είχε γίνει προς τιμή της αρχικής μητρόπολης, αφού η Κόρινθος ήταν μητρόπολη της Κέρκυρας. Η πόλη της Επιδάμνου έγινε γνωστή για τις εμπορικές δραστηριότητές της, αλλά και για το γεγονός ότι οι διαμάχες της αποτέλεσαν μια από τις αφορμές για το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η Επίδαμνος άκμαζε εμπορικά και πολιτισμικά, αλλά είχε έντονες πολιτικές διαμάχες στο εσωτερικό της και σημαντικές τριβές με τους ντόπιους, τους "βαρβάρους Ταυλαντίους" που ανήκαν στο ιλλυρικό έθνος και ζούσαν στην ενδοχώρα ή πάντως κοντά στην ελληνική αποικία. Ο Στράβων μνημονεύει τους Ταυλάντιους μαζί με άλλα γειτονικά τους φύλα, τους Βυλλίονες, τους Παρθίνους και τους Βρύγους (=Βρύγες, Φρύγες). Οι νεώτεροι ιστορικοί έχουν ανιχνεύσει την αρχαιότερη Ιστορία των Ταυλαντίων και των λαών της περιοχής, μέχρι τις απαρχές της. Σύμφωνα λοιπόν με τις πλέον πρόσφατες απόψεις οι Ταυλάντιοι αποτελούσαν μια ομάδα φύλων (ένα από αυτά ήσαν οι Άβροι), που κυριάρχησε κατά περιόδους το μεγαλύτερο τμήμα της πεδιάδος μεταξύ των ποταμών Αώου στα νότια και Δρίλωνος στον βορρά.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ : "Βρισκόμαστε μπροστά στην ίδρυση μιας νέας αποικίας που στελεχώνεται κυρίως από Κερκυραίους, αλλά την ηγεσία ασκεί Κορίνθιος, αφού οι πατροπαράδοτοι νόμοι ορίζουν ότι κάθε αποικία οφείλει να τιμά την μητρόπολη και η Κέρκυρα ήταν αποικία των Κορινθίων. Μ’ άλλα λόγια μια αποικία (η Κέρκυρα) ιδρύει μια νέα αποικία (την Επίδαμνο) πράγμα που σημαίνει ότι η τελική αφετηρία όλων είναι η Κόρινθος: «Με τον καιρό η Επίδαμνος έγινε πόλη μεγάλη και πολυάνθρωπη. Ύστερα όμως από εμφύλιες διαμάχες που κράτησαν, όπως λέγεται, πολλά χρόνια, κάποιος πόλεμος με τους γειτονικούς βαρβάρους έφερε σε παρακμή την Επίδαμνο και τη στέρησε από το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής της. Τέλος, λίγα χρόνια πριν αρχίσει ο πόλεμος που εξιστορώ, οι δημοκρατικοί της Επιδάμνου έδιωξαν τους ολιγαρχικούς, οι οποίοι ενώθηκαν με τους βαρβάρους κι έκαναν ληστρικές επιδρομές εναντίον των κατοίκων της πόλης κι από στεριά κι από θάλασσα. Οι Επιδάμνιοι, επειδή βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, έστειλαν πρέσβεις στην Κέρκυρα, που ήταν μητρόπολή τους, ζητώντας να μην βλέπει αδιάφορη την καθημερινή φθορά τους, αλλά να βοηθήσει να συμβιβαστούν με τους εξόριστους ολιγαρχικούς και να κλειστεί ειρήνη με τους βαρβάρους"..... Οι Κερκυραίοι όμως αρνήθηκαν τη βοήθεια κι έστειλαν πίσω τους πρέσβεις άπρακτους. Τα αίτια της άρνησης δεν ξεκαθαρίζονται. Το σίγουρο είναι ότι οι Επιδάμνιοι, μπροστά στο αδιέξοδο, θυμήθηκαν ξανά την Κόρινθο, ως πρωταρχική μητρόπολη, αφού ιδρυτής της πόλης ήταν Κορίνθιος. Έστειλαν μάλιστα και απεσταλμένους στο μαντείο των Δελφών προκειμένου να μάθουν τη γνώμη των θεών για το αν πρέπει να απευθυνθούν στην Κόρινθο. Όταν έλαβαν τη θετική απάντηση του μαντείου έστειλαν αμέσως πρέσβεις στην Κόρινθο: «Οι Κορίνθιοι υποσχέθηκαν να στείλουν βοήθεια, τόσο γιατί πίστευαν ότι ενεργούσαν σύμφωνα με το δίκιο μια και θαρρούσαν πως η Επίδαμνος δεν ήταν λιγότερο δική τους αποικία απ’ ό,τι των Κερκυραίων όσο και γιατί μισούσαν τους Κερκυραίους, επειδή, αν κι ήταν άποικοί τους, παραμελούσαν τις υποχρεώσεις τους απέναντί τους...... "Γιατί οι Κερκυραίοι, αν και αρχικώς αδιάφοροι, όταν μαθαίνουν την επέμβαση των Κορινθίων, γίνονται έξαλλοι. Η μέχρι πρότινος άρνησή τους δεν έχει καμιά σημασία μπροστά στις ανεπιθύμητες εξελίξεις, αφού η αλαζονεία της δεδομένης κτήσης είναι η περιφρόνηση που γεννά ο εφησυχασμός και που μετατρέπεται σε θανάσιμο μίσος όταν κλονίζεται από αναπάντεχους ανταγωνιστές. Οι Κερκυραίοι υποτίμησαν το δράμα των Επιδάμνιων και προφανώς δεν θεώρησαν τους Ταυλάντιους σοβαρή απειλή για την κυριαρχία του τόπου." Ο Θουκυδίδης το καθιστά σαφές από την αρχή: «Για να εξηγήσω τους λόγους που οδήγησαν στη διάλυση της ειρήνης, πρώτα πρώτα έγραψα για τις αιτίες των παραπόνων που είχε ο ένας εναντίον του άλλου και για τις διαφορές τους, ώστε να μην ψάχνει κανείς μελλοντικά να βρει γιατί έγινε ένας τόσο μεγάλος πόλεμος ανάμεσα στους Έλληνες. Η πιο αληθινή λοιπόν, αλλά και η λιγότερο ομολογούμενη αιτία ήταν, νομίζω, το γεγονός ότι η δύναμη των Αθηναίων γινόταν όλο και πιο μεγάλη, πράγμα που φόβισε τους Λακεδαιμονίους και τους ανάγκασε να πολεμήσουν». Οι Κερκυραίοι, βαθείς γνώστες του ιμπεριαλιστικού παιχνιδιού, όταν στέλνουν πρέσβεις στους Αθηναίους για να ζητήσουν βοήθεια μπαίνουν αμέσως στο ψητό: «Όσο για τον πόλεμο, στον οποίο εμείς θα μπορούσαμε να σας φανούμε χρήσιμοι, αν κανείς σας νομίζει πως τούτος δε θα γίνει, πλανιέται και δεν καταλαβαίνει πως οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή σας φοβούνται, θέλουν τον πόλεμο, κι ότι οι Κορίνθιοι, που είναι εχθροί σας κι έχουν μεγάλη επιρροή πάνω τους, χτυπούν σήμερα εμάς για να επιτεθούν κατόπιν εναντίον σας».
Το 314 π.Χ. η Επίδαμνος κατελήφθη από τον Κάσσανδρο της Μακεδονίας, αλλά οι Κερκυραίοι θεώρησαν πιο σύμφορο η πόλη να διοικείται από Ιλλυριούς. Εξεδίωξαν τον Κάσσανδρο και παρέδωσαν την Επίδαμνο στον Ιλλυριό βασιλιά Γλαυκία. Κάποια στιγμή ως βασίλισσα της περιοχής αναφέρεται η Τεύτα, ιλλυρικής εθνότητας επίσης. Το 296 π.Χ., η περιοχή των Ταυλαντίων θα προσαρτηθεί στο Βασίλειο του Πύρρου της Ηπείρου. Μετά τον θάνατο του Πύρρου, το 272 π.Χ. και την γοργή παρακμή της Ηπείρου, οι Ταυλάντιοι θα ανακτήσουν την ανεξαρτησία τους, αλλά σύντομα θα υποταχθούν στην ανερχόμενη δύναμη των Δαρδάνων. Το δεύτερο όμως μισό του 3ου αιώνα π.Χ. είναι η εποχή της ακμής των Αρδιαίων και του ηγεμόνα τους Άγρωνος, οι οποίοι όχι μόνον θα κυριαρχήσουν στην Ιλλυρίδα, αλλά θα διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή. Οι Ρωμαίοι, τους οποίους οι Αρδιαίοι παρενοχλούσαν συχνά και απειλούσαν την κυριαρχία τους στην Αδριατική, μετά την οριστική κατάκτηση της Μακεδονίας το 168/167 π.Χ. θα στραφούν τελικώς εναντίον του ηγεμόνος των Αρδιαίων Γένθιου, ο οποίος είχε συμμαχήσει με τους Μακεδόνες. Μέσα σε 30 μέρες οι Αρδιαίοι θα συντριβούν και ο Γένθιος, η σύζυγός του Ετλέβα, ο αδελφός του Καραβάντιος και τα δυό του παιδιά, Σκερδιλαΐδας και Πλευράτος θα σταλούν αλυσσοδεμένοι στην Ρώμη. Οι Ταυλάντιοι, που βοήθησαν τους Ρωμαίους θα ανταμειφθούν με αυτονομία και απαλλαγή από τον φόρο υποτελείας. Η πόλη κατελήφθη από τους Ρωμαίους και το 229 π.Χ. οι Ιλλυριοί επανήλθαν για να τη διεκδικήσουν. Κατέλαβαν προσωρινά την Κέρκυρα και την Επίδαμνο, αλλά οι Ρωμαίοι αστραπιαία ανακατέλαβαν και τις δύο. Από τότε η πόλη έμεινε σε ρωμαϊκά χέρια και αναφέρεται στο εξής ως Δυρράχιο επειδή η λατινική επιρροή μετέβαλε σε δυσοίωνο το αρχαιοελληνικό όνομά της -στα λατινικά το δεύτερο συνθετικό παρέπεμπε στο επίθετο damno που σήμαινε καταραμένο και καταδικασμένο σε θάνατο. Οι Ταυλάντιοι θα έχουν την τύχη των υπολοίπων ιλλυρικών φύλων στην διάρκεια της ρωμαιοκρατίας και βαθμιαία θα εξαφανισθούν από τις ιστορικές αναφορές.
Την Ήπειρο διέσχιζαν παρακλάδια της ρωμαϊκής Εγνατίας οδού, που εξασφάλιζαν την επικοινωνία με την Κεντρική και Νότια Ελλάδα. Στις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα η Ήπειρος γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της, όταν στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης της επαρχιακής διοίκησης από τον αυτοκράτορα Τραϊανό (98-117 μ.Χ.), αποτέλεσε αυτόνομη επαρχία με πρωτεύουσα τη Νικόπολη, όπου είχε την έδρα του ο Ρωμαίος επίτροπος-διοικητής της επαρχίας. Η ακμή της διάρκεσε ενάμιση περίπου αιώνα και συγκεκριμένα ως το 235 μ.Χ., οπότε με την κρίση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τις επακόλουθες βαρβαρικές επιδρομές δέχτηκε και αυτή όλες τις αρνητικές συνέπειες. Μετά από μισό αιώνα παρακμής, η Ήπειρος κατάφερε να ορθοποδήσει μόνο στα χρόνια του Διοκλητιανού (Τετραρχία), με τις διοικητικές του μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούσαν στην ίδρυση μικρότερων επαρχιών. Τότε η Ήπειρος διαιρέθηκε σε δυο επαρχίες, στην «Παλαιά Ήπειρο» (Epirus Vetus) και τη «Νέα Ήπειρο» (Epirus Nova), που υπάγονταν στη «Διοίκηση» των Μοισιών. H «Παλαιά ΄Ηπειρος», με πρωτεύουσα τη Νικόπολη, που υπαγόταν από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη «Διοίκηση» της Μακεδονίας, είχε συμπεριλάβει μέσα στα όριά της, εκτός από την Ακαρνανία, ολόκληρη την Ήπειρο ως τα Κεραύνια όρη (προς βορρά), καθώς και τρία νησιά του Ιονίου, την Κέρκυρα, τη Λευκάδα και την Ιθάκη. Η «Νέα Ήπειρος» με πρωτεύουσα το Δυρράχιο είχε συμπεριλάβει στα όρια της την νότια και κεντρική Αλβανία (2/3 της χώρας περίπου) ανήκε αρχικά στην ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας. Η Νέα Ήπειρος (Epirus Nova) ή Ελληνική Ιλλυρία (Illyria Graeca) ή κυρίως Ιλλυρία (Illyris proper) ήταν επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ιδρύθηκε από τον Διοκλητιανό κατά την αναδιάρθρωση των μεθοριακών επαρχιών. Μέχρι τότε η επαρχία ανήκε στην επαρχία της Μακεδονίας. Το Δυρράχιο (ή Επίδαμνος) καθιερώθηκε ως πρωτεύουσα της Νέας Ηπείρου. Η περιοχή της Νέας Ηπείρου αντιστοιχούσε σε ένα τμήμα της Ιλλυρίας που ήταν τότε «εν μέρει Ελληνικό και εν μέρει εξελληνισμένο». Η οικονομία τονώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την κατασκευή της Εγνατίας Οδού, την εγκατάσταση Ρωμαίων εμπόρων στις πόλεις, και την ίδρυση Ρωμαϊκών αποικιών. Η Αυτοκρατορική κυβέρνηση έφερε, μαζί με τους δρόμους και το διοικητικό της σύστημα, την οικονομική άνθηση, που ωφέλησε τόσο τη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη όσο και τα λαϊκά στρώματα. Με τεράστιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και πλούσια βοσκοτόπια, οι μεγάλες ηγετικές οικογένειες συσσώρευσαν τεράστιες περιουσίες, που βασίζονταν στην εργασία δούλων. Η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των παραγωγικών τάξεων επέφερε αύξηση του αριθμού των τεχνιτών και βιοτεχνών στην περιοχή. Πετράδες, ανθρακωρύχοι, σιδεράδες, κ.α. απασχολούντο σε κάθε είδους εμπορική δραστηριότητα και τέχνη. Ελληνες επίσης απασχολούντο ευρέως ως καθηγητές, δάσκαλοι και γιατροί σε όλο το Ρωμαϊκό κόσμο. Η οικονομία εξαγωγών βασιζόταν ουσιαστικά στη γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ εξάγονταν επίσης σίδηρος, χαλκός και χρυσός, μαζί με προϊόντα, όπως ξυλεία, ρητίνη, πίσσα, κάνναβη, λινάρι και ψάρις.
Η Ήπειρος περιήλθε στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όταν διαιρέθηκε η αυτοκρατορία το 395 μ.χ.. Η Υπαρχία Ιλλυρικού ή Επαρχότης του πραιτορίου του Ιλλυρικού ήταν μια από τις τέσσερις Υπαρχίες στις οποίες διαιρούνταν η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μέχρι τον 7ο αιώνα, οπότε οι Υπαρχίες αντικαταστάθηκαν με τα βυζαντινά Θέματα. Το διοικητικό κέντρο της Υπαρχίας ήταν το Σίρμιο (375-379) στην Παννονία και μετά το 379 η Θεσσαλονίκη. Ο διοικητής της Θεσσαλονίκης έμεινε ως Ύπαρχος ως τον 9ο αιώνα, αλλά λίγο πριν το 840 δημιουργήθηκε χωριστό Θέμα Θεσσαλονίκης με επικεφαλής στρατηγό. Ο Αναστάσιος Α΄ ο Δίκορος (431 -518) Βυζαντινός αυτοκράτοραςαπό το 491 έως το 518. Ο Φλάβιος Αναστάσιος γεννήθηκε περί το 431 στο Δυρράχιο από γονείς ταπεινής καταγωγής και είχε ένα ιδιαίτερο φυσικό χαρακτηριστικό. Οι κόρες των ματιών του είχαν διαφορετικό χρώμα, έτσι το ένα μάτι φαινόταν μαύρο ενώ το άλλο γαλανό, για αυτό και τον ονόμαζαν Δίκορο. Πολύ νέος ήλθε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε δεκτός στην υπηρεσία των ανακτόρων. Προήχθη σε δευτερεύουσα θέση αυλικού, αυτή του σιλεντιάριου. Απέκτησε όμως φήμη για τις διοικητικές του ικανότητες και εξασφάλισε την εύνοια της κόρης του αυτοκράτορα Λέοντα Α’, Αριάδνης. Μετά το θάνατο του Ζήνωνα, η χήρα πλέον αυτοκράτειρα, Αριάδνη, προώθησε και ανέβασε στο θρόνο, στις 11 Απριλίου 491, τον εκλεκτό της αυλικό Αναστάσιο. Σαράντα ημέρες μετά την αναγόρευσή του σε αυτοκράτορα, τον παντρεύτηκε, εξακολουθώντας έτσι να αναμειγνύεται στις υποθέσεις της αυτοκρατορίας. Για την εξασφάλιση των συνόρων ο Αναστάσιος έκτισε το οχυρό Δάρας στην Μεσοποταμία, το οποίο αναπτύχθηκε σε πόλη που ονομάστηκε Αναστασιούπολη. Ήταν από τους ελάχιστους αυτοκράτορες που άφησε γεμάτα τα δημόσια ταμεία, εφόσον μετά τον θάνατό του υπήρχαν στο κρατικό θησαυροφυλάκιο 350.000 λίτρες χρυσού. Από τα μεγαλύτερα δημόσια έργα του ήταν η κατασκευή νέου τείχους γύρω από την πρωτεύουσα, το οποίο περιέλαβε όλα τα κτίσματα που είχαν κτισθεί πέρα από το Θεοδοσιανό τείχος. Έτσι έκτισε το Αναστασιανό τείχος της Κωνσταντινούπολης, ενισχυμένο με πύργους που επικοινωνούσαν με εσωτερικούς διαδρόμους. Ο Αναστάσιος πέθανε το 518 χωρίς να αφήσει απογόνους. Είχε βέβαια τρεις ανεψιούς, από τους οποίους όμως δεν εξέλεξε κανένα για διάδοχό του. Πολλοί σύγχρονοί του έγραψαν ατελείωτους επαίνους για τα έργα του και την προσφορά του στην αυτοκρατορία, ενώ άλλοι τον πολέμησαν με φανατισμό, επικρίνοντας τα θρησκευτικά του πιστεύω και τη στάση του απέναντι στην Εκκλησία. Όπως και να έχουν τα πράγματα, μπορεί μεν να μην έφερε το χρυσό αιώνα στο Βυζάντιο, πέτυχε όμως όσο λίγοι να αντιμετωπίσει πολλούς εξωτερικούς κινδύνους, να ανακουφίσει τις λαϊκές μάζες, να προάγει την τεχνολογία, την οικονομία και τη δικαιοσύνη.
Τον 4ο αιώνα το Δυρράχιο έγινε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας "Epirus nova". Υπήρξε η γενέτειρα του αυτοκράτορα Αναστάσιου Α΄ το 430. Λίγο αργότερα το Δυρράχιο χτυπήθηκε από ισχυρό σεισμό που κατέστρεψε τις οχυρώσεις της πόλης. Ο Αναστάσιος Α΄ ξανάχτισε και ενίσχυσε τα τείχη της πόλης, δημιουργώντας έτσι τις ισχυρότερες οχυρώσεις στα δυτικά Βαλκάνια. Τα ύψους 12 μέτρων τείχη ήταν τόσο παχιά που, σύμφωνα με τη Βυζαντινή ιστορικό Άννα Κομνηνή τέσσερις ιππείς μπορούσαν να ιππεύουν πάνω τους παράλληλα. Διατηρούνται ακόμη σημαντικά τμήματα των οχυρώσεων της αρχαίας πόλης, αν και έχουν απομειωθεί πολύ με την πάροδο των αιώνων. Το Κάστρο του Δυρραχίου είναι ένα κάστρο, κτίσμα του 5ου ή 6ου αιώνα, που βρίσκεται στο Δυρράχιο, της σημερινής Αλβανίας. Το κάστρο χτίστηκε από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αναστάσιο Α΄. Εκείνη την εποχή ο Αναστάσιος έκανε την πόλη μία από τις πιο οχυρωμένες πόλεις στην Αδριατική. Επισκευές έγιναν σε πολλά τμήματα του τείχους μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1273. Αυτή τη στιγμή μεσαιωνικά τείχη έχουν 4,6 μέτρα ύψος και τρεις πύλες, μερικοί από τους πύργους οχύρωσης σώζονται σχεδόν στο ένα τρίτο του αρχικού μήκους των τειχών του κάστρου.
Το Δυρράχιο και οι γύρω επαρχίες υπέφεραν πολύ από βαρβαρικές επιδρομές κατά τις Μεγάλες Μεταναστεύσεις. Πολιορκήθηκε το 481 από το Θευδέριχο το Μέγα, βασιλιά των Οστρογότθων, και τους επόμενους αιώνες αναγκάστηκε να αποκρούσει πολλές επιθέσεις των Βουλγάρων. Aνεπηρέαστη από την κατάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η πόλη διατηρήθηκε υπό τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως σημαντικό λιμάνι και κύριος κόμβος μεταξύ Αυτοκρατορίας και Δυτικής Ευρώπης. Η πόλη και οι γύρω ακτές αποτέλεσαν Βυζαντινή επαρχία (το Θέμα του Δυρραχίου) στις αρχές του 9ου αιώνα. Η Βυζαντινή κυριαρχία αμφισβητήθηκε από τους Βουλγάρους υπό το Συμεών το Μέγα, αλλά έμεινε στα χέρια των Βυζαντινών μέχρι τα τέλη του 10ου αιώνα, οπότε ο Σαμουήλ της Βουλγαρίας κατέλαβε την πόλη και την κράτησε μέχρι το 1005. Το Δυρράχιο πέρασε το Φεβρουάριο του 1082 από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό στους Νορμανδούς υπό το Ροβέρτο Γυϊσκάρδο και το γιο του Βοϊμόνδο, με τη Μάχη του Δυρραχίου. Ο Βυζαντινός έλεγχος αποκαταστάθηκε λίγα χρόνια αργότερα, αλλά η πόλη χάθηκε πάλι το 1185, αυτή τη φορά στο Νορμανδό Βασιλιά, Γουλιέλμο Β΄ της Σικελίας.
Το 1081, ο Αλέξιος Κομνηνός νικήθηκε στο Δυρράχιο από τους Νορμανδούς του Δούκα της Απουλίας Ροβέρτου Γυισκάρδου, που διεκδικούσε το θρόνο της Κωνσταντινούπολης, για να «προστατεύσει» τα δικαιώματα του γαμπρού του. Οι Νορμανδοί που σε συμμαχία με τον Πάπα Γρηγόριο Ζ κατέλαβαν την Κεφαλονιά και την Κέρκυρα προσπάθησαν να αποκλείσουν στην Αδριατική το στόλο της Βενετίας και πολιόρκησαν την βυζαντινή πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, το Δυρράχιο, με 30.000 άνδρες και 150 πλοία.  Ο Αλέξιος Κομνηνός κατέφθασε με 20,000 άνδρες και στην αρχή, οι Βενετοί σύμμαχοι του Αλέξιου, νίκησαν τον στόλο του Ροβέρτου και διέλυσαν τη θαλάσσια πολιορκία. Η μάχη κατά παράταξη έξω από το Δυρράχιο, η μεν βυζαντινή δεξιά πτέρυγα έτρεψε σε φυγή την αριστερή πλευρά τον Νορμανδών όμως οι Βαράγκοι, (Βίκινγκς) του Αλεξίου που τους καταδίωξαν, περικυκλώθηκαν και κατεσφάγησαν, οπότε ο Αλέξιος εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης αφήνοντας τη νίκη στον Ροβέρτο, που όμως είχε μεγαλύτερες απώλειες. Οι Νορμανδοί είχαν 10.000 νεκρούς εκ των οποίων οι 500 Ιππότες και οι Βυζαντινοί 5,000. Από το Στρατό του Αλέξιου λιποτάκτησαν πάντως πολλοί Βούλγαροι και Τούρκοι μισθοφόροι. Ο Αλέξιος διατήρησε ένα στράτευμα περίπου 8.000 Ελλήνων. Μετά από αυτή τη μάχη, το Δυρράχιο, παραδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1082 και οι Νορμανδοί κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. 18 Οκτωβρίου 1081 μ.Χ. Μάχη του Δυρραχίου. Οι Βάραγγοι, μετά από την αρχική επιτυχία ενάντια στις δυνάμεις των Ιταλονορμανδών, απομονώθηκαν από το κύριο σώμα του στρατού, και την εκκλησία που προφύλασσαν μέσα καηκαν ολοσχερώς. Οι Νορμανδοί υπό τον Robert Guiscard κατέλαβαν την πόλη, και αργότερα την κωμόπολη της Καστοριάς, που εφρουρείτο από Βαράγγους. Εντούτοις, ο Νορμανδικός στρατός εχρονοτρίβησε, και χάνοντας μια μάχη στη Λάρισσα, έχασε όλα τα κέρδη του μέσα σε τέσσερα έτη.
Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους σταυροφόρους το 1204, ο Μιχαήλ Α' Κομνηνός Δούκας κατέλαβε την Ήπειρο και ίδρυσε το ανεξάρτητο Δεσποτάτο της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Άρτα. Το Δεσποτάτο περιλάμβανε εκτός από την Ήπειρο (και την Αλβανία), την Αιτωλία, την Ακαρνανία και περιοχές της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Το 1317 ή 1318 η περιοχή καταλήφθηκε από τους Σέρβους και παρέμεινε στην εξουσία τους μέχρι τη δεκαετία του 1350. Την εποχή εκείνη οι Πάπες, υποστηριζόμενοι από τους Ανδεγαυούς αύξησαν τη διπλωματική και πολιτική δραστηριότητά τους στην περιοχή, χρησιμοποιώντας τους Λατίνους επισκόπους, μεταξύ αυτών του αρχιεπισκόπου του Δυρραχίου. Η πόλη είχε γίνει θρησκευτικό του Καθολικισμού μετά την εγκατάσταση εκεί των Ανδεγαυών. Το 1272 εγκαταστάθηκε ένας Καθολικός αρχιεπίσκοπος και μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα υπήρχαν στο Δυρράχιο αρχιεπίσκοποι τόσο Καθολικός όσο και Ορθόδοξος. Δυο Ιρλανδοί προσκυνητές που επισκέφθηκαν την Αλβανία καθ' οδόν προς την Ιερουσαλήμ το 1322 ανέφεραν ότι το Δυρράχιο "κατοικείτο από Λατίνους, Έλληνες, άπιστους Εβραίους και βάρβαρους Αλβανούς". Το 1348 την περιοχή την κατέλαβαν προσωρινά Σέρβοι, υπό την αρχηγεία του Στέφανου Δουσάν, και αργότερα για ένα διάστημα κατέλαβαν κάποιες πόλεις Αρβανίτες. Το 1359 το Δεσποτάτο πέρασε στην επικράτεια του Βυζαντίου, αλλά όχι για πολύ. Λίγο πριν την Οθωμανική κατάκτηση, η Ήπειρος ελέγχονταν από την Ιταλική οικογένεια των Τόκκων. Παρά την εναλλαγή διοικήσεων και κατακτητών, τουλάχιστον οι πόλεις της Ηπείρου διατηρούσαν κυρίως Ελληνικό πληθυσμό. Όπως αναφέρεται σε πανηγυρικό κείμενο που γράφτηκε μεταξύ 1427-1446, "Αι δε πόλεις καθαρόν έτι σώζουσι το ελληνικόν γένος, ...".
Η Δημοκρατία της Βενετίας κατέλαβε την πόλη το 1392 και διατήρησε την πόλη, γνωστή ως Durazzo εκείνη την εποχή, ως τμήμα της Albania Veneta. Απέκρουσε μια πολιορκία από τον Οθωμανό Σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ το 1461, αλλά υποτάχθηκε στις Οθωμανικές δυνάμεις το 1501. To Δυρράχιο είχε γίνει Χριστιανική πόλη πολύ νωρίς. Η επισκοπή της ιδρύθηκε το 58 και αναβαθμίστηκε σε αρχιεπισκοπή το 449. Υπό την Τουρκική κυριαρχία πολλοί κάτοικοί της προσηλυτήσθηκαν στο Ισλάμ και ανεγέρθηκαν πολλά τζαμιά. Η πόλη μετονομάστηκε σε Ντιράτς αλλά υπό τους Οθωμανούς δεν ευημέρησε και η σημασία της υποχώρησε σημαντικά. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο πληθυσμός της φέρεται να ήταν μόνο 1.000 άνθρωποι, σε περίπου 200 νοικοκυριά. Η παρακμή της επισημαινόταν στις αρχές του 20ού αιώνα από ξένους παρατηρητές : "Τα τείχη είναι ερειπωμένα, πλατάνια φυτρώνουν στα γιγαντιαία ερείπια της Βυζαντινής της ακρόπολης και το λιμάνι της, κάποτε άνετο και ασφαλές, σιγά - σιγά γεμίζει λάσπη". Κατά τα έτη 1899-1906 Μητροπολίτης Δυρραχίου διετέλεσε ο Προκόπιος Λαζαρίδης, ο οποίος όπου εργάστηκε με αφοσίωση για την πνευματική κατάρτιση των χριστιανών με ταυτόχρονη ειδική μέριμνα για τη στήριξη των κρυπτοχριστιανών της Βορείου Ηπείρου, που ήταν ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της περιοχής λόγω διώξεων που υφίσταντο. Ο Ισμαήλ Κεμάλ ύψωσε την Αλβανική σημαία στις 26 Νοεμβρίου 1912, αλλά η πόλη καταλήφθηκε από το Βασίλειο της Σερβίας τρεις ημέρες αργότερα κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Η πόλη έγινε η δεύτερη πρωτεύουσα της Αλβανίας στις 7 Μαρτίου 1914 υπό τη σύντομη εξουσία του Πρίγκιπα Γουλιέλμου του Βιντ. Παρέμεινε πρωτεύουσα της Αλβανίας μέχρι τις 11 Φεβρουαρίου 1920, οπότε το Συνέδριο της Λούσνιε έκανε νέα πρωτεύουσα τα Τίρανα. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η πόλη καταλήφθηκε από την Ιταλία το 1915, την Αυστροουγγαρία το 1916-1918 και από τους Συμμάχους τον Οκτώβριο του 1918. Έχοντας επανέλθει στην Αλβανική κυριαρχία το Δυρράχιο έγινε προσωρινή πρωτεύουσα της χώρας μεταξύ 1918 και Μαρτίου 1920. Τη δεκαετία του 1930 είχε στην πόλη υποκατάστημα η Τράπεζα Αθηνών. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Δυρράχιο και η υπόλοιπη Αλβανία είχαν προσαρτηθεί στο Βασίλειο της Ιταλίας μεταξύ 1939-1943 και καταλήφθηκαν κατόπιν από τη Ναζιστική Γερμανία μέχρι το 1944. Η στρατηγική σημασία του Δυρραχίου ως λιμανιού το κατέστησε σημαντικό στρατιωτικό στόχο και για τις δύο πλευρές. Ήταν το σημείο της αρχικής Ιταλικής απόβασης στις 7 Απριλίου 1939 καθώς και το εφαλτήριο για την αποτυχημένη Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα. Η πόλη υπέστη μεγάλες καταστροφές από Συμμαχικούς βομβαρδισμούς κατά τη διάρκεια του πολέμου και οι λιμενικές εγκαταστάσεις ανατινάχτηκαν από τους υποχωρούντες Γερμανούς το 1944.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Επίδαμνος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δυρράχιο
http://ethnologic.blogspot.com/2010/06/blog-post_27.html
http://ethnologic.blogspot.com/2009/12/blog-post_06.html
http://eranistis.net/wordpress/2013/10/20/ο-θουκυδίδης-και-η-έναρξη-του-πελοπονν/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ήπειρος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μακεδονία_(Ρωμαϊκή_επαρχία)
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θέμα_Δυρραχίου
http://www.imma.edu.gr/imma/history/04.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Υπαρχία_Ιλλυρικού
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αναστάσιος_Α΄_ο_Δίκορος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κάστρο_του_Δυρραχίου
https://hellas-now.com/otan-vikingks-synantisan-ti-vyzantini-aftokratoria/
http://deltio11.blogspot.com/2017/10/1081.html
http://www.orp.gr/?p=3462
https://stefanosskarmintzos.wordpress.com/2011/10/14/βαραγγοι-ανατομία-της-αυτοκρατορική/

Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

Hellenistic and Roman Galilee : The cultural and historical background of early Christianity

In the modern common usage, Galilee refers to all of the area that is beyond Mount Carmel to the northeast, extending from Dan to the north, at the base of Mount Hermon, along Mount Lebanon to the ridges of Mount Carmel and Mount Gilboa north of Jenin to the south, and from the Jordan Rift Valley to the east across the plains of the Jezreel Valleyand Acre to the shores of the Mediterranean Sea and the coastal plainin the west, including Beth Shean's valley, Sea of Galilee's valley, and Hula Valley, although it usually does not include Haifa's immediate northern suburbs. By this definition it overlaps with much of the administrative Northern District of the country. Western Galilee is a common term referring to the western part of the Upper Galilee and its shore, and usually also the northwestern part of the Lower Galilee, mostly overlapping with Acre sub district. Galilee Panhandle is a common term referring to the "panhandle" in the east that extends to the north, where Lebanon is to the west, and includes Hula Valley and Ramot Naftali mountains of the Upper Galilee. Historically, the part of Southern Lebanon south of the east-west section of the Litani River also belonged to the region of Galilee, but the present article mainly deals with the Israeli part of the region. Most of Galilee consists of rocky terrain, at heights of between 500 and 700 m. Several high mountains are in the region, including Mount Tabor and Mount Meron, which have relatively low temperatures and high rainfall. As a result of this climate, flora and fauna thrive in the region, while many birds annually migrate from colder climates to Africa and back through the Hula–Jordan corridor. The streams and waterfalls, the latter mainly in Upper Galilee, along with vast fields of greenery and colourful wildflowers, as well as numerous towns of biblical importance, make the region a popular tourist destination. Due to its high rainfall 900 millimetres –1,200 millimetres, mild temperatures and high mountains (Mount Meron's elevation is 1,000–1,208 m), the upper Galilee region contains some distinctive flora and fauna.
The Siege of Tyre was orchestrated by Alexander the Great in 332 BC during his campaigns against the Persians. The Macedonian army was unable to capture the city, which was a strategic coastal base on the Mediterranean Sea, through conventional means because it was on an island and had walls right up to the sea. Alexander responded to this problem by first blockading and besieging Tyre for seven months, and then by building a causeway that allowed him to breach the fortifications. It is said that Alexander was so enraged at the Tyrians' defence of their city and the loss of his men that he destroyed half the city. According to Arrian, 8,000 Tyrian civilians were massacred after the city fell. Alexander granted pardon to all who had sought sanctuary (safety in the temple), including Azemilcus and his family, as well as many nobles. 30,000 residents and foreigners, mainly women and children, were sold into slavery. When Alexander destroyed Tyre, most of the towns on the route to Egypt quickly capitulated. However, Alexander met with resistance at Gaza. The stronghold was heavily fortified and built on a hill, requiring a siege. During the Siege of Gaza Alexander succeeded in reaching the walls by utilizing the engines he had employed against Tyre. After three unsuccessful assaults, the stronghold was taken by storm. Batis, the commander of the fortress of Gaza, expected to hold Egypt in subjection until the Persian Great King Darius III could raise another army and confront Alexander in a battle from this city. The fortress was located on an eminence, on the edge of a desert from which the surrounding area could be easily controlled. It controlled the main road that went from the Persian province of Syria to Egypt. The city, over 60 feet (18 m) high, was traditionally employed to control the surrounding area, which even then was a hotbed of dissent. Batis was aware that Alexander was marching down the coast, as he had just been victorious at Tyre. He therefore victualed Gaza for a long siege. It is likely that he was aware of Alexander's scheme of controlling the entire Mediterranean coast before moving into the interior of Persia. Batis refused to surrender to Alexander. When Gaza was taken, the male population was put to the sword and the women and children were sold into slavery. As a result of the Siege, Alexander was allowed to proceed south into Egypt securely, without his line of communications being threatened from the North by Batis from Gaza. Andromachus of Cyprus was an allied admiral of Alexander the Great during the Siege of Tyre in 332 BC. He may have been the same Andromachus who was shortly afterward appointed the governor of Coele-Syria, and was burnt to death by the Samaritans. Alexander punished the assassins of Andromachus. During the Hellenistic period, Samaria was largely divided between a Hellenizing faction based in Samaria (Sebastaea) and a pious faction, led by the High Priest and based largely around Shekhem and the rural areas. Samaria was a largely autonomous state nominally dependent on the Seleucid Empire until around 113 BCE, when the Jewish Hasmonean ruler John Hyrcanus destroyed the Samaritan temple and devastated Samaria.
Hellenistic Judaism was a form of Judaism that combined Jewish religious tradition with elements of Greek culture. The major literary product of the contact of Second Temple Judaism and Hellenistic culture is the Septuagint translation of the Hebrew Bible from Biblical Hebrew and Biblical Aramaic to Koiné Greek, Jewish Koiné Greek. Mentionable are also the philosophic and ethical treatises of Philo and the historiographical works of the other Hellenistic Jewish authors. The decline of Hellenistic Judaism started in the 2nd century CE. The conquests of Alexander the Great in the late 4th century BCE spread Greek culture and colonization a process of cultural change called Hellenization over non-Greek lands, including the Levant. This gave rise to the Hellenistic age, which sought to create a common or universal culture in the Alexandrian empire based on that of 5th- and 4th-century BCE Athens, along with a fusion of Near Eastern cultures. The period is characterized by a new wave of Greek colonization which established Greek cities and Kingdoms in Asia and Africa, the most famous being Alexandria in Egypt. New cities were established composed of colonists who came from different parts of the Greek world, and not from a specific metropolis ("mother city") as before. Jewish life in both Judea and the diaspora was influenced by the culture and language of Hellenism. The Greeks viewed Jewish culture favorably, while vice versa, Hellenism gained adherents among the Jews. The main religious issue dividing Hellenized Jews from traditional Jews was the application of biblical laws in a Hellenistic (or Roman or other non-Jewish) empire. Under the suzerainty of the Ptolemies and later the Seleucids, Judea witnessed a period of peace and protection of its institutions.
Judah Aristobulus I (Greek name for"best-advising"; reigned c. 104 - 103 BC) was the first ruler of the Hasmonean Dynasty to declare himself "king". He was the eldest of the five sons of John Hyrcanus, the previous leader. Aristobulus was not only just the first king from the Hasmonean lineage, but the first of any Hebrew kings to claim both the high priesthood and the kingship title. The Sadducees and the Essenes were not concerned about Aristobulus taking the title of king, but the Pharisees were infuriated: they felt that the kingship could only be held by descendants of the Davidic line (the Hasmoneans were Levites). The Pharisees began a massive rebellion, but Aristobulus died before any attempt to depose of him could occur. According to the directions of John Hyrcanus, the country after his death was to be placed in the hands of his wife, and Aristobulus was originally to receive the high-priesthood only. Aristobulus did not approve of his father's wishes, instead, he seized the crown with the support of his brother Antigonus. To secure his kingship, he had his mother placed in prison where she starved to death; and to ensure himself of any possible endangerment from his family, he placed his three brothers into prison except for Antigonus. Much of the Galilee region was annexed by Aristobulus, however, there was some resistance from the Ituraean tribes from the northern parts of the region. The terrain made campaigning difficult against the Galilee inhabitants. In the end, Aristobulus would eventually conquer much of the territory from them. The Golan region was also taken during the campaign and Mount Hermon as well. The conquered inhabitants were forced to accept the Jewish faith, primarily, circumcision was forcibly performed as the main step to conversion. Archaeological findings in eastern Galilee and lower Golan reveal massive ethnic changes in the area just before, during, and immediately after Aristobulus's reign. Beginning with John Hyrcanus and ending with Alexander Jannaeus, large numbers of pro-Hasmonean Jews immigrated into those territories to support Hasmonean political, economic, and religious ideology, displacing much of the pre-existing population. Although many of these towns were later seized by Roman forces who instituted pro-Hellenic policies, the previous Hasmonean influence survived and would incite conflict during and after the rule of Herod the Great.
Aristobulus's feeble health gradually lead his remaining reign under the control of a clique, at the head of which stood Queen Alexandra Salome, his wife. Through his machinations reign, he was led to suspect his favorite brother, Antigonus whom he had entrusted with a share in the government, and whom he treated almost as a coregent of designs against him. When he showed signs of disease, the queen conspired to murder Antigonus. She deceived the king with suggestions that Antigonus was attempting to overthrow him by force. Salome then convinced Antigonus that his king wished to see his new armor, while telling Aristobulus that his brother was coming to kill him. Antigonus was killed by Aristobulus's guards before he could get close to his brother. Days later, Aristobulus died from pain and internal bleeding from an unknown disease, which Jews perceived his death as a sign of God's disgruntlement. The queen released the younger brothers from prison, placing Alexander Jannaeus on the throne. The first mint of Hasmonean coins didn't begin until the leadership of John Hyrcanus. Like his father, Judah Aristobulus only minted his coins with the title of the high priesthood. It wasn't until Alexander Jannaeus that both the roles of kingship and the high priesthood were minted onto coins. The majority of Judah's coins were found in the regions of Galilee and the Golan, primary, the largest amount of coins were from Gamla. Majority of them come from his actual reign, while a small amount of these coins were minted after.
In Roman times, the client kingdom of Judea was divided into Judea, Samaria, the Paralia (beach in Greek)(Palestine), and Galilee, which comprised the whole northern section of the country, and was the largest of the three regions under the Tetrarchy (Judea). After Judea became a Roman province in 6 CE, Galilee briefly became a part of it, then separated from it for two to three centuries. The Galilee region was presumably the home of Jesus Christ during at least 30 years of his life. Much of the first three Gospels of the New Testament give an account of Jesus' public ministry in this province, particularly in the towns of Nazareth and Capernaum. Galilee is also cited as the place where Jesus performed many public miracles, including curing a blind man. After the death of Jesus, some accounts suggest his disciples returned to Galilee and their experience of His resurrection took place there. The archaeological discoveries of synagogues from the Hellenistic and Roman period in the Galilee show strong Phoenician influences, and a high level of tolerance for other cultures, relative to other Jewish sacred sites from the period, the latter being "cleansed of impurities". Eastern Galilee retained a Jewish majority until at least the seventh century.
Sepphoris Zippori also called Diocaesaraea (in Greek) and, during the Crusades, Sephory is a village and an archeological site located in the central Galilee region of Israel, 6 kilometers north-northwest of Nazareth. In Late Antiquity, it was believed to be the birthplace of Mary, mother of Jesus, and the village where Saints Anna and Joachim are often said to have resided, where today a 5th-century basilica is excavated at the site honoring the birth of Mary.
Following the Bar Kokhba revolt of 132–135, Sepphoris was one of the centers in Galilee where rabbinical families from Judea relocated. In 104 BCE, the Judean priestly dynasty of the Hasmoneans conquered Galilee under the leadership of either Alexander Jannaeus or Aristobulus I and at this time the town may have been administered by a quarter-master, probably Jewish, and by the middle of the 1st century BCE, after the campaigns of Pompey, it fell under Roman rule in 63 BCE and became one of the five synods of Roman influence in the Near East. After Herod's death in 4 BCE, a certain Judas, son of a local bandit, Ezekias, attacked Sepphoris, then the administrative center of the Galilee, and, sacking its treasury and weapons, armed his followers in a revolt against Herodian rule. The Roman Governor in Syria, Varus is reported by Josephus - perhaps in an exaggeration, since archaeology has failed to verify traces of the conflagration - to have burnt the city down, and sold its inhabitants into slavery. After Herod's son, Herod Antipas was made tetrarch, or governor, he proclaimed the city's new name to be Autocratoris, and rebuilt it as the "Ornament of the Galilee". An ancient route linking Sepphoris to Legio, and further south to Samaria-Sebastia, is believed to have been paved by the Romans around this time. The new population was loyal to Rome. At the time of Jesus, Sepphoris was a large, Roman-influenced city. It has been suggested that Jesus, while living in Nazareth, may have worked as a craftsman at Sepphoris, where, during his youth 'the largest restoration project' of his time took place. The inhabitants of Sepphoris did not join the Great Jewish Revolt against Roman rule of 66 CE. Towns and villages that did not rebel were spared and in Galilee they were the majority. Coins minted in the city at the time of the Great Revolt carried the inscription Neronias and Eirenopolis, Greek for "City of Peace". After the revolt, coins bore depictions of laurel wreaths, palm trees, caduceuses and ears of barley, which appear on Jewish coinage albeit not exclusively.
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Hasmonean_dynasty
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Aristobulus_I
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Galilee
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Siege_of_Gaza
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Siege_of_Tyre_(332_BC)
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Alexander_the_Great
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Andromachus_of_Cyprus
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Samaritans
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Hellenistic_Judaism
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Sepphoris

Ρουσέλιος ή Ουρσέλιος : Η περιπετειώδης ιστορία ενός Νορμανδου μισθοφόρου στην βυζαντινή Μικρά Ασία

Η στρατολόγηση μαχητών από τη Δύση ήταν θεσμός από την πρώιμη περίοδο του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, καθώς οι Βυζαντινοί είχαν κληρονομήσειτο σύστημα των foiderati. Ο Ιουστινιανός σχημάτιζε μονάδες ιππικού από τους Βανδάλους και Γότθους αιχμαλώτους και ο Ηράκλειος είχε στο σύνταγμα των Οπτιματών και τον Βουκελλαρίων – Οστρογότθους από την Ιταλία. Είναι μάλλον πιθανό ότι όταν εντάθηκαν οι σχέσεις με τον Καρλομάγνο, πολλοί Λομβαρδοί εξόριστοι βρήκαν το δρόμο τους στο Βυζαντινό στρατό και ίσως και στην Βασιλική Εταιρία που αποτελούσε τότε την αυτοκρατορική Σωματοφυλακή. Μέχρι αυτή την περίοδο δεν αποτελούσαν επίλεκτο σχηματισμό και ίσως διαμοιράζονταν ανάμεσα στα «θεματικά» στρατεύματα προς αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων. Η μεγάλη στρατολόγηση Δυτικών αρχίζει στο τέλος του 9ου αιώνα. Τα Χριστούγεννα του 876 μ.Χ. ο Βυζαντινός κυβερνήτης του Μπάρι κατέλαβε την πόλη μετά από πρόσκληση των κατοίκων που φοβόταν ότι οι Λομβαρδοί δούκες δεν μπορούσαν να τους προστατέψουν από τους ‘Αραβες. Τον επόμενο χρόνο Βυζαντινοί διπλωμάτες συγκρότησαν συμμαχία των δουκάτων και των κοινοτήτων κατά των Αράβων. Το σύνολο του βαρέως ιππικού παρεχόταν από τους Λομβαρδούς δούκες που μάχονταν ως βαριά θωρακισμένοι ιππείς. Το 885-6 μ.Χ. οι Βυζαντινοί κατέλαβαν την Καλαβρία και το 891 μ.Χ. δημιούργησαν ένα νέο διοικητικό θέμα με βάση την Aπουλία, που το ονόμασαν «Λογγοβαρδία». Οι Λομβαρδοί δούκες ήταν διαιρεμένοι και δεν μπορούσαν αντιδράσουν, αλλά ο δούκας Meles και οι άλλοι αφού προσέλαβαν Νορμανδούς μισθοφόρους επαναστάτησαν το 1009 μ.Χ. Ο Βασίλειος Β’ απέστειλε τον ικανό στρατηγό Bιοιωάννη που με συνδυασμό δωροδοκιών και στρατιωτικής πίεσης επανέφερε την αυτοκρατορική εξουσία. Κατόπιν χρησιμοποίησε τους Νορμανδούς μισθοφόρους κατά των Αράβων της Σικελίας. Όσο υπήρχε στιβαρός διοικητής στο αξίωμα του Κατεπάνω της Ιταλίας όλα ήταν υπό έλεγχο. Αλλά από το θάνατο του Βασιλείου Β΄ και μετά η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο των Βυζαντινών. Οι Νορμανδοί μισθοφόροι άρπαζαν τα Λομβαρδικά φρούρια και λεηλατούσαν τις Βυζαντινές επαρχίες. Η κατάσταση ανατράπηκε όμως από τον ικανό στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη. Αφού εξασφάλισε την υποστήριξη των Νορμανδικών φρατριών Hauteville και Drengot αποκατέστησε την Βυζαντινή κυριαρχία. Κατόπιν εξεστράτευσε στη Σικελία κατά των Αράβων και ανακατέλαβε το σύνολο της νήσου. Τα πιο αξιόπιστα τμήματα του στρατού του ήταν οι Βάραγγοι και οι Ιταλιώτες ιππείς Νορμανδοί και Λομβαρδοί. Ο Μανιάκης όμως ταπείνωσε δημόσια τον επικεφαλής των Λομβαρδών ιπποτών Arduin και τον έκανε να λιποτακτήσει. Μετά την ανάκληση του Μανιάκη οι Hauteville κατέλαβαν τη Σικελία για λογαριασμό τους. Ο Μανιάκης στηριζόμενος στους Δυτικούς ιππότες αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας αλλά εφονεύθει στο Οστροβο έξω από τη Θεσσαλονίκη. Εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη των Βυζαντινών για έτοιμους εκπαιδευμένους στρατιώτες οι Νορμανδοί πέρασαν σε μεγάλους αριθμούς στην Βυζαντινή επικράτεια. Ένας από τους πρώτους ήταν ο Hervé στα 1050. Οι Νορμανδοί ήταν τοποθετημένοι σαν φρουρές στα ανατολικά σύνορα και οι βάσεις τους ήταν η Μαλάτυα και η Έδεσσα. Βλέποντας την αδυναμία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους θέλησαν να επωφεληθούν. Ο πολύς Roussel de Bailleul δοκίμασε να δημιουργήσει ανεξάρτητο κράτος στην Ανατολία αλλά συνελήφθη από τον Αλέξιο Κομνηνό. Από το 1073 έως το 1074, 8.000 από τις 20.000 άντρες του στρατηγού Φιλάρετου Βραχάμιου που πολεμούσε τους Σελτζούκους Τούρκους ήταν Αφράνγιοι (Φράγκοι) υπό τον στρατηγό Raimbaud. Στην Κωνσταντινούπολη μαθαίνουμε από την «Αλεξιάδα» ότι ήταν στρατοπεδευμένοι Γερμανοί. Οι διπλωματικοί ελιγμοί των Κομνηνών εξασφάλισαν αρκετές φορές βαρύ Γερμανικό ιππικό στην Αυτοκρατορία. Την εποχή του δυτικόφιλου Μανουήλ Κομνηνού οι ξένοι ιππότες κυριολεκτικά κατέκλυσαν το Βυζάντιο. Ο Μανουήλ άλλωστε πολεμούσε εναντίον αντιπάλων οι οποίοι εφάρμοζαν την τακτική των σαρωτικών επελάσεων βαριά οπλισμένων ιπποτών και σκέφτηκε να τους αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο. Καθώς μετά το Μαντζικέρτ δέν υπήρχε πλεόν γηγενές ιππικό που να εφαρμόζει αυτή την τακτική η λύση ήταν οι πρόσληψη Δυτικών ιπποτών. Όλη την επόμενη περίοδο το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος στηρίζεται αποκλειστικά σε σε Δυτικούς μισθοφόρους για να συγκροτεί μονάδες βαρέως ιππικού. Η γενική σήψη, ο οικονομικός μαρασμός κα οι εμφύλιοι πόλεμοι στους οποίους εμπλέκονται οι Δυτικοί για δικό τους όφελος καταστρέφουν σιγά σιγά το κράτος. Ο επίλογος των ξένων μισθοφόρων αλλά και της Αυτοκρατορίας γράφεται στα 1453 με την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.
Ο χρονικογράφος Geoffrey Malaterra έγραψε για τους Νορμανδούς ότι: «..διακρίνονται ιδιαίτερα από πονηριά, περιφρονούν την κληρονομιά τους με την ελπίδα να αποκτήσουν μεγαλύτερη περιουσία, είναι πρόθυμοι για κέρδος και κυριαρχία, επιρρεπείς σε κάθε είδους υποκρισία, ακροβατώντας μεταξύ γενναιοδωρίας και απληστίας και συνδυάζοντας ιδιόρρυθμα αυτές τις δύο φαινομενικά αντίθετες ιδιότητες. Οι ηγέτες τους είναι ιδιαίτερα γενναιόδωροι χάριν της επιθυμίας τους για φήμη. Είναι επίσης μια ράτσα επιδέξια στην κολακεία, απορροφημένοι στη μελέτη της ευγλωττίας, ώστε ακόμη και τα αγόρια είναι επιδέξιοι ρήτορες, μια ράτσα ατίθαση εκτός κι αν συγκρατήται από το ζυγό της δικαιοσύνης. Υπομένουν την κούραση,την πείνα και το κρύο όποτε η μοίρα το ρίξει επάνω τους. Είναι απορροφημένοι με το κυνήγι και την ιερακοτροφία, και τους αρέσουν ιδιαίτερα τα άλογα και όλα τα όπλα του πολέμου…» Όπως ήταν επόμενο αυτοί οι άντρες σεβόντουσαν μόνο τους δυναμικούς ηγέτες, αλλά από τα μέσα του 11ου αιώνα το Βυζάντιο δεν είχε αρκετούς από αυτούς. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι ιππότες στασίαζαν με τη πρώτη ευκαιρία και επιχειρούσαν να ιδρύσουν ανεξάρτητα κράτη. Παρά τα συνεχή προβλήματα, το θάρρος τους και η μαχητικότητά τους έγιναν αιτία να συνεχίσουν οι Βυζαντινοί να τους προσλαμβάνουν ως μισθοφόρους έως το 1200. Η μονάδα όμως ήταν αξιόπιστη και αποτελεσματική μόνο όταν την διοικούσαν ηγήτορες του διαμετρήματος του Μανιάκη ή των Κομνηνών.
Ο Ρουσέλιος (Russelius, ; – 1078) ήταν εξελληνισμένος τύπος του ονόματος του Νορμανδού στρατιωτικού Ρουσέλ ντε Μπελέλ (Roussel de Bailleul), ο οποίος είναι γνωστός και ως Ουρσέλιος (Urselius). 
Γόνος αριστοκρατικής νορμανδικής οικογένειας της Γαλλίας, μετείχε στις εκστρατείες του συμπατριώτη του Ροβέρτου Γυϊσκάρδου στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, αλλά το 1070 ήρθε σε ρήξη μαζί του και, επικεφαλής μισθοφορικού σώματος περίπου 500 Νορμανδών πήγε στην Κωνσταντινούπολη και προσέφερε τις υπηρεσίες του στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ρωμανό Δ’ Διογένη (1067-71). Μετείχε στην αποτυχημένη εκστρατεία του τελευταίου στην Αρμενία εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων του σουλτάνου Αλπ Αρσλάν (1063-72), η οποία κατέληξε στη βαρύτατη ήττα των Βυζαντινών στη μάχη του Μαντζικέρτ (1071) και στην αιχμαλωσία του ίδιου του Ρωμανού, και στη συνέχεια διορίστηκε από τον επόμενο αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (1071-78) διοικητής όλων των Φράγκων μισθοφόρων.
Το 1073, επικεφαλής σώματος 400 μισθοφόρων, μετείχε στην εκστρατεία του στρατηγού Ισαάκιου Κομνηνού εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων, αλλά στασίασε και, αφού εγκατέλειψε τους Βυζαντινούς, κατευθύνθηκε προς το Ικόνιο, την περιοχή του οποίου λεηλάτησε. Εναντίον του στάλθηκε από την Κωνσταντινούπολη ο θείος του αυτοκράτορα, καίσαρας Ιωάννης Δούκας, αλλά οι Φράγκοι και Νορμανδοί μισθοφόροι του βυζαντινού στρατού αυτομόλησαν προς τον Ρουσέλιο και στη μάχη που επακολούθησε οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν και ο Ιωάννης Δούκας αιχμαλωτίστηκε. Ο Ρουσέλιος μάλιστα, προέλασε με τον στρατό του έως τη Χρυσούπολη στη μικρασιατική ακτή απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, αλλά εξαιτίας της εμφάνισης τουρκικού στρατιωτικού σώματος υποχρεώθηκε να καταφύγει στη Νικομήδεια, όπου, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατοίκων, έστεψε αυτοκράτορα των αιχμάλωτό του, Ιωάννη Δούκα. Στη συνέχεια στράφηκε εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων, αλλά παρά τις αρχικές επιτυχίες του ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε, τόσο αυτός όσο και ο Ιωάννης Δούκας.
Απελευθερώθηκε από τη γυναίκα του, η οποία κατέβαλε λύτρα μεγάλης αξίας, και στη συνέχεια κατέλαβε την Αμάσεια στον Εύξεινο Πόντο και εγκαταστάθηκε εκεί ως ανεξάρτητος άρχοντας, λεηλατώντας περιοχές υπό βυζαντινό ή τουρκικό έλεγχο. Για την εξουδετέρωσή του οι Βυζαντινοί συμμάχησαν με τους Σελτζούκους Τούρκους και ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις αιχμαλωτίστηκε από τον Τούρκο πολέμαρχο Τουτάχ, ο οποίος τον παρέδωσε στον Μιχαήλ, που τον φυλάκισε στην Κωνσταντινούπολη. Η στάση, όμως, του στρατηγού Νικηφόρου Βρυέννιου εναντίον του αυτοκράτορα υποχρέωσε τον Μιχαήλ να απελευθερώσει τον Ρουσέλιο το 1077, και να του αναθέσει την αντιμετώπιση των στασιαστών. Ο τελευταίος έπεισε τους Φράγκους και τους Νορμανδούς μισθοφόρους να αυτομολήσουν από τον στρατό του Βρυέννιου, που πολιορκούσε την Κωνσταντινούπολη, και στη μάχη που ακολούθησε κατόρθωσε να τρέψει τους στασιαστές σε φυγή. Όταν, όμως, εκδηλώθηκε η στάση του στρατηγού της Μικράς Ασίας Νικηφόρου Βοτανειάτη και ο στρατός του τελευταίου έφτασε το 1078 μπροστά στα τείχη της βασιλεύουσας, ο Ρουσέλιος εγκατέλειψε με τον στρατό του τον Μιχαήλ και προσχώρησε στις δυνάμεις του Βοτανειάτη, όμως πέθανε λίγο αργότερα και δεν πρόλαβε να δει την παραίτηση του Μιχαήλ από τον θρόνο και τη στέψη του Βοτανειάτη ως Νικηφόρου Γ’ (1078-81).
Την δεκαετία του 1070 μετά τη Μάχη του Μαντζικέρτ ο Σελτζούκος διοικητής Σουλεϊμάν Α' Ιμπν Κουτλουμούς, μακρινός ξάδερφος του Μαλίκ Σαχ και πρώην διεκδικητής του θρόνου της Μεγάλης Αυτοκρατορίας των Σελτζούκων ανέβηκε στην εξουσία στη δυτική Μικρά Ασία. Το 1075 κατέλαβε τις Βυζαντινές πόλεις Νίκαια και Νικομήδεια. Δύο χρόνια αργότερα αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος ενός ανεξάρτητου Σελτζουκικού κράτους και εγκατέστησε την πρωτεύουσά του στη Νίκαια. Οι εκχριστιανισμένοι απόγονοί του σχετίζονται με τις παραδόσεις που αναφέρονται στην ίδρυση της Μονής Κουτλουμουσίου στο Άγιο Όρος. Ο Νικηφόρος Βοτανειάτης υπηρέτησε ως στρατηγός υπό τους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο Θ´ και Ρωμανό Δ´ Διογένη, και την περίοδο βασιλείας του Μιχαήλ Ζ´ Δούκα έγινε κυβερνήτης του θέματος Ανατολής και διοικητής του στρατού στην Ασία. Το 1078 επαναστάτησε ενάντια στο αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ´ και στον υπουργό οικονομικών του Νικηφορτζή και με τη σύμπραξη των Σελτζούκων Τούρκων βάδισε προς τη Νίκαια, όπου ανακήρυξε τον εαυτό του αυτοκράτορα. Αντιμέτωπος με έναν άλλο επαναστάτη στρατηγό, το Νικηφόρο Βρυέννιο, η εκλογή του επικυρώθηκε από την αριστοκρατία και τον κλήρο, ενώ ο Μιχαήλ ο Ζ´ παραιτήθηκε από το θρόνο και έγινε μοναχός. Το Μάρτιο ή Ιούνιο του 1078, ο Νικηφόρος Γ´ Βοτανειάτης μπήκε θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη και στέφθηκε αυτοκράτορας από τον Πατριάρχη Κοσμά Α΄. Με τη βοήθεια του στρατηγού του Αλέξιου Κομνηνού, αντιμετώπισε το Βρυέννιο και άλλους αντιπάλους, αλλά απέτυχε να εκδιώξει τους Τούρκους από τη Μικρά Ασία. Οι αρχικές φιλοχριστιανικές τάσεις σχετίζονται και με την αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο Σουλεϊμάν Α' πήρε τον τίτλο του σουλτάνου από τον ίδιο το Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α' Κομνηνό, όταν εγκαταστάθηκε στην πρώτη σελτζουκική πρωτεύουσα, τη Νίκαια, το 1080-1081. Ο σουλτάνος των Μεγάλων Σελτζούκων Μαλίκ Σαχ ποτέ δεν αναγνώρισε το «αιρετικό» αυτό κράτος και το ανταγωνίστηκε σκληρά. Ο Σουλεϊμάν υπήρξε γενικά αξιόλογος ηγεμόνας και υιοθέτησε πολιτική προσέγγισης προς τους χριστιανικούς πληθυσμούς, σύντομα όμως οδηγήθηκε σε πόλεμο με τον Μαλίκ Σαχ. Σε σύγκρουση με τον αδελφό του Μαλίκ Σαχ, τον Τουτούς, Σελτζούκο ηγέτη της Συρίας, στην Αντιόχια ηττήθηκε και σκοτώθηκε το 1086, ενώ ο γιος του Σουλεϊμάν, Κιλίτζ Αρσλάν Α', αιχμαλωτίσθηκε. Οταν ο Μαλίκ Σαχ πέθανε το 1092, ο Κιλίτζ Αρσλάν αφέθηκε ελεύθερος, εγκαταστάθηκε στα πάτρια εδάφη και ανέλαβε επικεφαλής του σουλτανάτου. Στη συνέχεια ηττήθηκε από στρατιώτες της Α΄ Σταυροφορίας και απωθήθηκε στη νοτιοκεντρική Μικρά Ασία, όπου εγκατέστησε το κράτος του με πρωτεύουσα το Ικόνιο.
Πηγή : http://www.ygeiaonline.gr/component/k2/item/46765-royselios
https://stefanosskarmintzos.wordpress.com/2013/07/13/λατινικον-οι-αμφιλεγόμενοι-ιππότ/
http://greek_greek.enacademic.com/233387/Ρουσέλιος_ή_Ουρσέλιος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σουλτανάτο_του_Ρουμ
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Νικηφόρος_Γ΄_Βοτανειάτης

Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

Hercules in pre-Columbian America : The prehistoric voyage of the greatest Greek hero in the American continent

Heracles (Glory/Pride of Hēra, "Hera"), born Alcaeus or Alcides (power man) was a divine hero in Greek mythology, the son of Zeus and Alcmene, foster son of Amphitryon and great-grandson and half-brother (both sired by the god Zeus) of Perseus. He was the greatest of the Greek heroes, a paragon of masculinity, the ancestor of royal clans who claimed to be Heracleidae, and a champion of the Olympian order against chthonic monsters. In Rome and West, he is known as Hercules, with whom the later Roman emperors, in particular Commodus and Maximian, often identified themselves. The Romans adopted the Greek version of his life and works essentially unchanged, but added anecdotal detail of their own, some of it linking the hero with the geography of the Central Mediterranean. Details of his cult were adapted to Rome as well. Many popular stories were told of his life, the most famous being The Twelve Labours of Heracles; Alexandrian poets of the Hellenistic age drew his mythology into a high poetic and tragic atmosphere. Heracles was the greatest of Hellenic chthonic heroes, but unlike other Greek heroes, no tomb was identified as his. Heracles was both hero and god, as Pindar says heroes theos; at the same festival sacrifice was made to him, first as a hero, with a chthonic libation, and then as a god, upon an altar: thus he embodies the closest Greek approach to a "demi-god". The ancient Greeks celebrated the festival of the Heracleia, which commemorated the death of Heracles, on the second day of the month of Metageitnion (which would fall in late July or early August). What is believed to be an Egyptian Temple of Heracles in the Bahariya Oasis dates to 21 BCE. A reassessment of Ptolemy's descriptions of the island of Malta attempted to link the site at Ras ir-Raħeb with a temple to Heracles, but the arguments are not conclusive. Several ancient cities were named Heracleain his honor. Extraordinary strength, courage, ingenuity, and sexual prowess with females were among the characteristics commonly attributed to him. Heracles used his wits on several occasions when his strength did not suffice, such as when laboring for the king Augeas of Elis, wrestling the giant Antaeus, or tricking Atlas into taking the sky back onto his shoulders. Together with Hermes he was the patron and protector of gymnasia and palaestrae. His iconographic attributes are the lion skinand the club. These qualities did not prevent him from being regarded as a playful figure who used games to relax from his labors and played a great deal with children. By conquering dangerous archaic forces he is said to have "made the world safe for mankind" and to be its benefactor. Heracles was an extremely passionate and emotional individual, capable of doing both great deeds for his friends (such as wrestling with Thanatos Death on behalf of Prince Admetus, who had regaled Heracles with his hospitality, or restoring his friend Tyndareus to the throne of Sparta after he was overthrown) and being a terrible enemy who would wreak horrible vengeance on those who crossed him, as Augeas, Neleus and Laomedon all found out to their cost. Hesiod's Theogony and Aeschylus' Prometheus Unbound both tell that Heracles shot and killed the eagle that tortured Prometheus (which was his punishment by Zeus for stealing fire from the gods and giving it to mortals). Heracles freed the Titan from his chains and his torments. Prometheus then made predictions regarding further deeds of Heracles. All of Heracles' marriages and almost all of his affairs resulted in births of a number of sons and at least four daughters. One of the most prominent is Hyllus, the son of Heracles and Deianeira or Melite. The term Heracleidae, although it could refer to all of Heracles' children and further descendants, is most commonly used to indicate the descendants of Hyllus, in the context of their lasting struggle for return to Peloponnesus, out of where Hyllus and his brothers the children of Heracles by Deianeira were thought to have been expelled by Eurystheus. The gateway to the Mediterranean Sea from the Atlantic Ocean, where the southernmost tip of Spain and the northernmost of Morocco face each other is, classically speaking, referred to as the Pillars of Hercules/Heracles, owing to the story that he set up two massive spires of stone to stabilise the area and ensure the safety of ships sailing between the two landmasses.
Oceanus (Ocean), also known as Ogenus or Ogen was a divine figure in classical antiquity, believed by the ancient Greeks and Romans to be the divine personification of the sea, an enormous river encircling the world. According to Homer, Oceanus was the ocean-stream at the margin of the habitable world (oikouménē), the father of everything, limiting it from the underworld and flowing around the Elysium. Hence Odysseus has to traverse it in order to arrive in the realm of the dead. In the Iliad, Hera mentions her intended journey to her foster parents, namely "Oceanus, from whom they all are sprung". In Greek mythology, this ocean-stream was personified as a Titan, the eldest son of Uranus and Gaia. Oceanus' consort is his sister Tethys, and from their union came the ocean nymphs, also referred to as the three-thousand Oceanids, and all the rivers of the world, fountains, and lakes. Oceanus appears as a representative of the archaic world that Heracles constantly threatened and bested. As such, the Suda identifies Oceanus and Tethys as the parents of the two Kerkopes, whom Heracles also bested. Heracles forced Helios to lend him his golden bowl, in order to cross the wide expanse of the Ocean on his trip to the Hesperides. When Oceanus tossed the bowl about, Heracles threatened him and stilled his waves. The journey of Heracles in the sun-bowl upon Oceanus became a favored theme among painters of Attic pottery. As geography became more accurate, Oceanus came to represent the stranger, more unknown waters of the Atlantic Ocean (also called the "Ocean Sea"), while the newcomer of a later generation, Poseidon, ruled over the Mediterranean Sea.
ERYTHEIA the "Red Isle" was an island located in the far western stream of the earth-encircling river Okeanos (Oceanus) which was bathed red by the light of the setting-sun. It was the home of the three-bodied giant Geryon and his fabulous herd of red-hided cattle. Herakles was sent to fetch these as one of his twelve labours and sailed to the island in the cauldron-boat of the sun-god Helios. Menoites (Menoetes), who herded the cattle of Haides on the island, warned Geryon of the hero's approach. Erytheia was one of several mythical realms located in the far west. Its neighbours included Hesperia, garden of the Hesperides, Sarpedon, isle of the Gorgones, and Leuke the White, home of the blessed dead. Further west on the far shore of the river Okeanos lay the gloomy netherworld realm of Haides.
In Greek mythology, Geryon son of Chrysaor and Callirrhoe, the grandson of Medusa and the nephew of Pegasus, was a fearsome giant who dwelt on the island Erytheia of the mythic Hesperides in the far west of the Mediterranean. A more literal-minded later generation of Greeks associated the region with Tartessos in southern Iberia. Geryon was often described as a monster with human faces. According to Hesiod Geryon had one body and three heads, whereas the tradition followed by Aeschylus gave him three bodies. A lost description by Stesichoros said that he has six hands and six feet and is winged; there are some mid-sixth-century Chalcidian vases portraying Geryon as winged. Some accounts state that he had six legs as well while others state that the three bodies were joined to one pair of legs. Apart from these bizarre features, his appearance was that of a warrior. He owned a two-headed hound named Orthrus, which was the brother of Cerberus, and a herd of magnificent red cattle that were guarded by Orthrus, and a herder Eurytion, son of Erytheia. In the fullest account in the Bibliotheke of Pseudo-Apollodorus, Heracles was required to travel to Erytheia, in order to obtain the Cattle of Geryon (Γηρυόνου βόες) as his tenth labour. On the way there, he crossed the Libyan desert and became so frustrated at the heat that he shot an arrow at Helios, the Sun. Helios "in admiration of his courage" gave Heracles the golden chariot he used to sail across the sea from west to east each night. Heracles used it to reach Erytheia, a favorite motif of the vase-painters. Such a magical conveyance undercuts any literal geography for Erytheia, the "red island" of the sunset.
To accomplish his tenth labor, Hercules had to journey to the end of the world. Eurystheus ordered the hero to bring him the cattle of the monster Geryon. Geryon was the son of Chrysaor and Callirrhoe. Chrysaor had sprung from the body of the Gorgon Medusa after Perseus beheaded her, and Callirrhoe was the daughter of two Titans, Oceanus and Tethys. With such distinguished lineage, it is no surprise that Geryon himself was quite unique. It seems that Geryon had three heads and three sets of legs all joined at the waist. Geryon lived on an island called Erythia, which was near the boundary of Europe and Libya. On this island, Geryon kept a herd of red cattle guarded by Cerberus's brother, Orthus, a two-headed hound, and the herdsman Eurytion. Hercules set off on for Erythia, encountering and promptly killing many wild beasts along the way, and he came to the place where Libya met Europe. Here, Apollodorus tells us, Hercules built two massive mountains, one in Europe and one in Libya, to commemorate his extensive journey. Other accounts say that Hercules split one mountain into two. Either way, these mountains became known as the Gates or Pillars of Hercules. The strait Hercules made when he broke the mountain apart is now called the Strait of Gibraltar, between Spain and Morocco, the gateway from the Mediterranean Sea to the Atlantic Ocean. Sailing in a goblet which the Sun gave him in admiration, Hercules reached the island of Erythia. Not long after he arrived, Orthus, the two-headed dog, attacked Hercules, so Hercules bashed him with his club. Eurytion followed, with the same result. Another herdsman in the area reported these events to Geryon. Just as Hercules was escaping with the cattle, Geryon attacked him. Hercules fought with him and shot him dead with his arrows. The stealing of the cattle was not such a difficult task, compared to the trouble Hercules had bringing the herd back to Greece. In Liguria, two sons of Poseidon, the god of the sea, tried to steal the cattle, so he killed them. At Rhegium, a bull got loose and jumped into the sea. The bull swam to Sicily and then made its way to the neighboring country. The native word for bull was "italus," and so the country came to be named after the bull, and was called Italy. The escaped bull was found by a ruler named Eryx, another of Poseidon's sons, and Eryx put this bull into his own herd. Meanwhile, Hercules was searching for the runaway animal. He temporarily entrusted the rest of the herd to the god Hephaestus, and went after the bull. He found it in Eryx's herd, but the king would return it only if the hero could beat him in a wrestling contest. Never one to shy away from competition, Hercules beat Eryx three times in wrestling, killed the king, took back the bull, and returned it to the herd. Hercules made it to the edge of the Ionian Sea, with the end of his journey finally in sight. Hera, however, was not about to let the hero accomplish this labor. She sent a gadfly to attack the cattle, and the herd scattered far and wide. Now, Hercules had to run around Thrace gathering the escaped cows. Finally, he regrouped the herd and, blaming his troubles on the river Strymon in Thrace, he filled the river with rocks, making it unnavigable. Then, he brought the cattle of Geryon to Eurystheus, who sacrificed the herd to Hera. The ancients don't tell us how long either Hercules or Europe took to recover from this eventful jaunt.
It may sound unbelievable but a Greek-Canadian scientist is stating that the Ancient Greeks may have reached America years before the Spanish Seafarer Columbus did. Researcher of Aegean Scripts, Dr. Minas Tsikritsis, in the text by Plutarch “On the Apparent Face in the Orb of the Moon,” in paragraphs 941A-942, claims that he has identified and demonstrated through computer programs the restoration of a forgotten historical reality, which had until now eluded many researchers. In the study, he indicates that the prehistoric Greeks knew that “west of the three islands and northwest of Britain” there was a “great” continent. Two years ago, another academia, Professor I. Mariolakos, identified the great continent, surrounding the great Ocean, as today’s North America. Dr. Tsikritsis states that, “even before the time of Christopher Columbus, there was a communication which began during the Minoan era and continued until the Hellenistic times. The purpose of these travels during the Bronze Age was related to trade and the transportation of pure copper from Lake Superior of Canada.” According to his findings it seems that after the first Minoan merchants, the Mycenaeans continued the journey, and, as reported by Plutarch, they sent Hercules to revitalize the presence of the Greek element, which had been diminished by the continuous miscegenation with the locals. Later, during the Iron Age, the interest in the region declined and until the Hellenistic time, it remained only as a conventional ceremonial tradition. So every thirty years some ships were sent to the areas that followed the worship of Cronus in order to renew the priest personnel.
The first researcher, who questioned the prevailing theory that Ulysses wandered the Mediterranean Sea for years before the gods allowed him to set foot once again on his beloved Ithaca, was an American historian from Chicago, Henriette Mertz. In 1964, Mertz suggested with conviction in her book The Wine Dark Sea: Homer’s Heroic Epic of the North Atlantic that Ulysses, in many of the adventures described in Homer’s epic The Odyssey went outside the Mediterranean. Based on her research and explorations in North America, Mertz proposed that Ulysses had reached the shores of North America with the help of the sea currents. The study of Siegfried Petrides in 1994, Odyssey – a Naval Epic of the Greeks in America, came to strengthen Mertz’s findings and proposals. According to Petrides, the Greeks have a naval history that starts from at least 7250 B.C. as proved by the findings in Frachthi cave in Argolida. “… The uniqueness of the Greek geographical area, namely its location in the relatively small Aegean Sea with its hundreds of islands, allowed the prehistoric Greek inhabitants to develop the technology of sea communications very early. Over the years and with the accumulated experience of sea voyages, sailors from the Aegean became more brave and started sailing off to the North and the Black Sea, to the South in Egypt and Phoenicia, and to the West to Italy and the Iberian Peninsula. “They discovered that the sea they had been sailing was everywhere surrounded by land and had only one exit. They did not hesitate to leave the familiar waters and travel to the North in order to get precious metals, and they did the same westwards as well” he wrote. Petrides’ said his long experience as a sailor and his study findings allowed him to confirm and correct wherever necessary the conclusion of Mertz providing extra details on the wind direction, sea routes, description of the islands etc. He suggests in his book, unlike Mertz, that the ancient Greek sailors did not rely on mere chance to have reached the American shores but owned fast and flexible vessels that could easily navigate through the Atlantic. They also knew perfectly well how to take advantage of both the sails and the rows, which enabled them to cover long distances.
Viracocha is the great creator deity in the pre-Inca and Inca mythology in the Andes region of South America. Full name and some spelling alternatives are Wiracocha, Apu Qun Tiqsi Wiraqutra, and Con-Tici. Viracocha was one of the most important deities in the Inca pantheon and seen as the creator of all things, or the substance from which all things are created, and intimately associated with the sea. Spanish chroniclers from the 16th century claimed that when the conquistadors led by Francisco Pizarro first encountered the Incas they were greeted as gods, "Viracochas", because their lighter skin resembled their god Viracocha. This story was first reported by Pedro Cieza de León (1553) and later by Pedro Sarmiento de Gamboa. Similar accounts by Spanish chroniclers (e.g. Juan de Betanzos) describe Viracocha as a "white god", often with a beard. Similarly to the Incan god Viracocha, the Aztec god Quetzalcoatl and several other deities from Central and South American pantheons, like the Muisca god Bochica are described in legends as being bearded. The beard, once believed to be a mark of a prehistoric European influence and quickly fueled and embellished by spirits of the colonial era, had its single significance in the continentally insular culture of Mesoamerica. While descriptions of Viracocha's physical appearance are open to interpretation, it should be noted that men with beards were frequently depicted by the Peruvian Moche culture in its famous pottery, long before the arrival of the Spanish. Modern advocates of fringe theories however such as a pre-Columbian European migration to Peru continue to cite these bearded ceramics and Viracocha's beard as being evidence for an early presence of non-Amerindians in Peru.Although most Indians do not have heavy beards, there are groups who do, such as the Aché people of Paraguay, who also have light skin but who show no evidence of admixture with Europeans and Africans. When the Southern Paiute were first contacted by Europeans in 1776, the report by fathers Silvestre Vélez de Escalanteand Francisco Atanasio Domínguez noted that "Some of the men had thick beards and were thought to look more in appearance like Spanish men than native Americans".
Πηγή : https://en.m.wikipedia.org/wiki/Heracles
http://www.perseus.tufts.edu/Herakles/cattle.html
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Oceanus
http://www.theoi.com/Kosmos/Erytheia.html
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Geryon
http://canada.greekreporter.com/2012/04/21/researcher-claims-ancient-greeks-made-it-to-america-before-columbus/
https://en.m.wikipedia.org/wiki/Viracocha
http://greece.greekreporter.com/2012/11/22/u-s-historian-says-ulysses-reached-america/

Οι τρείς αξιότεροι διάδοχοι του Μέγα Αλέξανδρου : Ευμένης ο Καρδιανός, Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής και Πύρρος της Ηπείρου

Διάδοχοι ονομάστηκαν οι στρατηγοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου οι οποίοι μετά τον θάνατό του διαμοιράστηκαν το κράτος του. Στην έννοια των Διαδόχων περιλαμβάνονται και οι Επίγονοι, δηλαδή οι γιοι και οι εγγονοί τους που τους διαδέχτηκαν. Ο θάνατος του Αλέξανδρου και η έλλειψη ουσιαστικά διαδόχου επέφερε ένα κενό εξουσίας στο τεράστιο κράτος που είχε δημιουργήσει και που εκτεινόταν από την Μακεδονία και τις σύμμαχες Ελληνίδες πόλεις μέχρι την Βακτριανή και περιλάμβανε μέρος της Ινδίας και την Αίγυπτο. Αμέσως μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, κι ενώ ήταν άταφος ακόμη, σημειώθηκε ένταση και αψιμαχίες μεταξύ των στρατηγών και του ιππικού των Εταίρων αφενός και των απλών πεζών της φάλαγγας αφετέρου, που εκδήλωσαν προθέσεις στασιαστικές, ζητώντας να γίνει βασιλιάς ο ετεροθαλής αδελφός του Αλέξανδρου Φίλιππος Αρριδαίος. Ο Περδίκκας, επί κεφαλής της πρώτης παράταξης ως κάτοχος του δαχτυλιδιού που του παρέδωσε ο Αλέξανδρος πεθαίνοντας και υπέρ της άποψης της επιτροπείας μέχρι να γεννήσει γιο η Ρωξάνη, κατόρθωσε να επιβληθεί στους πεζούς και θανάτωσε τους πρωταίτιους της στάσης και τον αρχηγό τους Μελέαγρο, έχοντας πάρει με το μέρος του τον άβουλο Φίλιππο Αρριδαίο. Ύστερα έγινε η διανομή των επαρχιών και αξιωμάτων του κράτους, όπου σύμφωνα με τους αρχαίους ιστορικούς παρατίθεται και η μετέπειτα συνθήκη του Τριπαράδεισου που ακολούθησε τον θάνατο του Περδίκκα. Οι όρoι «Διάδοχοι» και «Επίγονοι» απαντούν ήδη στον Διόδωρο τον Σικελιώτη. Η αυθεντικότερη πηγή, η ιστορία του Ιερώνυμου του Καρδιάνου, έφτανε ως τον θάνατο του Πύρρου τουλάχιστον. Η Geschichte des Hellenismus του Ντρόυζεν φτάνει ως την επιδρομή των Γαλατών το 280, ενώ το πρώτο κεφάλαιο του εβδόμου βιβλίου της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου φτάνει ως τον Αντίγονο Γονατά, γιό του Δημήτριου Πολιορκητή και εγγονό του Διαδόχου Αντίγονου του Μονόφθαλμου. Ο αγώνας για την επικράτηση άρχισε αμέσως μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου και στην αρχή εκδηλώθηκε με την αντίθεση της φάλαγγας των πεζών κατά του ιππικού των Εταίρων και των στρατηγών, συνεχίστηκε δε με την προσπάθεια του Περδίκκα για επικράτηση. Μετά την αποτυχία και το βίαιο τέλος του, ο σπουδαιότερος σύμμαχός του Ευμένης ο Καρδιανός, συνέχισε τον αγώνα υπέρ της βασιλικής οικογένειας με κυριότερο αντίπαλό του τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο. Ο Ευμένης τελικά εξοντώθηκε και ο Αντίγονος, έχοντας συμπαραστάτη τον γιο του Δημήτριο τον Πολιορκητή, προσπάθησε να καταστεί ο μόνος κληρονόμος του κράτους του Αλέξανδρου. Ο Κάσσανδρος δεν σκόπευε να μείνει στρατηγός της Ευρώπης και να παραδώσει μάλιστα την εξουσία σε απόγονο της μισητής του Ολυμπιάδας. Σκότωσε την Ρωξάνη και τον νεαρό Αλέξανδρο, εξαφανίζοντας έτσι τον νόμιμο διεκδικητή της εξουσίας (311). Δολοφόνησε δηλαδή την μητέρα του Μέγα Αλέξανδρου Ολυμπιάδα, την σύζυγο του Ρωξάνη και τον γιο του Αλέξανδρο. Επωφελούμενος από το έγκλημα αυτό ο Πολυπέρχων, που διατηρούσε κάποιες δυνάμεις ακόμη, ανακήρυξε νόμιμο διάδοχο του Μακεδονικού θρόνου τον Ηρακλή, νόθο γιο του Μέγα Αλέξανδρου από την Περσίδα Βαρσίνη. Ξεκίνησε να τον εγκαταστήσει στην Μακεδονία αλλά ο Κάσσανδρος τον προσεταιρίστηκε κι ο Πολυπέρχων δολοφόνησε τον προστατευόμενό του. Έτσι ξεκληρίστηκε η γενιά του Αλέξανδρου (309).
Ο Αντίγονος δολοφόνησε την αμφιθαλή αδελφή του Αλέξανδρου Κλεοπάτρα, γιατί ήταν έτοιμη να πλεύσει στον Πτολεμαίο. Ο Αντίγονος και ο Δημήτριος ανακηρύχθηκαν βασιλείς και σε ανάμνηση αυτής της νίκης τους εξέδωσαν το τετράδραχμο που στην πίσω όψη απεικονίζεται ο Δίας με την επιγραφή «Βασιλέως Αντιγόνου.» Μόλις έγινε γνωστή η νίκη στην Σαλαμίνα της Κύπρου ο Αντίγονος ανευφημήθηκε βασιλιάς και δέχτηκε το διάδημα. Την άλλη μέρα έγραψε «στον βασιλιά Δημήτριο» στέλνοντας και σ’ αυτόν το διάδημα. Αμέσως μετά οι Πτολεμαίος, Λυσίμαχος, Κάσσανδρος και Σέλευκος αναγορεύτηκαν κι αυτοί βασιλείς. Έτσι επικυρώθηκε και τυπικά η διάλυση της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου. Οι Διάδοχοι, αφού κράτησαν για λίγα χρόνια τα προσχήματα της νομιμότητας, μοίρασαν τελικά το κράτος μεταξύ τους, έχοντας εξοντώσει εν τω μεταξύ τους νομίμους κληρονόμους, την μητέρα, τις συζύγους και τα παιδιά του Μέγα Αλέξανδρου. Ό,τι είχε αγωνιστεί ν’ αποτρέψει ο Ευμένης, αγωνιζόμενος για την ενότητα του κράτους και τα δικαιώματα του βασιλικού οίκου, πραγματοποιήθηκε τώρα. Η μάχη της Ιψού ήταν το τέλος για τα όνειρα και την ζωή του Αντίγονου, ενώ στα πλαίσια της διαμάχης των Διαδόχων εξοντώθηκε ολόκληρη η βασιλική οικογένεια. Αυτός που πλησίασε περισσότερο από κάθε άλλον το όραμα της μονοκρατορίας ήταν ο Σέλευκοςπου, όντας ο κύριος συντελεστής της νίκης της Ιψού, κατέλυσε το κράτος του Λυσίμαχου της Θράκης και αναμενόταν να επικρατήσει επί της πτολεμαϊκής Αιγύπτου, της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδος. Δολοφονήθηκε όμως και από το σημείο εκείνο η κατάσταση σταθεροποιήθηκε. Τα τέσσερα ελληνιστικά βασίλεια που δημιουργήθηκαν κυριάρχησαν στην Μακεδονία, Μικρά Ασία, Συρία και Αίγυπτο, μέχρι την βαθμιαία υποταγή τους στους Ρωμαίους. Από το 281 π.Χ., από την νίκη δηλαδή του Σέλευκου επί του Λυσίμαχου, οι γενικευμένοι πόλεμοι έπαψαν και από την ανάρρηση του Αντίγονου στον θρόνο της Μακεδονίας η κατάσταση σταθεροποιήθηκε. Διαμορφώθηκαν τέσσερα ανεξάρτητα ελληνιστικά βασίλεια, κυβερνώμενα, μέχρι την υποταγή τους στους Ρωμαίους, από τους απογόνους των Διαδόχων (πλην αυτού της Περγάμου). Εκτός αυτών ελληνιστικά βασίλεια, παραφυάδες του κράτους των Σελευκιδών, ήταν και το Ελληνο-Βακτριανό βασίλειοτο Ινδοελληνικό βασίλειο. Τελευταίος μονάρχης, απόγονος των Διαδόχων, ήταν η Κλεοπάτρα Ζ' της Αιγύπτου.
Οι τρείς πιο άξιοι στρατηγοί και οι ηγέτες των Ελλήνων την εποχή των διαδόχων του Μέγα Αλέξανδρου ήταν κατά χρονολογική σειρά : Ο Ευμένης ο Καρδιανός, ο Δημήτριος ο Πολιορκητης και ο Πύρρος της Ηπείρου. Μια Τριανδρία εξαιρετικών ταλαντούχων ανθρώπων με θαυμάσια στρατηγική, τακτικές και ευφυΐα που ξεχώρισαν και το ξεχωριστό τους χαρακτήρα και την ηγετική προσωπικότητα τους σε μια εποχή που σημαδεύτηκε από τον εμφύλιο πόλεμο των Μακεδόνων, την εξόντωση της οικογένειας του Μέγα Αλέξανδρου και την κατασπατάληση πολύτιμων ανθρωπίνων και υλικών πόρων που οδήγησε στις καταστροφικές εισβολές των Γαλατων στην Ευρώπη και την Μικρά Ασία, στην κατάκτηση της ελληνιστικής Ινδίας από τους Ινδούς της κοιλάδας του Γάγγη, την δημιουργία από τους Παρθους ανεξάρτητου βασιλείου στην ελληνιστική Περσία, την εισβολή των νομάδων Τοχαρων στην Κεντρική Ασία και την κατάκτηση των ελληνιστικών βασιλείων της Βακριανης και της Ινδίας και το χειρότερο την αγνόηση του Ρωμαϊκού κινδύνου που εξαπλωνονταν στην Ιταλία και οδήγησε στην εξαφάνιση όλων των ελληνιστικών βασιλείων και ελληνικών κρατών στην Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο. Μέσα σε 3 αιώνες από τον θάνατο του Μέγα Αλέξανδρου οι Έλληνες λόγω του συνεχούς εμφυλίου πολεμου δεν έχασαν μόνο την αυτοκρατορία - κοσμοκρατορία τους αλλά για πρώτη φορά στην ιστορία τους έχασαν την πολύτιμη ελευθερία τους, κατακτήθηκαν και υποτάχθηκαν σε βαρβάρους (Ρωμαίους στην Μεσόγειο και Παρθους - Τοχαρους στην Ανατολή). Ακολουθεί καταλόγων των τριών πιο άξιων διαδόχων του Μέγα Αλέξανδρου.
1) Ο Ευμένης ο Καρδιανός (362 π.Χ. - 316 π.Χ.) ήταν στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από τους ικανότερους μεταξύ των Διαδόχων. Πήρε μέρος στις εκστρατείες του Μακεδόνα στρατηλάτη και στους πολέμους που ακολούθησαν το θάνατό του. Θεωρήθηκε ο στρατηγικότερος νους της μετ' Αλέξανδρον εποχής και αγωνίστηκε (μάταια) για την νομιμότητα της εξουσίας και την ενότητα του αχανούς κράτους. Αρχιγραμματέας του Φίλιππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ίππαρχος, και, μετά τον θάνατο του βασιλιά, σατράπης της Καππαδοκίας και της Παφλαγονίας, συντάχθηκε με τον Περδίκκα και την βασιλική οικογένεια. Μετά τον βίαιο θάνατο του Περδίκκα αντιμετώπισε μόνος για ένα διάστημα τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο, επανέκτησε την εμπιστοσύνη της κεντρικής μακεδονικής διοίκησης και συνέχισε τον αγώνα κατά του Αντίγονου και των φυγόκεντρων δυνάμεων μέχρι τον θάνατό του. Στους σατράπες, περήφανους για την μακεδονική καταγωγή τους και τ’ αξιώματα που είχαν κοντά στον Αλέξανδρο, έπρεπε να επιβληθεί ο Ευμένης έχοντας οριστεί αρχιστράτηγός τους από τον Πολυπέρχοντα και την Ολυμπιάδα. Αλλά ήταν ένας ξένος, ένας γραμματικός, ένας καταδικασμένος σε θάνατο. Δεν μπορούσαν να το ανεχθούν αλλά από την άλλη μεριά ήξεραν ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τον Αντίγονο και δεν τολμούσαν ν’ αγνοήσουν τις διαταγές της Πέλλας. Ο Ευμένης είχε πλήρη επίγνωση της θέσης του. Του την είχαν μάθει η περιφρόνηση του Ηφαιστίωνα, οι χλευασμοί του Νεοπτόλεμου κ’ η αλαζονία τώρα του Πευκέστα. Οι καλύτεροι φίλοι του, ο Κρατερός κι ο Αντίγονος, ήταν πάντα στο αντίπαλο στρατόπεδο κι αυτός ήταν απελπιστικά μόνος. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Ευμένης επεδίωκε πάντοτε την κάλυψη της νομιμότητας. Ήταν πάντα με το μέρος της βασιλικής οικογένειας και των Επιμελητών, πολεμούσε εν ονόματί τους ενάντια σε ξακουστά ονόματα και φρόντιζε να μη δίνει την παραμικρή ένδειξη προσωπικής φιλοδοξίας. Η δράση του αποσκοπούσε συνεπώς στην διατήρηση της συνοχής της αυτοκρατορίας υπό την δυναστεία του Αλέξανδρου, πράγμα που δεν ίσχυε για την δράση των υπολοίπων πρωταγωνιστών. Ήταν βέβαια αδιανόητο, και σ’ αυτόν και στους άλλους, πως θα μπορούσε να έχει τις βλέψεις του Περδίκκα, του Αντίγονου ή αργότερα του Σέλευκου. Κι έτσι ήταν αναγκασμένος να καταφεύγει σε τεχνάσματα. Για να μη ταπεινώνονται οι σατράπες πηγαίνοντας στη σκηνή του και παίρνοντας διαταγές απ’ αυτόν, έστησε μια σκηνή με θρόνο μέσα κι ανακοίνωσε ότι εμφανίστηκε στον ύπνο του ο Αλέξανδρος κι έτσι του είπε να κάνει και κάθε απόφαση να παιρνόταν στ’ όνομά του. Οι σατράπες το δέχτηκαν μετά χαράς αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτός αποφάσιζε. Άλλο του τέχνασμα ήταν να ζητήσει δανεικά απ’ όσους υποπτευόταν περισσότερο. Αιφνιδιασμένοι αυτοί του έδωσαν κι έτσι αντί να τον υποβλέπουν, φρόντιζαν μη πάθει κάτι και χάσουν μαζί και τα τάλαντά τους. Οι δύο στρατοί (του Ευμένη και του Αντιγονου) τραβήχτηκαν για να ξεχειμωνιάσουν, μετά από μια σειρά έξοχων ελιγμών και παραπλανητικών κινήσεων και των δύο στρατηγών, που είχαν τον ίδιο προορισμό, τον οχυρό και πλούσιο τόπο της Γαβιηνής. Νικητής και στον πόλεμο αυτό των τεχνασμάτων αναδείχθηκε ο Ευμένης. Παρ’ όλο που είχε μπει πια ο χειμώνας, ο Αντίγονος δεν ησύχαζε. Ήθελε με κάθε τρόπο να συντρίψει το συντομότερο τους αντιπάλους του σατράπες και να προσεταιριστεί ή να εξοντώσει επί τέλους τον Ευμένη. Ο Ευμένης ετοιμάστηκε, κάνοντας την διαθήκη του. Είχε μάθει ότι οι διοικητές των Αργυράσπιδων, του επιλέκτου εκείνου τμήματος, είχαν αποφασίσει να τον σκοτώσουν αμέσως μετά την μάχη που θα κέρδιζε εκείνος για λογαριασμό τους, αφού δηλαδή πρώτα τους απήλλασσε από τον Αντίγονο. Την συνωμοσία του αποκάλυψαν στρατηγοί που είχαν δανείσει στον Ευμένη και φοβόταν μη χάσουν τα χρήματά τους. Ο Αντίγονος έφτασε κ’ η μάχη έγινε και κράτησε όλη τη μέρα. Ο Ευμένης ρίχτηκε στη φυλακή υπό αυστηρή φρούρηση, αλλά ο Αντίγονος δεν ήθελε τον θάνατό του. Ήτανε φίλοι από παλιά και τον ήθελε δίπλα του, συμπαραστάτη του. Ύστερα από λίγες μέρες διέταξε κι ελάφρωσαν τα δεσμά του κι επέτρεψε τις επισκέψεις. Φίλοι κι εχθροί και περίεργοι πήγαν να δουν τον περίφημο αιχμάλωτο. Ο Αντίγονος συγκάλεσε συμβούλιο ν’ αποφασίσει για την τύχη του Ευμένη. Οι στρατηγοί του ζήτησαν θάνατο κι απείλησαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο αν δεν εισακούονταν. Μόνο ο γιος του Αντίγονου Δημήτριος ο Πολιορκητής κι ναύαρχος Νέαρχος προσπάθησαν να σώσουν τον Ευμένη. Δόθηκε η διαταγή της αναχώρησης. Οι επισκέψεις στον φυλακισμένο απαγορεύτηκαν, οι φρουρά του ενισχύθηκε κι έπαψαν να του δίνουν φαγητό. Ύστερα από τρεις ακόμα μέρες, την ώρα που σήκωναν το στρατόπεδο, μπήκαν εκτελεστές στην φυλακή του και τον σκότωσαν (316 π.Χ.). Ο Αντίγονος έδωσε το σώμα του στους φίλους κι επέτρεψε να κηδευτεί με τιμές. Ύστερα θανάτωσε με θάνατο φρικτό τους προδότες στρατηγούς που τον εξυπηρέτησαν. Όσο για τους Αργυράσπιδες τους έδωσε μεν την αποσκευή τους αλλά φρόντισε μετά από λίγο καιρό να τους εξοντώσει κι αυτούς. Τους έστειλε στην μακρινή Αραχωσία στην Ασία, σιγά-σιγά ν’ αφανιστούν σ’ απελπισμένες εκστρατείες, έτσι που κανένας τους να μη γυρίσει στην Μακεδονία ούτε ποτέ του να ξαναντικρίσει την Ελληνική θάλασσα.
Ο Ευμένης ήταν ο στρατηγικότερος των Διαδόχων ο πραγματικός κληρονόμος της στρατηγικής μεγαλοφυίας του Αλέξανδρου, πιστός στις αρχές του, στις επιλογές του, στην ιδέα της ενότητος της αυτοκρατορίας. Κανείς από τους Διαδόχους δεν τόλμησε ν’ αναγορευτεί βασιλιάς όσο ζούσε ο Ευμένης. Ξένος κι από άσημη γενιά, σάρωνε σαν ανεμοστρόβιλος την Ασία, νικούσε τους περιφημότερους στρατηγούς του Αλέξανδρου -έχοντας στρατηγούς και σατράπες του Αλέξανδρου υπό τας διαταγάς του- και οδηγούσε τους Μακεδόνες σε νίκες, σκορπίζοντας τον όλεθρο σε Μακεδόνες. Οι αρχαίοι συγγραφείς του αφιερώνουν λαμπρές σελίδες. Ο Πλούταρχος μόνο του Ευμένη και του Δημήτριου τους βίους έγραψε απ’ όλη την χορεία των Διαδόχων. Κατά τον Droysen «Η εύνοια των δυο βασιλιάδων και τα εξαιρετικά του προσόντα κάναν τους επιφανείς Μακεδόνες να τον ζηλεύουν και να τον φθονούν… Οι συνθήκες τον ανάγκασαν να ταχτή ολότελα στην υπόθεση της βασιλείας, όπου κι έμεινε πιστός ως το τέλος του… Μ’ απίθανη δεξιοσύνη και τόλμη καταφέρνοντας να καθυποτάζη τις περιστάσεις στη θέλησή του, γίνεται το κέντρο της γενικώτερης εξέλιξης». Κατά τον Παπαρρηγόπουλο «υπήρξε βεβαίως ο επιτηδειότατος των στρατηγών όσοι εξήλθον από της σχολής του μεγάλου Αλεξάνδρου…απέτυχε διότι ηθέλησε να φανή πιστός εις την ενότητα του κράτους… ουδείς των λεγομένων διαδόχων απέβη εκείνου ενδοξότερος και χρηστότερος».
2) Ο Δημήτριος Α΄ ο Πολιορκητής (337 π.Χ. - 283 π.Χ.) ήταν ένας από τους διαδόχους
του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κεντρικό πρόσωπο κατά τους αιματηρούς πολέμους που ξέσπασαν γύρω από την επικράτηση στα εδάφη της ανατολικής Μεσογείουμετά το θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη. Υπήρξε γιος του επιφανούς στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου, στρατεύματα του οποίου διοίκησε με μεγάλη ικανότητα και την ασιατική αυτοκρατορία του οποίου αποπειράθηκε να επανακτήσει. Σαρωτικός όταν πραγματοποιούσε επιθέσεις και εξαιρετικά ικανός στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών, ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία για τις εντυπωσιακού μεγέθους και φιλοδοξίας εκστρατείες που διεξήγαγε, για την σκανδαλώδη προσωπική του ζωή και για τη μοναδική του ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του, γυρίζοντας την τύχη του σε κάθε καταστροφή που του επεφύλαξε ποτέ η Μοίρα. Δημήτριος και Αντίγονος διατηρούσαν πάντοτε άριστες σχέσεις, κάτι το οποίο ο τελευταίος καμάρωνε πολύ, δεδομένου πως σε καιρούς αστάθειας και καχυποψίας οι δολοφονίες ανάμεσα σε στενούς συγγενείς ήταν σύνηθες φαινόμενο. Αντίθετα ο Αντίγονος επέτρεπε στο γιο του να διατηρεί κατά την παρουσία του τον οπλισμό του χωρίς φόβο. Η παράδοση αυτή καλών σχέσεων μεταδόθηκε σε όλους τους μετέπειτα βασιλείς της Δυναστείας και μόνον ο Φίλιππος Ε' διέταξε κάποτε την εκτέλεση ενός από τους γιους του. Οι αρχαίες πηγές επισημαίνουν ότι καμία φιλολογική ή εικαστική του αναπαράσταση δεν αποδίδει ικανοποιητικά την ξεχωριστή φυσική ομορφιά του Δημητρίου, που αποτελούσε κράμα ηρωικής επιφάνειας, σπάνιας για τη νεαρή ηλικία του, και βασιλικής σεμνότητας, και που συνδύαζε «χάρη και βαρύτητα, επιβλητικότητα και ομορφιά». Ο Δημήτριος κατά τα νεανικά του χρόνια ήταν προσηνής και προσιτός· η πρωτεϊκή του ικανότητα του επέτρεπε να ελίσσεται σε δύσκολες καταστάσεις, συχνά ωστόσο με κίνδυνο να τις αντιμετωπίζει με παρορμητισμό, καιροσκοπισμό, αστάθεια και απερισκεψία. Ο τρόπος του ενέπνεε ταυτόχρονα φόβο και επιδοκιμασία. Υπήρξε πολύ ευχάριστος ως σύντροφος στις απολαύσεις της ειρηνικής ζωής, αλλά και τρομερά ενεργητικός και δραστήριος όταν τον καλούσε το καθήκον. Υπήρξε πολύ καλύτερος στο να προετοιμάζει εκστρατείες παρά να τις διεξάγει, καθώς φρόντιζε στο μέγιστο βαθμό για την επάρκεια των προμηθειών, και ποτέ δεν ένιωθε απόλυτα ικανοποιημένος από το μέγεθος και τη φιλοδοξία των σχεδίων του. Αφιέρωνε το χρόνο και τη μεγάλη του εφευρετικότητα, όχι σε άχρηστες απολαύσεις, αλλά σε έργα «βασιλικής αξίας», που μαρτυρούσαν μεγαλοπρέπεια, κομψότητα και ευφυΐα. Κατά τον Ντρόυζεν "Κανείς από τους Διαδόχους ή του Επιγόνους δεν είναι η εικόνα της εποχής του τόσο πιστή όσο ο Δημήτριος ο Πολιορκητής...κανείς δεν ξέρει τί να πρωτοθαυμάση: την ενεργητικότητα, την μεγαλοφυΐα ή την ελαφρότητά του ;" Είναι δύσκολο να δώσει κανείς συνοπτικά το στίγμα της ζωής του Δημητρίου του Πολιορκητή, που αναντίρρητα παρουσίασε πολλές διακυμάνσεις. Οι στρατηγικές του ικανότητες αναδείχθηκαν και αξιοποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο υπό την στιβαρή καθοδήγηση του πατέρα του, Αντιγόνου του Μονοφθάλμου. Καινοτομίες όπως η χρήση νέων πολιορκητικών μηχανών ή η κατασκευή πεντηκοντόρων πλοίων τού επέτρεψαν να πετύχει ικανοποιητικά αποτελέσματα στις πολεμικές αναμετρήσεις με τους εκάστοτε αντιπάλους του. Σε πολιτικό επίπεδο, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Δημητρίου είναι ότι κατόρθωσε να μετατρέψει τη ναυτική του δύναμη σε ηπειρωτική.
3) Ο Πύρρος Α΄ ή Πύρρος της Ηπείρου (318 π.Χ. – 272 π.Χ.) ήταν Έλληνας βασιλιάς των Μολοσσών, ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο, καθώς κι ένας από τους σπουδαιότερους ηγεμόνες της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου. Ήταν γιος του βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και της Φθίας Β'. Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου του Μεγάλου, καθώς η γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας. Ο Πύρρος, άνδρας μεγάλης μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Η στρατιωτική του κατάρτιση ήταν αξιολογότατη, όπως μαρτυρούν τα αποσπάσματα των «Υπομνημάτων» του, ενός έργου το οποίο αναφέρεται στην πολεμική τέχνη και μνημονεύτηκε από αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Κικέρων. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά το θάνατό του, ο σύντομος ρόλος της Ηπείρου στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας τελείωσε. Ήταν ο πρώτος που κατάλαβε τον μεγάλο κίνδυνο που είχε εμφανιστεί στην Ιταλία με τις κατακτήσεις της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Ο Πύρρος παντρεύτηκε τέσσερις γυναίκες. Τους μεγάλωσε τους γιούς όλους με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνουν γενναίοι και ικανοί στα όπλα και ακόνιζε τη φιλοδοξία τους από την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με μια αφήγηση που μας μεταφέρει ο ιστορικός Πλούταρχος, κάποτε ένα από τα αγόρια τον ρώτησε σε ποιον επρόκειτο να αφήσει το βασίλειο. Τότε εκείνος απάντησε: «Σε εκείνον θα έχει το πιο κοφτερό σπαθί». Όταν κάποτε ο Αντίγονος ρωτήθηκε ποιος είναι ο καλύτερος από τους στρατηγούς, απάντησε «Ο Πύρρος, αν γεράσει». Ο δε Αννίβας κατέτασσε πρώτο τον Πύρρο ως προς την εμπειρία και επιδεξιότητα, δεύτερο τον Σκιπίωνα και τρίτο τον εαυτό του.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Διάδοχοι_του_Μεγάλου_Αλεξάνδρου
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δημήτριος_ο_Πολιορκητής
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ευμένης_ο_Καρδιανός
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πύρρος_της_Ηπείρου