Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Η ιστορια των ηρωικων νησιων που απελευθερωσαν την Ελλαδα απο τους Τουρκους

Η Επανάσταση βρίσκει την Ύδρα κάτοχο αμύθητου πλούτου απο χρυσά νομίσματα της εποχής, αποτέλεσμα κυρίως της επιτυχημένης εμπλοκής της στο εμπόριο σίτου κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους. Το εμπόριο μετά το 1810 είχε κάμψη αλλά ο στόλος της αριθμούσε 186 μικρά και μεγάλα πλοία συνολικής χωρητικότητας 27.736 τόνων δηλαδή ήταν διπλάσιος απο αυτόν των Σπετσών που διέθεταν ως δύναμη 64 πλοία συνολικά 15.907 τόνων. Τα Ψαρά διέθεταν 35 - 40 πλοία και η Κάσος 15. Τα πληρώματα είχαν αποκτήσει και πολεμική εμπειρία λόγω των συγκρούσεων με πειρατές της Αλγερίας. Τουλάχιστον από το 1820 οι προεστοί είχαν μυηθεί από τη Φιλική Εταιρεία στο μυστικό της Επανάστασης. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, οι Υδραίοι ενημερώθηκαν με αλληλογραφία από τους πελοποννήσιους οπλαρχηγούς. Με επιστολή της 24 Μαρτίου 1821 οι προύχοντες της Πελοποννήσου ενημερώνουν τους Υδραίους και Σπετσιώτες ότι η Επανάσταση άρχισε νωρίτερα γιατί το μυστικό είχε προδοθεί από "τουρκολάτρες", και ζητούν τη βοηθειά τους για ναυτικό αποκλεισμό του εχθρού. Οι Σπετσιώτες ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης την 26 Μαρτίου, αλλά οι Υδραίοι φάνηκαν διστακτικοί στο να εξεγερθούν αμέσως, θυμούμενοι τις καταστροφές που είχαν πάθει κατά την προηγούμενη αποτυχημένη εξέγερση του 1770 και λαμβάνοντας υπόψη την στρατιωτική υπεροχή του εχθρού. Τελικώς κήρυξαν την επανάσταση στις 14 Απριλίου με εκκλησιαστική πομπή και ταυτόχρονα εξέδοσαν γραπτή επαναστατική διακήρυξη που έφερε τον τίτλο "Διαβατήριον των Ελληνικών Μαχομένων Πλοίων". Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα υδραίικα πληρώματα αποκαλούνταν "Σουλουτζαλήδες", έναντι των Σπετσιώτικων που αποκαλούνταν "Τζαμουτζαλήδες", που όμως ήταν λίαν περιζήτητα ακόμη και από τους Οθωμανούς στολάρχους, όπως και από τον Καρά-Αλή. Την περίοδο 1821-1832, ο Σπέτσες έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση. Οι Σπέτσες, μαζί με τηνΎδρα και τα Ψαρά, ήταν από τα πρώτα νησιά που επαναστάτησαν, με ενεργό συμμετοχή στον αγώνα έναντι των Τούρκων Ο Σπετσιωτικός στόλος, αποτελούμενος από εμπορικά πλοία σπετσιωτών, πήρε μέρος σε μεγάλο αριθμό ναυμαχιών, όπως της Αρμάτας, καθώς και σε ξακουστούς αποκλεισμούς οχυρών, συγκεκριμένα του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς. Την περίοδο αυτή κάνουν την εμφάνισή τους ηρωικά ονόματα όπως Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Ανδρέας Μιαούλης, Χατζηγιάννης Μέξηςκαι Κοσμάς Μπαρμπάτσης, ονόματα τα οποία σήμερα κατέχουν υψηλή θέση στην Ελληνική Ιστορία. Το 1822 ο Τουρκικός στόλος κατευθύνεται προς τον Αργολικό κόλπο, με τελικό προορισμό το Ναύπλιο, σε μια ύστατη προσπάθεια ανεφοδιασμού του οχυρού. Στις 8 Σεπτεμβρίου ο στόλος εμφανίζεται ανατολικά των Σπετσών, μεταξύ Σπετσοπούλας και Τρικερίου και ο τρινήσιος στόλος των Σπετσών, της Ύδρας και των Ψαρών, υπό τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη, κινείται προς αντιμετώπιση των Τούρκων. Σύμφωνα με τον ιστορικό Χατζηανάργυρο, στην ναυμαχία που ακολούθησε μεταξύ των δυο στόλων, πήραν μέρος «140 και πλέον» πλοία. Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή εμφανίζεται ο Σπετσιώτης πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης, ο οποίος καταφέρνει να εισέλθει στο κέντρο του τουρκικού σχηματισμού και να πυρπολήσει την τουρκική ναυαρχίδα. Η ηρωική αυτή πράξη του Σπετσιώτη ναυτικού είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση του τουρκικού στόλου από τον Αργολικό κόλπο. Σε ανάμνηση αυτού του ιστορικού γεγονότος οι Σπετσιώτες έκτισαν την εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας στην περιοχή του φάρου των Σπετσών. Σήμερα το νησί των Σπετσών, στις αρχές του Σεπτεμβρίου, γιορτάζει το ιστορικό αυτό γεγονός με το φεστιβάλ της Αρμάτας. Το μεγάλο αυτό φεστιβάλ, διάρκειας μιας εβδομάδας, συμπεριλαμβάνει θεατρικές παραστάσεις, πολιτιστικές εκθέσεις καθώς και μουσικές παραστάσεις και κλιμακώνεται με την αναπαράσταση της ναυμαχίας των Σπετσών, μπροστά στο λιμάνι του νησιού. Η Κάσος συνεισέφερε στην επανάσταση του 1821 δίνοντας πλοία από το στόλο της, διότι ήταν μεγάλη ναυτική δύναμη και πατρίδα πολλών εφοπλιστών. Επικεφαλής του στόλου τέθηκε ο Νικόλαος Γιούλιος και συμμετείχε σε διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις, ακόμα και στη Συρίακαι τον Λίβανο, συλλαμβάνοντας και βυθίζοντας πολλά οθωμανικά πλοία. Ο στόλος αυτός βοήθησε πολύ την Επανάσταση στην Κρήτη εφοδιάζοντας τους επαναστάτες και κανονιοβολώντας τα τουρκικά οχυρά. Λόγω αυτής της δραστηριότητας των Κασίων το 1824 επιτέθηκε κατά του νησιού Αιγυπτιακός στόλος. Οι Κάσιοι αρχικά απέκρουσαν τις επιθέσεις των Αιγυπτίων οι οποίοι τελικά αποβιβάστηκαν την 28 Μαΐου 1824. Μέσα στην πόλη της Κάσου έγιναν λυσαλέες μάχες όπου 1.000 περίπου Κάσιοι αντιμετώπισαν 7.000 εχθρών. Σκοτώθηκαν 220 κάτοικοι του νησιού και αιχμαλωτίστηκαν περί τις 300 γυναίκες και παιδιά. Η μάχη σταμάτησε μετά από συνθηκολόγηση μετά την οποία όσοι Κάσιοι είχαν χρήματα αναγκάζονταν να εξαγοράσουν την ελευθερία των δικών τους. Έτσι επεβλήθη και πάλι η τουρκική εξουσία στο νησί και χιλιάδες κάτοικοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν. Η μάχη και η σφαγή της Κάσου μνημονεύονται και τιμώνται με μεγαλοπρέπεια και με προσέλευση κόσμου και επισήμων απ' όλη την Ελλάδα κάθε Ιούνιο. Η Κάσος καταλήφθηκε το 1911 από τους Ιταλούς και παρέμεινε υπό ιταλική κατοχή μέχρι το 1947 οπότε και ενσωματώθηκε - στις 7 Μαρτίου 1948 - με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα. Μέχρι το 1821 οι Ψαριανοί έζησαν ήρεμα και ασχολήθηκαν με την αλιεία και το εμπόριο. Εξέλεγαν κάθε χρόνο την τοπική εξουσία τους μεταξύ των πλουσιοτέρων συμπολιτών τους και επι τούτου συνέρχονταν ετησίως στο ναό του Αγίου Νικολάου). Οι 4 δημογέροντες που αναλάμβναναν την εκτελεστική εξουσία ήταν και υπευθυνοι απέναντι στον τούρκο ναύαρχο (τον καπετάν-πασά) και παράλληλα διοικούσαν ουσιαστικά το νησί αφού δεν υπήρχε Τούρκος διοικητής. Επίσης ακόμα και τα ποινικά δικαστήρια (π.χ. για εγκλήματα) εκδικάζονταν από τους ίδιους τους Ψαριανούς. Το 1815 προσετέθη στη διοίκηση του νησιού και διοικητής. Πριν από την επανάσταση του 1821 το νησί είχε καταφέρει να πλουτίσει και να ευημερεί ήταν δε 3ο σε ναυτική δύναμη (με πάνω από 45 πλοία) μετά την Ύδρα και τις Σπέτσες. Τα Ψαρά ήταν από τα πρώτα νησιά που ξεσηκώθηκαν ενάντια στον Τούρκικο ζυγό, στις 10 Απριλίου 1821 και το Πάσχα ανύψωσαν την επαναστατική τους σημαία (λευκή με κόκκινο). Ομως στις 21 Ιουνίου 1824, αιγυπτιακές δυνάμεις με αρχηγό τον Ιμπραήμ κατέλαβαν το νησί με 140 καράβια και 14.000 γενίτσαρους. Περισσότεροι από 15.000 κάτοικοι σφαγιάστηκαν και πολλά κορίτσια κατέληξαν δούλες σε σκλαβοπάζαρα, ενώ λίγοι κατόρθωσαν να εγκαταλείψουν το νησί. To άγαλμα που φιλοτεχνήθηκε πολύ αργότερα εικάζεται ότι είχε ως πηγή έμπνευσης το ιδιο κορίτσι Η τραγικότερη ιστορική στιγμή των Ψαρών ήταν το ολοκαύτωμα της Μαύρης Ράχης στις 22 Ιουνίου 1824, όταν η πόλη των Ψαρών έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Όσοι από τους αμάχους πρόλαβαν έφυγαν με τα πλοία. Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν. Πεντακόσιοι περίπου Ψαριανοί (κατ' άλλους 150) έτρεξαν στο Παλιόκαστρο (Μαύρη Ράχη) και κλείστηκαν στο μικρό φρούριο αποφασισμένοι να μην παραδοθούν αλλά να πέσουν πολεμώντας. Οι γενναίοι αυτοί υπερασπιστές του φρουρίου, με επικεφαλής τον Αντώνη Βρατσάνο, γιο του προέδρου της Βουλής των Ψαρών, αφού πολέμησαν, έδωσαν και την τελευταία τους πνοή και έγιναν ολοκαύτωμα για την απελευθέρωση της πατρίδας ανατινάσσοντας την πυριτιδαποθήκη. H «Mαύρη Pάχη», που απαθανάτισε ο Σολωμός, υψώθηκε στη συνείδηση των ανθρώπων σαν σύμβολο θυσίας και ολοκληρωτικής προσφοράς στην υπόθεση της Ελευθερίας, όπως την είδε«επί το μέγα ερείπιον» ο Ανδρέας Κάλβος. Όσοι Ψαριανοί σώθηκαν από την καταστροφή κατέφυγαν στη Mονεμβασιά και με την απελευθέρωση στην Ερέτρια της Εύβοιας, που μετονομάστηκε σε «Νέα Ψαρά», σε αντιδιαστολή προς τα «Παλαιά Ψαρά» του νησιού. Πολλοί κάτοικοί του επανήλθαν (κυρίως μετά το 1864). Μέχρι το 1912 τα Ψαρά βρίσκονταν υπό την κατοχή της Τουρκίας, ενώ στις 21 Οκτωβρίου του 1912 ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα, όταν ελευθερώθηκαν από το Αντιτορπιλικό Ιέραξ υπό τον πλοίαρχο Αντώνη Βρατσάνο, κατά σύμπτωση απόγονου του Αντώνη Βρατσάνου που είχε ανατινάξει το φρούριο 88 χρόνια νωρίτερα. Για να τιμήσει η ελληνική Βουλή τη θυσία τους, το 1844 είχε ορίσει οι μετεγκατασταθέντες Ψαριανοί στην Ερέτρια (τα "Νέα Ψαρά") να έχουν για 100 χρόνια το δικαίωμα να εκλέγουν δύο βουλευτές. Μετά την απελευθέρωση των Ψαρών όμως, το σχετικό άρθρο τροποποιήθηκε και ορίστηκε να εκλέγουν δύο βουλευτές μέχρι το 1944 και μάλιστα από κοινού, από τα Παλαιά Ψαρά (τα Ψαρά και η νησίδα Αντίψαρα) και τα Νέα Ψαρά. Λόγω του εμφυλίου, αυτή η απόφαση εφαρμόσθηκε το 1946. Έκτοτε ψηφίζουν όπως και οι άλλοι κάτοικοι του Νομού Xίου.
Πηγη: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ύδρα
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σπέτσες
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κάσος
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ψαρά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου