Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Ελληνική ιστορία και προϊστορία
Ελληνική ιστορία και προϊστορία

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Οι ζωή των γυναικών την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

Στη ρωμαϊκή κοινωνία, όπως και στην ελληνική, η γυναίκα είχε τη φροντίδα του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών. Οι βαριές οικιακές εργασίες εκτελούνταν από τους δούλους, τουλάχιστον στις αριστοκρατικές οικογένειες που είχαν στην κατοχή τους μεγάλο αριθμό τους. Οι γυναίκες των υψηλών κοινωνικών στρωμάτων μορφώνονταν και είχαν τη δυνατότητα να συνοδεύουν τους συζύγους τους σε εκδηλώσεις κοινωνικού (συμπόσια) ή ακόμη και πολιτικού χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η γυναίκα αναλάμβανε ένα ρόλο μέσα στην οικογένεια που έμοιαζε αρκετά με εκείνον του συζύγου της. Η δράση της δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στο χώρο του σπιτιού, αλλά εκτεινόταν και σε δημόσιους χώρους της πόλης, όπως στην αγορά. Επιπλέον, γυναίκες από όλες τις κοινωνικές τάξεις -ακόμη και δούλες και πόρνες- προσέρχονταν στα ιερά, για να συμμετάσχουν σε θρησκευτικές τελετές. Ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση της Iουνίας Θεοδώρας από τη Λυκία, η οποία είχε εγκατασταθεί στην Κόρινθο στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. ως πρέσβειρα των Λυκίων εκεί αναλαμβάνοντας ποικίλες δραστηριότητες πολιτικού, θρησκευτικού ή ακόμη και εμπορικού χαρακτήρα. Η ρωμαϊκή αντίληψη για τη θέση της γυναίκας είχε θετικό αντίκτυπο και στην Ελλάδα, όπως δείχνει η αναβάθμιση του κοινωνικού ρόλου της στη Βέροια της Μακεδονίας αλλά και η ανάδειξή της σε σημαντικά αξιώματα, κυρίως θρησκευτικά. Ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι που αποκτούσαν ορισμένες γυναίκες, σύζυγοι των Μακεδονιαρχών (αξιωματούχων που τα καθήκοντά τους σχετίζονταν με τη διοργάνωση της αυτοκρατορικής λατρείας στην πόλη), καθώς και η απονομή δημόσιων τιμών σε γυναίκες. Η Φλάβια Ισιδώρα είχε και αυτή τον τίτλο του άντρα της (Μακεδονιάρχισσα), ενώ άλλες -όπως η Αιλία Αλεξάνδρα και η Λουκία Αυρηλία- ήταν ανώτερες ιέρειες της δημόσιας λατρείας. Οι γυναίκες επίσης, όπως φαίνεται από τις επιγραφές της Βέροιας, είχαν τη δυνατότητα να απελευθερώνουν δούλους και να κάνουν δωρεές. Στις περισσότερες περιπτώσεις ενεργούσαν ανεξάρτητα, ενώ σε κάποιες άλλες μόνο μετά τη συγκατάθεση των αδερφών, του άντρα ή της κόρης τους.
Το ρωμαϊκό δίκαιο καθόριζε τη θέση της γυναίκας στο γάμο. Αρχικά, εκείνη βρισκόταν κάτω από την κηδεμονία του συζύγου της (cum manu), στην κατοχή του οποίου περιερχόταν και η περιουσία της. Σε περίπτωση θανάτου του άντρα, στη σύζυγο αναλογούσε μερίδιο ισάξιο με των παιδιών της. Στην Ύστερη Δημοκρατία, η γυναίκα δεν ήταν πια κάτω από την κηδεμονία του συζύγου της (sine manu), αλλά ανήκε νομικά στην οικογένεια του πατέρα της και συμμετείχε δικαιωματικά στην πατρική περιουσία. Έτσι η προίκα της μεταβιβαζόταν στο σύζυγό της μόνο για τη διάρκεια του γάμου τους. Η ίδια παρέμενε κληρονόμος του πατέρα της και μετά το θάνατο εκείνου η περιουσία περνούσε στα χέρια της. Την εποχή του Αυγούστου, η γυναίκα απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη ανεξαρτησία στη διαχείριση της περιουσίας της λόγω χαλάρωσης της κηδεμονίας. Αξιοσημείωτη είναι μάλιστα η εξ ολοκλήρου απαλλαγή της, εάν γινόταν μητέρα τριών παιδιών. Ο αυτοκράτορας Κλαύδιος κατάργησε εντελώς την εξ αίματος κηδεμονία, και κατά συνέπεια ο άντρας δεν είχε καμιά νομική εξουσία πλέον απέναντι στη σύζυγό του, ενώ ταυτόχρονα ήταν απαλλαγμένος και από κάθε υποχρέωση συντήρησής της. Η σταδιακή χαλάρωση της κηδεμονίας της γυναίκας και οι ευνοϊκές νομικές ρυθμίσεις σχετικά με την περιουσία της είχαν ως αποτέλεσμα τη χαλάρωση του θεσμού του γάμου από νομικής πλευράς και τη διευκόλυνση της διαδικασίας των διαζυγίων. Έτσι ήταν αρκετή μία δήλωση ότι ο ένας από τους δύο συζύγους σκόπευε να διαλύσει το γάμο, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία. Μάλιστα σε περίπτωση που το μέλος που επιζητούσε το διαζύγιο ήταν η γυναίκα, αυτή μπορούσε να εγκαταλείψει τον άντρα της και να της επιστραφεί μεγάλο μέρος της περιουσίας της. Αντίθετα, την εποχή του Αυγούστου έπρεπε να δημοσιοποιείται η απόφαση για διάλυση του γάμου, γεγονός που απαιτούσε μάρτυρες. Είναι αξιομνημόνευτο ότι οι γυναίκες, μέσω του γάμου, απολάμβαναν κάποιου βαθμού νομική ανεξαρτησία στη ρωμαϊκή κοινωνία. Η ανεξαρτησία αυτή βέβαια περιοριζόταν αναμφίβολα από άλλες κοινωνικές συμβάσεις της εποχής, όπως για παράδειγμα από την ηλικιακή διαφορά μεταξύ των συζύγων, η οποία ενθάρρυνε την ψυχολογική εξάρτηση της γυναίκας που ήταν κατά κανόνα η μικρότερη.
Κατά την περίοδο της ανόδου του Καίσαρα και περίπου τριάντα χρόνια από την εποχή του Αυγούστου βλέπουμε  γυναίκες από εύπορες τάξεις να δημιουργούν ένα κίνημα με το οποίο διεκδικούν δικαιώματα. Τα δικαιώματα αυτά αφορούν τις ελευθερίες στην δημόσια και την ιδιωτική τους ζωή. Καταφέρνουν να πετύχουν πολλά (π.χ. διαχείριση της προίκας,  ικανότητα διαζυγίου και εφαρμογή μεθόδων αντισύλληψης) όμως δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι για να βελτιώσουν την θέση  τους στον πολιτικό τομέα. Οι Θέρμες αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας στη Ρώμη και στις ρωμαϊκές επαρχίες. Αποτελούσαν τρόπον τινά τις λέσχες της εποχής εκείνης και ήταν κομμάτι της καθημερινής ζωής όχι μόνο των εύπορων κοινωνικών στρωμάτων αλλά και των φτωχότερων τάξεων. Υπήρχαν δημόσιες Θέρμες και η είσοδος αντιστοιχούσε σε ένα μικρό χρηματικό ποσό, καθώς και ιδιωτικές σε αστικές βίλες αριστοκρατών. Οι δημόσιες θέρμες λειτουργούσαν από το πρωί και συγκεκριμένες ώρες δέχονταν και γυναίκες. Οι γυναίκες στη Ρώμη φορούσαν μπικίνι, έκαναν μακιγιάζ, αποτρίχωση και είχαν πολλά καλλυντικά. Το περιττό ήταν το πιο απαραίτητο για τις Ρωμαίες στον καλλωπισμό τους. Η τουαλέτα, τα κοσμήματα και το βεστιάριο ήταν κομμάτι της καθημερινότητας τους και δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τις σημερινές γυναίκες στα μυστικά της ομορφιάς. Οι καθρέφτες ήταν  χάλκινοι ή αργυροί και κάποιες φορές κατασκευασμένοι από γυαλί με επάλειψη μολύβδου. Οι πολύ πλούσιες γυναίκες που  μπορούσαν να περιφρονούν τα φθηνά δημόσια λουτρά διέθεταν  προσωπικό λουτήρα. Τα είδη καλλωπισμού περιελάμβαναν κτένες, περόνες, αλοιφές για το δέρμα και κοσμήματα. Η καθημερινή περιποίηση άρχιζε με το χτένισμα. Η μόδα απαιτούσε περίτεχνα χτενίσματα σε αντίθεση με την εποχή της αρχαίας Ελλάδας, που χαρακτηριζόταν από την απλότητα. Οι προτομές της Λιβίας και της Οκταβίας μαρτυρούν ότι οι Ρωμαίες σήκωναν κοτσίδες πάνω από το μέτωπο, ενώ η Μεσαλίνα έκανε μόδα τα κατσαρά μαλλιά στην εποχή των Φλαβίων. Οι Ρωμαίες αφιέρωναν πολύ χρόνο με τις κομμώτριες και τις αισθητικούς (ornatrices) και ήταν αποφασισμένες ακόμη και να υποφέρουν, όταν ξερίζωναν τις άσπρες τρίχες. Η απειλή «θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα» δεν τις φόβιζε, αρκεί να ήταν οι άσπρες! Η δουλειά ήταν σκληρή για τις αισθητικούς της εποχής, που γίνονταν συχνά εύκολα θύματα, όταν είχαν να κάνουν με απαιτητικές αριστοκράτισσες, που δεν ήταν ικανοποιημένες από το αισθητικό αποτέλεσμα των παρεμβάσεων. Τότε ξέσπαγαν πάνω τους χωρίς οίκτο. Όπως γράφει ο Ιουβενάλης: «Η κυρία έχει ορίσει μια ερωτική συνάντηση. Θέλει να είναι ωραιότερη από κάθε άλλη φορά. Η φτωχή Ψεκάς τη χτενίζει με τα μαλλιά ανακατεμένα, τους ώμους γυμνούς και το στήθος ακάλυπτο.  Αλλά αυτή η μπούκλα έγινε πολύ ψηλά. Γιατί αυτό; Το μαστίγιο τιμωρεί στη στιγμή το ατόπημα!» Οι κομμώτριες είχαν εύκολη δουλειά όταν η κυρία είχε λίγα μαλλιά και της έβαζε περούκες βαμμένες ξανθές με σαπούνια της Μαγεντίας ή κατάμαυρες σαν τον έβενο. Τα μαύρα μαλλιά εισάγονταν από την Ινδία σε τόσο μεγάλες ποσότητες που είχαν μπει δασμοί στα τελωνεία. Τα καθήκοντα των κομμωτριών δεν περιορίζονταν στο χτένισμα. Έπρεπε να αποτριχώσουν την κυρία και να τη βάψουν. Με λευκό χρώμα από κιμωλία έβαφαν το μέτωπο και τα μπράτσα. Με κόκκινο χρώμα πορφύρας από κατακάθια κρασιού έβαφαν τα μάγουλα και τα χείλη. Με μαύρο από στάχτη και σκόνη αντιμονίου στις βλεφαρίδες και τον περίγυρο του ματιού. Το «οπλοστάσιο της ομορφιάς» ήταν κλειδωμένο στο ερμάριο του συζυγικού κοιτώνα,  γιατί η τέχνη καλλωπίζει τη γυναίκα μόνο όταν γίνεται κρυφά. Κάθε πρωί, οι Ρωμαίες γυάλιζαν τα δόντια τους με σκόνη από κοπανισμένα κέρατα ζώων. Η γυναίκα της αρχαίας Ρώμης, βαφόταν το πρωί, μετά το λουτρό και το βράδυ πριν κοιμηθεί. Έβαζε τα κοσμήματά της με τη βοήθεια της κομμώτριας. Κρίκοι έμπαιναν στα μπράτσα ή τους αστραγάλους και περισκελίδες. Το γυναικείο ένδυμα δεν ξεχώριζε από το ανδρικό στη γραμμή, αλλά στην ποιότητα του υφάσματος και τη ζωντάνια των χρωμάτων. Αντί για λινά και μάλλινα, οι γυναίκες προτιμούσαν τα εισαγόμενα βαμβακερά από την Ινδίες, ειδικά την περίοδο που ο Αύγουστος είχε εξασφαλίσει ειρήνη με τους Πάρθους και οι εξαγωγές μεταξιού ήταν ανεμπόδιστες. Τα συγκεκριμένα υφάσματα προσφέρονταν για βάψιμο από ικανούς βαφείς (infectores) που είχαν πολλές ειδικότητες, ανάλογες με τις φυτικές, ζωικές ή ορυκτές ουσίες που χρησιμοποιούσαν. Ακάλυπτο δεν έμενε ούτε το κεφάλι. Η Ρωμαία περνούσε στα μαλλιά της μια πορφυρή ταινία ή έναν κεφαλόδεσμο. Στο λαιμό, τύλιγε μαντήλι. Από το μπράτσο κρεμόταν ένα πανάκι που χρησίμευε για να σκουπίζει τον ιδρώτα. Στο ένα χέρι κρατούσε μια βεντάλια από φτερά παγωνιού για να διώχνει τις μύγες. Στο άλλο χέρι κρατούσε την ομπρέλα της, εκτός από τις ημέρες που φυσούσε πολύ. Το καλοκαίρι ή στις αθλοπαιδιές, δεν δίσταζαν να φορούν ενδύματα που μοιάζουν με το σημερινό μπικίνι. Με όλη αυτή τη σπουδή οι Ρωμαίες συγκέντρωναν τον θαυμασμό και ικανοποιούσαν τη φιλαρέσκειά τους, ωστόσο ο πολύπλοκος καλλωπισμός παρέτεινε τον χρόνο του ξυπνήματος σε σχέση με τους συζύγους τους. Λεπτομέρεια που λίγο μάλλον τις απασχολούσε, αφού σπάνια είχαν δημόσιες υποχρεώσεις και έβγαιναν κυρίως σε κοινωνικές περιστάσεις. Μεταξύ των ενδυμάτων που φορούσαν μέρα και νύχτα ήταν και ένα περίζωμα που έδεναν στη μέση. Από πάνω φορούσαν μόνο την τόγα τους, την επίσημη ενδυμασία των Ρωμαίων. Ένα μεγάλο κομμάτι υφάσματος διαμέτρου δύο μέτρων και 70 εκατοστών σε ημικύκλιο σχήμα. Απαιτούσε δεξιοτεχνία για να τυλίγονται και να διατηρούν την ισορροπία τους κατά το βάδισμα. Ο γυναικείος χιτώνας έφτανε μέχρι τις φτέρνες, ενώ στους άνδρες, το μήκος μαρτυρούσε την κοινωνική θέση ή το αξίωμα. Ο χιτώνας των στρατιωτικών ήταν κοντύτερος από αυτόν των πολιτών και ο χιτώνας των πολιτών κοντύτερος, από εκείνο των συγκλητικών. Χειμώνα καλοκαίρι, οι χιτώνες είχαν κοντά μανίκια και γι΄ αυτό οι Ρωμαίοι φορούσαν γάντια. Όσον αφορά στην προσωπική αισθητική των ανδρών, δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης με τις γυναίκες, όμως και οι άνδρες στη Ρώμη επισκέπτονταν συχνά τους κουρείς.
Πηγή : http://www.ime.gr/chronos/07/gr/society/index22.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θέρμες
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αρχαία_Ρώμη
http://www.mixanitouxronou.gr/i-finetsates-romees-ekanan-makigiaz-apotrichosi-ke-foresan-to-proto-magio-bikini/

Η ιστορία της Φυλής (Χασιας) Αττικής και ο ήρωας Καπετάν Μελέτης Βασιλείου

Η Φυλή (Δήμος Φυλασίων) ήταν αρχαίος οικισμός και δήμος της Οινηίδας (περιοχή της Αρχαίας Αττικής και φυλή της αρχαίας Αθήνας). Ο δήμος της Φυλής, εθεωρείτο σημαντικός δήμος, της παραλίας, αν και η θέση του βρίσκεται σε αρκετή απόσταση από τη θάλασσα. Ίσως η πιθανότητα ύπαρξης κτήσης παραθαλασσίων εκτάσεων εδαφών του δήμου να του έδωσε αυτόν το χαρακτηρισμό. Ο δήμος βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του βουνού της Πάρνηθας, σε δεσπόζουσα θέση στο δρόμο από την Αθήνα προς τη Θήβα, πάνω στο βουνό της Φυλής. Ήταν σύμφωνα με τον Δημοσθένη σε απόσταση περίπου 120 σταδίων από την Αθήνα (και όχι 100 στάδια, όπως ισχυρίστηκε ο Διόδωρος). Η Φυλή έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά τον αθηναϊκό εμφύλιο πόλεμο, μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου: Το χειμώνα του 404 / 403 π.Χ. οι δημοκράτες, με επικεφαλής τον Θρασύβουλο κατέλαβαν το φρούριο της Φυλής και το χρησιμοποίησαν ως σημείο συγκέντρωσης. Μετά την επιτυχή απώθηση των αντιπάλων τους κατά την πολιορκία που έγινε εκεί και έχοντας υπερκεράσει τις ολιγαρχικές δυνάμεις στη Μάχη της Φυλής, ο Θρασύβουλος ηγήθηκε με άγημα 1.200 ανδρών προς την Μουνιχία, στον Πειραιά και την κατέλαβε. Από εκεί προετοίμασε την ανατροπή του καθεστώτος των Τριάκοντα Τυράννων και στη συνέχεια οργάνωσε την επιστροφή στην πόλη των εξόριστων και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Για ένα μεγάλο μέρος του τέταρτου αιώνα π.Χ. η Φυλή ήταν συνώνυμη με τη δημοκρατία και τους άνδρες που πολέμησαν εκεί. Ειπώθηκε ότι οι «ήρωες της Φυλής» είχαν επαναφέρει στην πόλη της Αθήνας την «εξόριστη δημοκρατία». Το φρούριο της Φυλής βρισκόταν στα νοτιοδυτικά από το κέντρο του δήμου. Πιθανώς ο τόπος ήταν ήδη οχυρωμένος από τον πέμπτο αιώνα π.Χ., όταν καταλήφθηκε από τους εχθρούς του Πεισιστράτου. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα του φρουρίου τα οποία μπορεί να δει κανείς σήμερα, ωστόσο, χρονολογούνται από τον τέταρτο αιώνα π.Χ. Όπως και πολλά άλλα οχυρά σε περίοδο ειρήνης, το φρούριο της Φυλής για πολύ καιρό χρησιμοποιείτο από έφηβους κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους της υποχρεωτικής τους στράτευσης. Το οχυρό αυτό βρίσκεται σε απότομο βράχο, το οποίο θα μπορούσε να καταληφθεί μόνο από τη δύσβατη κορυφογραμμή στην ανατολική πλευρά. Από την κορυφή του βουνού υπάρχει θέα προς την αθηναϊκή πεδιάδα και τις πόλεις της, το όρος του Υμηττού και το Σαρωνικό κόλπο. Το παλαιότερο φρούριο μετά τον 4ο αιώνα π.Χ. εγκαταλείφθηκε και στη συνέχεια κτίστηκε το νεότερο και γνωστό σήμερα φρούριο της Φυλής σε υψόμετρο 687 μέτρα στη δυτική Πάρνηθα, νοτιοδυτικά της πηγής της Αγίας Παρασκευής, περίπου 1 χιλιόμετρο νοτιοδυτικά της θέσης, όπου εντοπίζεται ο αρχαίος δήμος της Φυλής και περίπου 6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της σημερινής Xασιάς. Η κατοίκηση της Φυλής συνεχίστηκε και στα χρόνια που ακολούθησαν την κλασική εποχή. Την αδιάσπαστη συνέχεια της κατοίκησης στην περιοχή έως σήμερα επιβεβαιώνουν, διάφορα σωζόμενα κατάλοιπα από την ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή. Η κατοίκηση του χώρου κατά τα υστερορωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια συμπληρώνεται από διάφορες αγροικίες. Επιπλέον, υπάρχουν διάφορα υπόλοιπα οχυρώσεων στους λόφους στα περίχωρα της περιοχής της Χασιάς, όπως ονομαζόταν κατά την Τουρκοκρατία, που δείχνει τη στρατηγική σημασία της. Θεωρείται, γενικά, ότι ο οικισμός της Χασιάς, ο οποίος το 1915 μετονομάσθηκε σε Φυλή, ήταν μεταγενέστερος του αρχαίου οικισμού της Φυλής, καθώς απέχει από το αρχαίο φρούριο της Φυλής περίπου 6 χιλιόμετρα και υπήρχε διάκριση μεταξύ των δύο σημείων έκτοτε, αλλά ούτως ή άλλως η περιοχή της Χασιάς ευρισκόταν εντός της περιοχής του αρχαίου δήμου.
Ο Μελέτης Βασιλείου (1778 - 1826) ήταν οπλαρχηγός της επανάστασης του 1821 από τη Χασιά Αττικής που συνέβαλε αποφασιστικά στην οργάνωση των επιχειρήσεων των επαναστατικών δυνάμεων στην Αττική. Καπετάν Μελέτης Βασιλείου. Ο χωρικός από τη Χασιά που ύψωσε τη σημαία της επανάστασης στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα. Γιατί οι πρόκριτοι τον αντιμετώπισαν με καχυποψία. Ο Βασιλείου γεννήθηκε το 1778 στη Χασιά και προερχόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια. Ως άνθρωπος που διέθετε μεγάλη επιρροή, κατάφερε να εξασφαλίσει προνόμια για την περιοχή του που μαστιζόταν από την τουρκική κακοδιοίκηση. Παράλληλα ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. «Με τα χρήματα δεν αγοράζεις τα μυαλά». Αυτή ήταν η απάντηση του καπετάν Μελέτη Βασιλείου στον τροφοδότη του, Πανούση Μαγουλιώτη, όταν συζητούσαν για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Με το ξέσπασμα της επανάστασης, κατάφερε, ξεγελώντας τις τουρκικές αρχές υποκρινόμενος πίστη σε αυτές, να πάρει άδεια για στρατολόγηση ανδρών και στις 18 Απριλίου 1821 χτύπησε στον Κάλαμο τα προερχόμενα από την Εύβοια τουρκικά αποσπάσματα. Λίγες μέρες μετά ηγήθηκε επίθεσης κατά της Αθήνας: συγκεκριμένα, κατά τη νύχτα μεταξύ 25ης και 26ης Απριλίου, 600 ένοπλοι επιτέθηκαν στα τείχη από την πλευρά μεταξύ των Αγίων Αποστόλων και της Μπουμπουνίστρας και γρήγορα κατάφεραν να κυριαρχήσουν σε ολόκληρη την πόλη εκτός της Ακροπόλεως. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ξέσπασε σοβαρή έριδα μεταξύ του Βασιλείου και των προεστών της Αθήνας σχετικά με την στρατιωτική αρχηγία στην Αττική έπειτα από την αυθαίρετη ανάληψη της ηγεσίας από τον ίδιο, στις 14 Ιουνίου. Την επόμενη μέρα πραγματοποιήθηκε δολοφονική απόπειρα εναντίον του Βασιλείου ενώ, πιθανόν για αντίποινα, επαναστάτες λεηλάτησαν την οικία ενός Αθηναίοι προεστού. Η κατάσταση φάνηκε να εξομαλύνθηκε προσωρινά με την επέμβαση του Δημήτριου Υψηλάντη και την αποστολή του Βασιλείου και των ανδρών του στη Βοιωτία, αργότερα όμως προέκυψε διάσταση και με μερίδα συντοπιτών του, η οποία σύμφωνα με μια εκδοχή φέρεται να εκπορεύθηκε από τους Αθηναίους προκρίτους.
Από το 1822 μέχρι και το 1825 ο Βασιλείου προβιβάστηκε σταδιακά στους βαθμούς του πεντηκόνταρχου, του χιλίαρχου και εν τέλει του ταξίαρχου ενώ παράλληλα συμμετείχε μεταξύ άλλων σε μάχες στο Σχηματάρι, στην Ακρόπολη, στον Μαραθώνα όπως και στην εκστρατεία του Ανδρούτσου στην Ανατολική Στερεά. Αργότερα, ο Βασιλείου διορίστηκε από τον Γιάννη Γκούρα δεκατιστής της Αττικής, αναζωπυρώνοντας έτσι τις τοπικές αντιπαλότητες των προηγούμενων ετών. Τον Μάιο του 1826 ο Μελέτης Βασιλείου, δολοφονήθηκε από συντοπίτες του οι οποίοι με την επιδρομή του Ομέρ Πασά στην Αττική έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή (ενέργεια με την οποία διαφώνησε ο Βασιλείου) όντες σε ρήξη με τον φρούραρχο Ακροπόλεως Γκούρα. Οι λαϊκοί αγωνιστές, που είχαν καθοριστική συμβολή στην απελευθέρωση, δεν είχαν απλώς δικαίωμα στην  εξουσία, αλλά απαιτούσαν και συγκεκριμένο πρότυπο διακυβέρνησης που έδινε πραγματικά δημοκρατικά προνόμια και στον απλό λαό, όπως φάνηκε και από τα έργα του Ανδρούτσου στην Αθήνα. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό από το ντόπιο αρχοντολόι. Έτσι στο Μοριά φυλακίστηκε ο  Κολοκοτρώνης και οι Μωραίτες καπεταναίοι, ενώ στη Ρούμελη δολοφονήθηκε ο Ανδρούτσος από το πρωτοπαλίκαρό του τον Γκούρα, καθώς και ο λαϊκός ηγέτης της περιοχής των Αθηνών, ο Καπετάν Μελέτης Βασιλείου, από τους ομοχώριούς του.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Φυλή_Οινηίδας
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Μελέτης_Βασιλείου
http://www.mixanitouxronou.gr/kapetan-meletis-vasileioy-o-chorikos-apo-ti-chasia-poy-ypsose-tin-simaia-tis-epanastasis-stin-toyrkokratoymeni-athina-giati-oi-prokritoi-ton-antimetopisan-me-kachypopsia/

Θέρμες : Τα εντυπωσιακά λουτρά της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

Οι Θέρμες, τα τεράστια συγκροτήματα λουτρών, εμφανίζονται στις ρωμαϊκές επαρχίες κατά το τελευταίο τέταρτο του 1ου αιώνα π.Χ. Πρόκειται για κατασκευές μεγάλων διαστάσεων, που ανταποκρίνονται καταρχήν σε μία κοινωνική ανάγκη, καθώς οι πολίτες μπορούσαν να περάσουν εκεί ευχάριστα τις ελεύθερες ώρες τους με σωματική άσκηση, αλλά και με διαλέξεις ή και διάβασμα. Οι χώροι διαθέτουν θολωτές μορφές στέγασης (θολοδομία μεγάλης κλίμακας), που γεφυρώνουν τεράστια ανοίγματα. Οι Θέρμες αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας στη Ρώμη και στις ρωμαϊκές επαρχίες. Αποτελούσαν τρόπον τινά τις λέσχες της εποχής εκείνης και ήταν κομμάτι της καθημερινής ζωής όχι μόνο των εύπορων κοινωνικών στρωμάτων αλλά και των φτωχότερων τάξεων. Υπήρχαν δημόσιες Θέρμες και η είσοδος αντιστοιχούσε σε ένα μικρό χρηματικό ποσό, καθώς και ιδιωτικές σε αστικές βίλες αριστοκρατών. Οι δημόσιες θέρμες λειτουργούσαν από το πρωί και συγκεκριμένες ώρες δέχονταν και γυναίκες.
Οι κύριοι χώροι των κτισμάτων ήταν οι εξής: Το spogliatoio (αποδυτήριο). Το caldarium, που χαρακτηρίζονταν από καμπύλα στοιχεία, ήταν μία «θερμή αίθουσα», απαραίτητο στοιχείο της οποίας ήταν η ύπαρξη πισίνας. Προσανατολισμένο στα νοτιοδυτικά, ώστε να εκμεταλλεύεται την θερμότητα του μεσημεριανού ήλιου.Το tepidarium, εφοδιασμένο με εγκαταστάσεις που παρείχαν μία σχετική θέρμανση, μπορούσε να έχει μία ή περισσότερες πισίνες με χλιαρό νερό.Το frigidarium, το οποίο δεν αποτελούσε ανεξάρτητο χώρο. Χαρακτηριζόταν από τη μεγάλη αίθουσα τύπου «Βασιλικής», που διαιρείτο σε τρεις επιμέρους χώρους. Αποτελούσε πέρασμα και σημείο συναναστροφής για τους λουόμενους. Ήταν εφοδιασμένο με δεξαμενές κρύου νερού και επικοινωνούσε μέσω ενός ανοιχτού πλεύρου με το natatio, μαζί με τα οποία συμπλήρωνε το λειτουργικό τμήμα του κρύου λουτρού. Το natatio ήταν ένας ορθογωνικός ακάλυπτος χώρος που περιελάμβανε την πισίνα.Η παλαίστρα, το γυμναστήριο, ήταν συνήθως ένας ανοιχτός χώρος. Περιμετρικά της ήταν τοποθετημένοι κίονες και σε αυτούς εφάπτονταν οι βοηθητικοί χώροι για την άθληση των επισκεπτών του λουτρού. Οι επισκέπτες ακολουθούσαν μία κυκλική πορεία, περνώντας διαδοχικά από τους κύριους στους δευτερεύοντες χώρους.
Οι Θέρμες του Καρακάλλα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα λουτρών στην Αρχαία Ρώμη. Κατασκευάστηκαν στο νότιο τμήμα της πόλης, κοντά στην Αππία οδό, με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Καρακάλλα και εγκαινιάστηκαν το 216 μ.Χ. Φημίζονταν για τον πλούσιο διάκοσμο και τα λαμπρά έργα τέχνης που τις κοσμούσαν. Στην αρχαιότητα ήταν γνωστές ως Αντωνεινιανές Θέρμες, υιοθετώντας ένα από τα επίσημα ονόματα του αυτοκράτορα Καρακάλλα, που ήταν Αντωνίνος. Η κατασκευή τους ξεκίνησε το 212 μ.Χ., όπως αποδεικνύουν οι σφραγίδες των πλίνθων και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 216. Για την κατασκευή τους απασχολήθηκαν 9.000 εργάτες. Για την υδροδότησή τους κατασκευάστηκε μια ειδική διακλάδωση του υδραγωγείου Άκουα Μάρτσια, που πήρε το όνομα Αντωνεινιανό Υδραγωγείο. Ο εξωτερικός περίβολος κατασκευάστηκε από τους αυτοκράτορες Ηλιογάβαλο και Αλέξανδρο Σεβήρο. Επισκευές έγιναν επί Αυρηλιανού, Διοκλητιανού και Θεοδωρίχου. Το 537, εξαιτίας της καταστροφής των υδραγωγείων από τους Γότθους, οι θέρμες σταμάτησαν να λειτουργούν. Οι διαστάσεις του εξωτερικού περιβόλου ήταν 337 x 328 μ. ενώ του κυρίως συγκροτήματος ήταν 220 x 114 μ. Μόνο οι Θέρμες του Διοκλητιανού (306 μ.Χ.) ξεπέρασαν αυτά τα μεγέθη. Η τοιχοποιία ακολουθεί τη συνήθεια της εποχής, δηλαδή οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από ρωμαϊκό σκυρόδεμα (opus caementicium) και επενδεδυμένοι με κόκκινους πλίνθους. Έχει υπολογιστεί ότι τα λουτρά μπορούσαν να εξυπηρετήσουν ταυτόχρονα 1.500 άτομα, ενώ ημερησίως τα επισκέπτονταν κατά μέσο όρο 8.000 άτομα. Η κάτοψη του κυρίως κτίσματος είναι παρόμοια με αυτή άλλων αρχαιότερων λουτρών, όπως είναι οι Θέρμες του Τραϊανού. Ο προσανατολισμός τους, επίσης κοινός σε όλα τα αρχαία συγκροτήματα λουτρών, ήταν τέτοιος ώστε να πέφτει επάνω τους ο απογευματινός ήλιος για να θερμαίνει τους χώρους. Όπως στον περίβολο, έτσι και στο κυρίως συγκρότημα είναι εμφανής η προτίμηση των Ρωμαίων για τα καμπυλόγραμμα αρχιτεκτονικά στοιχεία (αψίδες, καμάρες, θόλοι). Οι τοίχοι των κύριων χώρων είχαν μαρμάρινη επένδυση και διάκοσμο από επιχρυσωμένο μπρούτζο. Τις οροφές στόλιζαν πιθανόν νωπογραφίες και όλα τα δάπεδα είχαν ψηφιδωτά. Ο μπανιέρες ήταν από τα πιο πολύτιμα μάρμαρα ή οι μικρότερες από βασάλτη, γρανίτη, πορφυρίτη και αλάβαστρο. Οι γυμνοί από την μαρμάρινη επένδυσή τους τοίχοι, που υψώνονται για πάνω από 30 μέτρα, μας δίνουν μόνο μια πολύ μικρή ιδέα για την επιβλητική εμφάνιση των λουτρών στην αρχαιότητα. Στη μεγαλοπρέπεια των κτιριακών εγκαταστάσεων θα πρέπει, η φαντασία του σημερινού επισκέπτη, να προσθέσει τα εκατοντάδες γλυπτά που κοσμούσαν τον χώρο, τα πολύχρωμα ψηφιδωτά και τους φροντισμένους κήπους.
Στη Ρώμη βρίσκονται οι αρχαιότερες γνωστές θέρμες, του Αγρίππα μεταξύ 25 και 12 π.Χ. και του Τραϊανού. Ωστόσο θέρμες εντοπίζονταν σε κάθε ρωμαϊκή πόλη και επαρχία. Συγκροτήματα θερμών βρέθηκαν επίσης στη Γόρτυνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Επίδαυρο, στους Δελφούς, στους Φιλίππους, στα Ίσθμια, στον Μαραθώνα, στην Κόρινθο, την Βέροια, την Ολυμπία, την Κέρκυρα και την Κεφαλονιά. Οι Θέρμες του Αγρίππα (Thermae Agrippae) ήταν δημόσια λουτρά στην αυτοκρατορική πόλη της Ρώμης. Κατασκευάστηκαν από το Μάρκο Αγρίππα και αποτέλεσαν τις πρώτες θέρμες της πόλης. Στην αρχική τους μορφή κατασκευάστηκαν την ίδια περίοδο με το Πάνθεον και στην ίδια ευθεία με αυτό. Κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για ένα είδος σάουνας (το πυριατήριον το Λακωνικόν). Σε θέρμες μετατράπηκε όταν ολοκληρώθηκε η κατασκευή της Άκουα Βίργκο, ενός υδραγωγείου που επίσης κατασκεύασε ο Αγρίππας το 19 π.Χ.. Οι Θέρμες διακοσμήθηκαν με ψηφιδωτά και έργα τέχνης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο «Αποξυόμενος» του Λυσίππου, ένα άγαλμα που στεκόταν στον περιβάλλοντα χώρο τους και που σήμερα φιλοξενείται στα Μουσεία Βατικανού. Μετά το θάνατό του, το 12 π.Χ., ο Αγρίππας κληροδότησε τις Θέρμες του στο λαό της Ρώμης. Μια μεγάλη φωτιά το 80 μ.Χ. οδήγησε στην καταστροφή τους, ωστόσο αποκαταστάθηκαν και επεκτάθηκαν από τον Τίτο ή το Διομητιανό και αργότερα υπό τον Αδριανό και τους διαδόχους του. Κατά τον 7ο αιώνα αποσπάστηκαν πολλά κομμάτια τους ώστε να χρησιμοποιηθούν για οικοδομικά υλικά, ωστόσο μεγάλο μέρος τους έστεκε ακόμη τον 16ο αιώνα όταν αποτυπώθηκαν σε σχέδια διάφορων καλλιτεχνών της εποχής. Οι Θέρμες του Τραϊανού (Thermae Traiani) ήταν ένα ογκώδες σύμπλεγμα λουτρών της αυτοκρατορικής Ρώμης, η οικοδόμηση του οποίου ξεκίνησε το 104 μ.Χ. και ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 109 μ.Χ. Το οικοδόμημα αυτό πιστεύεται πως κατασκεύασε ο περίφημος αρχιτέκτων Απολλόδωρος από τη Δαμασκό, ενώ εγκαινιάστηκε από τον Αυτοκράτορα Τραϊανό. Βρισκόταν νότια του Mons Oppius (Όππιου Λόφου), στα περίχωρα της πόλης, ωστόσο εντός του Σερβίου Τείχους. Γενικά αναγνωρίζονται ως εξαίρετο παράδειγμα της πρώιμης αυτοκρατορικής αρχιτεκτονικής. Το σύμπλεγμα αυτό, το πρώτο από μια σειρά τέτοιων κολοσσιαίων οικοδομημάτων, χτίστηκε πάνω σε μια πλατφόρμα που με τη σειρά της σκέπαζε τα υπολλείματα του κολοσσιαίου Χρυσού Οίκου του Νέρωνα, καλύπτοντας μια έκταση 330 x 315 μέτρα το μέγιστο. Δεν φιλοξενούσε απλά εγκαταστάσεις λουτρών, αλλά αποτελούσε ένα πραγματικό κέντρο αναψυχής και κοινωνικών συναντήσεων, με γυμναστήρια, κήπους, εκθέσεις τέχνης και βιβλιοθήκη. Το κυρίως κτίσμα περιστοιχιζόταν από μια μεγάλη έκταση με γρασίδι. Τα ίδια τα λουτρά αποτελούνταν από δεξαμενές νερού που περιελάμβαναν ένα tepidarium (χλιαρής θερμοκρασίας πισίνα την οποία επισκέπτονταν μάλλον πρώτη οι επισκέπτες), ένα caldarium (ζεστή πισίνα και σάουνα), ένα frigidarium (κρύες πισίνες όπου οι επισκέπτες πήγαιναν ακολούθως), καθώς επίσης γυμναστήρια και αποδυτήρια. Εκτός από τις αίθουσες με τα λουτρά που χρησιμοποιούσε το κοινό, υπήρχε ένα σύστημα υπόγειων περασμάτων και κατασκευών που χρησιμοποιούσαν οι σκλάβοι και άλλοι εργαζόμενοι στα λουτρά για να εξυπηρετούν τις εγκαταστάσεις. Επίσης υπογείως βρισκόταν μια υπερμεγέθης δεξαμενή γνωστή σήμερα με την ονομασία «Sette Salle» - σημαίνει «Επτά Αίθουσες» - όπου αποθηκευόταν το νερό που χρησιμοποιούσαν στα λουτρά. Η τελευταία είχε χωρητικότητα μεγαλύτερη των 8 εκατομμυρίων λίτρων. Υπολογίζεται πως οι Θέρμες του Τραϊανού βρισκόταν σε χρήση μέχρι τις αρχές του 5ου αιώνα, ενώ η ευρύτερη περιοχή είχε εγκαταληφθεί όταν οι Γότθοι εισέβαλαν στη Ρώμη το 537 Μ.Χ.
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θέρμες
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θέρμες_του_Τραϊανού
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θέρμες_του_Αγρίππα
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θέρμες_του_Καρακάλλα